ΑΡΚΑΔΙΑ

Συζήτηση περὶ Μυθολογίας - Ἱστορίας

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:33

ΑΡΚΑΔΙΑ

΄΄Καούρ εκάνατε΄΄ (καλός ορίσατε)

"Την Αρκαδία μου ζητάς, ζητάς μεγάλο πράγμα, εγώ σε σε τη χώρα αυτή δε στέργω να σου δώσω.
Στην Αρκαδία είν' πολλοί άνδρες βαλανηφάγοι, και δε σ' αρνούμαι αν θες να πας, αλλά θα σ' εμποδίσουν.
Για να χορέψεις πηδηχτά, όμως εσέ θ' αφήσω και να μετρήσεις με σχοινί τον κάμπο της Τεγέας..." Πυθία.. 776 π.Χ.,

"...Στα πλοία εμπειροπόλεμοι Αρκάδες αρμενίζαν, σ' αυτά που έδωσε
σ' αυτούς ο άρχων Αγαμέμνον, καράβια καλοτάξιδα, που σχίζανε το κύμα..." ¨Ομηρος Ιλ. 611-613.

IΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ


Η ιστορική πορεία της Αρκαδίας είναι συνυφασμένη, δηλαδή επηρεασμένη από τις εδαφικές ιδιαιτερότητες του τόπου. Ιδιαίτερα τα ανάγλυφα των βουνών χαρίζει στην Αρκαδία ένα άριστο φυσικό τείχος, που δεν απέκλεισε, πάντως, την επικοινωνία με άλλες περιοχές, πράγμα που αποδεικνύεται και από τα ίχνη των αρχαίων δρόμων τους οποίους φέρνει συνεχώς στο φως η σύγχρονη έρευνα. Η διάταξη, εξάλλου, του κεντρικού ορεινού όγκου του Μαινάλου ερμηνεύει και τη διαφορετική πορεία που διέγραψαν το Ανατολικό και Δυτικό τμήμα της Αρκαδίας.
Στις ίδιες ιδιαιτερότητες αποδίδονται, εν πολλοίς, και τα κύρια και διαχρονικά χαρακτηριστικά των Αρκάδων, όπως είναι η πολεμική τους αρετή, η ροπή προς τη μετανάστευση και η επί μακρό χρόνο διατήρηση των στοιχείων της πολιτισμικής τους παράδοσης.
Το τελευταίο στοιχείο κατέστησε υποχρεωτική για τους μελετητές από την αρχαιότητα την εξέταση των αρκαδικών παραδόσεων, προκειμένου να εξαγάγουν συμπεράσματα για την ιστορική διαδρομή των παλαιότατων Ελλήνων, αφού, όπως είναι γνωστό, είναι δυνατή η συλλογή ψηγμάτων αλήθειας από τους μύθους μετά την αφαίρεση του πέπλου φαντασίας. Είναι χαρακτηριστική η ομολογία του περιηγητή Παυσανία: «τις Ελληνικές παραδόσεις του είδους αυτού, όταν άρχισα να γράφω το έργο μου, τις θεωρούσα μάλλον ανόητες, όταν όμως έφτασα στα Αρκαδικά, σχημάτισα τη γνώμη γι' αυτές πως τον παλιό καιρό οι Έλληνες που λογαριάζονταν ως σοφοί έλεγαν ό,τι είχαν να πουν με αινίγματα και όχι με σαφείς εκφράσεις» (μεταφρ. Ν. Παπαχατζή).
Όσοι συσχετίζουν το όνομα της Αρκαδίας με τα «άκρα» των ορέων βλέπουν τους κατοίκους της να έλκουν την καταγωγή από τους επιζήσαντες του μεγάλου κατακλυσμού, την καταστροφική μανία του οποίου διέφυγαν οι καταφυγόντες στις υψηλές κορυφές. Όπως και ναχει το πράγμα, ουδείς φαίνεται να αρνείται στους Αρκάδες το «αυτόχθονον» και ιδιαίτερα βαρύνουσες, ως προς αυτό, είναι οι αναφορές Ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών. Την αρχαιότητα της καταγωγής αποδέχεται και ο Αριστοτέλης όταν κάνει λόγο για την εγκατάσταση των Αρκάδων πριν από την εμφάνιση της σελήνης. Η απόδοση στους Αρκάδες του προσωνυμίου «πανσέληνοι» φανερώνει ότι αυτή η πίστη είχε ευρύτατη αποδοχή.

Η Αρκαδία αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες περιοχές της Ελλάδας από άποψη ιστορίας και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Οι Aρκάδες θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Πελοποννήσου (Ηροδ. Η73), με πρώτο βασιλιά της χώρας και γενάρχη τον Πελασγό, εξ' ου και Πελασγοί. Κατά μία παράδοση είναι ο Πελασγός ήταν υιός του Δία και της Νιόβης. Κατά μία άλλη παράδοση ήταν βασιλιάς του Άργους και κατά μια τρίτη υιός του Ποσειδώνα, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου . Ο Πελασγός κατά τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος «ανεδύθη από την γη» και έγινε γενάρχης των ανθρώπων «πριν από την εμφάνιση της Σελήνης». Γι' αυτό οι Αρκάδες εθεωρούντο «Προσέληνοι» ή «Προσεληναίοι». Για το λόγο αυτό οι αρχαίοι Αρκάδες καμάρωναν ότι δεν ήταν μετανάστες, αλλά αυτόχθονες, απόγονοι του Πελασγού. Η μυθολογία εξάλλου, θέλει τους περισσότερους θεούς της αρχαιότητας να έχουν γεννηθεί στα Αρκαδικά βουνά. Η Αρκαδία λεγόταν αρχικά Απία και κατόπιν Πελασγία, ονόματα που δόθηκαν σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αργότερα ονομάστηκε Αρκαδία, από τον γιο της Καλλιστούς (κόρης του Λυκάονα) τον Αρκάδα.
Η Αρκαδία των προχωρημένων ιστορικών χρόνων, όπως και αυτή της εποχής του Παυσανία, δεν συνέπιπτε γεωγραφικά με τη σημερινή Αρκαδία. Εκτεινόταν στα οροπέδια και στα βουνά της κεντρικής Πελοποννήσου και είχε μάλιστα μεγαλύτερη έκταση από την τελευταία. Περιελάμβανε μεγάλο τμήμα της σημερινής νότιας Αχαϊας (περιοχές Καλαβρύτων, Λουσών, Κλειτορίας, ορεινός όγκος Αροάνιων, περιοχή Ψωφίδας και Αφροδίσιο όρος), τμήμα της δυτικής Κορινθίας (περιοχές Φενεού και Στυμφαλίας, όρος Κυλλήνη και περιοχές Σκοτεινής και Αλέας) και τη σημερινή νοτιοδυτική Ηλεία (περιοχές Αλίφειρας, Φιγάλειας και Βασσών, Θεισόας του Λυκαίου και η περιοχή της σημερινής Ανδρίτσαινας). Δεν βρεχόταν πουθενά από τη θάλλασσα και δεν περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Κυνουρίας. Συνόρευε στα ανατολικά με τη Θυρεάτιδα στην περιοχή των Άνω Δολιανών, στα νότια με την Λακωνία στις περιοχές των Βούρβουρων, Ίασου, Καλτεζών και Αίγυος, και στα νοτιοδυτικά με τη Μεσσηνία στις περιοχές των Χιράδων, Χράνων και της κοιλάδας του ποταμού της Νέδας.
Οι Αρκάδες ήταν χωρισμένοι σε φυλές και για πρώτη φορά παρουσιάζονται ενωμένοι στον πόλεμο της Τροίας (Ιλ. Β' 603-614), όπου πήραν μέρος με επικεφαλής τον βασιλέα της Τεγέας Αγαπήνορα. Επειδή δεν ήταν θαλασσινοί χρησιμοποίησαν τα πλοία που τους διέθεσε ο Αγαμέμνονας. Κατά την επιστροφή από την Τροία ο Αγαπήνωρ κατευθύνθηκε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε στην περιοχή της Πάφου σημαντική αρκαδική αποικία.
Μετά τη σταδιακή εξάπλωση των Δωριαίων στην Πελoπόννησo (11oς-10oς αι.π.Χ.) οι Αρκάδες πήραν ακόμη μέρος στους αγώνες των Μεσσηνίων κατά των Σπαρτιατών, που άρχισαν έντονη επεκτατική πίεση για την κυριαρχία στην Αρκαδία, χωρίς όμως να πετύχουν να την ηγεμονεύσουν, αφού οι Αρκάδες παρά τις διαφωνίες τους είχαν συναίσθηση της φυλετικής και θρησκευτικής τους ενότητας.
Διάφορες συνθήκες υπoχρέωσαν τoυς Αρκάδες στoν πρώτο και δεύτερο απoικισμό (11oς-8oς & 8ος-6ος αι. π.Χ.), ιδρύοντας αποικίες στo Α. Αιγαίo, την Κρήτη, την Κύπρo, τα παράλια της Μεσoγείoυ και τoυ Εύξεινoυ Πόντoυ (Ρώμη, Τραπεζούντα, Γόρτυς Κρήτης, παράλια Ιταλίας κ.λ.π.)
Στις αρχές των ιστορικών χρόνων οι διάφοροι συνοικισμοί ενώθηκαν και δημιουργήθηκαν οι μεγάλες αρκαδικές πόλεις: Μαντίνεια, Τεγέα, Φιγάλεια, Ορχομενός, Ασέα κλπ. Μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο περιήλθαν στην επιρροή της Σπάρτης για να φανούν όμως πάλι οι ενωτικές τους τάσεις μετά τη μάχη στα Λεύκτρα και την κατάρρευση της σπαρτιατικής ηγεμονίας. Μετά την επικράτηση των Θηβαίων του Επαμεινώνδα έγιναν σύμμαχοι τους και ίδρυσαν το 368 π.Χ. το "Kοινόν των Aρκάδων" με έδρα τη Μεγάλη Πόλη (Μεγαλόπολη) όπου συνοικίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αρκαδικών πόλεων για την καλύτερη άμυνα κατά των Σπαρτιατών.
Λίγο αργότερα στράφηκαν στη νέα δύναμη, τους Mακεδόνες, έμειναν όμως ουδέτεροι στη μάχη της Χαιρώνειας (338). Εξαιτίας της αντίθεσης ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις Τεγέα και Μαντινεία, το Κοινό των Αρκάδων διασπάστηκε τελικά και οι πόλεις προσχώρησαν, αν και με μεγάλη απροθυμία, στην Αχαϊκή Συμπολιτεία για να ακολουθήσουν στη συνέχεια την κοινή τύχη των Αχαιών.

Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμμιο το 146 π.Χ, και παρ' όλο που ίδρυσαν λίγο αργότερα την πέμπτη Αρκαδική Συμπολιτεία, οι Αρκάδες άρχισαν να παρακμάζουν. Σιγά σιγά η χώρα περιήλθε σε αφάνεια για να ερημωθεί τελείως κυρίως μετά τις επιδρομές του Αλάριχου (395 μ.Χ). Οι σλαβικές επιδρομές μετέβαλλαν την όψη της περιοχής, που μερικούς αιώνες αργότερα περιήλθε εύκολα στους Φράγκους, που δεν συνάντησαν παρά μόνο ασθενέστατη αντίδραση, όπως ήταν η απελπισμένη αντίσταση του Βουτσαρά Δοξαπατρή στο φρούριο του Αρακλόβου. Οι Φράγκοι χώρισαν την Αρκαδία σε πέντε βαρονίες και οργάνωσαν την ασφάλεια της ιδρύοντας πολλά φρούρια. Ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος την απελευθέρωσε από τους Φράγκους το 1330, αλλά στους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους κατοικήθηκε από πολλούς Αλβανούς και τέλος, το 1458, περιήλθε στους Τούρκους.
Κατά την επανάσταση του 1821, η Αρκαδία ήταν το κέντρο σφοδρών πολεμικών συγκρούσεων, όπου ο Θ. Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί πέτυχαν λαμπρές νίκες κατά των Τούρκων. Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς και πολλές ιστορικές μάχες, όπως οι νικηφόρες μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα και στα Δολιανά, ήταν άλλωστε από τα καθοριστικά γεγονότα που έκριναν την πορεία της επανάστασης.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

Αναφορικά με την προέλευση του ονόματος της Αρκαδίας υπάρχουν αρκετές εκδοχές. Από αυτές οι επικρατέστερες είναι οι παρακάτω:
α) Η πρώτη εκδοχή συνδέεται με τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Παυσανίας στα "Αρκαδικά" και οφείλεται στον Καθηγητή Μιχ. Σακελλαρίου. Κατ' αυτήν, η λέξη Αρκαδία προέρχεται απο τη λέξη άρκτος, αρκούδα.
Ο Αρκαδικός μύθος παρουσιάζει τη μητέρα του Αρκάδος ως αρκούδα ή ως μια νύμφη που μεταμορφώθηκε σε αρκούδα. Συμφωνα με αυτόν ο πρώτος κάτοικος και ο πρώτος που κυβέρνησε την Αρκαδία ήταν ο Πελασγός, γιός του οποίου ήταν ο Λυκάων. Ο Λυκάων απέκτησε μια κόρη την Καλλιστώ με την οποία συνδέθηκε ο Δίας. Τους έπιασε όμως η Ήρα η οποία μεταμόρφωσε την Καλλιστώ σε αρκούδα, την οποία όμως στη συνέχεια σκότωσε η Άρτεμις. Για να σώσει το παιδί του που είχε η Καλλιστώ στην κοιλιά της, ο Δίας την μεταμόρφωσε στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Από αυτήν το παιδί της πήρε το όνομα Αρκάς. Όταν μεγάλωσε ο Αρκάς βασίλεψε πάνωστους κατοίκους της περιοχής που ονομάστηκε Αρκαδία και εδίδαξε πρώτος αυτός τους κατοίκους - που αργότερα ονομάστηκαν Αρκάδες προς τιμή του - πως να φτιάχνουν ψωμί και να γνέθουν μαλλί. Ο Αρκάς ενυμφεύθη την Δρυάδα νύμφη.
Οι Αρκάδες ήταν απο τα πρώτα ελληνόφωνα φύλα που μετανάστευσαν στη νότια Βαλκανική. Πιστεύεται, ότι κατοικούσαν στη Δυτ. Μακεδονία πριν το 1900 π.Χ. (περισσότερα στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Εκδοτική Αθηνών, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία).
β) Το όνομα ΑΡΚΑΔΙΑ αποτελείται από τα συνθετικά Αρκ και Δία . Το "Αργ" προέρχεται από το "Αργώ" που σημαίνει σκάφος , από όπου έχουμε το Λατινικό archie που σημαίνει κιβωτός , και το Αγγλικό ark που σημαίνει κιβωτός . Το Αρκ-Δίας προφανώς σημαίνει το σκάφος του Δία
γ) Η παρακάτω εκδοχή έχει διατυπωθεί από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Αρκαδίας κ. Θ. Σπυρόπουλου («Τa Θαυμαστά και τα Μυστήρια του Λυκάιου Όρους», Έκδοση της Εφημερίδας «Νέα της Μεγαλοπόλεως» 2001):

«...αυτός ο γενάρχης του Έθνους μας, του έθνους των Αρκάδων μετά τον Πάνα Ήλιον και τον φωτεινό Λυκάονα, ο Αρκάς, και αυτός ηλιακή μορφή και υπόσταση έχει. Όταν μετεφέρθησαν, μετά τον χρησμό, τα οστά του από την δυσχείμερον Μαιναλίην εις την αγοράν της Μαντινείας απετέθησαν εις θέσιν καλουμένην «Βωμός του Ηλίου». Αλλ' αυτός και η χώρα που φέρει μέχρι σήμερον το όνομά του, Μινυακόν όνομα ταυτόσημον προς τον ήλιον φέρει κατά την ετυμολογία που το πρώτον σήμερα προσάγουμε. HA - RA - KA - DIA είναι καθ' ημάς η νέα ετυμολογία του εθνικού μας χώρου και του εθνικού μας ονόματος, δηλαδή η χώρα του πνεύματος (ΚΑ) του ΡΑ, τουτέστιν του Ηλίου, η χώρα του φωτός. Αυτή η ετυμολογία και η ευλάβεια των Αρκάδων συνυφασμένη με την ανείπωτη καθαρότητα και διαφάνεια του Αρκαδικού περιβάλλοντος εδημιούργησαν το πολυσήμαντο μήνυμα του Αρκαδικού ιδεώδους.»
δ) Ο Δημήτριος Π. Δημόπουλος στο βιβλίο του «Η καταγωγή των Ελλήνων» Έκδοση Ε΄ του εκδοτικού οίκου «Ελεύθερη σκέψις» 1995, υποστηρίζει ότι το όνομα Αρκαδία, προέρχεται από την πρωτοελληνική ρίζα αρ. Αρκάς λοιπόν ο γηγενής, ο αυτόχθων. Αρκαδία λοιπόν είναι η χώρα που κατοικείται από αυτόχθονες. Ο Ηρόδοτος χαρακτηριστικά λέει γι αυτό: «Οικέει δε την Πελοπόννησον έθνεα επτά. Τούτων δε τα μεν δυο αυτόχθονα εόντα κατά χώραν ίδρυται νυν τη και το πάλαι οίκεον, Αρκάδες τε και Κυνούριοι» ΜΟΥΣΑΙ VIII. 73. Δηλαδή κατοικούν την πελοπόννησο επτά εθνη από αυτά τα μεν δύο αυτόχθονα υπάρχοντα, έχουν ιδρυθεί (ως κράτη) τώρα εκεί που κατοικούσαν από παλιά, δηλαδή οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι. Ο δε Στράβων στα "Γεωγραφικά" του Η΄ 7 λέει: «Δοκεί δε παλαιότατα έθνη των Ελλήνων είναι τα Αρκαδικά, Αζάνες τε και Παρράσιοι και άλλοι τοιούτοι»
ε) Μια άλλη ερμηνεία προέρχεται από την Ευγενία Δερεχάνη («Το όρος Λύκαιο και οι αρχαίοι Αρκάδες»). Κατ' αυτήν, η λέξη Αρκάς παράγεται από τη ρίζα αρ αρκ και αλκ απ' όπου παράγονται τα ρήματα αραρίσκω: αρμόζω, προμηθεύω, στερεώνω, ετοιμάζω, παρασκευάζω και αρήγω: βοηθώ, ωφελώ, αποκρούω, είμαι χρήσιμος, ωφέλιμος, ικανός. Από αυτά το άρτος: προμήθευμα, παρασκεύασμα, καθώς και το αλκέω: αποκρούω, απομακρύνω, βοηθώ, στηρίζω. Από αυτά το αλκάρ: βοήθημα, προπύργιο, προφύλαξη, προστασία και αλκή: δύναμη, τόλμη, ορμή και αλκάς: ανδρείος, ισχυρός, ωφέλημος, έτοιμος, παρασκευασμένος, στηριγμένος. Η σημασία όπως φαίνεται αποδώθηκε στον επώνυμο βασιλιά τους, που ήταν εκείνος που τους δίδαξε να παρασκευάζουν το ψωμί, το στήριγμα - και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει (ψαλμός ργ)- ήταν ο ωφέλιμος, ο ανδρείος.
Άλλοι πάλι ρίχνοντας το βάρος στη σημασία που εκφράζουν τα ρήματα γύρω από την απόκρουση την άμυνα, δεν αποκλείουν η σημασία αυτή να ταυτίστηκε με τη χώρα , γιατί οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν στις πιέσεις και τις επιδρομές άλλων λαών.




ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κατά τους προϊστορικούς χρόνους τα ίχνη της Ιστορίας αναζητούνται στον περίπλοκο και πλανερό δρόμο των μύθων, όπου είναι φυσικό να θάλλουν τα ερωτηματικά. Οι Αρκάδες, πάντως, διεκδικούν για τον τόπο τους πολλές περγαμηνές: εδώ έγινε η γιγαντομαχία, γεννήθηκε ο Δίας και οι περισσότεροι θεοί του δωδεκαθέου, έδρασε ο Ηρακλής, μαρτύρησε ο Προμηθέας, ετάφη ο Ορέστης και η Πηνελόπη, επήλθε το τέλος των περιπλανήσεων του Οδυσσέα, όταν επιτέλους βρήκε έναν τόπο όπου οι κάτοικοι δεν γνώριζαν τι εστί κουπί Οι Αρκάδες υποστηρίζουν, ακόμα, ότι η Αρκαδία είναι η κοιτίδα του πολιτισμού, αφού στον γενάρχη τους Πελασγό αποδίδεται η πρώτη κατασκευή μόνιμων κατοικιών και η διδασκαλία για την επιλογή των βρώσιμων χόρτων και καρπών, μεταξύ των οποίων και η φηγός, ένα είδος βαλανιδιών, που πρόσθεσε στους Αρκάδες το προσωνύμιο «βαλανηφάγοι». Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ο μύθος, εν συνεχεία, αποδίδει την τιμή της ίδρυσης της Αυκόσουρας της πρώτης πόλης υπό τον ήλιο στο γιο του Πελασγού Λυκάονα, που είναι εισηγητής και των αρχαιότατων αγώνων, των Λυκαίων. (Ο μύθος πάντως, πρέπει να υποκρύπτει και κάποια δόση αλήθειας, αν συνδυαστεί με το ρηθέν υπό του Αριστοτέλους, που θεωρεί την «κατά κώμας εγκατάσταση των Αρκάδων ως έμβρυο της πολιτικής ζωής».)

Από τους πενήντα γιους του Λυκάονα θα πάρουν τα ονόματά τους οι σημαντικότερες πόλεις της Αρκαδίας, αλλά η μονάκριβη κόρη του Καλλιστώ επέπρωτο να είναι αυτή από την οποία θα προέκυπτε σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή η μετονομασία της πρώην «Πελασγίας» ή «Απίας» χώρας σε «Αρκαδία». Και ιδού πως: Ο Δίας, ανταποκρινόμενος στην επιθυμία όλων των Ελληνικών Φυλών να αποκαλούνται διογενείς, «αναγκάσθηκε» να ερωτευθεί πολλές ωραίες κόρες. Αντικείμενο του πόθου του υπήρξε και η Καλλιστώ, πράγμα που σήμαινε, κατ' ακολουθίαν, πως έμπαινε και στο στόχαστρο της ζηλοτυπίας της Ήρας, η οποία την μεταμόρφωσε σε άρκτο. Τη λύτρωση της Άρκτου-Καλλιστούς ανέλαβε πρώτα η Άρτεμις που της χάρισε το θάνατο και έπειτα ο Δίας που τη μεταμόρφωσε σε αστερισμό, τη γνωστή Μεγάλη Άρκτο. Καρπός του έρωτα αυτού ήταν ο Αρκάς, επί των διαδόχων του οποίου αρχίζει βαθμηδόν να υποχωρεί η αχλύς των μύθων και να αναδύονται, μέσα από τους υπαινικτικούς ψιθύρους, τα πρώτα ψελλίσματα της ιστορικής αλήθειας.

Με μια σχετικά μεγαλύτερη ασφάλεια, πλέον, στηριζόμενοι στις ιστορικές μαρτυρίες και στην καταγωγή των τοπωνυμιών, μπορούμε να πα­ρα­κο­λου­θήσουμε, για παράδειγμα, τις μετακινήσεις των Αρκάδων. Από το μακρύ κατάλογο των εγκαταστάσεών τους στις περιοχές γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου αποσπούμε δύο περιπτώσεις: Πρώτα, τον για πολλούς βέβαιο, εποικισμό του Παλλατίνου λόφου της Ρώμης από Αρκάδες, με επικεφαλής τον Εύανδρο που ξεκινά από το Παλλάντιο της Μαντινείας κι έχει ένα γιο επονομαζόμενο Πάλλαντα. Η Εμφανής ετυμολογική συγγένεια μεταξύ Παλλατίνου Παλλαντίου Πάλλαντος μπορεί να πλάθει εκ των υστέρων ένα μύθο χρήσιμο για τους αναζητούντες δάφνες υψηλής καταγωγής Ρωμαίους αλλά μπορεί και να τεκμηριώνει ένα ιστορικό γεγονός, αν ληφθεί παράλληλα υπ' όψιν και η μαρτυρία του Πλουτάρχου, που θεωρεί ότι ο μύθος της Λύκαινας τροφού των ιδρυτών της Ρώμης, είναι μίμηση προγενεστέρου Αρκαδικού.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την πορεία του Τεγεάτη Αγαπήνορος, που έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας επικεφαλής 50 «νη'ν», όπου επέβαιναν, κατά τον Όμηρο, «''νέρες γχιμαχηταί», «''πιστάμενοι πολεμίζειν» προερχόμενοι από 9 Αρκαδικές πόλεις. Μετά την άλωση της Τροίας ο Αγαπήνωρ, θύμα κι αυτός της οργής του Ποσειδώνος, φτάνει στην Κύπρο και γίνεται οικιστής της Πάφου. H στενή συγγένεια του Αρκαδικού και του Κυπριακού γλωσσικού ιδιώματος έρχεται να δώσει στο μύθο του Αγαπήνορος την ιστορική του διάσταση.

Κι ενώ, απ' τη μια μεριά, Αρκαδικοί εποικισμοί πραγματοποιούνται σε Βορρά και Νότο, Ανατολή και Δύση, απ' την άλλη η μητρόπολη, η Αρκαδία, μένει απρόσβλητη από τους ποικίλους επιδρομείς. Ούτε η μεγάλη «κάθοδος» των Δωριέων δεν απειλεί το «αυτόχθονον» των Αρκάδων. Ο μύθος λέει ότι τον κίνδυνο τον απέτρεψαν τότε οι Αρκάδες με την μέθοδο του προξενιού. Ο Αρκάς βασιλιάς Κύψελος, όταν έμαθε ότι ο Δωριεύς συνάδελφός του Κρεσφόντης ήταν άγαμος, τον έπεισε να παντρευτεί την κόρη του Μερόπη κι έτσι γλίτωσε η Αρκαδία. Λογικότερο, βέβαια, είναι να δεχθούμε πως το έδαφος της δεν αποτελούσε ελκυστική περίπτωση για όσους αναζητούσαν εύφορες περιοχές για την εγκατάστασή τους. Γι' αυτό και δεν απέφυγε τις συχνές αναστατώσεις η πλησία γη της Τεγέας, την οποία υπέωλεπαν διαρκώς οι Δωριείς της Λακεδαίμονος. Η πρώτη τους επιδρομή επιχειρήθηκε το 790 π.Χ., όταν βασίλευε στην Αρκαδία ο Πολυμήστωρ και στη Σπάρτη ο Χάριλλος. Οι Σπαρτιάτες γνώρισαν τότε την οδύνη της ήττας οφειλόμενη, εν πολλοίς, στον ηρωισμό που επέδειξαν οι γυναίκες της Τεγέας και αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά πως δεν έπρεπε να δίνονται επιπόλαιες ερμηνείες στους χρησμούς της Πυθίας, η οποία, εν προκειμένω, είχε απαντήσει στο ερώτημα του Χάριλλου, για το πώς μπορεί να υποταχθεί η Αρκαδία:

«Αρκαδίην μ' αΙτεΙς μέγα μ' αιτεις ου τοι δώσω.
πολλοί εν αρκαδίη βαλανηφάγοι ανδρες έασιν,
οί σ' αποκολύσουσιν. Εγώ δέ τοι ούτι μεγαίρω,
δώσω τοι Τεγέην ποσσίκροτον ορχήσασθαι
και καλον πεδίον σχοίνω διαμετρήσασθαι».



[Μου ζητάς την Αρκαδία,
δηλαδή ζητάς τα πάντα,
κι εγώ δε θα σου τη δώσω.
Πολλοί τα βελανίδια τρων
εκεί και θα σε διώξουν.
Ωστόσο δεν θα σ' αρνηθώ
και πάρε την Τεγέα,
για να χοροπηδάς εκεί
και τον ωραίο κάμπο
μπορείς με σχοίνο (=μέτρο για τα χωράφια) να μετράς.]



O Ηρόδοτος,που αναφέρει το χρησμό, συμπληρώνει παρακάτω: «Όταν οι Λακεδεμόνιοι έμαθαν την απάντηση κίνησαν εναντίον της Τεγέας, παίρνοντας μαζί τους μόνο χειροπέδες, γιατί είχαν πιστέψει τον απατηλό εκείνο χρησμό και νόμισαν πως θα υποτάξουν τους Τεγεάτες αλλά νικήθηκαν και πολλοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι Τεγεάτες τους έδεσαν με τις χειροπέδες που οι ίδιοι είχαν φέρει και τώρα μπορούσαν πια να μετρούν με το σχοίνο την πεδιάδα της Τεγέας που δούλευαν σαν σκλάβοι» (μτφρ. Β. Τάσου).

Περί τέτοιου είδους ορχήσεως, λοιπόν, επρόκειτο!

Η αντιπαλότητα προς τους Σπαρτιάτες δεν σταμάτησε, βέβαια, εδώ. Κατά τους λεγόμενους Μεσσηνιακούς πολέμους, οι Αρκάδες βοηθούν τους αντιπάλους των Λακεδαιμονίων και θεωρούν την αντίθετη στάση του βασιλιά τους Αριστοκράτη τόσο προδοτική, ώστε αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από το πολίτευμα της βασιλείας, και το αντικαθιστούν με το «κοινόν τον Αρκάδων», μια ομοσπονδία αυτόνομων πόλεων με χαλαρούς δεσμούς. (Η αλλαγή αυτή συντελέσθηκε περί το 628 π.Χ. ).




"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:37

Ο ΠΕΡΙΗΓΗΤΗΣ ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ

Παυσανίας υπήρξε μεγάλος Έλληνας περιηγητής και γεωγράφος. Γεννήθηκε στη Λυδία 143~176μ.Χ. Έγραψε την «Περιήγηση της Ελλάδος», με πλουσιότατες περιγραφές, που αποτελούν ανεκτίμητο οδηγό των αρχαιολογικών ερευνών και ευρημάτων μέχρι και σήμερα. Ο διακεκριμένος ανθρωπολόγος και εμβριθής μελετητής, Sir James George Frazer (Glasgow 1854-Cambridge 1941), είπε ότι χωρίς τον Παυσανία ένα μεγάλο μέρος των αρχαίων ερειπίων της Ελλάδος θα ήταν ένας λαβύρινθος χωρίς νήμα, ένα αίνιγμα χωρίς λύση (without him the ruins of Greece would, for the most part, be a labyrinth without a clue, a riddle without an ). Πριν από τις περιηγήσεις του στις περιοχές της αρχαίας Ελλάδος, ο Παυσανίας ταξίδεψε πολύ στη Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Μακεδονία, Ήπειρο, όπως και σε περιοχές της Ιταλίας.
Ο Παυσανίας περιηγήθηκε στην Ελλάδα κατά την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου. Η περιγραφή στην «Περιήγησή» του έχει την μορφή περιοδείας που αρχίζει από την Αττική και είναι χωρισμένη σε δέκα βιβλία. Το πρώτο βιβλίο φαίνεται πως ολοκληρώθηκε μετά το 143μ.Χ. και πριν το 161μ.Χ. Στο έργο του δεν αναφέρονται γεγονότα μετά το 176.
Η αναφορά του σε κάθε μια από τις πόλεις αρχίζει με μια γενική έκθεση στην ιστορία της περιοχής. Η περιγραφική διήγησή του ακολουθεί μια τοπογραφική σειρά. Προβάλει μια φευγαλέα ματιά της καθημερινής ζωής, των τελετουργικών μυσταγωγιών, αναφέρει τα έθιμα των κατοίκων κατά των δεισιδαιμονιών και συχνά μας εισάγει στις παραδόσεις και τη λαογραφία. Τα εξέχοντα έργα τέχνης συνιστούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του. Εμπνευσμένος από την δόξα της αρχαίας Ελλάδος, ο Παυσανίας είναι εξοικειωμένος στις περιγραφές των θρησκευτικών τελετών και της αρχιτεκτονικής της Ολυμπίας και των Δελφών.
Στην Αθήνα η περιέργειά του εξάπτεται από τις εικόνες, τις προσωπογραφίες, και τις επιγραφές όπου καταγράφονταν οι νόμοι του Σόλωνα: στην Ακρόπολη, συναρπάζεται από την τελειότητα του μεγάλου φιλντισένιου αγάλματος της Αθηνάς και έξω από την πόλη μας αναφέρει τα μνημεία προς τιμήν των σπουδαίων Αθηναίων, ανδρών πεσόντων σε μάχη. Η ακρίβεια των περιγραφών του έχει αποδειχθεί μέσα από τα αρχαιολογικά ευρήματα των αρχαίων κτιρίων σε όλη την Ελλάδα. Τα τοπογραφικά μέρη των έργων του δείχνουν τον θαυμασμό του για τα θαύματα της φύσης, για τους οιωνούς που προαγγέλλουν σεισμούς, παλίρροιες, τις κυκλωμένες από πάγους θάλασσες του Βορρά και τον ήλιο του καταμεσήμερου, που στο θερινό ηλιοστάσιο δεν ρίχνει σκιά πάνω στη γη Συέν του Ασσουάν, στην Αίγυπτο.
Με την Αρκαδία ο Παυσανίας ασχολήθηκε διεξοδικότερα παρά για οποιοδήποτε άλλο τόπο της Ελλάδας (συμπεριλαμβανομένης και της Αττικής), αφιερώνοντας σε αυτήν το 8ο βιβλίο του "Αρκαδικά" και καταγράφοντας ό,τι είδε και άκουσε. Εσωτερική ένδειξη στο βιβλίο επιτρέπει τη χρονολόγησή του στα 174 μ.Χ. Το έργο περιλαμβάνει 54 κεφάλαια και αποτελεί μια πολύτιμη και αστείρευτη ιστορική πηγή και μαρτυρία για την ιστορική διαδρομή της Αρκαδίας, τις παραδόσεις τις λατρείες και τους θρύλους της. Αν και μισοερειπωμένη επί των ημερών του η ορεινή αυτή χώρα, ήταν πλούσια σε ασυνήθεις λατρείες και αρχαίες παραδόσεις. Ο Παυσανίας ένιωσε ευτυχή τον εαυτό του που μπόρεσε να γνωρίσει από κοντά τις παραδόσεις της και μερικές από τις πιο δυσπρόσιτες κώμες της.
Στο βιβλίο του Αρκαδικα ο Παυσανίας ρητά σημειώνει πως επολυπραγμόνησε στη σπουδή του μυθικού παρελθόντος της Αρκαδίας, ιδίως της διαδοχής των βασιλέων της, όπως την παρουσιάζουν οι ίδιοι οι Αρκάδες. Για τους ιστορικούς χρόνους περιορίζεται να αναφέρει τα κοινά όλων των Αρκάδων έργα, κατόπιν περιγράφει διεξοδικά τη χώρα παρουσιάζοντας με επιμέλεια τις τοπικές λατρείες και παραδόσεις. Δεν συνεχίζει, όπως είναι η συνήθειά του, από εκεί όπου είχε διακόψει την περιγραφή στο προηγούμενο βιβλίο (δηλ. από την Πελλήνη και το ιερό της Δήμητρος Μυσίας), αλλά αρχίζει από την κυριότερη πεδιάδα της Αρκαδίας, τη πεδιάδα της Μαντινείας, όπου βρίσκονταν οι σημαντικότερες πόλεις της Αρκαδίας, η Τεγέα και η Μαντίνεια. Αναφέρει τρία περάσματα προς την πεδιάδα αυτή από την Αργολίδα: το πρώτο που είναι και το σημερινό, (με τον αμαξιτό δρόμο προς την Τρίπολη και τη σιδηροδρομική γραμμή) είναι των Υσιών (Αχλαδόκαμπου), πάνω από το Παρθένιον όρος. Απο αυτό αρχίζει ο Παυσανίας και σε αυτό τελειώνει την περιγραφή της Αρκαδίας διατρέχοντας κυκλικά τα ανατολικά, βόρεια, δυτικά και νότια της χώρας, με το όρος Μαίναλο στη μέση...
περιηγήσεις του ο Παυσανίας άφησε τελευταία την Αρκαδία από όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου. Σχεδίαζε να ασχοληθεί με αυτή αφού πρώτα συμπληρώσει κυκλικά την περιγραφή όλων των παραλιακών περιοχών (με τη σειρά: της Αργολιδοκορινθίας, της Λακωνίας, της Μεσσηνίας, της Ηλιδας και της Αχαϊας). Η Αρκαδία ήταν τότε μεσογειακή χώρα, χωρίς διέξοδο στη θάλασσα. Την ορεινή αυτή χώρα την περιέγραψε με πολλές διαδρομές αρχίζοντας από την Μαντινική και τελειώνοντας στην Τεγεάτιδα. Στη Μαντινεία έφτασε από το Άργος ακολουθώντας τον ημιονικό δρόμο της Πρίνου. Από εκεί προχώρησε στη Φενεατική και στη Στυμφαλία. Επειτα, προς βορράν, στη Νώνακρι και στη Στύγα, στους Λουσούς και στην Κύναιθα. Από τη Φενεό έπειτα πέρασε στην Κλειτορία και από τον Ορχομενό στις Καφυές, έπειτα από τις οποίες περιέγραψε τις παραδώνιες θέσεις ως την Ψωφίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς νότον, στην Θέλπουσα, την Ηραία, και την Αλίφειρα και έπειτα ανατολικά, για να καταλήξει, μετά τη Γόρτυνα, στη Μεγαλόπολη. Από τη Μεγαλόπολη μια διαδρομή του, προς βορράν, κατέληξε στο Μεθύδριο, μια δυτικά στη Λυκόσουρα, τη Φιγάλεια και τις Βάσσες και μια ανατολικά στην Τεγέα. Με την περιγραφή της Τεγέας ο Παυσανίας συμπλήρωσε την περιγραφή της Πελοποννήσου.
...Τα "Αρκαδικά" του Παυσανία είναι το διδακτικώτερο βιβλίο του. Αν ήθελε να παρουσιάσει απλώς τις πόλεις της Πελοποννήσου και τα εν εκάστη πόλει αξιολογώτατα ες μνήμην, όπως ο ίδιος, χωρίς να ακριβολογεί λέει, τα Αρκαδικά θα ήταν το συντομώτερο βιβλίο του, όπως πραγματικά το μέρος αυτό έχει τη μικρότερη έκταση στο έργο του Στράβωνα . Η χώρα κατά την εποχή του ήταν ερημωμένη και ερειπωμένη και ο πληθυσμός της είχε ελαττωθεί ακόμα περισσότερο επί Παυσανία. Αυτός όμως είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος από την Αρκαδία, αφού διαπιστώνει ότι τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της επιζούσαν και ότι η χώρα ήταν ένα πανόραμα τοπικών λατρειών, θρύλων και παραδόσεων. Ο Παυσανίας παρουσιάζει φημισμένα κατάλοιπα του μυθικού ή ιστορικού παρελθόντος της που και η απλή θέα ή μνήμη τους προκαλεί συγκίνηση, ας είναι και φτωχά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα διατηρούμενα στην Τραπεζούντα ίχνη της γιγαντομαχίας ή τα κόκκαλα γίγαντος, η σχεδόν διαλυμένη από την πολυκαιρία δορά του καλυδώνιου κάπρου που φυλάσσονταν στην Τεγέα, οι σκουριασμένες πέδες, με τις οποίες είχαν δεθεί οι αιχμάλωτοι Λακεδαιμόνιοι του Χαριλάου (που τον είχε κάνει βασιλιά στη Σπάρτη ο νομοθέτης Λυκούργος), που εφυλάσσοντο και αυτές στο ναό της Αλέας Αθηνάς, ο αναφερόμενος και από τον Όμηρο τάφος του μυθικού Αρκάδα βασιλιά Αιπύτου που με πολλή περιέργεια ήθελε να δεί ο Παυσανίας. Με το ίδιο ενδιαφέρον περιγράφει φυσικές ιδιομορφίες, όπως τα νερά της Στύγας και τις ορεινές περιοχές με τις καταβόθρες, καθώς και τα ποτάμια που χάνονται στο βάθος της γης και ξαναβγαίνουν σ' άλλο μέρος...

Ο Παυσανίας εισέρχεται στην Αρκαδία.

Η είσοδος του Παυσανία γίνεται από την ανατολική διάβαση της "Κλίμακος", στο διάσελο του Αρτεμισίου και του Λυρκείου, προερχόμενος από την Αργολίδα. Είναι οι σημερινές "Πόρτες", όπου έχει κατασκευαστεί η σήραγγα του Αρτεμισίου στον κεντρικό δρόμο Τρίπολης - Αθήνας.

Πρώτο χωριό που συναντά είναι τα Μελαγγεία μεταξύ Σάγκα και Νεστάνης, που ταυτίζεται με το Πικέρνι. Στο βόρειο τμήμα του Αργού πεδίου συναντά την "κώμην" της Νεστάνης και αναφέρεται στη "Φιλίππειον κρήνη".

Σταθμοί περιηγήσεων του Παυσανία.

Ο Παυσανίας αναφέρει εννέα (9) πόλεις - σταθμούς απ' όπου θα ξεκινήσει να επισκεφτεί τη γύρω περιοχή και να καταγράψει τις παρατηρήσεις του. Είναι οι παρακάτω κατά σειρά επίσκεψης: Μαντίνεια, Ορχομενός, Φενεός, Ηραία, Γόρτυς, Μεγάλη πόλις, Λυκόσουρα, Φιγαλία και η Τεγέα.

Πρώτος σταθμός: Μαντίνεια





Από εδώ έκανε πέντε (5) εξορμήσεις,

α) Νοτιοανατολικά, από την πύλη της Τεγέας, έφτασε στα όρια Μαντινείας και Τεγέας.

β) Νότια , από την πύλη του Παλλαντίου πέρα από τη Σκοπή, όπου ήταν ο τάφος του Επαμεινώνδα.

γ) Βορειοδυτικά, από την πύλη του Μεθυδρίου στο χωριό Κάψια, στον Καρδαρά και στην Αλωνίσταινα.

δ) Βόρεια, από την πύλη των Μελλαγγείων μέχρι την "Πτόλιν" το λόφο πάνω από το Γκορτσούλι, όπου ήταν η ακρόπολη της Μαντινείας και από εκεί στην "κώμην της Μαιράς" στο σημερινό Αρτεμίσιο.

ε) Βόρεια, από την πύλη του Ορχομενού, για τον Ορχομενό που ήταν ο δεύτερος σταθμός.

Αναφερόμενα μνημεία: Ο διπλός ναός με τα αγάλματα της Λητούς και των τέκνων της, Απόλλωνος και Αρτέμιδος (έργο του Πραξιτέλη) και το άγαλμα του Ασκληπιού.

Τα ιερά του Σωτήρος ή επιδότου Διός, των Διοσκούρων, της Ήρας με την Αθηνά και την Ήβη, με τα ανάγλυφα των μουσών στο βάθρο τους. (Αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών).

Το θέατρο, η Εστία με το μνήμα της Αντινόης, το Γυμναστήριο και ο Ιππόδρομος.

Ο αρχαίος ναός του Ιππίου Ποσειδώνος, κοντά στον ¶γιο Νικόλαο Μηλιάς

Δεύτερος σταθμός: Ο Αρκαδικός Ορχομενός.



Βρίσκεται στην κορυφή του λόφου πάνω από το σημερινό χωριό του Ορχομενού, τριάντα χμ. από την Τρίπολη και πέντε χμ ΒΑ. του Λεβιδίου.

Μνημεία που αναφέρει ο περιηγητής: Ο ναός της Υμνίας Αρτέμιδος, κοντά στο Λεβίδι.

Τείχη, πηγή που υδρευόταν η πόλη του Ορχομενού, το ξόανο της Αρτέμιδος Κεδρεάτιδος και τα ιερά του Ποσειδώνος και της Αφροδίτης με τα λίθινα αγάλματά τους,

"Ταινείαι πηγαί" αναφέρονται τα κεφαλάρια που συνάντησε, βόρεια του Ορχομενού, στη λιμνάζουσα περιοχή ανάμεσα στην Κανδήλα, τη Λίμνη και το Διακόπι. Δεν είναι άλλα από τις πηγές του Κεφαλόβρυσου, το Σίτζι, την Πίκεζα, το Κουρπά, το Κακάβι, και το Σάλκι.

Σήμερα υπάρχουν τα ερείπια της πόλης του Ορχομενού, το θέατρο, το βουλευτήριο, η αγορά και ο ναός της Αφροδίτης.

Από τον Ορχομενό κατευθύνθηκε στο Φενεό περνώντας από ένα δύσκολο πέρασμα φτάνοντας στις Καρυές, το σημερινό Μάτι Κορινθίας. Ήταν η μοναδική δίοδος που ένωνε το Ορχομένιο και Καφυατικό πεδίο με το Φενεατικό που ανήκε τότε στην Αρκαδία.

Τρίτος σταθμός: Φενεός

Η περιοχή του Φενεού με την εύφορη πεδιάδα του σήμερα ανήκει στο νομό Κορινθίας.

Μνημεία: Ο ναός της Αθηνάς Τριτωνίας και τα αγάλματα του Ιππίου Ποσειδώνος και της Αρτέμιδος Ευρύππας, πάνω στην ακρόπολη.

Το Στάδιο, που βρισκόταν έξω από την ακρόπολη, όπου ετελούντο τα "Έρμαία", αγώνες προς τιμήν του Ερμή του "Κυλλήνιου" και ο Ιππόδρομος.

Αναφέρονται ακόμη τάφοι ηρώων όπως του Ιφικλή, του Ιολάου, του Μυρτίλου γιού του Ερμή και του Οινομάου του ηνιόχου του,

Από το Φενεό ο Παυσανίας έκανε πέντε εξόδους.

α) Βορειανατολικά, στο δρόμο προς την Πελλήνη με την παρακάτω διαδρομή: Φενεός - Κάτω και ¶νω Ταρσός - Καρυά - Αυχένας Χελιδορέας - Κάτω Τρίκαλα Κορινθίας - Ρέθι - Δένδρο - Πελλήνη.

β) Βόρεια, προς την πόλη της Αιγείρας. Στη διαδρομή αυτή έξω από το Φενεό συνάντησε τα ιερά της Αρτέμιδος και του Πυθίου Απόλλωνος.

γ) Ανατολικά, συνάντησε τα Τρίκρηνα, τρεις κρήνες όπου οι νύμφες έλουσαν το νεογέννητο Ερμή.

δ) Βορειοδυτικά, βλέπει το Χελμό με τις κορυφές Αετοράχη, Κορυφή και Νεραϊδοράχη όπου κατακρημνίζονται τα ύδατα της Στυγός από βράχο μεγάλου ύψους. Στα ύδατα της Στυγός ορκίζονταν Θεοί και Θνητοί.

Ο Παυσανίας περνώντας τα Αροάνια, έφτασε στους Λουσσούς. Αναφέρεται ο ναός της "Ημερασίας Αρτέμιδος" και η πόλη Κυναίθη, εκεί όπου σήμερα βρίσκονται τα Καλάβρυτα.

ε) Νοτιοδυτικά, προς Κλείτορα. Συναντά τη Λυκουρία και περνώντας τις πηγές του Λάδωνα και του Αροάνιου φτάνει στην πόλη του Κλείτορα, κοντά στη σημερινή Κλειτορία.

Τα ιερά της περιοχής ήταν της Δήμητρας, του Ασκληπιού, της Ειλειθυίας, των Διοσκούρων και ο ναός με το άγαλμα της Αθηνάς Κορίας.

Τέλος ο περιηγητής από το Φενεό, περνώντας τη Στύμφαλο φτάνει στο λεκανοπέδιο της Αλέας κοντά στα σημερινά χωριά Σκοτεινή, Αλέα, Εξοχή για να φτάσει στον Ορχομενό.

Ελατρεύοντο: Ο Διόνυσος με τις ετήσιες γιορτές τα "Σκιέρεια", η Αλέα Αθηνά και η Εφεσία ¶ρτεμις.

Ορχομενός - Ψωφίδα - Θέλπουσα.

Δυτικά του Ορχομενού συναντά την πόλη των Καφυών, κοντά στο χωριό Χωττούσα. Από εκεί στην περιοχή των Νάσων τη σημερινή Παναγίτσα, την περιοχή των Αργεαθών και Λυκούντων (το χωριό Φίλια), το Λευκάσιον, την κώμη Πάος, Σείραι, στην αρχαία Ψωφίδα (Τριπόταμα) και παλιότερα Φηγία. Ακολουθώντας την κοίτη του Λάδωνα, αναφέρει την κώμη Θαλιάδες, στην περιοχή της Βάχλιας, την κώμη Καούντος κοντά στο χωριό Βούτσι, το Όγκειον κοντά στο Καλλιάνι και την πόλη Θέλπουσα κοντά στο σημερινό Τουμπίτσι.

Τέταρτος σταθμός: Ηραία.

Η Ηραία (¶γιος Ιωάννης) βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Αλφειού, κοντά στα σημερινά Λουτρά που ήταν γνωστά από τότε. Δίπλα στο ποτάμι ήταν στίβοι αγωνισμάτων όπου προγυμναζόταν ο Ηραιάτης Ολυμπιονίκης της 65ης Ολυμπιάδας Δαμάρατος.

Από εδώ ο Παυσανίας έκανε τρεις εξόδους.

α) Δυτικά, προς την Ηλεία.

β) Νότια, όπου συνάντησε την πόλη Αλίφηρα, κοντά στο χωριό Ρογκοζιό.

γ) Νοτιοανατολικά ακολουθώντας τον παράλληλο προς τον Αλφειό αρχαίο δρόμο, συναντά την πρώτη πόλη που την αναφέρει με το όνομα Μελεναιές, όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Κακουρέικα, κατόπιν το Βουφάγιον στην περιοχή του Παλαιοκάστρου που υπάρχει μυκηναϊκή νεκρόπολη.

Πέμπτος σταθμός: Γόρτυς

Συνεχίζοντας ανατολικά φτάνει στο χωριό "Μάραθα" κοντά στο Βλαχόραφτη και ο επόμενος σταθμός είναι η Αρχαία Γόρτυς.

Δύο εξόδους κάνει από εδώ ο Παυσανίας.

α) Βόρεια συναντά τις πόλεις Τεύθις (Δημητσάνα) και Θεισόα του Μαινάλου (κοντά στην Καρκαλού).

β) Νοτιοανατολικά κατευθυνόμενος προς Μεγαλόπολη συναντά το μνήμα "Παραιβασίου" κοντά στο σημερινό χωριό Ελληνικό. Ύστερα τα ερείπια της Βρένθης (σημερινή Καρύταινα) και περνώντας την αριστερή όχθη του Αλφειού φτάνει στην Τραπεζουντία χώρα, όπου συναντά την ερειπωμένη Τραπεζούντα που ίσως ήταν μητρόπολη της Τραπεζούντας του Πόντου. Πιστεύεται ότι ευρίσκετο στη θέση των σημερινών χωριών Κυπαρίσσια και Μαυριά της Μεγαλόπολης. Συνάντησε ακόμη την πόλη Βασιλίς κοντά στο χωριό Ίσιωμα. Μετά τη Θωκνία φτάνει στη Μεγάλη πόλη, τη σημερινή Μεγαλόπολη.

Έκτος σταθμός: Μεγάλη πόλις

Η αρχαία Μεγαλόπολη εποικίστη από Αρκαδικές κώμες για να περιοριστεί έτσι η εδαφική επέκταση της Σπάρτης. μετά τη μάχη των Λεύκτρων όταν ο Επαμεινώνδας νίκησε τους Σπαρτιάτες.

Μνημεία: Στη δυτική όχθη του Ελισσόντα υπήρχε ο περίβολος των ιερών της Δήμητρας και της Κόρης με τα αγάλματά τους. Τα αγάλματα των Ωρών και του Πάνα, των Νυμφών και του Φιλίου Διός, της Αφροδίτης, της Ήρας, των Μουσών, του Ηρακλή καθώς και ανδριάντες διασήμων πολιτών.

Στη νότια όχθη του Ελισσόντα ήταν το μεγαλύτερο θέατρο της Ελλάδος, ναοί, βωμοί τα αγάλματα του Ερμή, του Απόλλωνα και γενικά όλων των Ολυμπίων Θεών.

Από την Μεγαλόπολη έκανε επτά διαδρομές.

α) Νοτιοδυτικά με κατεύθυνση τα όρια Αρκαδίας - Μεσσηνίας. Η Κρωμίτης χώρα κοντά στη Βελιγοστή, ο τόπος της Νυμφάδος και το Ερμαίον, ερμαϊκή στήλη στα σύνορα με την Μεσσηνία, αναφέρονται. στην πρώτη διαδρομή.

β)Δυτικά μέχρι το "κατά Δέσποιναν Ερμαίον", σύνορα με τη Μεσσηνία.

γ) Νότια, μέχρι το "κατά Βελιμίναν Ερμαίον", σύνορα με τη Λακεδαίμονα.

δ) Βόρεια η διαδρομή ήταν πολύ κοπιαστική. Μεγάλη πόλη - Σκιάς - κώμη των Χαρισίων (Τρίλοφο) - Τρικόλωνοι - Ζοιτία (Ζώνη) - Παρωρία (Παλιομοίρι) - Θυραίο (κοντά στη Σύρνα) - Φάλανθος (δυτικά της Αλωνίσταινας) - Μεθύδριον - Νυμφασία πηγή.

ε) Βόρεια παράλληλα προς την προηγούμενη διαδρομή συναντά την Παλίσκιο χώρα, την ερειπωμένη πόλη των Περαιθέων, Λυκόα (κοντά στη Σιλίμνα) , Μαίναλος, Σουματία (πάνω στο βουνό της Σιλίμνας).

στ) Δυτικά , ερείπια των Μακαρεών (κοντά στο Χωρέμι), των Δασεών (Απιδίτσα), η κώμη Ακακήσιον, το ιερόν της Δέσποινας.

Έβδομος σταθμός: Λυκόσουρα



Ο Παυσανίας φτάνοντας στη Λυκόσουρα μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα ιερά και τα αγάλματα που συνάντησε σ' αυτόν το χώρο, μεταξύ αυτών και το σύμπλεγμα του Δαμοφώντα.

Τρεις διαδρομές έκανε από τη Λυκόσουρα.

Η πρώτη διαδρομή έγινε βορειοδυτικάπρος το όρος Λύκαιον, τον Αρκαδικό Όλυμπο.

Η δεύτερη διαδρομή προς νότον μέχρι την πόλη Μέλπεια και τα όρη Νόμια που ανήκαν στη Αρκαδία.

Η τρίτη διαδρομή έγινε προς την Αρκαδική τότε πόλη Φιγαλία, νοτιοδυτικά.

Αναφερόμενα μνημεία της περιοχής.

Το ιερό της Δέσποινας, ο ναός της Αρτέμιδος Ηγεμόνης, ανάγλυφες διακοσμήσεις και οι βωμοί της Δέσποινας της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητρός. Το σύμπλεγμα του Δαμοφώντα με τα αγάλματα της Δήμητρας και της Δέσποινας, της ¶ρτεμης και του Ανύτου. Αναφέρεται ακόμη το Μέγαρο και το ιερό του Πανός.

Όγδοος σταθμός: Φιγαλία

Η Φιγαλία ήταν Αρκαδική πόλη, που κατά τη μυθολογία χτίστηκε από το Φίγαλο γιο του Λυκάονα.

Δύο εξορμήσεις έκανε ο Παυσανίας από τη Φιγαλία

Η πρώτη έξοδος ήταν προς το όρος Κωτύλιο, για να επισκεφτεί και να μας περιγράψει το ναό του Επικούριου Απόλλωνα των Βασσών, έργο του Ικτίνου , όταν οι Φιγαλείς ζήτησαν τη βοήθεια του Απόλλωνα κατά τη διάρκεια θανατηφόρου λοιμού. Σήμερα ο ναός σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Η δεύτερη έξοδος έγινε προς το όρος Ελάιον, νότια, όπου ευρίσκετο το σπήλαιο Δήμητρος Μελαίνης. όπου είχε καταφύγει η Δήμητρα όταν έχασε την Περσεφόνη.

Από τη Φιγαλία ο Παυσανίας επέστρεψε στη Μεγαλόπολη για τον τελευταίο σταθμό στην Αρκαδία, την Τεγέα.

Ένατος σταθμός: Τεγέα



Από τη Μεγάλη πόλη με κατεύθυνση ανατολικά πέρασε από τη Λαδόκεια τη σημερινή Μεγαλόπολη, τις Αιμονές (Περιβόλια ή Παλαιόχουνη) , στο Ασεατικό πεδίο, Κ. Ασέα, Παλλάντιο, Τεγέα.

Τρεις εξόδους επιχείρησε από την Τεγέα.

Πρώτη έξοδος νότια στο δρόμο προς τη Λακωνία.

Δεύτερη, νοτιοανατολικά προς Θυρέα μέσω Ριζών προς ¶γιο Πέτρο, και ¶στρος.

Τρίτη έξοδος από την Τεγέα και την Αρκαδία είναι η διαδρομή βορειοανατολικά για την Αργολίδα, Παράλληλος προς το σημερινό δρόμο Στάδιο - Λιθοβούνια - Στενό - Αγιωργίτικα - διάβαση Παρθενίου προς Αχλαδόκαμπο.

Μνημεία

Ο ναός της Αλέας Αθηνάς με τα ανάγλυφα αετώματα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, τα αγάλματα του Ασκληπιού και της Υγείας, των Μουσών των Νυμφών και της Μνημοσύνης. ¶λλα ιερά της Αθηνάς Παλλάδος, της Αφροδίτης, της Αρτέμιδος Ηγεμόνης, της Ειλειθυίας ο Βωμός του Πανός, το κενοτάφιο του Ορέστη, ο ναός της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος, ο ναός της Κνακεάτιδος Αρτέμιδος, και άλλων θεοτήτων

Ο Παυσανίας κατά την έξοδό του από την Αρκαδία στη διάβαση του Παρθενίου όρους συνάντησε το τέμενος του Τηλέφου και το ιερό του Πανός.

Μας παρέδωσε ένα περίφημο βιβλίο, τα "Αρκαδικά", που μέσα απ' αυτό γνωρίζουμε την ιστορία της Αρκαδίας, και όχι μόνο, αφού αναφέρεται στη μυθολογία, τη λαογραφία και την τοπογραφία της περιοχής. με κάθε λεπτομέρεια.

Είμαστε ευγνώμονες για την προσφορά του........!




<<ΤΑ ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΥΣΑΝΙΑ>>




Συνημμένα
post-4-07023-epigrafipafs1.gif
post-4-07023-epigrafipafs1.gif (0 Bytes) 3411 προβολές
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:43

Ο θΕΩΣ ΠΑΝΑΣ ΤΩΝ ΑΡΚΑΔΙΚΩΝ ΒΟΥΝΩΝ
ΕΡΜΗΣ - ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ο Πάνας ήταν ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων και των ποιμνίων και κατοικούσε σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στα βουνά της Αρκαδίας. Ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. Το παιδί που γέννησε είχε αποκρουστική όψη, πόδια τράγου, μυτερά αυτιά, δυο κέρατα στο κεφάλι και το προσωπό που καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα. Η Δρυόπη μόλις τον είδε τρόμαξε και τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το παιδί της. Ο Ερμής τότε τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του. Περισσότερο απ' όλους ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.
Οι ποιμένες τον θεωρούσαν ως προστάτη τους και έκαναν συχνά σπονδές και αφιερώσεις σε αυτόν. Προστάτη τους τον θεωρούσαν επίσης και όσοι μάχονταν κι αγωνίζονταν δίκαια, γιατί θεωρούσαν ότι με τη βοήθειά του θα καταφέρναν να τρέψουν σε φυγή τους εχθρούς τους, σπέρνοντάς τους τον πανικό, λέξη που προέρχεται από το όνομα του θεού. Αλλά και ο ίδιος ο Πάνας απαιτούσε από τους θνητούς να μην ολοιγορούν να του κάνουν αφιερώσεις. Ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αρκάδες λάτρευαν τον Πάνα και τον αναγνώριζαν σαν το δικό τους θεό. Του αφιέρωσαν ιερά, όπως στο Λύκαιο και στη Μεγαλόπολη, και η μορφή του εμφανίζεται σε ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες, σε αναθήματα και σε νομίσματα.
Κατά τους αρχαίους, ο Πάνας περιφερόταν συνήθως στη φύση, κύρια στα βουνά της Αρκαδίας, το Μαίναλο, το Λύκαιο, στον ποταμό Λάδωνα και το Αφροδίσιο όρος. Τριγυρνούσε ανάμεσα στα βράχια, στα βουνά και στα ποτάμια σκορπώντας τις μελωδίες του αυλού του. Πλούσιες άλλωστε είναι οι αναφορές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας στο θεό. Μάλιστα φέρεται να είναι αυτός που επινόησε τη σύριγγα, δηλαδή τον αυλό. Δεμένος με αυτήν είναι ένας από τους κορυφαίους σχετικούς μύθους, που αναφέρεται στον Πάνα και τη νύμφη Σύριγγα. Ο Πάνας περιφερόταν συχνά στην περιοχή του Λάδωνα, οπότε όταν συνάντησε την ωραία νύμφη άρχισε να την κυνηγά. Κάποια στιγμή την πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του να την πιάσει, ενώ εκείνη έφτανε στις όχθες του ποταμού. Τότε εκείνη εξαντλημένη, παρακάλεσε τον Λάδωνα να την βοηθήσει και αυτός, την μεταμόρφωσε σε καλαμιά. Έτσι ο Πάνας βρέθηκε να κρατά, αντί για την νύμφη, ένα καλάμι. Απογοητευμένος ο Πάνας στάθηκε δίπλα στην όχθη του ποταμού κρατώντας το καλάμι, οπότε άκουσε τον ήχο του αέρα που περνούσε μέσα απ' αυτό. Τότε έκοψε και άλλα καλάμια σε διαφορετικό μήκος, τα ένωσε κλιμακωτά με κερί κι έτσι έφτιαξε τη σύριγγα που επικράτησε να λέγεται "αυλός του Πανός".
Στις αναπαραστάσεις του ο Πάνας πάντα κρατούσε στο ένα χέρι τη σύριγγα και στο άλλο συνήθως μια γκλίτσα. Επειδή η μορφή του ήταν αλλόκοτη και τρόμαζε όσους πλησίαζε, ήταν συνήθως μόνος του, βρίσκοντας πάντα θερμή υποδοχή στην παρέα των Σάτυρων και του Διονύσου. Ο Πάνας φημιζόταν για τη μουσική και τις μελωδίες του με τις οποίες μάγευε τα ζώα, τα πουλιά και τις Νύμφες του δάσους. Αγαπούσε το τραγούδι, το χορό και το γλέντι και επιδιδόταν σε αυτά, με συντροφιά τις Νύμφες, το Διόνυσο και τους Πανίσκους.
H άμιλλα του Πάνα με τον Απόλλωνα στη μουσική ήταν παροιμιώδης. Ο Πάνας που καμάρωνε για τη μουσική που έβγαξε με την φλογέρα του, κάποτε κάλεσε τον ίδιο το θεό Απόλλωνα να παραβγεί μαζί του. Ο Απόλλωνας ήρθε ντυμένος με πορφυρό μανδύα, με τη χρυσή του λύρα στο χέρι και δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι. Πρώτος άρχισε να παίζει ο Πάνας. Οι απλές και γλυκές μελωδίες από την τσομπάνικη φλογέρα του αντιλαλούσαν στις γύρω βουνοπλαγιές. Μόλις τελείωσε το τραγούδι του ο Πάνας και έσβησε και ο τελευταίος απόηχος από τη μουσική του, ο Απόλλωνας άγγιξε τις χρυσές χορδές της λύρας του. Τότε οι εξαίσιοι ήχοι μιας θεικής μουσικής και μιας ουράνιας μελωδίας ξεχύθηκαν και όλοι εκεί τριγύρω μαγεμένοι άκουγαν το τραγούδι. Μόλις έσβησαν και οι τελευταίοι ήχοι της λύρας, όλοι δοξάσανε τον τρανό λυράρη θεό. Ο Πάνας νικημένος από τον Απόλλωνα, χώθηκε λυπημένος ακόμα πιο βαθιά μέσα στα λαγγάδια. Εκεί συχνά αντηχούνε οι τρυφεροί και θλιμμένοι ήχοι της φλογέρας του που τους αγροικούν με αγάπη οι νεαρές Νύμφες.
Έχοντας μια πολύ ερωτική φύση, ο Πάνας προσπάθησε να κατακτήσει και άλλες Νύμφες, χωρίς όμως επιτυχία. Η Νύμφη Ηχώ, που τον σαγήνεψε με τη μελωδική φωνή της, αρνήθηκε να ενωθεί με τον τραγοπόδαρο θεό. Τότε αυτός για να την εκδικηθεί, έβαλε τους προστατευόμενούς του βοσκούς να της επιτεθούν. Η Νύμφη Πίτη δέχτηκε να μείνει μαζί του, αλλά τότε ο αντίζηλός του Βορέας, θύμωσε και την γκρέμισε από ένα βράχο. Η Γη τότε την λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πεύκο. Πλούσιες είναι άλλωστε οι απεικονίσεις του θεού σε αρχαία αγγεία, αλλά και σε γλυπτά των μεταγενέστερων χρόνων, στις οποίες φαίνεται να εκδηλώνει τις ερωτικές του ορέξεις σε νύμφες και σε θνητές, και ισιάιτερα κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους όπως στην Πομπηία. Ο Πάνας ενέπνευσε επίσης πολλούς βουκολικούς ποιητές στην αρχαιότητα, αλλά και τους μεταγενέστερους χρόνους, σαν ήρωας και ενσαρκωτής των βουκολικών τους διαλόγων και θεμάτων.
Αλλά και σε ιστορικά γεγονότα φαίνεται να έλαβε μέρος ο θεός σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς προστρέχοντας τους Έλληνες κατά των εχθρών τους. Στην ιστορική λοιπόν μάχη του Μαραθώνα, ο Παυσανίας ("ΑΤΤΙΚΑ" Ι, 15,3 ) τον αναφέρει στο πλευρό των Αθηναίων, μαζί με την Αθηνά και το Θησέα. Ο Πάνας μαζί με τους Πανίσκους του σκόρπισαν τον τρόμο και τον πανικό στους Πέρσες και οι τελευταίοι τράπηκαν σε φυγή. Μάλιστα ο Ηρόδοτος γράφει (ΣΤ',105) ότι ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων Φειδιππίδης κατά την διαδρομή του προς την Σπάρτη, λίγο πριν την μάχη, συνάντησε στο Παρθένιον όρος, πάνω από την Τεγέα το θεό. Σύμφωνα λοιπόν με τη διήγηση του Φειδιππίδη στους Αθηναίους, ο Πάνας τον φώναξε με το όνομα του και τον ρώτησε γιατί δεν φροντίζουν οι Αθηναίοι γι' αυτόν, ενώ ο ίδιος τους είχε βοηθήσει κατά το παρελθόν και ότι το ίδιο θα κάνει και στο μέλλον. Οι Αθηναίοι μετά την νίκη τους του αφιέρωσαν ένα ιερό σε σπήλαιο που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά της Ακρόπολης. Εξ' άλλου ο Μιλτιάδης, στρατηγός της μάχης του Μαραθώνα,, μερίμνησε για την κατασκευή αγάλματος του θεού, το οποίο έφερε την επιγραφή "Τον τραγόπουν εμέ Πάνα, τον Αρκάδα, τον κατά Μήδων, τον μετ' Αθηναίων, στήσατο Μιλτιάδης". Έτσι ο Πάνας έτυχε ευρύτερης αναγνώρισης στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.




ΕΡΜΗΣ





OΕρμής είναι ένας από τους πιο περίεργους, πιο προικισμένους, αλλά και πιο λαοφιλείς Ολύμπιους θεούς. Γιος του Δία και της Μαίας, οδηγός και συνοδηγός ζωντανών και νεκρών, κήρυκας και αγγελιοφόρος των θεών, προστάτης των νέων, των βοσκών, των αθλητών και των κλεπτών. Η γέννηση του ικανού και επινοητικότατου θεού τοποθετείται στην Αρκαδία και πιο συγκεκριμένα στο βουνό Κυλλήνη. Εκεί, μέσα σε μια σπηλιά, κατοικούσε απομονωμένη μια από τις επτά κόρες του ¶τλαντα και της Πληιόνης, η ντροπαλή Πλειάδα Μαία. Σ' αυτή τη σπηλιά την εντόπισε ο ερωτιάρης Δίας και ενώθηκε μαζί της. Εκεί δέκα μήνες μετά έφερε η αθάνατη νύμφη στον κόσμο τον καρπό του έρωτά της με τον Δία, το μικρό και θαυματουργό Ερμή.

Από την πρώτη κιόλας μέρα της γέννησής του ο Ερμής άρχισε να μεγαλουργεί. Εκμεταλλευόμενος την απουσία της μητέρας του πηδά από την κούνια του και βγαίνει από τη σπηλιά για να παίξει. Στην έξοδό του σκοντάφτει σε μια χελώνα. Εντυπωσιασμένος από το μικρό ζωάκι, το παίρνει, το αναποδογυρίζει, του αδειάζει το κέλυφος και μ' ένα τεντωμένο δέρμα βοδιού του καλύπτει το επάνω κι ανοιχτό μέρος του οστράκου.

Πάνω σε δύο καλά προσαρμοσμένα στο όστρακο καλάμια στερεώνει επτά (από προβατίσια έντερα) χορδές και κατασκευάζει ένα θαυμάσιο μουσικό όργανο. Ο μικρός Ερμής δε μένει άπραγος απέναντι στην εκπληκτική του αυτή επινόηση. Παίρνει ένα ξυλάκι κι αυτοσχεδιάζοντας αρχίζει να τραγουδά τους έρωτες του πατέρα του και της μητέρας του. Η καινούρια του όμως αυτή ενασχόληση γρήγορα σταματά να τον γεμίζει. Κουρασμένος και με έντονο το αίσθημα της πείνας ο Ερμής προσπαθεί να σκαρφιστεί τρόπους που θα του γεμίσουν το άδειο του στομάχι. Αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αρκαδία και να ανηφορίσει προς το βορρά. Έχοντας καλύψει μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μια τεράστια απόσταση, ο μικρός θεός φτάνει με το ηλιοβασίλεμα κοντά στην Πιερία.

Εκεί έβοσκε το κοπάδι του Απόλλωνα, το οποίο ο Ερμής θέλησε να το κλέψει. Έχοντας γρήγορα ξεχωρίσει 50 δαμάλια, βάζει ο παμπόνηρος και πανούργος θεός το σχέδιό του σε εφαρμογή: προκειμένου να μην αποκαλυφθούν τα αχνάρια των ζώων, τα μπερδεύει με επιτηδειότητα και μεταφέρει το καινούριο του κοπάδι με ασφάλεια στην Πελοπόννησο. Τόσο το τέχνασμα με τα αναποδογυρισμένα ίχνη, όσο και το σκοτάδι της νύχτας ευνόησαν το σχέδιο του Ερμή.

Κατηφορίζοντας προς τα νότια, κοντά στη Βοιωτία, έτυχε ο μικρός θεός να γίνει αντιληπτός από ένα γέροντα την ώρα που καλλιεργούσε το αμπέλι του. Η συνάντησή του αυτή με τον ηλικιωμένο γεωργό κάθε άλλο παρά τον πτόησε. Με αυστηρότητα και στόμφο μεγάλου άντρα απαίτησε τη σιωπή του και συνέχισε ανέμελα το ταξίδι του προς τα κάτω.

Με το ξημέρωμα έφτασε στην Πύλο. Αφού διάλεξε δυο δαμάλια για να ικανοποιήσει την πείνα του, έκρυψε το υπόλοιπο κοπάδι σ' ένα στάβλο και έσφαξε τα δαμάλια που είχε ξεχωρίσει. Κόβοντας το κρέας τους σε δώδεκα κομμάτια (ένα για κάθε Ολύμπιο θεό) κι ανάβοντας με κάποιο τέχνασμα μια φωτιά (τρίβοντας συγκεκριμένα ένα κλαδί δάφνης) ετοιμάστηκε για θυσία. Γρήγορα ο ευφυής θεός ολοκλήρωσε αυτά που είχε προετοιμάσει και σχεδιάσει. Κουρασμένος από την ένταση της ημέρας, γύρισε στη σπηλιά, πέρασε σαν τον άνεμο μέσα από την κλειδαρότρυπα κι επέστρεψε στην κούνια του. Την επόμενη κιόλας μέρα ο Απόλλωνας ανακάλυψε την απώλεια και κατάλαβε την κλεψιά. Ως θεός της μαντικής μάντεψε τον κλέφτη κι αποφάσισε να τον βρει και να τον εκδικηθεί. Κατηφορίζει προς τα νότια και για καλή του τύχη συναντά στο δρόμο το γέρο που την προηγούμενη μέρα είχε απαντηθεί με τον Ερμή. Η επιβεβαίωση των υποψιών του είναι πλέον γεγονός. Εξοργισμένος φτάνει στην Κυλλήνη και αρχίζει να κατηγορεί στη μητέρα του το μικρό του αδερφό.

Ο Ερμής μπροστά στον καταιγισμό των προσβολών από τον αδερφό του δε μένει σιωπηλός. Παίρνει αρνητική θέση στις κατηγορίες και διαμαρτύρεται έντονα· προτείνει μάλιστα να ανεβούν κι οι δυο τους στον Όλυμπο και να τους λύσει τη διαφορά ο πατέρας τους ο Δίας. Στον Όλυμπο ο Δίας μένει έκπληκτος απέναντι στην πονηριά και την αναίδεια του μικρού του γιου. Θαυμάζει την ευστροφία του και διασκεδάζει με τα καμώματά του. Ακούγοντας τα παράπονα και των δυο του παιδιών, τα συμβουλεύει και κατορθώνει να τα συμφιλιώσει.

Ο ζαβολιάρης, αρχικά, Ερμής πείθεται στα λόγια του πατέρα του κι αποφασίζει να επιστρέψει τα δαμάλια στον Απόλλωνα. Επιπλέον, για να τον γαληνέψει, του παίζει με τη λύρα του αυτοσχέδια μουσική.

Ο Απόλλωνας ενθουσιάζεται με την εφεύρεση του αδερφού του και μαγεμένος του τη ζητά ως δώρο. Ο Ερμής δεν του την αρνείται. Χαρίζει στον αδερφό του τη λύρα αλλά του ζητά σαν αντάλλαγμα το κοπάδι με τα δαμάλια που του είχε ήδη κλέψει.

Ο Απόλλωνας δέχεται ευχαρίστως την πρόταση του Ερμή και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του χαρίζει το κοπάδι, έπειτα το ραβδί του πλούτου και της ευτυχίας και τέλος το προνόμιο της "δια ψήφων" μαντείας (που μέχρι τότε το κατείχαν οι Θρίες, τρεις φτερωτές παρθένες). Η διαμάχη των δυο αδερφών καταλήγει αίσια με τη δέσμευσή τους για αιώνια υποστήριξη, αγάπη και φιλία.

Ο δόλιος και εύστροφος Ερμής γρήγορα κερδίζει την εύνοια και των υπόλοιπων θεών. Πρώτος απ' όλους ο Δίας τον ορίζει κήρυκα και διαπραγματευτή του. Εμπιστευόμενος την εξυπνάδα του και την πονηριά του, προσφέροντάς του συνάμα το κηρύκειο, τον πέτασσο και τα φτερωτά σανδάλια του αναθέτει εμπιστευτικές και καίριας σημασίας αποστολές.

Ο Ερμής, πετώντας πάνω από στεριές και θάλασσες από τη μια μεταφέρει τις βουλήσεις του κι από την άλλη του αναγγέλλει ειδήσεις και περιστατικά. Σαν ακούραστος δρομέας και σαν γρήγορος αγγελιοφόρος προθυμοποιείται πάντα να προσφέρει τις υπηρεσίες του μεταφέροντας κυρίως επιθυμίες θεών.

Ο Αδης, όπως και ο Δίας, σύντομα αντιλαμβάνεται τις ικανότητές του. Τον προσλαμβάνει στο βασίλειό του και του αναθέτει το κάλεσμα και τη μεταφορά των νεκρών στη νέα τους κατοικία. Ο Ερμής με τις δικαιοδοσίες που του προσφέρει ο ¶δης γίνεται ο μοναδικός θεός που διασχίζει και δρα σε τρεις κόσμους: σ' αυτόν του ουρανού, σ' αυτόν της γης και σ' αυτόν του Κάτω Κόσμου. Στα περισσότερα μυθολογικά θέματα και περιστατικά, ο Ερμής παίρνει μέρος με τις τρεις πιο βασικές του ιδιότητες: 1) του αγγελιοφόρου, 2) του ψυχοπομπού και 3) του συνοδού και προστάτη. Πολλοί είναι οι μύθοι που πιστοποιούν την ικανότητα, την επιτηδειότητα και την τεράστια δύναμη και προσφορά του.

Κατά τη Γιγαντομαχία φορώντας τη σκούφια που τον έκανε αόρατο σκοτώνει τον Ιππόλυτο. Την ίδια περίοδο βοηθά τον πατέρα του Δία στη σύγκρουσή του με τον Τυφωέα. Αφού κατορθώνει να τον εξοντώσει, του αποσπά τα κλεμμένα νεύρα του πατέρα του και τα επανατοποθετεί στις σωστές τους, στα πόδια και στα χέρια, θέσεις.

Την πανέμορφη Ιώ, που η Ήρα την είχε μεταμορφώσει σε δαμάλα, ο Ερμής -και μετά από εντολή του πατέρα του- κατορθώνει να την κλέψει, αφού πρώτα έχει πετύχει να κοιμίσει με το παραπλανητικό παίξιμο του αυλού του το φύλακά της ¶ργο, στη συνέχεια έχει καταφέρει να τον τυφλώσει και τέλος να του κόψει το κεφάλι.

Τον ¶ρη, που για ένα περίπου χρόνο βρισκόταν φυλακισμένος από τους δίδυμους γίγαντες Αλωάδες μέσα σ' ένα χάλκινο καζάνι, ο επινοητικότατος θεός κατόρθωσε να τον απελευθερώσει και να τον επαναφέρει στον Όλυμπο. Όταν ο Δίας έκαψε τη Σεμέλη, στον Ερμή ανατέθηκε η μεταφορά του μικρού Διόνυσου από την Εύβοια στις Νύμφες του βουνού Νύσα. .

Ο Απόλλωνας στα χέρια του Ερμή εμπιστεύτηκε το μικρό Ασκληπιό, παιδί της άπιστης ερωμένης του Κορωνίδας. Ο εγκαταλειμμένος στο βράχο της Ακρόπολης (από τη μητέρα του Κρέουσα) Ίωνας, από τον Ερμή μεταφέρθηκε στο μαντείο των Δελφών για να βρίσκεται κοντά στον πατέρα του Απόλλωνα

Η μεταφορά επίσης του Φρίξου και της Έλλης πάνω στο Αιγαίο γίνεται πάλι χάρη στον Ερμή και στο χρυσό κριάρι που αυτός είχε χαρίσει στη Νεφέλη. Ο Οδυσσέας, την περίοδο που βρίσκεται στο νησί της Κίρκης, δέχεται κι αυτός τη βοήθεια του Ερμή. Ο νεαρός θεός, μεταμορφωμένος, του αποκαλύπτει τα σχέδια της μάγισσας και του χαρίζει το αντίδοτο στις μαγείες της.

Για άλλη μια φορά, στο νησί της Καλυψώς τώρα, ο Ερμής επιχειρεί να σώσει πάλι τον Οδυσσέα. Με παρακίνηση του Δία επεμβαίνει και γνωστοποιεί στην Καλυψώ τη σχετική με την τύχη του Οδυσσέα απόφαση των θεών.

Ο Περσέας, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι ήρωες, δέχεται επίσης τη συμπαράσταση του Ερμή. Δεσμευμένος να αποκτήσει το κεφάλι της Γοργώς και απελπισμένος από τον τεράστιο άθλο που έχει να αναλάβει, απευθύνεται στον Ερμή. Ο θεός χαρίζοντάς του ένα διαμαντένιο δρεπάνι τον βοηθά να εξοντώσει τη Μέδουσα και να της κόψει το κεφάλι. Στα περιστατικά που προηγούνται, συμβαδίζουν και ακολουθούν τον τον Τρωικό πόλεμο ο Ερμής παίζει επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Αρχικά, ο Ερμής ήταν αυτός που οδήγησε τις τρεις θεές στο όρος Ίδη, για να επιλέξει ο Πάρης την ομορφότερη.

Για τους Έλληνες της αρχαίας Ελλάδας ο Ερμής ήταν ο θεός του λόγου, της ευγλωττίας, ο εφευρέτης των γραμμάτων και των αριθμών. Αυτός εξάλλου ήταν εκείνος που είχε δώσει στην πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα, ανθρώπινη φωνή και την είχε κάνει να μιλά με λόγια ψεύτικα, δόλια και κακά. Ως γιος μιας από τις Πλειάδες ο Ερμής, συνδεόταν επίσης με την αστρονομία, ενώ θεωρούνταν ο εμπνευστής των μέτρων και των σταθμών και κατ' αναλογία προστάτης του εμπορίου. Ως ιδεώδης δρομέας ο Ερμής, μαζί με τον Έρωτα και τον Ηρακλή, χαρακτηρίζονταν ως θεοί της αθλούμενης νεολαίας, των γυμνασίων και των παλαιστρών.




"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:46

ΑΡΚΑΔΙΑ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Αυτός ο κανόνας του "Μόνο Έλληνες" που ίσχυε για τα περισσότερα πανελλήνια αθλητικά γεγονότα, ίσχυε και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην ΑΡΚΑΔΙΑ. Προφανώς διότι οι ίδιοι οι αγώνες ενσωμάτωναν μία ιερή θρησκευτική τελετή και εορτή. Όποιος δεν ήταν Έλληνας ή Ιδαίος (αυτός που ορκίζεται οπαδός και λατρεύει την επικείμενηι θρησκεία ) δεν είχε την άδεια να συμμετέχει ή να εκπροσωπεί ομάδα ανθρώπων που δεν ακολουθούν αυτή την θρησκεία.
Έτσι οι ίδιοι οι αγώνες θεωρούνταν εξ ολοκλήρου ελληνική υπόθεση. Επίσης ήταν θέμα εθνικής υπερηφάνειας την οποία πολλοί σημερινοί αυτοαποκαλούμενοι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι την λένε προκατάληψη και ρατσισμό, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Κατά τους αρχαίους Έλληνες, αυτοί που θεωρούνται Έλληνες και όχι "βάρβαροι" ήταν αυτοί που:
α) ήταν ικανοί να αποδείξουν ότι η φυλή απ' όπου προέρχονταν και η γενεαλογική γραμμή τους θα μπορούσε να εντοπιστεί στον Έλληνα, πρόγονο όλων των Ελλήνων και υιό του Δευκαλίωνα, κατά την Ελληνική μυθολογία,
β) η γλώσσα που μιλούσαν συνδεόταν με την "κοινή" Ελληνική ή ακόμη και με κάποια από τις διαλέκτους της Ελληνικής,
γ) η θρησκεία τους είχε υιοθετήσει το Ελληνικό Πάνθεον και όλες του τις θρησκευτικές εορτές και τελετές.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ηροδότου ο οποίος μας αφηγείται την περίπτωση του Μακεδόνα βασιλιά, Αλεξάνδρου του Πρώτου, ο οποίος για να συμμετέχει στους αγώνες έπρεπε να αποδείξει στους Ελλανοδίκες, τα σημαντικότερα στελέχη των αγώνων, (όπως είναι εμφανές και από τον τίτλο τους, ήταν οι κριτές των Ελλήνων) ότι ήταν Έλληνας ικανοποιώντας όλες τις προϋποθέσεις. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι πέτυχε με άριστα.
Έτσι πολλές ομάδες των Ελλήνων από την βόρειο Ελλάδα, όπως οι Μακεδόνες τους οποίους ο Ηρόδοτος τους αναφέρει με την ονομασία της πόλης τους, ήταν το "Δωρικόν Έθνος" όπως επίσης και από τα νησιά του Ιωνίου, του Αιγαίου, την Κρήτη, την Κύπρο, την Μικρά Ασία, την Αφρική και αργότερα και από την Ιταλία συναντιόντουσαν στην Αρχαία Ολυμπία κάθε τέταρτο σεληνιακό ημερολογιακό έτος.

Οι αρχαίοι Αρκάδες έτρεφαν μεγάλη αγάπη για τον αθλητισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη συμμετοχή τους σε πολλούς τοπικούς αγώνες (Αλέαια, Λύκαια κλπ), όπως και στους άλλους πανελλήνιους αγώνες, ιδιαίτερα όμως στους Oλυμπιακούς αγώνες. Ο κατάλογος των Αρκάδων αθλητών που έλαβαν μέρος στους ολυμπιακούς αγώνες (γυμνικά) και κατέκτησαν νίκες είναι ο παρακάτω (πηγές: "Oλυμπιακοί αγώνες στην Aρχαία Eλλάδα", Eκδοτική Aθηνών, 1982" και "Παυσανίου, Eλλάδος Περιηγήσεις, Aχαϊκά - Aρκαδικά", Eκδοτική Aθηνών, 1980)

Πόλις-Δήμος Ονομα Νικητή Αγών/-νες Ολύμπια/έτος
024 Αρκαδία 42 αθλητές 50 κότινοι
024-Αζάν Πελλήν. - Φίλιππος πυγμή παίδων 122- 292 πΧ
- Φίλιππος πυγμή παίδων 86- 432 πΧ
025-Ασέα 2 Σωσιγένης στάδιον παίδων 177- 72 πΧ
026-Δίπαια 3 Γνάθων πυγμή παίδων 85- 440 πΧ
027-Θελφούς 4 Εμαυτίων(Ενατίων) στάδιον παίδων 138- 228 πΧ
028-Ηραία 5 Δαμάρα[ε]τος οπλίτης δρόμος-1 65- 520 πΧ
- Δαμάρα[ε]τος οπλίτης δρόμος-2 66- 516 πΧ
6 Θεόπομπος Α'
Δαμαράτου πένταθλον-1 74- 484 πΧ
- Θεόπομπος Α' πένταθλον-2 75- 480 πΧ
7 [Διο?]φάνης πυγμή παίδων 75-480 πΧ
8 Θεόπομπος Β'
Θεοπόμπου πάλη-1 85-440 πΧ
-Θεόπομπος Β' πάλη-2 86-436 πΧ
9 Νικόστρατος
Ξενοκλείδου πάλη παίδων 91-416 πΧ
10 Λυκίνος στάδιον παίδων 99-384 πΧ
11 Αλεξίβιος πένταθλον 117-312 πΧ
029-Κλείτωρ 12 Αλκετος
Αλκίνου πυγμή παίδων 99-384 πΧ
13 Κριτόδαμος
Λίχα πυγμή παίδων 101-376 πΧ
14 Κλεόμαντις στάδιον 111-336 πΧ
15 Μυρκεύς πυγμή παίδων 121-296 πΧ
030-Κορώνη? 16 Αγάθαρχος στάδιον
(ωδή Σιμωνίδη) 61-536 πΧ
031-Λουσηίς 17 Ευρύβατος
(ίσως Σπαρτιάτης) πάλη 18-708 πΧ
032-Μαίναλον 18 Εφω[ου]δίων παγκράτιον 79-464 πΧ
19 Ανδροσθένης
Λοχαίου παγκράτιον-1 90-420 πΧ
- Ανδροσθένης παγκράτιον-2 91-416 πΧ
20 Ευθυμένης πάλη παίδων-1 95-400 πΧ
- Ευθυμένης πάλη-2 97-392 πΧ
21 Δαμοξενίδας πυγμή 99-384 πΧ
22 Ξενοκλής
Ευθύφρονος πάλη παίδων 102-372 πΧ
033-Μαντινεία 23 Αγαμήτωρ πυγμή παίδων 70-500 πΧ
24 Επικράδιος πυγμή παίδων 74-484 πΧ
25 Δρομεύς παγκράτιον 75-480 πΧ
26 Πύθαρχος στάδιον παίδων 79-464 πΧ
27 Πρωτόλαος
Διάλκους πυγμή παίδων 79-464 πΧ
28 Κυνίσκος
Κυνίσκου πυγμή παίδων 80-460 πΧ
29 Τίμαρχος πένταθλον 121-296 πΧ
034-Μεγαλόπολις 30 Αρκεσίλαος στάδιον 148-188 πΧ
035-Μεθύδριον 31-32 δύο άνδρες
Μεθυδριείς άθλημα [?] 102-372 πΧ
036-Ορεσθίς 33 Τέλλων Δαίμονος πυγμή παίδων 77-468 πΧ
037-Παράσσιοι 34 [.......]ημος πάλη παίδων 78-468 πΧ
35 Δάμαρχος Διννύτα πυγμή 95-400 πΧ
038-Στύμφαλος 36 Δρομεύς δόλιχος-1 74-484 πΧ
- Δρομεύς δόλιχος-2 75-480 πΧ
039-Τεγέα 37 [....]Τεγεάτης ή Αργείος άθλημα [?] 95-400 πΧ
38 Απολλωνίδης στάδιον 118-308 πΧ
39 Δαμάτριος
Αριστίππου στάδιον παίδων-1 143-208 πΧ
- Δαμάτριος δόλιχος-2 145-200 πΧ
040-Φενεός 40 Νεολαϊδας
Προξένου πυγμή παίδων 97-393 πΧ
041-Φιγαλία 41 Αρριχίων παγκράτιον-1 52-572 πΧ
- Αρριχίων παγκράτιον-2 53-568 πΧ
- Αρριχίων παγκράτιον-3 54-564 πΧ
42 Ναρυκίδας Δαμαρέτου πάλη 99-384 πΧ
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:49

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ




Ιερό Αλέας Αθηνάς Τεγέας

Ο ναός της Αλέας Αθηνάς ήταν ο μεγαλύτερος της Πελοποννήσου μετά τον ναό του Ολυμπίου Διός στην Ολυμπία και από τα σημαντικότερα ιερά κτίσματα της αρχαιότητας. Βρίσκεται στην Τεγέα στο χωριό Αλέα, 10 χλμ. από την Τρίπολη. Το σημαντικότερο μνημείο του αρχαιολογικού χώρου είναι το Ιερό της Αλέας Αθηνάς.

Το Ιερό του ναού της Αλέας Αθηνάς είναι κτίσμα του α' μισού του 4ου αιώνα π.Χ. Οι ανασκαφές απεκάλυψαν πως στην ίδια θέση υπήρχε ιερό και λατρεία θεάς από τα μυκηναϊκά χρόνια, αφού κάτω από τον ναό βρέθηκαν λείψανα ναού των αρχαϊκών χρόνων. Φαίνεται ότι ο αρχαίος ναός αυτός καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 395 π.Χ.. Η ανοικοδόμησή του έγινε μάλλον στα χρόνια της βασιλείας του Αλεού, γιος του βασιλέως της Τεγέας Αφείδαντος 340 π.Χ. περίπου. Tη γλυπτική του διακόσμηση και αρχιτεκτονική του έκανε ο Παριανός γλύπτης και αρχιτέκτονας Σκόπας, ο οποίος μάλιστα καινοτόμησε μεταχειριζόμενος συγχρόνως και τους τρεις ρυθμούς Δωρικό, Κορινθιακό και Ιωνικό για να λαμπρύνει το εσωτερικό και την είσοδο του ναού. Για την κατασκευή του χρησιμοποίησε ντόπιο μάρμαρο των Δολιανών.

Ο ναός χαρακτηρίζεται σαν δωρικός περίπτερος (4x14), εξάστυλος. Κατά την αρχαιότητα ήταν μεγαλοπρεπής και περίλαμπρος, όπως και απαραβίαστο άσυλο. Εκοσμείτο από ελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, το δέρμα του Καλυδώνιου Κάπρου, άγαλμα της Υγείας και πλήθος άλλων αγαλμάτων. Επίσης στο ναό είχαν αποτεθεί και οι πέδες με τις οποίες οι αρχαίοι Τεγεάτες είχαν δέσει τους αιχμαλώτους Σπαρτιάτες.Ήταν κτισμένος στο νοτιοδυτικό άκρο του οχυρωτικού περιβόλου της αρχαίας πόλης. Τα θεμέλια που σώζονται είναι από αμυγδαλόλιθο, ένα ορυκτό που βγαίνει στην περιοχή.

Ο ναός αποτελείται από πρόδρομο, σηκό και και οπισθόδομο. Είχε εμπρός και πίσω 6 κίονες και στα πλαϊνά 14, φτάνοντας σε σύνολο τους 36. Οι διαστάσεις του ήταν 47μ. μήκος, 22μ. πλάτος και 23 ύψος, ενώ η διάμετρος κάθε κίονα 1,24μ. Ο σηκός στολιζόταν από 7 ημικίονες σε κάθε πλευρά, που έφεραν κιονόκρανα Κορινθιακού ρυθμού. Ο σηκός εσωτερικά στολιζόταν με κορινθιακούς ημικίονες και στο βάθος του ήταν στημένα το ελεφάντινο άγαλμα της Αλέας Αθηνάς (στο κέντρο) και τα μαρμάρινα αγάλματα του Ασκληπιού και της κόρης του Υγείας.

Στα αετώματα του ναού παριστάνονταν μυθολογικά θέματα, όπως το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου και η μονομαχία του Τήλεφου με τον Αχιλλέα, ανατολικά και δυτικά αντίστοιχα. Σημαντικά τμήματα τους εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Τεγέας σε ειδική αίθουσα. Εξαιρετικής τέχνης κεφαλή κόρης που έχει ευρεθεί στο χώρο του ιερού, θεωρείται ότι ανήκει στη θεά Υγεία, κόρη του Ασκληπιού, και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.





Συνημμένα
post-4-07781-______.jpg
post-4-07781-______.jpg (0 Bytes) 3374 προβολές
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:52

. ΙΕΡΟ ΛΥΚΑΙΟΥ ΔΙΟΣ, ΛΥΚΑΙΟΝ ΄ΟΡΟΣ
Όρος Λύκαιον, η Ιερή Κορυφή των Αρκάδων

Το όρος Λύκαιο (1421μ) βρίσκεται στα σύνορα σχεδόν των νομών Αρκαδίας και Μεσσηνίας, κοντά στη Μεγαλόπολη (30 χιλ.) και δεσπόζει με τον όγκο του στη δυτική πλευρά του λεκανοπέδιου της. Αρχίζει από την αριστερή όχθη του Αλφειού ποταμού και φτάνει σχεδόν κοντά στα παράλια του κόλπου της Κυπαρισσίας. Οι ντόπιοι το λένε σήμερα και Διαφόρτι δηλαδή "πέρασμα του Διός". Η ψηλότερη κορυφή του (Προφήτης Ηλίας) - χαρακτηριστικά κωνική όπως τα περισσότερα ελληνικά βουνά - είναι φωτεινότατη, κυριολεκτικά λουσμένη στο φως του Πελοποννησιακού χώρου τις περισσότερες μέρες του χρόνου.

Παράλληλα, η θέα που προσφέρει στον επισκέπτη είναι μοναδική και τον αποζημιώνει καθώς του χαρίζει την αίσθηση της εξουσίας του μισού Μοριά, με ένα ορίζοντα διαυγή και πανοραμικό: τη γόνιμη λεκάνη του Αλφειού ανατολικά, το όρος Μύνθη, τους ορεινούς όγκους του Μαινάλου και του Ταϋγέτου, την κοιλάδα του Αλφειού μέχρι το Ιόνιο, την Κυλλήνη και τον Ερύμανθο.

Ο υπέρλαμπρος ήλιος που λούζει την κορυφή του φαίνεται να γέννησε και το όνομά του βουνού κατά την αρχαιότητα. "Λύκαιο" σημαίνει λαμπρό και άφθονο φώς και προέρχεται από την πανάρχαια ρίζα "λύκ" (από όπου προέρχονται οι λέξεις λυκόφως, κ.α.). Η Ευγενία Δερεχάνη ("ΤΟ ΟΡΟΣ ΛΥΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΡΚΑΔΕΣ", εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΝΩ ΚΑΡΥΩΤΩΝ ΑΡΚΑΔΙΑΣ, Αθήνα 1985, σελ.168 ) υποστηρίζει ότι η λέξη Λύκαιο παράγεται από τη ρίζα λύκ -λύκη και είναι λέξη καθαρά Αρκαδική. Διατηρήθηκε, όπως πολλά άλλα των Αρκάδων, που έμειναν μακριά από επιμειξίες και σοβαρούς επηρεασμούς και πέρασε στους μετέπειτα. Σημαίνει δε φως. Παρόμοια είναι τα σανσκριτιτικά ruk.rok-e (luceo), λατινικά lux, luceo (φωτίζω), luna (luc-na), γοτθ. Liuh-ath (φως), γερμ. Lioht (light), σλαβ. Luc-a, λιθ. Lauk-as. Από την ίδια ρίζα προέρχονται και τα λυκαυγές, λυκόφως, λύχνος, λύγδος, λευκός, λαμπάς, λυκαυγές, Λύκειον κ.ά. Λύκαιο λοιπόν είναι εκείνο που έχει σχάση με το φως, που ανάγεται κατά τρόπο στο φως. Λύκαιο σημαίνει εκείνο που φωτίζει, από το οποίο πηγάζει φως, εκείνο που εκπέμπει φως, το φωτεινό"

Το Λύκαιο με την αρχαία πόλη Λυκόσουρα και τις άλλες μικρότερες αρκαδικές κώμες (όπως η Τραπεζούντα και η Βασιλίς) στις γόνιμες πλαγιές του, ήταν το λίκνο των αρχαίων Αρκάδων βασιλέων και του αρκαδικού πολιτισμού από τα προϊστορικά χρόνια. Συγχρόνως όμως υπήρξε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο όπου λατρευόταν ο Δίας, ο Απόλλων, ο Πάνας και η Δέσποινα. Με το πλούσιο φως του, τα ποικίλα χρώματά του και το άφθονο πράσινο στις πλαγιές του ήταν το ιερό βουνό των αρχαίων Αρκάδων, οι οποίοι είχαν αναπτύξει για την κορυφή του μια πολύ σημαντική λατρευτική μυθολογία, και μια πλούσια πολιτιστική ιστορία. Οι τοπικοί μύθοι μάλιστα, ήθελαν τον Δία να έχει γεννηθεί στη θέση "Κρητέα" του βουνού, και να έχει ανατραφεί από τις τρεις εντόπιες Νύμφες, την Αγνώ, την Νέδα και τη Θεισόα. Ο Παυσανίας αναφέρει:

"Στά αριστερά του ιερού της Δεσποίνης βρίσκεται το βουνό Λύκαιον. Μερικοί Αρκάδες το ονομάζουν και Όλυμπο, άλλοι Ιερή κορυφή. Και λένε ότι ο Ζεύς σ' αυτό το βουνό ανατράφηκε. Υπάρχει κιόλας στο Λύκαιο και μία περιοχή που την λένε Κρητέα -αυτή η Κρητέα βρίσκεται αριστερά από το άλσος του λεγόμενου Παρρασίου Απόλλωνος- και οι Αρκάδες υποστηρίζουν ότι η Κρήτη, όπου κατά την Κρητική παράδοση ανατράφηκε ο Ζεύς, είναι αυτός ο τόπος και όχι το νησί."


Ο ΒΩΜΟΣ

Σ' αυτή την κορυφή λατρευόταν ο Λύκαιος Δίας και υπήρχε ο περίφημος βωμός των θυσιών, "το χώμα γης" του Παυσανία, καθώς και το άβατο τέμενος του θεού. Αποτελούσε το μεγάλο υπαίθριο Iερό, το σπουδαιότερο και σεβαστότερο σε όλη την Αρκαδία, γι'αυτό και η κορυφή αυτή λεγόταν και Αρκαδικός Όλυμπος. Επιστεύετο μάλιστα πως εδώ η ύλη έχανε τον ίσκιο της και έφεγγε αυτόφωτα, ανατρέποντας έτσι κάθε εξήγηση των φυσικών φαινομένων. Σ' αυτό το βωμό και το τέμενος του Λύκαιου Δία, απαγορευόταν η είσοδος των κοινών θνητών. Ο Παυσανίας περιγράφει τους αρκαδικούς μύθους, την λατρεία και ιστορικά στοιχεία και πολιτιστικά στοιχεία, όπως και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς και όπως αυτά αποκαλύφθηκαν με τις ανασκαφές.

"Το όρος Λύκαιον έχει να επιδείξει και άλλα αξιοθαύμαστα και προπάντων το ακόλουθο. Υπάρχει εκεί ένα τέμενος του Λυκαίου Διός στο οποίο δεν επιτρέπεται να μπή άνθρωπος. Αν κάποιος παραβή τον κανόνα και μπει μέσα, είναι αναπότρεπτο να μη ζήση πάνω από χρόνο. Έλεγαν ακόμα ότι όλα όσα θα τύχαινε να βρεθούν μέσα στο τέμενος, είτε ζώα είτε άνθρωποι, δεν έριχναν σκιά. Και στην Συήνη, δώθε από την Αιθιοπία, συμβαίνει να μη σχηματίζεται σκιά ούτε από δέντρο ούτε από κανένα ζωντανό, όσον καιρό ο ήλιος βρίσκεται στον αστερισμό του Καρκίνου -αλλά στο τέμενος του Λυκαίου το ίδιο γίνεται με τις σκιές, πάντα και σε κάθε εποχή του χρόνου. Στην ψηλότερη κορυφή του βουνού είναι ένας σωρός από χώμα, βωμός του Λυκαίου Διός, από όπου φαίνονται τα περισσότερα μέρη της Πελλοπονήσου -μπροστά στον βωμό ανατολικά, υψώνονται δύο κίονες όπου υπήρχαν άλλοτε επίχρυσοι αετοί. Σ'αυτό τον βωμό θυσιάζουν μυστικά στον Λύκαιο Δία. Να δείξω πολυπραγμοσύνη σε ό,τι αφορά στη θυσία, δεν μου ήταν ευχάριστο, ας τα αφήσουμε λοιπόν εκεί που είναι και κει που ήταν πάντα."

Ο Δ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ αναφέρει:

"...περί του Τεμένους τούτου πολλά θαυμαστά. Μόνον ο ιερεύς του Διός εδικαιούτο να εισέρχεται εντός αυτού, ουδείς δε άλλος των ανθρώπων. Εάν όμως των ανθρώπων τις καταφρονών του νόμου εισήρχετο, ήτο αδύνατον να επιζήσει πλέον του έτους. Μήπως διότι από της στιγμής εκείνης το πνεύμα αυτών ήρχιζε να αποχωρίζεται του σώματος διά τον επικείμενον θάνατον, τα δε πνεύματα είναι άσκιά; ή διότι οι Αρκάδες ελιθοβόλουν πάντα εκουσίως εισερχόμενον εις το ιερόν; ή μήπως διότι το Λύκαιον εκαλείτο Όλυμπος, εν δε τη Ολυμπία κατοικία του υπάτου των θεών απλούται αιώνιος αίθρη ανέφελος και λευκή αίγλη, ως λέγει ο Όμηρος; ή μήπως ο Ζευς Λύκαιος είναι θεός του φωτός, και εν τόπω όπου ανάσσει ο θεός του φωτός η σκιά δεν δύναται να έχει θέσιν; αλλ' η λ. Λύκαιος σημαίνει πιθανότατα τον λυκοθεόν, τον θεόν λύκον ή τον θεό ως λύκον..." (ΑΡΚΑΔΙΚΑ. 1988 τόμος Ζ΄. "ΟΙ ΝΑΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΡΧΑΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑ" ΔΗΜ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ)


ΤΟ ΑΣΥΛΟ

Κοντά στο ιερό του Διός υπήρχε κατοικία για τον ιερέα, ένα τμήμα της οποίας χρησιμοποιούσαν σαν ξενώνα, αλλά και σαν κατοικία εκείνων που καταδιωγμένοι ζητούσαν άσυλο και προστασία από το θεό. Ένα τέτοιο περιστατικό αναφέρει ο Θουκιδίδης για το βασιλιά της Βασιλιά της Σπάρτης Πλειστοάνακτα:

"Χρόνω δε προτρέψαι τους Λακεδαιμονίους φεύγοντα αυτόν εις το Λύκαιον δια την εκ της Αττικής ποτέ μετά δώρων δοκούσαν αναχώρησιν και ήμισυ της κατοικίας του ιερού τότε Διός οικούντα φόβω των Λακεδαιμονίων" (Θουκ. Ε΄ 16).
"Με το πέρασμα του χρόνου παρακινήθηκαν οι Λακεδαιμόνιοι να τον ανακαλέσουν (τον Πλειστοάνακτα) γιατί είχε καταφύγει στο Λύκαιο, λόγω της υποχωρήσεως κάποτε από την Αττική, που νομίσθηκε ότι έγινε με δωροδοκία, και ενώ κατοικούσε (ο Πλειστοάναξ) στο ήμισυ της οικίας του ιερού του Διός, από φόβο των Λακεδαιμονίων".


Πιο χαμηλά,σε ένα οροπέδιο θεϊκής γαλήνης και ομορφιάς, το "Ελληνικό", ή "Κάτω Κάμπος", υπάρχουν τα ερείπια του ιερού του Πάνα, του ξενώνα, της μεγάλης στοάς, των κρηνών, των δεξαμενών καθώς και του Σταδίου στο οποίο διακρίνονται και σήμερα οι πέτρες της αφετηρίας, και ιππόδρομος του οποίου διακρίνονται τα λίθινα εδώλια. Στο χώρο του σταδίου και στο ιπποδρόμιο γίνονταν οι αθλητικοί, ιπποδρομικοί και μουσικοί αγώνες, τα Λύκαια.

"Έστι και ιππόδρομός τε και προ αυτού στάδιον. Το δε αρχαίον των Λυκαίων ήγον τον αγώνα ενταύθα. Έτσι δε αυτόθι και ανδριάντων βάθρα, ουκ επόντων έτι ανδριάντων. Ελεγείον δε επί των βάθρων ενί Αντυάνακτος φήσιν είναι την εικόνα, τον δε Αντύνακτα είναι γένος των από Αρκάδος." (Παυσ. Η 38, 5)
[ "Επάνω στο Λύκαιον είναι κι ένα ιερό του Πανός και γύρω από αυτό ένα άλσος με δέντρα κι ένας ιππόδρομος που έχει μπροστά του ένα στάδιο. Εδώ έκαναν τον παλιό καιρό τους αγώνες των Λυκαίων. Υπάρχουν επίσης σ' αυτό το μέρος βάθρα ανδριάντων, μα χωρίς αγάλματα τώρα πιά. Σ' ένα από τα βάθρα, δίστιχο γραμμένο λέει ότι ο ανδριάντας ήταν κάποιου Αντυάνακτος ο δε Αντυάναξ κατάγεται από το γένος του Αρκάδα" ]

Η θέση του Λυκαίου όρους και του αρχαιολογικού του χώρου, η ιερότητα της λατρείας του Δία και του Πάνα όπως και των άλλων θεών της περιοχής, η παλαιότητα της εκδήλωσης των Λυκαίων αγώνων και η ποικιλία των τοπικών παραδόσεων, συμβάλλουν στην θεώρηση του βουνού σαν Αρκαδικού Ολύμπου.


ΟΙ ΧΡΥΣΟΙ ΑΕΤΟΙ

Οι αρχαίοι Αρκάδες τιμούσαν τον θεό τους στον υπαίθριο ναό της κορυφής την οποία θεωρούσαν κέντρο της γης. Είχαν μάλιστα κατασκευάσει εκεί δύο ψηλούς κίονες, λίγες δεκάδες από την είσοδο του ιερού τεμένους, που η σύλληψη τους και αρχιτεκτονική τους ήταν αριστουργηματική. Πάνω τους υπήρχαν δύο χρυσοί αετοί, που κοιτούσαν συμβολικά ο ένας προς την ανατολή κι ο άλλος προς την δύση.

"προ του βωμού κίονες δύο ως επί ανίσχοντα εστήκασιν ήλιον, αετοί δ' επ' αυτοίς επίχρισοι τά γε έτη παλαιότερα επεποίηντο" (Παυσ. Η 38, 7) "
[ "Μπροστά στο βωμό προς την ανατολική πλευρά υπάρχουν δύο κίονες πάνω στους οποίους κατά την παλαιά εποχή είχαν τοποθετήσει δύο χρυσούς αετούς.." ]

Υπήρχε η δοξασία πως αν θα πετούσαν κι έκαναν το γύρο του κόσμου θα συναντιόντουσαν και πάλι στο ίδιο εκείνο σημείο, καθώς πίστευαν πως αυτός ήταν ο ομφαλός της γης. Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει μια αξιοσημείωτη εικόνα ανάμεσα στην κορυφή του Λύκαιου όρους και στο ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες. Την ώρα της ανατολής, καθώς ο ήλιος αγγίζει πρώτα την λύκαια κορυφή, το σχήμα των φτερών των αητών αλληλοφωτιζόμενο πολλαπλασίαζε το καθρέφτισμα του ήλιου, που έφτανε να αντανακλάται ως τις χαμηλότερες πλαγιές, και μάλιστα κτυπούσε πάνω στο μπρούτζινο άγαλμα του Απόλλωνα, στο ναό του στις Βάσσες, σε απόσταση ευθείας γραμμής πέντε χιλιόμετρων, προς τα δυτικά. Το άγαλμα του Απόλλωνα ήταν τοποθετημένο απέναντι σε τέτοια θέση, έτσι που δέχεται πρώτο την αντανάκλαση του φωτός από τους χρυσούς αετούς, πριν ακόμη το φως του ήλιου φωτίσει όλο την περιοχή, ώστε να σχηματίζεται, γύρω από το κεφάλι του θεού φωτοστέφανο. Οι αρχαίοι κάτοιχοι της περιοχής των Βασσών, στο πρώιμο ξημέρωμά τους έκθαμβοι αντίκρυζαν το επάνω μέρος της κεφαλής του μπρούτζινου αγάλματος να φωτίζεται ακτινωτά από το καθρέφτισμα των ηλιακτίδων και το δέχονταν σαν ευνοϊκό μήνυμα επικοινωνίας του Λύκαιου Δία από την κορυφή με το θεό Απόλλωνα στις Βάσσες. Eκείνη την ώρα του λυκόφωτος, το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του αγάλματος του Απόλλωνα αποτελούσε για τους αρχαίους κατοίκους της περιοχής δείγμα ότι ο κραταιός Λύκαιος Δίας, ο Φωτεινός Δίας, της κορυφής του Λυκαίου, έστελνε το καθαρό μήνυμά του στον Επίκουρο Απόλλωνα.


Η ΠΗΓΗ ΑΓΝΩ

"της δε Αγνούς, ή εν τω όρει τω Λυκαίω πηγή κατά τα αυτά ποταμώ Ίστρω πέφυκεν ίσον παρέχεσθαι το ύδωρ εν χειμώνι ομοίως και εν ώρα θέρους". (Παυσ. Η΄ 38,4)
["Από δε την (νύμφη) Αγνώ (ονομάσθηκε) η πηγή στο όρος Λύκαιο η οποία όπως και ο ποταμός Ίστρος βγάζει την ίδια ποσότητα νερού χειμώνα καλοκαίρι."]

Όταν ο ήλιος γείρει στην Ιερή κορυφή, το ελαφρό δροσερό βοριαδάκι που κουβαλάει μαζί με το μύρο του χόρτου σα θυμίαμα και χιλιάδες πανάρχαιους μυστηριακούς ψίθυρους, σκορπά ρίγη στο σύγχρονο προσκυνητή. Ίσως... αν σταθεί ακίνητος, να δει τον ιερέα του Λυκαίου Δία να κατεβαίνει μουρμουρίζοντας προσευχές από την ιερή κορυφή μετά τη θυσία, να αναταράξει τα νερά της Αγνούς. Ο Δ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ αναφέρει:

"προς την πηγήν Αγνώ συνεδέετο επισημοτάτη και παραδοξοτάτη τελετουργική πράξις του ιερέως του Διός Λυκαίου. Οσάκις δηλ. μακρά ξηρασία ηπείλει την εσοδείαν των καρπών και τα δένδρα της χώρας, τότε ο ιερεύς του Διός προσευχηθείς εις το ύδωρ και τελέσας τας θυσίας, όσας ο ιερός νόμος επέβαλλε εις αυτόν, κατεβίβαζεν εις την πηγήν κλάδον δρυός και ανετάρασσε δι αυτού τα επιπόλαια του ύδατος στρώματα και ω του θαύματος! Μετά την ανακίνησιν του ύδατος ευθύς ανήρχοντο εκείθεν πυκνοί υδρατμοί όμοιοι προς ομίχλην, αύτη μετ' ολίγον μετεσχηματίζετο εις νέφος και τούτο παρασύρον κατ' ολίγον εις εαυτό και άλλα νέφη προεκάλει βροχήν εν Αρκαδία, δροσίζουσαν και ποτίζουσαν την κατάξηρον γην" (ΑΡΚΑΔΙΚΑ. 1988 τόμος Ζ΄. "ΟΙ ΝΑΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΡΧΑΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑ" ΔΗΜ. Ν. ΓΟΥΔΗΣ).

O πολιτισμός του Λυκαίου και της αρχαίας Παρασσίας χάνεται στους προϊστορικούς χρόνους, όπου ο μύθος συμπλέκεται με την Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση όμως το βουνό είναι στενά δεμένο με την ιστορία της Αρκαδίας. Μέσα στο φως του Λυκαίου όρους πολύ πριν τα Ολύμπια και τα Παναθήναια δημιουργήθηκε το "Κοινό των Αρκάδων", και αναπτύχθηκε το "Αρκαδικόν Ιδεώδες". Είναι αυτό που δίνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας για την ανθρώπινη ζωή. Ήταν αυτό που ενθουσίασε τον ποιητή Fredrich Schiller, ώστε να ομολογήσει το: "et ego in Arkadia"και εμψύχωσε τόσο βαθιά τους μακρινούς περιηγητές ώστε να δώσουν στην Αρκαδία το συνώνυμο του Παραδείσου.



ΛΥΚΟΣΟΥΡΑ - ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ

Το ιερό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα ήταν ένα σύμπλεγμα βωμών και ναών αφιερωμένων σε διάφορες θεότητες. Όμως κορυφαία ήταν ο ναός και το μέγαρο της Δέσποινας. Εκεί γίνονταν από πολύ παλιά απόκρυφη οργιαστική γιορτή, με αναπαράσταση της γέννησης του Δία, όπου λάμβαναν μέρος έφηβοι υποδυόμενοι τους Κουρήτες και Κορύβαντες, που χόρευαν με ενθουσιασμό κραδαίνοντας όπλα και βγάζοντας άναρθρες κραυγές.

Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει ναό, περίβολο, το "μέγαρο", μεγάλη στοά, υπολείμματα Λουτρών, και τους βωμούς της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητρός. Τα σωζόμενα ερείπια είναι του 2ου αι. π.Χ. Στο ναό της Δέσποινας υπήρχε το βάθρο του περίφημου "συντάγματος"του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα (σύμπλεγμα των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Αθηνάς, της Δήμητρας, της Αρτέμιδας και του τιτάνα Ανύτου) του 2ου π.Χ. αι. Το μέγαρο της Δέσποινας, ένα ναόμορφο οικοδόμημα-βωμός, ήταν ένας ιερός χώρος όπου γίνονταν τελετουργίες και μυστηριακές θυσίες. ΝΔ. του μεγάρου υπάρχει κρηνικό κτίσμα από μεγάλες ορθογονισμένες πέτρες.

Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας. Οι ανασκαφές έγιναν το 1903 από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Η Δέσποινα ήταν από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μστηριακές λατρευτικές τελετές, τις οποίες καθώς και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι σε αυτές. "Δέσποινα" δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά επίθετο με το οποίο την προσαγόρευαν. Τελικά όμως η Δέσποινα θα πρέπει να ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας:

"ταύτην μάλιστα θεών σέβουσιν οι Αρκάδες την Δέσποιναν, θυγατέρα δε αυτήν Ποσειδώνος φασίν είναι και Δήμητρος. Επίκλησις ες τους πολλούς εστιν αυτή Δέσποινα, καθάπερ και την εκ Διός Κόρην επονομάζουσιν, ιδία δε εστίν όνομα Περσεφόνη, καθά Όμηρος και έτι πρότερον Πάμφως εποίησαν. Της δε Δεσποίνης το όνομα έδεισα ες τους ατελέστους γραφείν."

Δηλαδή, "Οι Αρκάδες σέβονται και τιμούν αυτή τη Δέσποινα περισσότερο από τους άλλους θεούς, γιατί τη θεωρούν θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Οι περισσότεροι ονομάζουν αυτή τη θεά Δέσποινα όπως και αυτή που εγεννήθη από το Δία (και τη Δήμητρα) ονομάζουν Κόρη, όμως το όνομά της είναι Περσεφόνη, όπως έγραψαν ο Όμηρος και ακόμη παλιότερα ο Πάμφως στα ποιήματά τους. Το όνομα της Δέσποινας φοβήθηκα να το γνωστοποιήσω στους αμύητους."

Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη. Αυτό διαφαίνεται ανάγλυφα τόσο στα διάφορα ευρήματα που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εποχές, όσο και στο τεραστίου μεγέθους σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, όπου συνδέεται η σύγχρονη τέχνη του με την αρκαδική παράδοση.


(ιερο της Δέσποινας)




Συνημμένα
post-4-07921-____.jpg
post-4-07921-____.jpg (0 Bytes) 3323 προβολές
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 21:53

ΙΕΡΟ ΙΠΠΙΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ (Αρχαία Μαντινεία)

Το Ιερό βρίσκεται νοτιοανατολικά της αρχαίας Μαντινείας, στα όρια του συνοικισμού Μηλιά της κοινότητας Νεστάνης. Είχε εντοπισθεί από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή που ανέσκαψε την αρχαία Μαντινεία. Επανεντοπίσθηκε και ανασκάφηκε από τον Εφορο Αρχαιοτήτων Δρα Θ. Σπυρόπουλο, την τελευταία δεκαετία.
Οι ανασκαφές (1985-1995) αποκάλυψαν λείψανα του αρχαϊκού ναού και σημαντικά κινητά ευρήματα των ίδιων χρόνων (πήλινο ακρωτήριο λακωνικού τύπου με γοργόνειο, κεραμεική των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, ειδώλια κλπ.). Αποκαλύφθηκαν, επίσης, νεώτερα κτίσματα και τάφοι με αρχαίες απελευθερωτικές επιγραφές στον ΄Ιππιο Ποσειδώνα.
Ο Αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Μαντινείας βρίσκεται 14 χιλ. από την Τρίπολη στο Μαντινειακό οροπέδιο στη θέση Παλαιόπολη. Η αρχαία Μαντινεία ήταν μαζί με την Τεγέα οι σημαντικότερες πόλεις της Αρκαδίας για μια μεγάλη περίοδο. Τα ερείπια της αρχαιότατης και μεγίστης πόλεως των κατά την Αρκαδία κατά τον Πολύβιο, αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές που έγιναν το 1887-1889 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Ο αρχαιολογικός περιλαμβάνει το Αρχαίο Θέατρο, τα ερείπια του ναού του Δία, το Βουλευτήριο και τα ερείπια της Αγοράς.

Οι ανασκαφές του Γάλλου αρχαιολόγου Fougeres έφεραν στο φως σχεδόν ολόκληρα τα τείχη της πόλης με τους πύργους και τις πύλες (υπήρχαν 126 πύργοι και 10 πύλες), καθώς και την Αγορά, έναν ορθογώνιο χώρο, όπου κατέληγαν οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης. Σε έναν από τους δρόμους, την οδό της Τεγέας, υπήρχε μεγάλη στοά με κίονες. Σήμερα σώζονται δέκα από αυτούς. Στις ίδιες ανασκαφές αποκαλύφθηκε αρχαίο θέατρο κοντά στην Αγορά, η σκηνή του οποίου διατηρείται σήμερα ανέπαφη. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν επίσης τους ναούς του Ηραίου και του Σωτήρος Διός, το Βουλευτήριο, πλήθος γλυπτών (έργα και του Πραξιτέλη), που φυλάσσονται στο εθνικό Μουσείο των Αθηνών, όπως και μια Βυζαντινή εκκλησία.

Από το θέατρο έχει ανασκαφεί η σκηνή, η οποία σώζεται άθικτη, η ορχήστρα και μερικά από τα χαμηλότερα χτιστά εδώλια του κοίλου. Οι κερκίδες χαμηλά ήταν τουλάχιστον επτά. Είναι ένα από τα ελάχιστα θέατρα της κυρίως Ελλάδας που για την κατασκευή του κοίλου σχηματίστηκε τεχνητή επίχωση, επειδή η πόλη βρισκόταν σε τελείως επίπεδο χώρο. Η προσέλευση των θεατών στο κοίλο γινόταν από 4 συνολικά εισόδους που υπήρχαν στο πίσω μέρος του ημικυκλικού αναλημματικού τοίχου, του οποίου διατηρούνται μερικά μέρη. Η διάμετρος του αναλήμματος είναι 67 μ. και η ακτίνα της ορχήστρας 10,87 μ. Το αρχαίο θέατρο χρησιμοποιείται περιστασιακά σήμερα για ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων.

Κοντά στον αρχαιολογικό χώρο της Μαντινείας βρίσκεται ο λόφος Γκορτσούλι και ο αρχαιολογικός του χώρος. Στη θέση αυτή υπήρχε εκτεταμένος οικισμός και ακρόπολη των Πρωτοελλαδικών χρόνων. Στους αρχαϊκούς χρόνους η πόλη μεταφέρθηκε στον επίπεδο χώρο, δηλαδή στη θέση του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Μαντινείας.








Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ

Ένα μεγάλο πρόβλημα που απασχόλησε τους αρχαιολόγους ερευνητές ήταν ο εντοπισμός του τάφου του Επαμεινώνδα, που σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες είχε ταφεί κάπου στη μαντινειακή πεδιάδα, μετά το θάνατό του στη νικηφόρα μάχη που έδωσε στη Μαντινεία το 362 π.Χ. Διάφορες έρευνες που έγιναν από τις αρχές του 20ού αιώνα στην περιοχή - και από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, δεν καρποφόρησαν. Πρόσφατα, το 2002, το μυστήριο φαίνεται να λύθηκε, μετά από ανασκαφές στη θέση Μαρμαράκι, κοντά στο αρχαίο δρόμο Μαντινείας-Τεγέας και στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό χωριό Λουκά. Τις ανασκαφές πραγματοποίησε ο έφορος αρχαιοτήτων Σπάρτης Δρ. Θ. Σπυρόπουλος που έφερε στο φως τα υπολείμματα του ταφικού μνημείου. Η ανακάλυψη του τάφου βασίστηκε κύρια στις σχετικές πληροφορίες που άφησε ο Παυσανίας στα "Αρκαδικά".

ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΤΥΡΙΤΑ

Στην κορυφή υψώματος του Προφήτη Ηλία, πάνω από το χωριό Πέρα Μέλανα της Κυνουρίας (80 χιλ. από Τρίπολη), υπάρχουν λείψανα του ιερού του θεού Απόλλωνα Τυρίτα, του σημαντικότερου από τα ιερά της αρχαίας Κυνουρίας. Ο Τυρίτας ήταν μάλλον μια παλαιά τοπική θεότητα και θεωρείτο προστάτης της παραγωγής του γάλακτος και τυριού. Στο πέρασμα όμως του χρόνου ταυτίστηκε με το θεό Απόλλωνα και κράτησε το παλιό όμομά του σαν επίθετο.

Η λατρεία στο ιερό του Τυρίτα άρχισε τον 8ο αι. π.Χ. και ήταν πιο έντονη τον 7ο, 6ο και 5ο αι. π.Χ. με μια αναλαμπή τον 4ο αιώνα. Το ιερό του γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή απ΄ όλα τα ιερά της περιοχής στην αρχαϊκή περίοδο και σε αυτό μάλλον συνέβαλε η κεντρική του θέση στην Κυνουρία.
Πάνω στα θεμέλια του αρχαίου ιερού έχει κτισθεί το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Έχουν αποκαλυφθεί ίχνη μικρού ναού του 6ου αι. π.Χ., τετράγωνος βωμός, αναλημματικός τοίχος του 4ου αι. π.Χ., δωρικό κιονόκρανο και επιστύλιο και δισκοειδή ακρωτήρια λακωνικού τύπου, Επίσης βρέθηκαν και άλλα μικρότερα ευρήματα, πήλινα και χάλκινα, μεταξύ των οποίων αρκετά αναθήματα διαφόρων περιόδων. Τα περισσότερα από τα τελευταία είναι των αρχαϊκών χρόνων.

Στα πλέον αξιόλογα ευρήματα περιλαμβάνονται χάλκινο αγαλμάτιο ταύρου που φέρει την επιγραφή ΑΠΕΛΟΝ ΚΛΕ, χάλκινη λεοντόσχημη πόρπη με την επιγραφή ΑΠΟΛΟΝΟΣ ΕΜΙ, χάλκινη φιάλη με την επιγραφή ΑΠΕΛΟΝ ΤΥΡΙΤ[ΑΣ] στο χείλος της και χάλκινο ανδρικό αγαλμάτιο με επιγραφή ΑΠΕΛΟΝ ΤΥΡΙΤΑΣ.

ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

Νοτιοδυτικά της Ανδρίτσαινας, σε ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της Αρχαιότητας.

Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βάσσες (που σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αι.π.Χ., ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίο και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου- συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ.

Ο ναός του Απόλλωνος στο ιερό των Βασσών αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο.

Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύμασε το μνημείο στα μέσα περίπου του 2ου αι.μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, με προσανατολισμό Β.-Ν και διαστάσεις 14,48x38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη.

Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6x15 αντί του κανονικού για την εποχή 6x13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου. Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του.

Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο.

Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές αμαζονομαχίας και κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, "βλέπει" όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες.

Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος. Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και ύστερα από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο.

Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από εικοσιτρείς μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι έντεκα δυτικά παρίσταναν κενταυρομαχία (Λάπηθες - Κένταυροι) και οι έντεκα ανατολικά αμαζονομαχία (Αθηναίοι - Αμαζόνες). Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη συνδρομή της Αρτέμιδος, έκανε να επέλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους αίτιους των φοβερών μαχών (Κενταύρους - Αμαζόνες). Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η συνταιριασμένη πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας. Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του Επικουρείου Απόλλωνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και εκλάπησαν. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα το οποίο κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγάλη Πόλις μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το τέμενος του Λυκαίου Διός.



ΑΡΧΑΙΟΣ ΟΡΧΟΜΕΝΟΣ

Στην αριστερή πλευρά του δρόμου από Λεβίδι προς Κανδήλα βρίσκεται η αρχαία αρκαδική ακρόπολη του Ορχομενού, πάνω σε ύψωμα που δεσπόζει της μοναδικού κάλους πεδιάδας του Λεβιδίου. Ο Όμηρος την ανέφερε ως πολύμηλον, που σημαίνει πλούσια σε πρόβατα. Πρωτοκατοικήθηκε στα Γεωμετρικά χρόνια. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν το κέντρο της Αρκαδίας και μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα εθεωρείτο και έδρα των βασιλέων της. Ο Παυσανίας όταν την επισκέφτηκε βρήκε την πόλη σε παρακμή.

Η ακρόπολη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, όπου υπάρχουν ερείπια του ναού της Αρτέμιδος, της αγοράς και των τειχών. Υπάρχει επίσης αξιόλογο αρχαίο θέατρο του 3ου π.Χ. αιώνα που διατηρείται σε καλή κατάσταση και που ήλθε στο φως από ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Διατηρούνται θεμέλια σκηνικής κατασκευής, μέρος του κοίλου με 13 σειρές χτιστά ειδώλια, τμήμα της προεδρίας, στα κράσπεδα της ορχήστρας λίθινο κυλινδρικό βάθρο, δύο λίθινοι θρόνοι με ανάγλυφα και ανάλημμα της δεξιάς παρόδου. Όπως μαρτυρούν επιγραφές, το θέατρο φιλοξενούσε και αγώνες προς τιμήν του Διονύσου. Στην αρχαιότητα υπήρχε κοντά στην πόλη ξόανο της Άρτεμης τοποθετημένο σε ένα μεγάλο κέδρο. Για τον λόγο αυτό η θεά ονομαζόταν θεά Κεδρεάτις. Αξιοθέατο αποτελεί επίσης η πηγή, από όπου υδρεύονταν τα ιερά του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης. Παλαιότερα στο αρχαίο θέατρο εδίνοντο το καλοκαίρι θεατρικές παραστάσεις.

Ο αρχαιολογικός χώρος απέχει 30 χλμ. από Τρίπολη και 8 χλμ. από Λεβίδι. Πίσω από το ύψωμα του Ορχομενού υπάρχει μεσαιωνικός πύργος.




ΝΑΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΣ ΣΩΤΕΙΡΑΣ

Δυτικά του αρχαίου Παλλαντίου και στη θέση Βίγλα του Βόρειου όρους (σήμερα Γράβαρη), 2 χιλ, από το Καλογερικό, σε βραχώδη και ερημική τοποθεσία σώζονται λείψανα σημαντικού περίπτερου μαρμάρινου δωρικού ναού του τέλους του 6ου αι. π.Χ. ο οποίος αποδίδεται από τον Παυσανία στην Αθηνά Σώτειρα και στον Ποσειδώνα. Σώζονται τα θεμέλια του ναού καθώς και αρχιτεκτονικά μέλη διασκορπισμένα στο γύρω χώρο. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ιδρύθηκε από τον Οδυσσέα κατά την επιστροφή του από την Τροία. Ο ναός κτίστηκε πάνω σε προγενέστερο ναό (7ος π.Χ. αιών) και ήταν μεγαλοπρεπής (με μάρμαρο Δολιανών και με αετωματικά γλυπτά).

Κατά τις ανασκαφές έχουν ανακαλυφθεί πλήθος και ποικιλία αναθημάτων, δείγμα της ακτινοβολίας του ναού στις κοντινές αρχαίες πόλεις. Στη βόρεια άκρη του ναού είναι χτισμένη μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Το μεγαλύτερο μέρος από το οικοδομικό υλικό του ναού έχει χρησιμοποιηθεί σε νεότερα κτίσματα της περιοχής.


ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΝΑΚΕΑΤΙΔΟΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ

τη θέση "ψηλή ράχη" ή "ψηλή κορφή" (σήμερα Άγ. Παντελεήμονας) της Βέρβενας, σε μια έρημη πλαγιά και σε υψόμετρο 1300μ. περίπου, βρίσκονται τα ερείπια του ιερού της Αρτέμιδος. Απέχει περίπου 45' με τα πόδια από το χωριό Βέρβαινα. Το 1907 ο Βουρβουραίος καθηγητής αρχαιολογίας Κ. Α. Ρωμαίος έκανε ανασκαφές στη θέση αυτή με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Βρέθηκαν πολλά αρχιτεκτονικά λείψανα από ένα μαρμάρινο ναό και δεκάδες μικροευρήματα, αφιερώματα των πιστών, θραύσματα από αγγεία, χάλκινες αιχμές βελών, πήλινα γυναικεία ειδώλια και άλλα ευρύματα που έδειχναν ότι στο μέρος εκείνο λατρευόταν η Άρτεμις, κατ' εξοχήν Αρκαδική θεά.

Η λατρεία εκεί πάνω άρχισε περίπου στα 900 π.Χ. Αργότερα, γύρω στο 540 π.χ. χτίστηκε ένας μικρός τετράστηλος αμφιπρόστυλος ναός δωρικού ρυθμού, με πλάτος 6.5 μέτρα και μήκος 13 μέτρα και με τέσσερις δωρικούς κίονες στην ανατολική πρόσοψη και άλλους τόσους στη δυτική. Ο ναός ήταν ολομάρμαρος και μάλιστα ο αρχαιότερος ολομάρμαρος στην Ελλάδα, από υλικό που είχε ληφθεί από το Μαρμαροβούνι Δολιανών. Ο ναός αυτός παρουσιάζει πολλές πρωτοτυπίες στα κιονόκρανα, τα τρίγλυφα και τα γείσα. Υπήρχαν τέσσερις κίονες δωρικοί στην ανατολική πρόσοψη και άλλοι τόσοι στη δυτική. Μέσα στο σηκό του ναού υπήρχε ένα κολοσσιαίο μαρμάρινο άγαλμα της Αρτέμιδος, ύψους 3μ. από το οποίο βρέθηκε μόνον ένα μικρό του τμήμα. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ενδείξεις ο ναός πρέπει να λειτουργούσε μέχρι το τέλος της ελληνιστικής περιόδου.




ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΟΙ ΚΛΙΒΑΝΟΙ ΣΤΕΝΟΥ

Κοντά στο χωριό Στενό (δίπλα από το σιδηροδρομικό σταθμό) βρίσκονται τέσσερεις αρχαίοι Μεταλλουργικοί Κλίβανοι και εγκατάστασεις πλυντηρίων μεταλλουργίας που λειτουργούσαν στους προϊστορικούς (1700 π.Χ.) και στους υστερορωμαϊκούς χρόνους (400 μ.Χ.). Εκεί γινόταν ανάτηξη των μεταλλούχων σκουριών της προϊστορικής καμινίας.

Οι κλίβανοι αποκαλύφθηκαν το 1980 και χρονολογούνται στους πρωτοελλαδικούς και μεσοελλαδικούς χρόνους.




ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΟΙ ΚΛΙΒΑΝΟΙ ΑΓΙΩΡΓΙΤΙΚΩΝ

ξω από το χωριό Αγιωργίτικα και κοντά στο δημόσιο δρόμο, βρέθηκε ένας τεράστιος προϊστορικός μεταλλουργικός κλίβανος με συμπληρωματικές εγκαταστάσεις (πλυντήρια, δεξαμενές και εργαστήρια) για τον εμπλουτισμό και τήξη του μεταλλεύματος. Ο κλίβανος θεωρείται ο μεγαλύτερος κλίβανος των Προϊστορικών Χρόνων (πριν από 2000 π.Χ.).

Το δάπεδο του κλιβάνου φέρει έντονα ίχνη φωτιάς από την καμήνευση. Ο κλίβανος και οι εγκαταστάσεις πλυντηρίων προορίζονταν για καμίνευση και επεξεργασία χαλκούχου μεταλλεύματος που εξωρυσσόταν στην περιοχή.

ΑΡΧΑΙΟ ΠΑΛΛΑΝΤΙΟ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ

Κοντά στο χωριό Παλλάντιο (7 χιλ. από Τρίπολη), ΒΔ της λίμης Τάκας, και πάνω σε έναν ειδυλλιακό κατάφυτο λοφίσκο όπου η σημερινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη βρίσκονται τα λιγοστά λείψανα της ακρόπολης της αρχαίας πόλης Παλλάντιον πού ήκμασε στην αρχαιότητα. Ιδρυτής της πόλης θεωρείται ο Πάλλας, εγγονός του Πελασγού και γιος του Λυκάονα.
ο Παλάντιον είναι μια από τις μητροπόλεις της αρχαίας Ρώμης. Κατά τη μυθολογία, εξήντα χρόνια πριν από τον Τρωικό πόλεμο, από την πόλη αυτή ξεκίνησαν άποικοι με επικεφαλής το βασιλιά Εύανδρο (γιο του Ερμή και της νύμφης Θέμιδας ή της Νικόστρατης ή κατά τους Λατίνους της μάντιδας Καρμέντης), που ίδρυσαν αποικία στην αριστερή όχθη του Θύβριδα πόταμου και της έδωσαν το όνομα Παλλάντιο. Για τον λόγο αυτόν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αντωνίνος Πίος ανακήρυξε την πόλη ανεξάρτητη και προνομιούχο. Αργότερα, η πόλη μετωνομάστηκε σε Παλάτιον, και από αυτήν πήρε το όνομα και ο λόφος Παλατίνος. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην ακρόπολη του Παλλαντίου υπήρχε ιερό των καθαρών, όπως ονομάζονταν, θεών, και μέσα στην πόλη υπήρχε ναός του Πάλλαντα και ιερό της Περσεφόνης.

Από το αρχαίο Παλλάντιο ελάχιστα ευρήματα σώζονται. Στον λόφο οι ανασκαφές έφεραν στο φως λιγοστά λείψανα (θεμέλια) τεσσάρων ναών των αρχαϊκών χρόνων (ένας εκ των οποίων στην πλαγιά του λόφου), καθώς και του οχυρωματικού περιβόλου της ακρόπολης, όπου ιερό των Καθαρών θεών, ενώ ναός του Πάλλαντος και του Ευάνδρου με τα αγάλματά τους βρίσκονται στην κάτω πόλη.

ΑΡΧΑΙΟ ΛΕΠΡΕΟ

Ο αρχαιολογικός χώρος της ακρόπολης του αρχαίου Λέπρεου βρίσκεται κοντά στο σημερινό χωριό Λέπρεο (Στροβίτσι) της Ηλείας, στα υψώματα του όρους Μίνθη, βόρεια της αρχαίας Φυγαλείας και της κοιλάδας της Νέδας.

Η θέση του αρχαίου Λέπρεου, έλεγχε τους δρόμους που συνέδεαν την Ηλεία, τη Μεσσηνία και την Αρκαδία. Λόγω της στρατηγικής της θέσης, η πόλη διεδραμάτισε ηγετικό ρόλο ανάμεσα στις άλλες Τριφυλιακές πόλεις. Η ευημερία της πόλης οφειλόταν κύρια στο μεγάλο ποτάμι Νέδα, που την εποχή εκείνη ήταν πλωτό, στην εύφορη κοιλάδα του Αιπασίου πεδίου στα δυτικά της, που αρδευόταν από άφθονες πηγές και το Θολοπόταμο. Την πόλη ίδρυσαν οι απόγονοι των Αργοναυτών, οι Μινύες, όταν διωγμένοι από τη Λήμνο ήρθαν κάποτε στην Τριφυλλία, που ζούσαν οι Κάυκωνες, και έφτιαξαν αρκετές πόλεις. Η σημαντικώτερη ήταν το Λέπρεο που ιδρύθηκε από το Λέπρεο, ανηψιό του Αυγεία.

Η ιστορία της πόλης είναι συνυφασμένη από τη συνεχή αντίσταση των κατοίκων κατά της κυριαρχίας των Ηλείων, των οποίων υπήρξαν οι σκληρότεροι αντίπαλοι, όπως και από τις λυσσώδεις μάχες που έδωσαν για την ανεξαρτησία τους.



(Αρχαιολογικός χάρτης της Αρκαδίας)




"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 22:09

Η ΤΣΑΚΩΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ

τσακωνική διάλεκτος
η επιβίωση της αρχαίας λακωνικής

Τα τσακώνικα είναι επιβίωση της αρχαίας Λακωνικής και το μοναδικό γλωσσικό ιδίωμα, από αυτά που κρατούν από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, το οποίο έμεινε ζωντανό- δηλαδή ομιλούμενο- τουλάχιστον στον Ελλαδικό χώρο. (Εκτός του Ελλαδικού χώρου παρόμοιους δεσμούς έχουν η Ποντιακή, η Καππαδοκική και τα Ελληνικά της Νότιας Ιταλίας). Η σπανιότητα οφείλεται στο γεγονός ότι από τον 3ο αιώνα π.Χ. και εντεύθεν, όπως είναι γνωστό, επικράτησε στον ελληνικό κόσμο η Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική Κοινή, που προήλθε από την Αττική διάλεκτο και είχε υπερδιαλεκτικό χαρακτήρα.

Διάδοχός της ήταν η Μεσαιωνική ελληνική (6ος -18ος αι.) που εξελίχθηκε στη σημερινή Νέα Ελληνική. Ετσι, τα τσακώνικα θεωρούνται παραφθορά και εξέλιξη της αρχαίας Λακωνικής, αναμεμιγμένη με όλες τις επιρροές της ελληνικής γλώσσας κατά την εξέλιξή της μέχρι σήμερα. Ομιλείται στις περιοχές της Κυνουρίας όπου υπάρχει τσακώνικος πληθυσμός, δηλαδή στον Τυρό, τα Σαπουνακαίικα, τα Μέλανα, τον Αγιο Ανδρέα, την Πραματευτή, τη Βασκίνα, το Λιβάδι, τη Σαμπατική, τον Πραστό, τη Σίταινα και την Καστάνιτσα και στο Λεωνιδιο.

Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι τα τσακώνικα μιλήθηκαν κατά το παρελθόν και εκτός των ορίων της σημερινής Τσακωνιάς, όπως, για παράδειγμα, στη γειτονική περιοχή της Λακωνίας, αλλά και στις τσακώνικες αποικίες. Η τελευταία εκτίμηση στηρίζεται στην πρόσφατη -σχετικά- αποκάλυψη ότι στα χωριά Βάτικα και Χαβουτσί, των ανατολικών παραλίων της θάλασσας του Μαρμαρά, όπου ήταν συγκεντρωμένοι Τσάκωνες, μέχρι του έτους 1924 τουλάχιστον ήταν σε χρήση τα τσακώνικα. Σήμερα, βέβαια, η χρήση αυτού του ιδιώματος έχει υποχωρήσει αισθητά. Υπολογίζεται ότι το μιλούν (από μέτρια έως καλά) έως και 2.000 κάτοικοι της Τσακωνιάς, που οι περισσότεροι είναι υπερήλικες. Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι το 1997 τα τσακώνικα διδάσκονταν στο Γυμνάσιο του Τυρού από ντόπιους καθηγητές. Τα κυριότερα γλωσσικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Τσακωνική έχει στενούς δεσμούς με την Αρχαία Λακωνική είναι:

α. Διατήρηση του δωρικού α εκεί που η Ιωνική είχε η (μάτηρ- μήτηρ).
β. Τροπή του σ σε δασεία, μεταξύ φωνηέντων, και αποκοπή του έπειτα.
γ. Τροπή του θ σε σ.
δ. Τροπή του τελικού ς σε ρ (ρωτακισμός) όταν ακολουθεί φωνήεν.
ε. Διπλή προφορά του υ σαν ου και ιου, ανάλογα με το ποιο σύμφωνο υπάρχει πριν το υ (κύων-κούε, λύκος-λιούκο).
ζ. Αποβολή του τελικού ς (τοίχο-τοίχος).
η. H διατήρηση του δίγαμμα F που είχε ήδη χαθεί στα 800 π.X. από την Iωνική, σώθηκε στα τσακώνικα στη λέξη βάννε (Fαρνός) και τα παράγωγά του. Bαννί και βαννιούλι = αρνάκι.

Εδώ θα αναφερθώ σε δύο λέξεις - φράσεις. Οι νέοι, και όχι μόνο, όταν προσφωνούσαν πρόσωπα που ενέπνεαν το σεβασμό, τους γονείς, τους συγγενείς, τους πρεσβύτερους, χρησιμοποιούσαν το πρόθεμα «λο», π.χ. έρχομαι λο πατέρα, ή τι κάνεις λο θείε; ή που είσαι λο; (χωρίς πρόθεμα). Κατά τον Λάζαρο Χαρακάκο, είναι το αρχαίο υπερθετικό του αγαθός, λώον, λώστος, το οποίο παρεφθάρει σε λο. Ηταν σε χρήση λοιπόν για να δείξει το σεβασμό προς τα άξια σεβασμού πρόσωπα, πολύ πριν μας έρθει ο γαλλικιστί πληθυντικός αριθμός ευγενείας, αλλά όμως παρέμεινε σε χρήση και με τη γενίκευση αυτού. Η δεύτερη φράση που συναντάται στην καθομιλουμένη γλώσσα είναι το «έγινε άρατος». Χρησιμοποιείται για να δηλώσει πως κάποιος έγινε καπνός. Αλλά ας εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο. Αν ρωτήσεις τους μεγαλύτερους σου απαντούν με την παραπάνω εξήγηση, χωρίς να ξέρουν ότι το άρατος είναι ο Αρατος, αρχιστράτηγος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, όπου σε μάχες που δόθηκαν, με τους Σπαρτιάτες, αυτός και τα στρατεύματά του τρέπονταν σε φυγή, εξ ου και το έγινε άρατος. Ολα αυτά τα γεγονότα λάμβαναν χώρα το 262-222 π.Χ. Φανταζόμαστε τι εντύπωση θα είχε προκαλέσει τότε που διατηρήθηκε απο τους γηγενείς κατοίκους.

Η τσακώνικη διάλεκτος θεωρείται από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Η αρχαιότητα και η καταγωγή της διαλέκτου αποδείχθηκε και από τον μεγάλο Γερμανό φιλόλογο Μιχαήλ Δέφνερ. Επίσης, για τη διάλεκτο αυτή έχουν γίνει αρκετές έρευνες από Ελληνες και ξένους ειδικούς και γλωσσολόγους και έχει εκπονηθεί γραμματική (Κωστάκης) και λεξικό της. Υπάρχει επίσης και αναγνωστικό με στοιχεία λεξιλογίου και γραμματικής.

Τα τσακώνικα ζωντανεύουν σήμερα και στη μουσική παράδοση, με αρκετά δημοτικά τραγούδια που συνοδεύουν κυρίως τον τσακώνικο χορό. Μάλιστα τελευταία έχει εκδοθεί και ποίηση στην τσακώνικη διάλεκτο. Μια καλή αναφορά μεταξύ άλλων για την τσακώνικη διάλεκτο είναι τα "Χρονικά των Τσακώνων", έκδοση του συλλόγου του "Αρχείου των Τσακώνων" με έδρα το Λεωνίδιο, όπου δημοσιεύονται αρκετά άρθρα και εργασίες γύρω από την προέλευση και την εξέλιξη της γλώσσας.

Το λεξικό βασίζεται στο Λεξικό του Δέφνερ και ψηφιοποιήθηκε από την έκτη τάξη του Δημοτικού Λεωνιδίου
υπό την επίβλεψη του Δασκάλου τους Παναγιώτη Τσαγκούρη, κατά το σχολικό έτος 2004-2005.

http://www.leonidio.gr/gr/index.htm

δείτε επίσης, δείγμα τσακωνικού λεξιλογίου από το ανθολόγιο "Χρονικά των Τσακώνων": http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/culture/tsakonia/anthol1.htm




"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 22:28

Αρκαδικές αποικίες στο ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο

Η ύπαρξη Αρκαδικών τοπωνυμίων σ'όλες τις περιοχές του γνωστού κόσμου της προϊστορικής και ιστορικής αρχαιότητας μας οδηγεί στη σκέψη, πως ο αρχαιότατος λαός των Αρκάδων διασπάρθηκε παντού και εγκαταστάθηκε στα σπουδαιότερα και ευφορώτερα μέρη, στην προσπάθεια του να αναζητήσει τύχη καλύτερη, αφού η άγονη και ορεινή γη της Αρκαδίας αδυνατούσε να τους θρέψει. Καμιά άλλη περιοχή της Ελλάδας δεν μπορεί να παρουσιάσει ένα τόσο μεγάλο προϊστορικό αποικισμό όσο ή Αρκαδία. Στη Δύση, στην Ανατολή, στο Νότο και στο Βορρά, οι Αρκάδες Αχαιοί δημιουργούν νέες πατρίδες.



Κατά το εγκυκλοπαιδικό λεξικό ΗΛΙΟΣ

ΔΑΡΔΑΝΟΣ: Ο Δάρδανος και ο Ιασίων ήσαν υιοί της θυγατρός του βασιλέως της Αρκαδίας Ηλέκτρας και του Διός. Ο Δάρδανος έλαβεν ως σύζυγον την Χρυσήν, θυγατέρα του Πάλλαντος, εκ της οποίας απέκτησε δυο υιούς, τον Δίμαντα και τον Ιδαίον. Η Χρύση ή Χρύσις εδώρησε είς τον Δάρδανο δύο παλλάδια, εδίδαξε δε τόσον εις αυτόν όσον και είς τους δύο υιούς της τα της λατρείας των. Οταν ο Δίμας και ο Ιδαίος είχον φτάσει είς ανδρικήν πλέον ηλικίαν, έγινεν εις την Αρκαδία τρομαχτικός <<ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ>>, αι δέ πεδιάδες καλυφθείσαι υπο τών υδάτων δέν ηδύνατο πλέον να διαθρέψουν τόν πληθυσμόν. Τότε ο Δάρδανος, ο υιός του Ιδαίος και ο αδερφός του Ιασίων, παραλάβοντες και πολλούς άλλους Αρκάδες, διεπέραιωθησαν είς την Σαμοθράκην, όπου και εγκατέστάθησαν ιδρύσαντες και ναόν τών μεγάλων θεών...

...διεπεραιώθη ο Δάρδανος μετά του υιού του Ιδαίου και των άλλων Αρκάδων είς την έναντι Μικρασιατικήν ακτήν όπου εβασίλευεν ο Τευκτρός, υιός του ποταμού Σκαμάνδρου και νύμφης Ιδαίας. Ούτος υπεδέχθη τους Αρκάδας ευμενώς, έδωσε δε και και την θυγατέρα του Βάττιαν ή Αρίσβην ώς σύζυγον του Δαρδάνου, δοθέντος οτι είχεν αποθάνει εν το μεταξύ η Χρύση. ο Δάρδανος έκτισεν εκεί πόλιν ήτις έλαβεν το όνομα Δάρδανος ή Δαρδάνις, ιδρύσας και ναόν της Αθηνάς, εν τώ οποίω εγκατέστησε τα Παλλάδια. Ακολούθως εξέδωκε χρησμόν, κατά τον οποίον, εφ' όσον τα Παλλάδια ευρίσκονται εκεί και τούς απονέμονται αι δέουσαι τιμαί, η πόλις θα είναι απόρθητος.

Καί ο χρησμός, είς τον οποίον ήδη αναφερθήκαμε, καταλήγει προλέγων: ''...έσσεται αθάνατος και αγήραος, ήματα πάντα'' (θα είναι αθάνατος και αγέραστος για πάντα)

Σκάμανδρος: ετυμ. σκάπτω + ανήρ - επειδή ο Ηρακλής κατ' εντολή του Διός, έσκαψε εκεί όπου επήγασε ο ποταμός.


1. ΟΙ ΑΡΚΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Στα πλαίσια του μεγάλου προϊστορικού αποικισμού των Αρκάδων τοποθετείται και η εγκατάστασή τους στην Κύπρο. Μάρτυρες και πηγές αυτού του αποικισμού είναι ο Όμηρος, ο Παυσανίας, ο Στράβωνας, τα σημαντικότατα αρχαιολογικά ευρήματα και τελευταίο αλλά καθόλου λιγότερο σημαντικό η Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος.


Το τόσο εύφορο νησί δεν θα μπορούσε παρά να τραβήξει το ενδιαφέρον των Αρκάδων, ενός κατ'εξοχήν "πλανητικού" λαού. Όμως οι πρώτες μαρτυρίες μιλούν για ένα τυχαίο - συγκυριακό γεγονός σαν αρχή και αιτία αυτής της εγκατάστασης.

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα στην αναφορά του στις ελληνικές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα για να πάρουν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας αναφέρει τους Αρκάδες με αρχηγό τους τον βασιλιά της Τεγέας Αγαπήνορα να ξεκινούν με εξήντα καράβια. καράβια που εξασφάλισε για τους "βαλανηφάγους" άριστους πολεμιστές, αλλά άπειρους από τη θάλασσα, ο Αγαμέμνονας . Aς μη ξεχνάμε ότι η Αρκαδία την αρχαία εποχή δεν είχε διέξοδο στη θάλασσα, όπως και ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα, (Β, 603-614).

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι Αρκάδες μπήκαν στα καράβια και πήραν το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα. Κοντά στην Κύπρο μεγάλη φουρτούνα τους ανάγκασε να αράξουν στις Κυπριακές ακτές και άρχισε πια η μόνιμη εγκατάστασή τους.
ε το συγκυριακό και τυχαίο χαρακτήρα της εγκατάστασης συμφωνεί και ο Παυσανίας. πρέπει όμως να τονίσουμε και το μη προσωρινό, γιατί ποιος κτίζει πόλεις και ναούς όταν πρώτο του μέλημα είναι να φύγει; Κι ακόμη υποδηλώνεται η ύπαρξη φιλικού περιβάλλοντος και εγκάρδιες επαφές με το ντόπιο πληθυσμό, βασικοί παράγοντες για δημιουργία. Το προηγούμενο ενισχύει και η γνώμη στον κύκλο των ειδικών ότι από πολύ παλιότερα είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο οι Αρκάδες, σαν έμποροι, μετανάστες και αποικιστές. Οι νέοι του Αγαπήνορα, μαζί με τους παλιούς, ανακατεύτηκαν με τους γηγενείς και έπλασαν μια δυναμική και δημιουργική φυλή. Μετέφεραν συνήθειες, έθιμα, γνώσεις, Τέχνες και τέχνες που ανακατεύτηκαν με τις κυπριακές και τεχνούργησαν ένα λαμπρό πολιτισμό, τον Αρκαδοκυπριακό.

Στην Κύπρο ο Αγαπήνορας ίδρυσε την Πάφο και στην Παλαίπαφο ιερό της Αφροδίτης. Η κόρη του η Λαοδίκη, μετά από χρόνια έστειλε πέπλο στην Αλέα Αθηνά της Τεγέας και εκεί ίδρυσε ναό της Αφροδίτης της Παφίας, κάτι που αποδεικνύει τους δεσμούς της αποικίας με τη μητρόπολη. H μαρτυρία του Παυσανία για τον αποικισμό αυτό είναι σαφής:

"...Και Πάφου τε Αγαπήνωρ εγένετο οικιστής και της Αφροδίτης κατασκευάσατο εν Παλαίπαφω ιερόν...". (Παυσανίας, "Αρκαδικά", βιβλίο 8, κεφ.5, §§ 2-4 ),

ενώ για την εγκατάσταση των Αρκάδων στην Κύπρο κάνει λόγο και ο Στράβων ( Strabo, Lib. XIV, κεφ. ΣΤ', § 3).
Δεν είναι μόνο τα κείμενα που μας μιλούν γι'αυτόν τον αποικισμό. Αψευδείς μάρτυρες είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία πόλη Έγκωμη της επαρχίας Αμμοχώστου έφερε στο φως ισχυρά τείχη, δρόμους, σπίτια, δημόσια κτίρια, βωμούς και χιλιάδες αντικείμενα τέχνης που αποδεικνύουν περίτρανα το ρίζωμα των Αρκάδων σ'αυτόν τον τόπο.

Από τα παραπάνω θα πρέπει να ξεχωρίσουμε δυο χάλκινα αγάλματα. Το ένα παρασταίνει τον αρκαδικό θεό Απόλλωνα, τον λεγόμενο Κεραιάτη. Πέρα από την υψηλή τέχνη που το χαρακτηρίζει, θα πρέπει να τονίσουμε ότι στο κεφάλι του έχει κέρατα, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην Αρκαδία. Το δεύτερο, από χαλκό κι αυτό παρασταίνει ένα θεό με γένια και κέρατα. Ο αρκαδικός θεός Παν ; Τότε γιατί κρατάει ασπίδα και ακόντιο ; Μα επειδή έχουμε δείγμα όχι μεταφοράς-αντιγραφής, αλλά απτό συγκερασμό αρκαδοκυπριακής συνεργασίας.



α παραπάνω είναι χαρακτηριστικά αλλά όχι μοναδικά δείγματα της αρκαδικής παρουσίας στην Κύπρο. Πολυάριθμα ευρήματα σε πολλές κυπριακές τοποθεσίες μιλούν για την ύπαρξη πολλών και ισχυρών αρκάδων στην Μεγαλόνησο από το 14ο αιώνα π.Χ. και μετά.

Όμως εκείνο πού έχει το μεγαλύτερο βάρος στον αβρό και καρποφόρο εναγκαλισμό Αρκαδίας και Κύπρου, είναι η γλώσσα. Η ξεχωριστή εκείνη αρχαία κυπριακή γλώσσα πού σύμφωνα με το χαρακτηρισμό των ειδικών λέγεται Αρκαδοκυπριακή Διάλεκτος. Δεν ήταν μόνο προφορική αυτή η διάλεκτος, αλλά και γραπτή. Οι Κύπριοι είχαν δική τους γραφή. Είναι διαφορετική από την μινωική και λέγεται "συλλαβική κυπριακή γραφή". Οι ειδικοί επιστήμονες τοποθετούν την ακμή και χρήση της, γύρω στα 1.500 π.Χ., αλλά δεν κατάφεραν ακόμη να την αποκρυπτογραφήσουν, παρά τις έντονες προσπάθειες τους. Τα σύμβολα της αποτελούνται από ευθείες και καμπύλες γραμμές (γραμμική γραφή) και τα βρήκαν χαραγμένα σε πήλινες πινακίδες ή ζωγραφισμένα επάνω σε αγγεία. Αργότερα, τα χάραζαν επάνω σε φύλλα χαλκού. Επιφάνειες σαν αυτές, με τέτοια γραφή, βρέθηκαν πολλές στην Παλαίπαφο, στο Κίτιο, στην Έγκωμη και αλλού. Τα ονόματα των πόλεων μας θυμίζουν αρκαδικές εγκαταστάσεις κι αρκαδικές πολύπλευρες εξάρσεις.
Ειδικά στην πόλη Έγκωμη, βρέθηκε ένας πήλινος κύλινδρος γραμμένος σ' ολόκληρη την επιφάνεια με σύμβολα μεταγενέστερης εποχής (γύρω στα 1.200 π.Χ.). Εκατό χρόνια αργότερα, γύρω στα 1100 π.Χ., παρουσιάστηκαν αρκετά εργαλεία χάλκινα, με χαραγμένες επάνω τους διάφορες επιγραφές, όπως χάλκινα πιάτα, γεωργικά ή ξυλουργικά χάλκινα αντικείμενα, ραβδιά, εξαρτήματα αργαλειού και χάλκινα νομίσματα (τάλαντα). Φαίνεται πώς η μόρφωση είχε αναπτυχθεί τόσο πολύ, ώστε οι τεχνίτες ήξεραν να γράφουν και οι άνθρωποι του λάου να διαβάζουν. Τα αντικείμενα αυτά, ήσαν για τις πλατειές λαϊκές τάξεις και όχι για τους παλατιανούς, τους άρχοντας και το Ιερατείο. Επομένως η μόρφωση θα είχε ευρύτερη διάδοση.

Αυτός ο τρόπος γραφής με τα γραμμικά σύμβολα, κράτησε ως τον τέταρτο προχριστιανικό αιώνα. Από τότε κι υστέρα άρχισε να υποχωρεί και να παίρνει τη θέση του σιγά-σιγά, ο γνωστός ελληνικός τρόπος γραφής της εποχής εκείνης.

Σύμφωνα με μια ισχυρή άποψη των ειδικών, η αρχαία κυπριακή γραφή διαμορφώθηκε απ' τις αμοιβαίες επιδράσεις Αρκάδων και Κυπρίων. Γι' αυτό και την ονόμασαν Αρκαδοκυπριακή. Μέχρι τώρα, οι επιστήμονες, κατάφεραν να ταξινομήσουν εβδομηνταέξι γραφικά στοιχεία (γράμματα) και πέντε αριθμούς. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα γίνει η αποκρυπτογράφηση και θα στερεωθεί αδιάσειστα η ωραία θεωρία.




"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Κυρ 13/11/2005 22:42

ΟΙ ΜΥΘΙΚΟΙ ΑΡΚΑΔΕΣ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

Οι γιοι του Λυκάονα φέρονται ως ιδρυτές και επώνυμοι ήρωες πολλών πόλεων στην Αρκαδία και σε άλλες περιοχές της αρχαίας Ελλάδας αλλά και ιδρυτές αποικιών. Έται ο Αίμων φέρεται ότι έκτισε τις Αιμονίες, ο Άκακος το Ακακήσιο, ο Αλίφηρος την Αλίφηρα, ο Ασεάτας την Aσέα, ο Βουκολίων τη Βουκολιώνα, ο Δασεάτας τη Δασέα, ο Ελίσσων τον Ελισσώντα, ο Ηραιεύς έδωσε το όνομά του στην περιοχή Ηραία, ο Θυραιός ίδρυσε το Θυραίον, ο Θώκνος τη Θωκνία, ο Κρώμος τους Κρώμους, ο Λύκιος τη Λυκόα, ο Μαίναλος το Μαίναλο, ο Μακαρεύς τη Μακαρία, ο Μαντινεύς έδωσε το όνομά του στην περιοχή Μαντινεία, ο Ορεσθεύς το Ορεσθάσιο, ο Ορχομενός τον Ορχομενό, ο Πάλλας το Παλλάντιο, ο Τεγεάτης έδωσε το όνομά του στην περιοχή της Τεγέας, ο Τραπεζούς έκτισε την Τραπεζούντα, ο Τρικολώνος τους Τρικολώνους, ο Υψούς την Υψούντα, ο Φίγαλος την Φιγαλία κ.λ.π.

Μερικοί από τους γιους του Λυκάονα έφυγαν σε άλλους τόπους και εκεί ίδρυσαν αποικίες. Ο Θεσπρωτός πήγε στην Ήπειρο όπου έγινε γενάρχης των Θεσπρωτών και έδωσε το όνομά του στην περιοχή. Ο Μακένδος πήγε ακόμα πιο βόρεια και ίδρυσε το έθνος των Μακεδόνων. Ο Φθίος τη Φθιότιδα κ.ο.κ. Σύμφωνα μάλιστα με τις αναφορές του Παυσανία ο Οίνωτρος, ο νεότερος γιός του Λυκάονα ήταν από τους πρώτους εποικιστές της Ρώμης:

"Τρείς γενεές ύστερα από τον Πελασγό η χώρα αυξήθηκε και σε πόλεις και σε πληθυσμό. Γιατί ενώ ο μεγαλύτερος γιός του Λυκάονος ο Νύκτιμος είχε όλη την εξουσία, οι άλλοι γιοί του ίδρυαν πόλεις όπου ο καθένας το έκρινε καλύτερο. Ετσι ο Πάλλας ίδρυσε το Παλλάντιον, ο Ορεσθεύς το Ορεσθάσιο και ο Φίγαλος την Φιγαλία.΄Ιδρυσαν πόλεις ο Άκακος το Ακακήσιον, ο Ορχομενός την πόλη των Ορχομενίων, ο Μαίναλος το Μαίναλον, ο Μαντινεύς την Μαντίνεια, ο Τεγεάτης την Τεγέα και άλλες ονομαστές πόλεις στην περιοχή. Ο Οίνωτρος πάλι, ο νεαρότερος γιός του Λυκάονος, ζήτησε από τον αδελφό του Νύκτιμο χρήματα και άνδρες και πέρασε με πλοία στην Ιταλία, έτσι η χώρα Οινωτρία ονομάστηκε από τον Οίνωτρο που ήταν βασιλιάς της. Αυτή η πρώτη αποστολή που έστειλαν από την Ελλάδα για την ίδρυση αποικίας και αν υπολογίσουμε με κάθε ακρίβεια θα φανή ότι ποτέ κανείς πριν από τον Οίνωτρο ούτε από τους βαρβάρους δεν έφυγε σε ξένη γή."

Ένας άλλος αρκάδας βασιλιάς, ήταν ο Εύανδρος, βασιλιας του Παλλαντίου που φέρεται και αυτός σαν ένας από τους εποικιστές της Ρώμης. Ο Εύανδρος ήταν παιδί του Ερμή και μιας νύμφης (Θέμιδας ή της Νικόστρατης), κόρης του Λάδωνος, ή κατά τους Λατίνους της μάντιδας Καρμέντης. Σύμφωνα με την παράδοση υπήρξε άντρας συνετός και γενναίος, ο καλύτερος μεταξύ των Αρκάδων στην πολεμική αρετή και στη γνώση. Ο Εύανδρος εστάλη με στρατό από Αρκάδες του Παλλαντίου για να ιδρύσει αποικία, και έχτισε πόλη στην αριστερή όχθη του Θύβριδα πόταμου και της έδωσε το ίδιο όνομα με της πατρίδας του. Η περιοχή της σημερινής Ρώμης που κάποτε κατοικήθηκε από αυτόν και τους αρκάδες συντρόφους του πήρε το όνομα Παλλάντιον σε ανάμνηση της Αρκαδικής πόλεως. Με τον καιρό το όνομα άλλαξε με πτώση των γραμμάτων - λ και ν - δηλαδή η λέξη Παλ(λ)ά(ν)τιον έγινε Παλάτιον - Palatium. Έτσι η πόλη μετονομάστηκε σε Παλάτιον, και από αυτήν πήρε το όνομα και ο λόφος Παλατίνος. Μάλιστα λόγω αυτών των παραδόσεων, o αυτοκράτορας Αντώνιος ο Πίος έδωσε ειδικά προνόμια στους Παλλαντιείς εποίκους, ανακηρύσσοντας την πόλη τους ανεξάρτητη και προνομιούχο.

Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το Παλλάντιον Μητρόπολή τους και για έμβλημά τους είχαν την Λύκαινα, που συμβόλιζε το φως και είχε αναθρέψει με το γάλα της τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, ιδρυτές της Ρώμης .

Το μυθικό γενεαλογικό δένδρο των Αρκάδων βασιλέων φαίνεται στους παρακάτω πίνακες.

Ο ΑΡΚΑΣ Ο ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

O Αρκάς υπήρξε μυθικός γενάρχης, βασιλιάς της Πελασγίας και ήρωας των Αρκάδων. Ήταν γυιός του Δία και της κόρης του Λυκάονα, Καλλιστούς. Σύμφωνα με ένα μύθο, κάποτε ο βασιλιάς Λυκάονας κάλεσε τον Δία και του έκανε το τραπέζι. Ανάμεσα στα φαγητά που του πρόσφερε ήταν και τα τεμαχισμένα κομμάτια του κορμιού του Αρκάδα,τον οποίον πρωτύτερα ο Λυκάων, είχε σκοτώσει. Ο Δίας όμως το κατάλαβε και θύμωσε τόσο, ώστε έρριξε κεραυνό στο παλάτι του Λυκάονα για να τον τιμωρήσει. Κατόπιν συνέδεσε ξανά τα μέλη του παιδιού και τον επανέφερε στη ζωή.
Σύμφωνα πάντα με τη μυθολογία, ο Αρκάς ήταν δίδυμος αδελφός του Πάνα. Ένας άλλος μύθος λέι ότι όταν μεγάλωσε ο Αρκάς, συνάντησε την μητέρα του Καλλιστώ, η οποία είχε μεταμορφωθεί από την Ήρα σε αρκούδα, την ακολούθησε και μπήκε στο ιερό του Λυκαίου Δία. Κινδύνευσε όμως να θανατωθεί από τους Αρκάδες επειδή ο χώρος του ναού εθεωρείτο ιερός και απαραβίαστος. Ο Δίας τότε για να τον σώσει τον μεταμόρφωσε σε αστέρι με το όνομα Αρκτοφύλακας η Αρκτούρος.
Ο Αρκάς διαδέχτηκε τον Νύκτιμο στην αρχηγία των Πελασγών της Πελοποννήσου. Θεωρείται σαν ο βασιλιάς που εκπολίτισε τος Πελασγούς, οι οποίοι ήταν ακόμα ένας λαός "βελανηφάγος", δηλαδή έτρωγαν μόνον άγρια βελανίδια. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αρκάδας έφερε στην Αρκαδία την καλλιέργεια των ήμερων καρπών και εδίδαξε την καλλιέργεια του σιταριού, τη χρήση των αλόγων, την κατασκευή του άρτου και την ύφανση της εσθήτας, Για το λόγο αυτό έδωσε το όνομα του στην περιοχή και στους κατοίκους της, οι οποίοι ονομάστηκαν Αρκάδες.
Ο Αρκάς μοίρασε την Αρκαδία στους γυιούς του Αζανα, Αφείδαντα και Έλατο. Αρχικά ο τάφος του βρισκόταν στο όρος Μαίναλο στη θέση που ονομαζόταν Τρίοδος. Αργότερα όμως και σύμφωνα με χρησμό του Μαντείου των Δελφών, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Μαντινεία, όπου ιδρύθηκε τέμενος αφιερωμένο σ' αυτόν, κοντά στο βωμό της Ηρας. Αγάλματα της Καλλιστούς,του Αρκάδα και των γυιών του αφιέρωσαν οι Τεγεάτες στους Δελφούς
Eπί των διαδόχων του Αρκάδα, αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί η αχλύς των μύθων και να αναδύονται τα πρώτα ίχνη της ιστορικής αλήθειας.







"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1580
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Ἑπόμενο

Ἐπιστροφὴ στην Μυθολογία - Ἱστορία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron