25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Συζήτηση περὶ Μυθολογίας - Ἱστορίας

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Τρί 25/03/2008 04:09

Τιμή και δόξα εις τους Έλληνες εκείνους που ελευθέρωσαν την Ελλάδα,θυσιάζοντας την ζωή τους!!!Τιμή και δόξα και εις τους:

Κολοκοτρώνη Θεόδωρο
Παπαφλέσσα
Νικηταρά
Μακρυγιάννης
Μιαούλη Ανδρέα
Πετρόμπεη
Μητροπέτροβα
Μπότσαρη Μάρκο
Καραϊσκάκη Γεώργιο
Αναγνωσταρά
Ανδρούτσο Οδυσσέα
Διάκο Αθανάσιο
Κανάρη Κωνσταντίνο
Παπανικολή Δημήτριο
Γκούρα Ιωάννη
Μπακόλα Γώγο
Τσαμαδό Αναστάσιο
Τζαβέλα Κίτσο
Σαχίνη Γεώργιο
Δεληγιάννη Κανέλλο
Πλαπούτα Δημήτριο
Περραιβό Χριστόφορο
Τσόκρη Δημήτριο
Λαχανά Κωνσταντίνο
Ολύμπιο Γεωργάκη
Σαχτούρη Γεώργιο
Νικόδημο Κωνσταντίνο
Βέικο Λάμπρο
Μαυρογένους Μαντώ
Τομπάζη Ιάκωβο
Δυοβουνιώτη Ιωάννη
Κριεζώτη Νικόλαο




ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ - ΘΟΥΡΙΟΣ


ἤτοι ὁρμητικὸς πατριωτικὸς ὕμνος πρῶτος, εἰς τὸν ἦχον

ΜΙΑ ΠΡΟΣΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ

Ὡς πότε παλικάρια, νὰ ζοῦμε στὰ στενά,
μονάχοι σὰ λεοντάρια, σταῖς ράχαις στὰ βουνά;
Σπηλιαῖς νὰ κατοικοῦμε, νὰ βλέπωμεν κλαδιά,
νὰ φεύγωμ᾿ ἀπ᾿ τὸν κόσμον, γιὰ τὴν πικρὴ σκλαβιά;
Νὰ χάνωμεν ἀδέλφια, πατρίδα καὶ γονεῖς,
τοὺς φίλους, τὰ παιδιά μας, κι ὅλους τοὺς συγγενεῖς;
Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
παρὰ σαράντα χρόνοι, σκλαβιὰ καὶ φυλακή.
Τί σ᾿ ὠφελεῖ ἂν ζήσῃς, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά;
στοχάσου πῶς σὲ ψαίνουν, καθ᾿ ὥραν στὴν φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, ἀφέντης κι᾿ ἂν σταθῇς
ὁ τύραννος ἀδίκως σὲ κάμνει νὰ χαθῇς.
Δουλεύεις ὅλ᾿ ἡμέρα, σὲ ὅ,τι κι᾿ ἂν σὲ πῇ,
κι᾿ αὐτὸς πασχίζει πάλιν, τὸ αἷμα σου νὰ πιῇ.
Ὁ Σοῦτζος, κι᾿ ὁ Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβῆς
Γκίκας καὶ Μαυρογένης, καθρέπτης, εἶν᾿ νὰ ἰδῇς.
Ἀνδρεῖοι καπετάνοι, παπᾶδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι᾿ ἀγάδες, μὲ ἄδικον σπαθί.
Κι᾿ ἀμέτρητ᾿ ἄλλοι τόσοι, καὶ Τοῦρκοι καὶ ῾Ρωμιοί,
ζωὴν καὶ πλοῦτον χάνουν, χωρὶς κᾀμμιὰ ῾φορμή.
Ἐλᾶτε μ᾿ ἕναν ζῆλον, σὲ τοῦτον τὸν καιρόν,
νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκον, ἐπάνω στὸν σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, μὲ πατριωτισμὸν
νὰ βάλωμεν εἰς ὅλα, νὰ δίδουν ὁρισμόν.
Οἱ νόμοι νἆν᾿ ὁ πρῶτος, καὶ μόνος ὁδηγός,
καὶ τῆς πατρίδος ἕνας, νὰ γένῃ ἀρχηγός.
Γιατὶ κ᾿ ἡ ἀναρχία, ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά,
νὰ ζοῦμε σὰν θηρία, εἶν᾿ πλιὸ σκληρὴ φωτιά.
Καὶ τότε μὲ τὰ χέρια, ψηλὰ στὸν οὐρανὸν
ἂς ποῦμ᾿ ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας, ἐτοῦτα στὸν Θεόν·

Ἐδῶ συκώνονται οἱ πατριῶται ὀρθοί, καὶ ὑψώνοντες τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανόν, / κάμνουν τὸν ὅρκον.

Ὅρκος κατὰ τῆς τυραννίας καὶ τῆς ἀναρχίας.

Ὦ βασιλεῦ τοῦ κόσμου, ὁρκίζομαι σὲ σέ,
στὴν γνώμην τῶν τυράννων, νὰ μὴν ἐλθῶ ποτέ.
Μήτε νὰ τοὺς δουλεύσω, μήτε νὰ πλανηθῶ,
εἰς τὰ ταξίματά τους, γιὰ νὰ παραδοθῶ.
Ἐν ὅσῳ ζῶ στὸν κόσμον, ὁ μόνος μου σκοπός,
γιὰ νὰ τοὺς ἀφανίσω, θὲ νἆναι σταθερός.
Πιστὸς εἰς τὴν πατρίδα, συντρίβω τὸν ζυγόν,
ἀχώριστος γιὰ νἆμαι, ὑπὸ τὸν στρατηγόν.
Κι᾿ ἂν παραβῶ τὸν ὅρκον, ν᾿ ἀστράψ᾿ ὁ οὐρανός,
καὶ νὰ μὲ κατακάψῃ, νὰ γένω σὰν καπνός.

Τέλος τοῦ ὅρκου

Σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι, καὶ νότον καὶ βοριά,
γιὰ τὴν πατρίδα ὅλοι, νἄχωμεν μιὰ καρδιά.
Στὴν πίστιν του καθ᾿ ἕνας, ἐλεύθερος νὰ ζῇ,
στὴν δόξαν τοῦ πολέμου, νὰ τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι᾿ Ἀρβανῆτες, Ἀρμένοι καὶ ῾Ρωμιοί,
Ἀράπηδες καὶ ἄσπροι, μὲ μιὰ κοινὴν ὁρμή,
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ ζώσωμεν σπαθί,
πῶς εἴμαστ᾿ ἀντριωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ.
Ὅσ᾿ ἀπ᾿ τὴν τυραννίαν, πῆγαν στὴν ξενητιὰ
στὸν τόπον του καθ᾿ ἕνας, ἂς ἔλθῃ τώρα πλιά.
Καὶ ὅσοι τοῦ πολέμου, τὴν τέχνην ἀγροικοῦν
ἐδῶ ἂς τρέξουν ὅλοι, τυράννους νὰ νικοῦν.
Ἡ ῾Ρούμελη τοὺς κράζει, μ᾿ ἀγκάλαις ἀνοιχταῖς,
τοὺς δίδει βιὸ καὶ τόπον, ἀξίαις καὶ τιμαῖς.
Ὡς πότ᾿ ὀφφικιάλος, σὲ ξένους Βασιλεῖς;
ἔλα νὰ γένῃς στῦλος, δικῆς σου τῆς φυλῆς.
Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα, κᾀνένας νὰ χαθῇ
ἢ νὰ κρεμάσῃ φοῦντα, γιὰ ξένον στὸ σπαθί.
Καὶ ὅσοι προσκυνήσουν, δὲν εἶναι πλιὸ ἐχθροί,
ἀδέλφια μας θὰ γένουν, ἂς εἶναι κ᾿ ἐθνικοί.
Μὰ ὅσοι θὰ τολμήσουν, ἀντίκρυ νὰ σταθοῦν,
ἐκεῖνοι καὶ δικοί μας, ἂν εἶναι, ἂς χαθοῦν.
Σουλιώταις καὶ Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστὰ
ὡς πότε σταῖς σπηλιαῖς σας, κοιμᾶστε σφαλιστά;
Μαυροβουνιοῦ καπλάνια, Ὀλύμπου σταυρ᾿ ἀητοί,
κι᾿ Ἀγράφων τὰ ξεφτέρια, γεννῆτε μιὰ ψυχή.
Ἀνδρεῖοι Μακεδόνες, ὁρμήσετε γιὰ μιά,
καὶ αἷμα τῶν τυράννων, ρουφῆστε σὰ θεριά.
Τοῦ Σάββα καὶ Δουνάβου, ἀδέλφια Χριστιανοί,
μὲ τ᾿ ἄρματα στὸ χέρι, καθ᾿ ἕνας ἂς φανῇ,
Τὸ αἷμα σας ἂς βράσῃ, μὲ δίκαιον θυμόν,
μικροὶ μεγάλ᾿ ὁμῶστε, τυράννου τὸν χαμόν.
Λεβέντες ἀντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ὁ βάρβαρος ὡς πότε, θὲ νὰ σᾶς τυραννῇ.
Μὴν καρτερῆτε πλέον, ἀνίκητοι Λαζοί,
χωθῆτε στὸ μπογάζι, μ᾿ ἐμᾶς καὶ σεῖς μαζί.
Δελφίνια τῆς θαλάσσης, ἀζδέρια τῶν νησιῶν,
σὰν ἀστραπὴ χυθῆτε, χτυπᾶτε τὸν ἐχθρόν.
Τῆς Κρήτης καὶ τῆς Νύδρας, θαλασσινὰ πουλιά,
καιρὸς εἶν᾿ τῆς πατρίδος, ν᾿ ἀκοῦστε τὴν λαλιά.
Κι᾿ ὅσ᾿ εἶστε στὴν ἀρμάδα, σὰν ἄξια παιδιά,
οἱ νόμοι σᾶς προστάζουν, νὰ βάλετε φωτιά.
Μ᾿ ἐμᾶς κ᾿ ἐσεῖς Μαλτέζοι, γεννῆτ᾿ ἕνα κορμί,
κατὰ τῆς τυραννίας, ῥιχθῆτε μὲ ὁρμή.
Σᾶς κράζει ἡ Ἑλλάδα, σᾶς θέλει σᾶς πονεῖ,
ζητᾷ τὴν συνδρομήν σας, μὲ μητρικὴν φωνή.
Τί στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον ἐκστατικός;
τεινάξου στὸ Μπαλκάνι, φώλιασε σὰν ἀητός.
Τοὺς μπούφους καὶ κοράκους, καθόλου μὴν ψηφᾷς,
μὲ τὸν ῥαγιὰ ἑνώσου, ἂν θέλῃς νὰ νικᾷς.
Συλήστρα καὶ Μπραΐλα, Σμαῆλι καὶ Κιλί,
Μπενδέρι καὶ Χωτῆνι, ἐσένα προσκαλεῖ.
Στρατεύματά σου στεῖλε, κ᾿ ἐκεῖνα προσκυνοῦν
γιατὶ στὴν τυραννίαν, νὰ ζήσουν δὲν μποροῦν.
Γγιουρντζῆ πλιὰ μὴ κοιμᾶσαι, συκώσου μὲ ὁρμήν,
τὸν Προύσια νὰ μοιάσῃς, ἔχεις τὴν ἀφορμήν.
Καὶ σὺ ποῦ στὸ Χαλέπι, ἐλεύθερα φρονεῖς
πασιᾶ καιρὸν μὴ χάνεις, στὸν κάμπον νὰ φανῇς.
Μὲ τὰ στρατεύματά σου, εὐθὺς νὰ συκωθῇς,
στῆς Πόλης τὰ φερμάνια, ποτὲ νὰ μὴ δοθῇς.
Τοῦ Μισιριοῦ ἀσλάνια, γιὰ πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ἕνα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι τῆς Αἰγύπτου, στὴν Πόλ᾿ ἂς μὴ φανῇ,
γιὰ νὰ ψοφήσ᾿ ὁ λύκος, ὁποῦ σᾶς τυραννεῖ.
Μὲ μιὰ καρδίαν ὅλοι, μιὰ γνώμην, μιὰ ψυχή,
χτυπᾶτε τοῦ τυράννου, τὴν ῥίζα νὰ χαθῇ.
Ν᾿ ἀνάψωμεν μιὰ φλόγα, σὲ ὅλην τὴν Τουρκιά,
νὰ τρέξ᾿ ἀπὸ τὴν Μπόσνα, καὶ ὡς τὴν Ἀραπιὰ
Ψηλὰ στὰ μπαϊράκια, συκῶστε τὸν σταυρόν,
καὶ σὰν ἀστροπελέκια, χτυπᾶτε τὸν ἐχθρόν.
Ποτὲ μὴ στοχασθῆτε, πῶς εἶναι δυνατός,
καρδιοκτυπᾷ καὶ τρέμει, σὰν τὸν λαγὸν κι᾿ αὐτός.
Τρακόσοι Γγιρτζιαλῆδες, τὸν ἔκαμαν νὰ ἰδῇ,
πῶς δὲν μπορεῖ μὲ τόπια, μπροστᾶ τους νὰ εὐγῇ.
Λοιπὸν γιατί ἀργῆτε, τί στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήσετε μὴν εἶστε ἐνάντιοι κ᾿ ἐχθροί.
Πῶς οἱ προπάτορές μας, ὁρμοῦσαν σὰ θεριά,
γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, πηδοῦσαν στὴ φωτιά.
Ἔτζι κ᾿ ἡμεῖς, ἀδέλφια, ν᾿ ἁρπάξωμεν γιὰ μιὰ
τ᾿ ἄρματα, καὶ νὰ βγοῦμεν ἀπ᾿ τὴν πικρὴ σκλαβιά.
Νὰ σφάξωμεν τοὺς λύκους, ποῦ στὸν ζυγὸν βαστοῦν,
καὶ Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους, σκληρᾶ τοὺς τυραννοῦν.
Στεργιᾶς καὶ τοῦ πελάγου, νὰ λάμψῃ ὁ σταυρός,
καὶ στὴν δικαιοσύνην, νὰ σκύψῃ ὁ ἐχθρός.
Ὁ κόσμος νὰ γλυτώσῃ, ἀπ᾿ αὔτην τὴν πληγή,
κ᾿ ἐλεύθεροι νὰ ζῶμεν, ἀδέλφια εἰς τὴν γῆ.

Πέρας μὲν ὧδε,
H δὲ αὖ πράξις τέρας.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1398
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Τρί 25/03/2008 04:27

Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ


Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να μη φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και λόγους της, μήτε να σταθώ κατ'ουδένα λόγον η αφορμή του να καταλάβωσιν άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμίαν άλλην εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

Ορκίζομαι, ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους. Θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήση.

Ορκίζομαι να μη μεταχειρισθώ ποτέ βίαν δια να συγγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μη λανθασθώ κατά τούτο, γινόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν, και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω καθ'όσον η έχθρα μου ήθελε είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι, ότι, καθώς εγώ παρεδέχθην εις την Εταιρείαν, να δέχωμαι παρομοίως άλλον αδελφον, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ'ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερόν πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα και στελλόμενα εσφραγιαμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ ποτέ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να υποκρίνωμαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινος

Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβωμαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατρίβω.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις σέ, ώ ιερά πατρίς! ορκίζομαι εις τους πολυχρονίους βασάνους Σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα, τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου, ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής Συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά Σου ο οδηγός των πράξεών μου και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήση επάνω εις τη κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υπικείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη μολύνω την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1398
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΟΣ » Τρί 25/03/2008 05:08

Θα ήθελα κι εγώ με το δικό μου τρόπο να αποδώσω έναν φόρο τιμής στην εθνική μας επέτιο.Ελπίζω να μην προκαλέσω ύβρη με τα γραφώμενά μου.Συγνώμη προκαταβολικά για το μέγεθος.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η' ΘΑΝΑΤΟΣ


Πρόσωπα του διαλόγου:


Θεόδωρος: αρχηγός του Ελληνικού στριατωτικού τάγματος
Ανδρέας: οπλαρχηγός και σύμβολος του Θεόδωρου
Άγγελος: Αγγελιοφόρος του τάγματος.

Ελένη: σύζυγος του Θεοδώρου
Αγλαϊα: φίλη της Ελένης και σύζυγος του Ανδρέα
Μαντώ: Κόρη του Θεόδωρου και της Ελένης.

Χορός Α': Χορός Ανδρών.
Χορός Β': Χορός Γυναικών.






Είναι χαράματα.
Ο Θεόδωρος βρίσκεται άγρυπνος έξω από την πολεμική σκηνή αναμένοντας την έλευση του αγγελιοφόρου.
Γεμάτος αγωνία παρατηρεί τα άστρα.
Βλέπει μακριά μία ανθρώπινη φιγούρα να τον πλησιάζει.
Είναι ο Άγγελος.


ΑΓΓΕΛΟΣ: τί παρατηρείς αρχηγέ;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τα αστέρια.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Δεν έχουμε χρόνο να παρατηρούμε τα αστέρια αρχηγέ!Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Φίλτατε!Τα αστέρια δεν ενδιαφέρονται αν έχουμε πόλεμο ή όχι.Το μόνο που τα ενδιαφέρει είναι να εκτελούν το αιώνιο καθήκον της περιφοράς τους ώστε να διατηρούν την αιώνια ισορροπία του κόσμου.Ανάλογα πρέπει να πράττουμε κι εμείς.

ΑΓΓΕΛΟΣ:Και ποιό είναι το άστρο εκείνο το οποίο παρατηρείτε;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ:Το άστρο εκείνο που βλέπεις είναι ο Σείριος,όχι μακρυά από τις Πλειάδες,το σμήνος εκείνο που βρίσκεται πλησίον του Λαμπαδία.

ΑΓΓΕΛΟΣ:Ούτε τα πτηνά κελαηδούν ούτε και ο φλοίσβος της θαλάσσης διαταράσσει αυτή τη στιγμή.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ούτε και τον ύπνο των στρατιωτών μας ταράσσει.
Εγώ όμως δεν δύναμαι να αποκοιμηθώ.Περίμενα την έλευσή σου.
Επήγες εις την εμπόλεμον περιοχή;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Επήγα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Και ποιά είδηση φέρνεις εξ αυτής;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Είναι πολύ δυσοίωνη η κατάσταση αρχηγέ!
Οι εχθροί μας έσπασαν την ζώνη της Κορίνθου και κατευθύνονται προς ημάς!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Μάλιστα...

ΑΓΓΕΛΟΣ: Αρχηγέ,βρισκόμαστε σε πολύ δυσάρεστη κατάσταση!
Οι εχθροί βρίσκονται προ των πυλών και εσείς απαντάντε ένα απλό μάλιστα;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ο πανικός είναι κακός σύμβουλος.Η δε φρόνηση πολύτιμη.Θα τους αντιμετωπίσουμε όπως αρμόζει σε άνδρες του τόπου αυτού και Έλληνες.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Είναι μυριάδες τα στρατεύματά τους!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Και τί προτείνεις;Μήπως να τραπούμε σε φυγή;
Αυτή η στάση δεν αρμόζει καθόλου σε άνδρες πελοπονήσσιους και προσβάλει τους προγόνους μας.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Μα είναι σίγουρο ότι θα μας νικήσουν!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Θα αμυνθούμε υπέρ της πατρίδος μας και των ερχόμενων γενεών.Οι ερχόμενες γενεές θα πρέπει να παραλάβουν τον τόπο αυτό ελεύθερο όπως εμείς τον παραλάβαμε.Και για αυτό το ιερό έργο θα δώσουμε τη ζωή μας.
Γι'αυτό το λόγο ένας δικός μας άνδρας ισοδυναμεί με δέκα δικούς τους.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Σε ζηλεύω αρχηγέ δια την τόλμην σου.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Εγώ ζηλεύω σέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Τί μπορεί να ζηλεύεις εσύ ένας άρχων από έναν απλό αγγελιοφόρο;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ζηλεύω τα πάντα,διότι διέρχεσαι ακίνδυνον τον βίον
άγνωστος και άδοξος!Πολύ λιγότερο ζηλεύω τους ζώντας εν μέσω αξιωμάτων και τιμών.Ψευδές κάλλος ότι τούτα αποτελούν το κάλλος της ζωής!Γλυκιές οι τιμές,αλλά όταν πλησιάσουν αισθάνεται κανείς πόσο αλγεινές είναι.


Οι δύο άνδρες αποχωρούν εις τις σκηνές τους διά να ξεκουραστούν ολίγες ώρες,ενώ έχει πλέον ξημερώσει.
Την επόμενη ημέρα ο Θεόδωρος συγκαλεί σύγκλητο των οπλαρχηγών προκειμένου να τους μεταφέρει την κρισιμότητα της κατάστασης και να λάβουν αποφάσεις.
Εν τω μεταξύ η σύζυγος του Θεοδώρου,η Ελένη, μεταβαίνει στην σκηνή του τάγματος δια να μεταφέρει εις τον σύζυγό της την πληροφορία της αρρώστιας της κόρης τους Μαντούς.
Ως εκ τύχης εύνοια στέκεται πλησίον της σκηνής και ακούει κρυφώς τα λεγόμενα των ανδρών.


ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Σύντροφοι!Η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη.Οι
βάρβαροι στέκονται ενώπιων των θυρών και συντόμως αναμένεται η εισβολή τους!Παρ'όλα αυτά δεν πρέπει να μας καταλάβει ο πανικός και η επιθυμία προς φυγή,αλλά να σταθούμε στις τελευταίες αυτές ίσως στιγμές ανδρείοι όπως και οι πρόγονοί μας και να πολεμήσουμε δια την ελευθερία του τόπου μας,των γυναικών μας και των ερχόμενων γενεών.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Σαφώς να αμυνθούμε,αλλά θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές.Πόσοι είναι οι εχθροί προ των πυλών;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ο αριθμός τους είναι αμέτρητος.
Είναι μυριάδες!

ΑΝΔΡΕΑΣ: Επομένως είμεθα αντιμέτωποι όχι μόνον με την ιστορία αλλά και με το θάνατο.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Με έναν ηρωϊκό θάνατο όμως!
Σε αυτές τις στιγμές ο θάνατος και η ιστορία γίνουνται ένα.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Θα πρέπει να συσκευθούμε όμως ρεαλιστικά αρχηγέ!
Έστω ότι οι εχθροί μας κατατροπώσουν,πράγμα που εγώ το θεωρώ και το πιο πιθανό.Εμείς θα αποθάνουμε διά την τιμήν και την πατρίδα μας.Αν όμως συμβεί αυτό τότε οι βάρβαροι θα εισβάλλουν εις τον τόπο μας και θα μιάνουν τις γυναίκες μας.
Τα επόμενα γένη που μέλλει να γεννηθούν δεν θα είναι ελληνικά αλλά αλλοιωμένα!Και εμείς από τον Άδη δεν θα μπορέσουμε να το εμποδίσουμε αυτό!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ:Ορθά ομιλείς και τούτο δεν το είχα σκεφτεί πάνω στην ένταση της κατάστασης.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Τί μέλει γενέσθαι αρχηγέ;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Πραγματικά δεν γνωρίζω.Δεν δύναμαι όμως να επιτρέψω στους βάρβαρους πέραν του τόπου μου να μολύνουν και την σύζυγο και την παρθένο κόρη μου.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Μπορούμε να φυγαδεύσουμε τις γυναίκες;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Δεν έχουμε χρόνο αρκετό στη διάθεσή μας ούτε και αρκετά εφόδια.Θα πεθάνουν στον δρόμο σε άδικο θάνατο.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Προτίνω να παραμείνει ένας λόχος εντός της πόλεως και αν τελικώς εισβάλλουν οι εχθροί να φονεύσουν τις γυναίκες ώστε να μην αναμειχθούν με το ηρωϊκόν μας γένος οι βάρβαροι.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Κι εγώ αυτό κρίνω πώς πρέπει να γίνει.
Θα πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων.Δεν πολεμάμε για εμάς,αλλά
για τον τόπο,τις συζύγους και τα τέκνα μας.Πολεμάμε για την ιστορία του έθνους αυτού και εις αυτό θα παραδώσουμε την ζωή μας,όπως αυτό την παράδωσε εις εμάς.Ή θα τους σκοτώσουμε ή θα σκοτωθούμε.Δεν υπάρχει διέξοδος!Εμπρός άντρες!
Ανασυνταχθείτε και ορμάτε στα στενά!





Η Ελένη φεύγει φοβισμένη από την σκηνή και κατευθύνεται προς την κοινότητα των γυναικών.Παράλληλα ένας λόχος ανδρών ετοιμάζεται να μεταβεί στην πόλη.



ΕΛΕΝΗ: Ω γυναίκες,συμφορά θανάτια έπληξε τον τόπον μας!

ΑΓΛΑΙΑ: Μίλα καθαρά και πές τί συμβαίνει.

ΕΛΕΝΗ: Είχα μεταβεί στην σκηνή των ανδρών μας δια να μεταδώσω στον σύζυγό μου την είδηση της ασθενείας της κόρης μας και άκουσα τυχαία την συνέλευσή τους.Οι βάρβαροι βρίσκονται προ των πυλών και η εισβολή τους στον τόπο μας αναμένεται από ώρα σε ώρα.Είναι μυριάδες και η υπεροχή τους είναι σαφή.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Ω Θεέ!Χαθήκαμε!

ΕΛΕΝΗ: Μην απογοητεύεσθε!Θα φερθούμε ώς το πρότυπο των Λακεδαιμόνων γυναικών προστάζει.Με ηρωϊσμό και τόλμη.
Εκείνη μπορεί να συμβάλλει μόνον κι όχι η θλίψη και η απόγνωση.





Το Τάγμα των Ελλήνων έχει πλέον ανασυνταχθεί και ετοιμάζεται να μεταβεί στα στενά και να αμυνθεί κατά του εχθρού.
Ο Θεόδωρος πηγαίνει στην πόλη να ασπασθεί την σύζυγό του και την κόρη του.Συναντά την κόρη του έξω από την αυλή του οίκου του.


ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ελθέ Μαντώ να ασπασθείς τον πατέρα σου για τελευταία ίσως φορά!

ΜΑΝΤΩ: Πατέρα μου,τί είναι ετούτα που λέγεις;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ο εχθρός είναι προ των πυλών και ετοιμάζεται να εισβάλλει εις τον τόπον μας.

ΜΑΝΤΩ: Δεν θα επιτρέψετε να συμβεί κάτι τέτοιο έτσι δεν είναι;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Δεν θα το επιτρέψουμε κόρη μου!

ΜΑΝΤΩ: Μα μη φοβάσαι τον πόλεμο πατέρα.Κι αν εσύ θυσιαστείς να ξέρεις ότι θυσιάστηκες για τα ιερά και τα όσια τούτης της πατρίδος και τούτου του τόπου.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Πόσο με συγκινείς κόρη μου δια την αρετήν σου...

ΜΑΝΤΩ: Κι εγώ και οι ερχόμενες γενεές θα θυμούμαστε την τόλμην και την αρετή που δείξατε για να διατηρήσετε τον τόπο αυτό ελεύθερο πατέρα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Είναι χρέος ιερό αυτός ο πόλεμος και υπέρ της ελευθερίας σας θα θυσιάσουμε τη ζωή μας.

ΜΑΝΤΩ: Διατί δακρύζεις πατέρα;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Διότι θα σε χάσω κόρη μου.

ΜΑΝΤΩ: Δεν θα με χάσεις πατέρα.Είμαι σίγουρη πως θα νικήσετε τον πόλεμο.Μα ακόμη κι αν ο Θεός θέλει να σας πάρει κοντά του εμείς και οι ερχόμενες γενεές θα θυμούμαστε και θα τιμούμε δια παντώς την αυτοθυσία μας.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Κι εσύ κόρη μου θα χρειαστεί να φύγεις δια τόπο μακρινό.

ΜΑΝΤΩ: Θα μεταβούμε σε άλλη πόλη πατέρα;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ο Θεέ μου,δώσε μου δύναμη να αντέξω ετούτη την στερνή ώρα!Μύριες φορές πιο δύσκολη ετούτη η ώρα παρά η ώρα του πολέμου!



Η Ελένη ακούει φωνές και βγαίνει στην αυλή.


ΕΛΕΝΗ: Μαντώ,αποχαιρέτησε τον πατέρα σου και είσελθε στο δωμάτιό σου.



Η Μαντώ αποχωρεί δακρύζοντας.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Μακάρι να είχα τη δύναμη να σου αναγγείλω εκείνα που πρέπει.

ΕΛΕΝΗ: Αναφέρεσαι στην σφαγή μου όπως και εκείνη των υπολοίπων γυναικών από χέρια ελληνικά την οποία ετοιμάζετε;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Πώς; Γνωρίζεις;

ΕΛΕΝΗ: Ήρθα χθές πρό της σκηνής και επληροφορήθειν τα πάντα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Δυστυχώς αυτό πρέπει να γίνει.

ΕΛΕΝΗ: Αυτό που σκέφτεστε είναι εντελώς παράλογο!Δεν θα επιτρέψω να χυθεί αίμα ελληνικό από χέρια Ελλήνων!




Η Ελένη αποχωρεί εντός του οίκου.
Ο Θεόδωρος επιστρέφει στο στράτευμα.
Με την αυγή το στράτευμα ξεκινάει για τα στενά.





ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Μυριάδες είναι,με πέλαγος μοιάζουν!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ορματέ στην μάχη!Πολεμήστε με σθένος!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Θνητοί είμαστε,δεν είμαστε θεοί!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τις ώρες αυτές θεοί και θνητοί είναι ένα!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Έσπασαν την ανατολική πτέρυγα αρχηγέ!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ενωθείτε όλοι σε ένα σώμα.Μην απομακρύνεστε.Ένας για όλους και όλοι για Ένα!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Ορμάτε!Πολεμήστε για τα ιερά και τα όσια του τόπου μας!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Μην λογαριάζετε τα σώματα που πέφτουν.Η μάχη συνεχίζεται μέχρι να πέσει και το τελευταίο σώμα!
Αν πεθάνουμε θα πεθάνει και η Ελλάς μαζί μας.Αν νικήσουμε θα απελευθερωθεί η Ελλάς μαζί μας.

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Πιο δυνατά!Ενωμένοι!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ένας δικός μας δέκα δικοί τους!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Η άμυνά τους έσπασε!Ορμάτε!Συνεχίστε!Μην σταματήσετε μέχρις ότου να τους ρίψουμε όλους στη θάλασσα!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Εν ονόματι του Ηρακλή,του Περσέως,του Αχιλλέα,του Λεωνίδα,του Αλεξάνδρου,των προγόνων και των απογόνων μας!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Εν ονόματι της οικογένειας,του γένους,του τόπου,της φυλής,του έθνους και της ιστορίας!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ένα βήμα πίσω αυτοί,δέκα βήματα εμπρός εσείς!



Η άμυνα των εχθρών σπάει και η ανατολική παράταξή τους αποδιοργανώνεται.
Οι εχθροί τρέπονται σε άτακτον φυγή για ανασυγκρότηση.
Ο Αγγελιοφόρος επιστρέφει από τη δυτική πτέρυγα μάχης,όπου επικεφαλής είναι ο Ανδρέας,στενός φίλος και συνεργάτης του Θεόδωρου.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τί νέα μας φέρνεις από το μέτωπο;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Άσχημα νέα σου φέρνω αρχηγέ.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Μίλα καθαρά.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Χάσαμε την μάχη.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Πώς είναι δυνατόν;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Νικούσαμε και ήμασταν έτοιμοι για θρίαμβο.
Αλλά οι εχθροί βρήκαν το μυστικό πέρασμα του βουνού και μας επιτέθηκαν πισώπλατα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Πώς μπορεί να το βρήκαν;Αυτό το πέρασμα το γνωρίζουν μόνον οι ντόπιοι.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Λέγεται πώς είναι έργο του Χρυσοστόμου.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Του Χρυσοστόμου του Αρχιμανδρίτη;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Εκείνου.Αλλά μετά τον πόλεμο θα είμαστε σίγουροι αν όντως ήταν έργο εκείνου.
Πάντως όλοι στα γύρω χωριά ορκίζονται σ'αυτό.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Μα εκείνος ανήκει στο γένος μας.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Είναι γνωστό ότι από παλιά είχε σχέσεις με το Σουλτάνο και το Σαράυ.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Θυμάμαι.Ήταν φοροεισπράκτορας.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Ο Σουλτάνος του παρείχε δικαιώματα και ρουσφέτια και τον είχε κάνει υποτακτικό του.
Γλυκιά η εξουσία.Προδίδει εύκολα.Του έταξε να τον κάνει μέγα ραγιά αν του αποκάλυπτε το μυστικό πέρασμα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Καταραμμένη η εξουσία που κάνει τους ανθρώπους ηθικά νεκρούς.
Καταραμμένος ο πλούτος ο εφήμερος που στερεί από τους ανθρώπους την αιωνιότητα.

ΑΓΓΕΛΟΣ:Είμαστε πλέον μόνοι αρχηγέ.Δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε βοήθεια άλλου.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τί θέλεις να πείς;Δεν έμεινε κανείς από εμάς;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Κανείς.Όσοι δεν σκοτώθηκαν κρατήθηκαν αιχμάλωτοι.
Γύρω στους δέκα άντρες σώθηκαν.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Που βρίσκονται εκείνοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Δές στον ορίζοντα.Πλησιάζουν με την σωρό του Ανδρέα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Σκοτώθηκε ο Ανδρέας;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Ναι αρχηγέ.Έπεσε πάνω στο μέτωπο άξια και ηρωϊκά όπως του άρμοζε.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Γνωρίζεις ποιά ήταν τα τελευταία του λόγια;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Ευτυχίσατε όλοι διά της θυσίας μου.Η νίκη τα όπλα σας ας στέψει και νικητές να επανέλθετε
εις την πατρώα γήν.Δεν θέλω να με θρηνήσετε.
Χαίρε ημέρα φαιενή θεόπεμπτον φώς του ήλιου!Φεύγω είς άλλην μοίραν.Χαίρε και πάλιν προσφιλές μου φώς!



Οι στρατιώτες φτάνουν μπροστά στον Θεόδωρο.Εναποθέτουν την σωρό του φίλου του Ανδρέα μαζί με τα άλλα άψυχα κορμιά που έπεσαν στην
μάχη και συνεχίζουν την πορεία τους προς την πόλη σύμφωνα με τις εντολές του Θεοδώρου προκειμένου να υπερασπιστούν τα γυναικόπαιδα και να
σκοτώσουν τις γυναίκες αν οι εχθροί καραφέρουν να εισβάλλουν στην πόλη.
Ο ουρανός έχει σκοτεινιάσει από τα σύνεφα και τους καπνούς και ο ήλιος έχει κρυφτεί.Η μέρα είναι χλωμή και δυσοίωνη.
Επί της σκηνής του μαρτυρίου βρίσκονται αμέτρητα πτώματα,διαμελισμένα κορμιά,σκόρπια σπαθιά και τουφέκια.
Ο Θεόδωρος στέκει μόνος σκυμμένος πάνω από το άψυχο κορμί του φίλου του και θρηνεί μονολογόντας.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Άτυχε φίλε μου,έπεσες ηρωϊκά πάνω στο πεδίο της μάχης υπερασπιζόμενος την πατρίδα σου.
Τί ποιο ευγενές από αυτό;Ποιός θάνατος είναι πιο ευτυχής και ένδοξος από τον δικό σου;Μακάριος είσαι γι'αυτό!
Δεν γνωρίζω αν μπορείς να ακούσεις αυτά τα λόγια από εκεί που βρίσκεσαι,αλλά οι πράξεις και τα έργα σου θα μείνουν
αναλλοίωτα μέσα στην ιστορία.Η ηρωϊκή σου μνήμη θα ζεί αθάνατη μέσα στις ερχόμενες γενεές των απογόνων.
Πέθανες ανδρείος με θάνατο που ταιριάζει σε έναν άνδρα.Θυσίασες τις ομορφιές αυτής της ζωής για την ελευθερία του έθνους σου.
Αν δεν είναι ευγενές και θεϊκό αυτό,τότε τί είναι;Ανήκεις πλέον εις την Ιστορία.Η ιστορία είναι ζωντανή χάριν της θυσίας σου.
Παρήφανοι θα είναι για πάντα οι πρόγονοι και οι απόγονοι σου που ήλθες εδώ και εκουσίως θυσίασες το σώμα σου υπές της πατρίδος
και ολόκληρου του ελληνισμού εις το βωμό της Ελευθερίας,αφού αυτό ήταν το θέλημα του Θεού.
Η στάση ζωής σου έγινε πλέον φωτεινό παράδειγμά μας.Μαζί σου στην αιωνιότητα!




Μετά την ταφή των πεσσόντων το στράτευμα ανασυντάχθηκε και κίνησε να διαφυλάξει τα στενά,ώστε να ανακόψει
κατά το μέγιστο δυνατό την επέλαση των βαρβάρων.Οι εχθροί πλησίασαν με βάρβαρες ιακχές μετά τη δύση του ηλίου.
Η επίθεσή τους έγινε από δύο πλευρές με αποτέλεσμα να περικυκλώσουν τον ελληνικό στρατό και να τον καταδικάσουν
σε θάνατο.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Τί κι αν είναι μυριάδες;Τί κι αν έρχονται σαν ορμητικοί ποταμοί θανάτου από δυό πλευρές;
Τί κι αν θυσιαστούμε;Ελεύθεροι γεννηθήκαμε και ελεύθεροι θα πεθάνουμε!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Ορμάτε να συνδράμουμε στον αγώνα!Ορμάτε να προστατεύσουμε τον αρχηγό!
Βγήκε πρώτος και μόνος στην μάχη!Ένας ενάντια μυριάδων!
Περίμενε αρχηγέ!Μην ορμάς μόνος στο πεδίο της μάχης!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Η ψυχή δεν ξεχνά,το αίμα εκδίκηση ζητά!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Ορμάτε όλοι να τον καλύψετε!Είναι μόνος!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Δεν θα επιτρέψω να πατήσουν τα όσια χώματα της πατρίδος μας!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Στάσου αρχηγέ!Η παρόρμηση είναι κακός σύμβουλος στον πόλεμο!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Οι Έλληνες είναι φυσικό και πρέπον να άρχουν των βαρβάρων κι όχι των Ελλήνων οι βάρβαροι!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Ζηλεύουμε την Ελλάδα ότι έχει εσέ κι ότι εσύ ανήκεις στην Ελλάδα!

ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Ελευθερία ή Θάνατος!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ: Ορμάτε όλοι στην μάχη!Ή θα πέσουμε ηρωϊκά στον πόλεμο ή θα στείλουμε τους βάρβαρους στα βάθη της Ασίας!
Δεν υπάρχει άλλη επιλογή!Ή τάν ή επί τάς!



Η αυγή βρίσκει το τοπίο γεμάτο αμέτρητα πτώματα Ελλήνων και βαρβάρων.
Όρνια έχουν μαζευτεί και πετούν χαμηλά κάνοντας κύκλους πάνω από τα άψυχα κορμιά.
Οι Έλληνες σκοτώθηκαν όλοι.Μόνον ο αγγελιοφόρος επιβίωσε και πήγε έφιππος στην πόλη να ενημερώσει
για την κατάσταση και να φέρει στρατεύματα βοηθείας από την υπόλοιπη πελοπόνησσο.
Από τις μυριάδες των εχθρών επέζησαν μόνον γύρω στους εκατό,αριθμός ικανοποιητικός για να πλήξει τον άμαχο
πληθυσμό της πόλεως.



ΑΓΓΕΛΟΣ: Χάσαμε την μάχη μα όχι και τον πόλεμο πατριώτες!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ:Πόσο μακρυά βρίσκονται οι εχθροί;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Μέχρι να μεσουρανήσει ο Ήλιος θα έχουν εισβάλει στην πόλη μας.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Καήμε μου πικρέ κι αθάνατα άστρα,κατάρρα θεϊκή έπεσε στον τόπο μας.

ΑΓΓΕΛΟΣ: Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Είναι πλέον όλα μάταια!

ΑΓΓΕΛΟΣ: Έτσι είναι δυστυχώς.Πώς μπορείτε εσείς γυναίκες άμαχες να πολεμήσετε εχθρούς έφιππους και οπλισμένους;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Τί μέλλει γενέσθαι;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Πιστεύω ότι θα πρέπει να υπακούσουμε τις εντολές του αρχηγού μας.Λυπάμαι,αλλά θα πρέπει να δεχτείτε
να σας θυσιάσουν οι δέκα άνδρες που έχουν απομείνει στον τόπο μας,ώστε να μην μολύνουν οι βάρβαροι το ένδοξό μας
γένος.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Είναι ύβρις και παραφροσύνη να θυσιαστούν Έλληνες από χέρια ελληνικά!

ΑΓΓΕΛΟΣ: Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.Είθε ο Θεός να είχε φέρει τα πράγματα αλλιώς!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Ποιά μανία δαιμονική πήρε τον νού σόφρωνων ανδρών;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Εσείς ω γυναίκες είστε η μήτρα του γένους μας.Αν σας μιάνουν βάρβαρα κορμιά θα μιανθεί ολάκερο το γένος μας!

ΑΓΛΑΪΑ: Παψτε να θρηνείτε γυναίκες και φερθείτε ηρωϊκά!

ΕΛΕΝΗ: Μα δεν βλέπεις την μανία που έχει καταλάβει τους άνδρες;Τώρα αρχίζει να καταλαμβάνει και τις γυναίκες.

ΑΓΛΑΪΑ: Δεν μας έχει καταλάβει μανία!Αλλά δεν υπάρχει διέξοδος!

ΕΛΕΝΗ: Είναι τόσο γλυκό το φώς της ζωής και τόσο ψυχρός και σκοτεινός ο άδης!
Παράφρων όστις επιθυμεί τον θάνατο!Καλύτερα να ζεί κανείς δυστυχής παρά να αποθάνει
ευτυχής!

ΑΓΛΑΪΑ: Κάλλιο μιά ώρα ελεύθερης ζωής παρά αιώνες σκλαβιάς και φυλακής.

ΕΛΕΝΗ: Οι γονείς πρέπει να αγωνίζονται ομού διά την σωτηρία των τέκνων τους και του οίκου τους!

ΑΓΛΑΪΑ: Ουδείς δύναται να το αμφισβητήσει αυτό!

ΕΛΕΝΗ: Ποιός θα αναθρέψει τα τέκνα μας;

ΑΓΛΑΪΑ: Οι πατριώτες στους οποίους αναθέσαμε προσωρινώς την κηδεμονία τους.

ΕΛΕΝΗ: Δεν είναι δυνατόν να τα νιώσουν ποτέ ως δικά τους τέκνα!

ΑΓΛΑΪΑ: Τα παιδιά μας δεν γεννήθηκαν μόνον για τον εαυτό μας,αλλά αποτελούν κτήμα κοινόν εις όλη την Ελλάδα.

ΕΛΕΛΗ: Τα παιδιά χρειάζονται τις μητέρες τους οι οποίες τα αγαπούν όσο τίποτε στον κόσμο.

ΑΓΛΑΪΑ: Δεν επιτρέπουν οι τωρινές περιστάσεις τέτοια συστολή.Εαν μπορούμε να ενεργήσουμε ακόμη μετά κάποιας ελπίδος
ας λείψει ο πανικός κι ο φόβος.

ΕΛΕΝΗ: Και η λογική συνηγορεί στο ότι αυτό που ετοιμάζουμε να κάνουμε ονομάζεται τρέλα.

ΑΓΛΑΪΑ: Έχεις δίκαιο Ελένη.Είναι ασεβές και παράλογο ελληνικά χέρια να βαφτούν με ελληνικό αίμα!

ΕΛΕΝΗ: Αυτό λέγω κι εγώ.

ΑΓΛΑΪΑ: Αλλά δεν διαβλέπω άλλη λύση!

ΕΛΕΝΗ: Ούτε κι εγώ!

ΑΓΛΑΪΑ: Βλέπω πλήθος εχθρών να πλησιάζει στον ορίζοντα!

ΕΛΕΝΗ: Θεέ και Δέσποινα δώσε μας φώτιση τί μέλλει γενέσθαι!

ΑΓΛΑΪΑ: Γλυκιά η ζωή και το φώς του ήλιου,μα πιο δυνατή η ανάγκη.

ΜΑΝΤΩ: Μην συμπεριφέρεστε άφρωνα!Πραγματικά σας λυπούμαι που σας βλέπω να θρηνείτε σαν βρέφη!

ΕΛΕΝΗ: Και το να μας σκοτώσουν οι Έλληνες υπό το φόβο να μην πέσουμε εις χέρια βαρβάρων ,δεν είναι άφρωνο κόρη μου;

ΜΑΝΤΩ: Δεν θα βαφτούν ελληνικά χέρια με ελληνικό αίμα!

ΕΛΕΝΗ: Ελθέ στα συγκαλά σου κόρη μου;Ο φόβος συνεπήρε τη φρόνησή σου;

ΜΑΝΤΩ: Όχι μητέρα!Δεν θα αναγκάσουμε τους ομόαιμούς μας να φορτωθούν το βάρος αυτής της ύβρεως στην ψυχή τους!

ΕΛΕΝΗ: Και τί θα γίνει κόρη μου;Διότι άλλη λύση δεν μπορώ να βρώ!

ΜΑΝΤΩ: Θα θυσιαστούμε οικιοθελώς!

ΕΛΕΝΗ: Πράγματι έχασες την φρόνησή σου κόρη μου!

ΜΑΝΤΩ: Όχι μητέρα,δεν έχασα την φρόνησή μου!
Τώρα που βλέπω το θάνατο να πλησιάζει αγαπώ πιο πολύ τη ζωή καθώς καταλαβαίνω το πόσο πολύτιμη είναι!
Όταν έχουμε κάτι δεν κατανοούμε την αξία του.Όταν πρόκειται να το χάσουμε ή όταν το έχουμε χάσει καταλαβαίνουμε
το πόσο σημαντικό είναι για μας.
Αλλά στο σημείο όπου βρισκόμαστε κοιτάζω τον θάνατο κατάματα και δεν τον φοβάμαι πιά!

ΕΛΕΝΗ: Σοφά μιλάς κόρη μου!

ΜΑΝΤΩ: Τί νόημα έχει η ζωή όταν δεν είσαι ελεύθερος;
Τί νόημα έχει να αντικρύζεις τον ήλιο όταν είναι ξένος;

ΑΓΓΕΛΟΣ: Ευδαίμων θα με καθιστούσε η μοίρα αν σε ελάμβανον σύζυγόν μου και μήτηρ των παιδιών μου.

ΜΑΝΤΩ: Φύγε άγγελε και πήγαινε να συνεχίσεις τον αγώνα και να προστατεύσεις τα παιδιά του τόπου μας και τα παιδιά της πατρίδος μας.
Ο αγών σε χρειάζεται.Μετέφερε το ηρωϊκό έπος του τόπου μας είς άλλους τόπους και εμψύχωσε ομού όλους τους Έλληνες.
Η μνήμη μας θα ζεί επί μακρόν και αυτή θα είναι διά τον τόπον μας και γάμος και τέκνα και δόξα.
Ολόκληρη η Ελλάς θα στρέψει το βλέμμα της προς ημάς και η θυσία μας θα της δώσει σθένος και ελπίδα να πολεμήσει υπέρ της ελευθερίας της!

ΑΓΛΑΪΑ: Ορθώς ομιλεί η Μαντώ.Δια της αυτοθυσίας μας θα μείνει επίζηλος η δόξα μας και διά αυτής θα απελευθερωθεί η Ελλάς.
Γιατί να φοβούμαστε τέτοιον θάνατο;

ΜΑΝΤΩ:Ελάτε γυναίκες να χορέψουμε τον ύστατο χορό της ζωής αυτής ,έχοντας στο νού το παράδειγμα της τόλμης των αρχαίων Λακεδαιμώνισσων!
Μην φοβάστε το θάνατο!Δεν μας αγγίζει τώρα!Κι όταν θα έρθει εμείς δεν θα είμαστε εδώ!Μην θρηνείτε!Αναχωρούμε από αυτή τη ζωή
ένδοξες και ευδαίμονες.Είναι τιμή μας που η πατρίδα μας ζήτησε να θυσιαστούμε γι'αυτήν και πρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμά της!
Ελάτε να χορέψουμε τον ύστατο χορό της ζωής μας και χορεύοντας να επιστρέψουμε χαρούμενες στο φώς απ'το οποίο προήλθαμε!
Ελάτε γυναίκες,ακολουθήστε χορεύοντας στο κενό και επιτρέψτε μου να σύρω πρώτη το χορό!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: Έχε γεια ζωή,θάλασσες και αστέρια,έχε γειά καημένη γή και Ελλάδα που υποφέρεις πληγές αφρόνων ανδρών!
Έχετε γειά βρυσούλες,λόγκοι,πηγές,ραχούλες!Έχετε γειά βουνά και ποταμοί,έχε γειά ήλιε και αθάνατη Ελλάδα!
Στην στεριά δεν ζεί το ψάρι,στα δεσμά δεν ζεί η ψυχή!Ελευθερία ή Θάνατος!


ΑΓΓΕΛΟΣ: Αυτή φίλτατοι συμπατριώτες ήταν η ένδοξη ιστορία του ηρωϊκού γένους των Ελλήνων!
Φωτεινό παράδειγμα στον αγώνα μας υπέρ πίστεως και πατρίδος.Σπόρος που θα ανθίσει ανθοσπαρμένα οράμματα που ευωδιάζουν ελευθερία!
Ενωθείτε όλοι οι Έλληνες σε ένα σώμα!Όλοι για έναν και ένας για όλους!
Κινήστε με τόλμη και ορμήστε κατά του εχθρού!Σας καλεί η ιστορία!Οι μνήμες των προγόνων και τα σώματα των απογόνων που μέλλουν να γεννηθούν
ζούν μαζί σας σε κάθε σας σκέψη,αγωνιούν μαζί σας σε κάθε σας αναπνοή!
Ελευθερώστε την Ελλάδα και στείλτε τους βάρβαρους στα βάθη της Ασίας!Επανάσταση Τώρα!
Συνδράμμετε στον Ιερό Αγώνα και πολεμήστε πλάι στις δυνάμεις του Φωτός!Διότι η Ελλάδα είναι Φώς!
Ελευθερία ή Θάνατος!

ΧΟΡΟΣ ΑNΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ!
Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΟΣ
Αστερίων
 
Δημοσ.: 2320
Ἐγγραφή: Τετ 29/03/2006 19:02
Τοποθεσία: Π Ο Λ Ι Τ Ε Ι Α

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Τετ 26/03/2008 22:34

Εἰκόνα

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Εἰκόνα

Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πεῖ.

'Ἀργειε νάλθει ἐκείνη ἡ μέρα,
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατί τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.

Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ' ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,

Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ' ἐρμιές;».
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ' αἷμα,
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχὴ
δὲν εἲν' εὔκολες οἱ θύρες
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλεῖ.

'Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
ἀλλ' ἀνάσαση καμμιὰ
ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.

΄Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου
ὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νὰ 'βρεις τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἔλεγαν οἱ σκληροί.

Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποῦ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανὸς ποὺ γιὰ τσ' ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἒτρεφ' ἄνθια καὶ καρπούς,

ἐγαλήνεψε καὶ ἐχύθει
καταχθόνια μία βοή,
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή.()

΄Ὅλοι οἱ τόποι σου σ' ἐκράξαν
χαιρετώντας σὲ θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.

Ἐφωνάξανε ὡς τ' ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

μ' ὄλον ποὺ 'ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικά,
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

Γκαρδιακὰ χαροποιήθει
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθει
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

Ἀπ' τὸν πύργο τοῦ φωνάζει,
σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,
καὶ τὴ χήτη τοῦ τινάζει
τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανό.

Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ' ἄκρα της Ρουσίας
τὰ μουγκρίσματα τσ' ὀργῆς.

Εἰς τὸ κίνημα τοῦ δείχνει,
πῶς τὰ μέλη εἰν' δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
μιὰ σπιθόβολη ματιά.

Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποῦ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ

καὶ σ' ἐσὲ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σὲ μισεῖ,
ἒκρωζ' ἒκρωζ' ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορεῖ.

΄Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾶς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισιὲς ὀποῦ ἀγρικᾶς

σὰν τὸ βράχο ὀποῦ ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνει
εὐκολόσβηστον ἀφρὸ

ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,
ὁποιανοὺ θέλει βρεθεῖ
στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

Τὸ θηρίο π' ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ

τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ἐρμιὰ

Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσὺ
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.

Ἰδού, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὁπὼς νικεῖ,
κι ἂς εἰν' ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

Σοῦ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἰν' πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά; ()

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά.
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα
ποῦ θὲ νὰ 'βρει ἡ συμφορά!

Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπὴ
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

Γιατί ἡ μάχη ἐστάθει ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἵματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν' ἀνεβεῖ.()

Μέτρα! Εἰν' ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ', ὥστε ν' ἀνεβοῦν.

Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορὰ
νά, σᾶς φθάνει ἀποκριθεῖτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!()

Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποῦ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!
΄Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

καὶ οἱ βροντὲς καὶ τὸ σκοτάδι
ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ΄Ἅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιὰ

Τ' ἀκαρτέρειε. Ἐφαῖνον' ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

'Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἰν' ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγροὺς
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

'Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ' ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν
ὅπου εἲν' αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνὰ

καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς ΄Ἕλληνες κοντά,
καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθειὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ
εἶναι κτύπημα θανάτου
χώρις νὰ δευτερωθεῖ.

Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴ
ἀπ' τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθεῖ.

Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τοὺς ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὅπου χουμᾶνε
περισσότερο εἰν' γοργά.

Οὐρανὸς γι' αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ
γι' αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,
ποῦ στοχάζεσαι μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ' ἄλλη
δὲν εἴνει ἕνας ζωντανός.

Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,
σωθικὰ λαχταριστά.

Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

Ποιὸς ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,
καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοὶ
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

Ἦταν τόσοι! Πλέον τὸ βόλι
εἰς τ' αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
'Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ' ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι()
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ' ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ' ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

Εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθώα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί.

Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,
ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

Ὢ τρακόσιοι, σηκωθεῖτε
καὶ ξανάλθετε σὲ μᾶς
τὰ παιδιά σας θελ' ἰδεῖτε
πόσο μοιάζουνε μέ σας.

'Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ' ἐδῶ.

Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πείνα καὶ θανατικό,
ποῦ μὲ σχῆμα ἐνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυὸ

καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅτι θέλεις ἠμπορεῖς.
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,()
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάχτυλες παρθένες
ὀποῦ κάνουνε χορό.

Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι()
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

Σοῦ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

«σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.()

Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
ποῦ σκορπάει τὸ θυμιατό.

Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτὴ
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

Ποιοὶ εἲν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἂρματ', ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες ἐσύ!

Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
καὶ μακρίθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμὸς
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾶς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς:
«Σήμερ', ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:
"Ἐγὼ εἰμ' 'Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ()
πέστε, ποὺ θ' ἀποκρυφθεῖτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποῦ, μ' αὐτὴν ἂν συγκριθεῖ
κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω,
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθεῖ.

Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σώζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή"».

Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
Τοῦ θυμοῦ Τοῦ εἰσ' ἀδελφή;
Ποιὸς εἲν' ἄξιος νὰ νικήσει
ἢ μὲ σὲ νὰ μετρηθεῖ;

Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
τὴ μισόχριστη σπορά.

Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, ποὺ πᾶτε
τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροή()
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

νὰ ἀποφύγετε; Τὸ κύμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτὸ
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρεῖτε ἀφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

Ποὶος στὸ σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθεῖ
ποὶος τὴ σάρκα τοῦ δαγκώνει
ὅσο ποὺ νὰ νεκρωθεῖ.

Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ' ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορᾶ.

Σβιέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίντρισμα καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.

Ἔτσι ν' ἄκουα νὰ βουίξει
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξει
κάθε σπέρμα ἀγαρηνό!

Καὶ ἐκεῖ ποὺ 'ναι ἡ Ἁγία Σοφία
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ' ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξει
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ' ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξει
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.()

Κάθε πέτρα μνῆμα ἃς γένει,
κι ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ' ἀργὸ πάτημα ἃς πηγαίνει
μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιο

καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμὸς
πάντα, πάντα περισσεύει
πολὺ φλοίσβισμα καὶ ἀφρός.

Ἅ, γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα
ὀποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,

τὸ Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός.

Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ' ἕνα τύμπανο τερπνόν()

καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τσ' ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Εἰς αὐτήν, εἲν' ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ' ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποία τὴν περιζώνει,
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

Μὲ βρυχίσματα σαλεύει
ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

Φαίνετ' ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

Δὲν νικιέσαι, εἲν' ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως ὄχι δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἲν' πολλές,
πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

Μ' ἐπιθυμία νὰ τηράζεις
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,()
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τοὺς κεραυνό.

Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμὶ
χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σὲ πέταξαν ἐκεῖ.

Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τσ' ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντας τὰ εἰς τὸ φιλί.

Κειες τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε()
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

'Ὅλοι κλάψτε ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς
κλάψτε, κλάψτε κρεμασμένος
ὡσὰν νὰ 'τανε φονιάς!

'Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα
π' ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ' Ἅγιον Αἷμα, τ' Ἅγιον Σῶμα
λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγεῖ

ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθεῖ,
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσει
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμεῖ.

Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.

Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ' ἀνησυχιὰ
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

«Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

Ἀπ' ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική,
ἀλλὰ ἀνίκητη μία μένει
ποῦ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ, τὸ νοῦ σας τυραννεῖ.

Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
"πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".

Κειο τὸ σκῆπτρο πού σας δείχνει
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριὰ
μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,
παλληκάρια, ἃς μὴν πωθεῖ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένη ἔθνη ἀληθινά:
"Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά".

Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα
ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλισθεῖτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθεῖ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθεῖτε,
πάντα ἐσᾶς θ' ἀκολουθεῖ.

Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ
δὲν εἰν' φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς
λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε
ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε
ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!"».
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1595
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό πρώην μέλος » Πέμ 27/03/2008 12:33

Εύγε Βλάσιε!
Πολύ καλή σκέψη να υπάρχει ολόκληρος ο Ύμνος εις την ελευθερία και δή στο πολυτονικό!

Αναφορικά με τους ήρωες, ας μην μας διαφεύγει και ο Εμμανουήλ Παππάς, ο Σερραίος Αγωνιστής, αλλά και η πλειάδα των ανωνύμων Ελλήνων από όλα τα πέρατα του Ελληνισμού, από τον Πόντο, την Κύπρο, τις Ηγεμονίες, τα Μικρασιατικά παράλια, την Πόλη, που τόσο μα τόσο αρέσκεται να λησμονεί η ελλαδίτικη ιστοριογραφία..... Όλοι οι Έλληνες προσέφεραν γιατί όλοι πίσταψαν στην Ελευθερία. Αγωνίστηκαν κοιτάζοντας το χρέος προς την Πατρίδα κατάματα και όχι τους αστέρες....Δεν υπήρχε χρόνος για αστεροσκοπία τότε....
Κατά την πεζή δική μου άποψη. Πάντως το θεατρικό απόσπασμα του Μάριου είναι ιδιαιτέρως έξυπνο και διδακτικό. Εύγε!

Ο Αγώνας ΔΕΝ τελείωσε!

ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΑΣ ΤΟ '21!!!
πρώην μέλος
 

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό πρώην μέλος » Πέμ 27/03/2008 12:40

Και μία άποψη για το Κρυφό Σχολειό....

Diktyo21 - Newsletter
Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή Πραγματικότητα;



«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»
( Στήβεν Ράνσιμαν )

Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες -αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.

Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής : «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους ( Ρούμ μιλλέτ = Το Γένος των Ρωμηών ), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής : Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος. Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.

Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α` στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α` εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Από τις αρχές του 16ου αιώνος γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που δυσκόλευε την υλοποίηση των προνομίων των Χριστιανών. Οι ζηλωτές αυτοί του φανατικού Ισλάμ εστράφησαν γενικά εναντίον κάθε μορφής εκπαιδεύσεως, που δεν ακολουθεί το Κοράνι. Υπό την επιρροή τους βρέθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ` (1623-1640), ενώ οι οπαδοί της ίδιας ιδεολογίας επέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι σε μια περίοδο κατά την οποία διώκονταν ακόμη και μουσουλμάνοι εραστές της μορφώσεως, πόσο δύσκολο θα ήταν σε Χριστιανούς να διδάσκουν και να διδάσκονται ελευθέρως την πίστη, την ιστορία και την εθνική ταυτότητά τους. Σε τέτοιες σκοτεινές εποχές δημιουργήθηκε η ανάγκη για Κρυφά Σχολειά . Σε τέτοια δύσκολα χρόνια, για τα οποία ο Γάλλος Ιησουΐτης Richard ( Ρισάρ ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» ( ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ . 10, Αθήνα 1974, σ. 150).

Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ` αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ` σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ` ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία. Αλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν! Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Αγιον Όρος!

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.

Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux ( Πυώ ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).

Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό» :

Μη σκιάζεστε στα σκότη!
Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!

Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του :

«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν . Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι ` ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών. Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,... τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας...» ( ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α`, Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες! Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό !

Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποοχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα. Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού . Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «... Αλλ ` η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ` ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».

Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά . Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων :

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράγματα.

» Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ` ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».

Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό . Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann ( Τάκερμαν ), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. ʼλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία! Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ`, 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» και δέχεται ότι «σ` όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο». Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!

Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο. Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.

Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός - Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.

Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ . Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ` άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι... από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων . Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ` αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι `περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».

Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).

Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες - σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή... ʼραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ` ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β`, τόμος Β`, Θεσσαλονίκη 1976).

Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μας. Και μέσα σ` αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού . Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

26η Μαρτίου 2008
πρώην μέλος
 

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Τετ 25/03/2009 16:36

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ 1821!

Επανάσταση ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ για να ελευθερώσουμε την καρδιά και τον νου μας.

ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ σε όσους το πνεύμα άφησαν να προσκυνήσει Ιδέες ξένες και βάρβαρες και ΄σε όσους το βλέμμα έστρεψαν από τον Νοητό Ήλιο της γνώσης και της αλήθειας και προτίμησαν τα σκοτάδια της άγνοιας και του εφυσηχασμού.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1398
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΛΙΟΝΤΑΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ » Τετ 25/03/2009 17:19

Με αφορμή την επέτειο , αναρτώ ένα βίντεο το οποίο έχει αναρτηθέι ξανά στην δημοθοινια.




http://www.youtube.com/watch?v=IfDISFLjGbU


"Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα'ναι."
Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα... Είμαι λεύτερος!!!
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΛΙΟΝΤΑΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ
Μέλος
Μέλος
 
Δημοσ.: 101
Ἐγγραφή: Κυρ 02/10/2005 20:44

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΤΡΟΣ » Τετ 25/03/2009 21:16

Μία φλόγα φουντόνει στο νου και στην καρδιά λίγο ακομα και θα με κυκλωνε αλλα φοβήθηκα και σταματησα το Διαβασμα!!

Ευχαριστω !!!Για την συκγηνηση!

Πάντα αυτο το Αστέρι ;;;

Και τότε;
Διόνυσος
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΤΡΟΣ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 517
Ἐγγραφή: Τρί 27/03/2007 18:24
Τοποθεσία: Λάρισα

25η ΜΑΡΤΙΟΥ

Δημοσίευσηἀπό πρώην μέλος » Πέμ 26/03/2009 01:25

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ στοὺς Ἀγωνιστὲς τῆς Ἐλευθερίας!
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ!
πρώην μέλος
 

Ἑπόμενο

Ἐπιστροφὴ στην Μυθολογία - Ἱστορία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron