ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Πέμ 24/11/2011 04:00

Γαµήλιες πρακτικές και η θέση
της γυναίκας στο γάµο στο Βυζάντιο
Μαρία Γκιρτζή
∆ρ Αρχαιολογίας

Εἰκόνα
Γάμος Δαβίδ 7ος αι.Κύπρος

Ο Απόστολος Παύλος στην Προς Εφεσίους Επιστολή (5.22-24) δηλώνει ότι «αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υπο-
τάσσεσθαι ως τω Κυρίω, ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός», παραπέµποντας εµφανώς στα αρχαιοελληνικά πι-
στεύω. Αντίθετα, ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει ότι «η γυναίκα είναι δεκτική στην αρετή οµότιµα µε τον άνδρα. Τι άλλο
παρά συγγενείς στα πάντα µε τους άνδρες είναι;» (PG 31.241A). Εύλογα δηµιουργούνται ερωτηµατικά για το ποια
ήταν τελικά η θέση των γυναικών στο Βυζάντιο τόσο στον πατρικό όσο και στον συζυγικό οίκο.



Η
απόκτηση θηλυκού απογόνου στο Βυζάντιο χαιρετίζε-
ται µε τα ίδια ανάµεικτα έως και αρνητικά συναισθήµατα
όπως στην αρχαιότητα, καθώς στους αυτοκρατορικούς κύ-
κλους και τις ανώτερες τάξεις στερεί τη δυνατότητα της δια-
δοχής στα αξιώµατα (αφού οι περιπτώσεις των γυναικών που
στέφονται αυτοκράτειρες συνιστούν σπανιότατες εξαιρέ-
σεις), ενώ στις µεσαίες και κατώτερες τάξεις δηµιουργούν
την ανάγκη συγκέντρωσης περιουσίας για τον υποχρεωτικό
προικισµό τους. Συνεπώς η εγκατάλειψη και η εκµετάλλευση
(µέχρι και πώληση) της κόρης αποτελούν συχνό φαινόµενο,
ιδιαίτερα στα φτωχότερα στρώµατα. Η κατάσταση αυτή προ-
καλεί την επέµβαση της νοµοθεσίας, στο πλαίσιο της οποίας
ο Ιουστινιανός, για παράδειγµα, ιδρύει πολλά βρεφοτροφεία
και θεσπίζει νόµο που απαγορεύει την πώληση ή τη διάθεση
βρέφους ως ενέχυρου, γεγονός όµως που δεν διασφαλίζει
πάντα την προστασία του ανήλικου. Εφόσον το κοριτσάκι πα-
ραµείνει στην οικογένεια, προετοιµάζεται για να ακολουθήσει
έναν από τους δύο δρόµους: το γάµο ή το µοναστήρι, και για
τούτο µυείται από τη µητέρα κυρίως στις οικιακές ασχολίες.
Η µόρφωσή της –που λαµβάνει χώρα είτε κατ’ οίκον από τους
γονείς, είτε σε σχολείο ή γυναικεία µονή– ξεκινά στα έξι της
χρόνια και περιορίζεται στη στοιχειώδη εκµάθηση ανάγνω-
σης, γραφής, αριθµητικής, ωδικής και τη διδασκαλία ιερής
ιστορίας, χωρίς να απουσιάζουν βέβαια οι λαµπρές περι-
πτώσεις των ιδιαίτερα µορφωµένων κορών της αριστοκρα-
τίας (π.χ. Ειρήνη Αθηναία, Άννα Κοµνηνή κ.ά.). Όπως εύστοχα
παρατηρεί η Ιµβριώτη,
1
«η βυζαντινή µιµείται τη σκιατραφία
των παρθένων της αρχαίας Αθήνας», καθώς ένα από τα κυ-
ριότερα προσόντα της υποψήφιας νύφης του Βυζαντίου είναι
να έχει ζήσει «κεκρυµµένη» και από τον ίδιο τον ήλιο (Θεό-
δωρος Στουδίτης, PG 99.857) στο άδυτο του γυναικωνίτη,
συναναστρεφόµενη µόνο στενούς συγγενείς και κληρικούς.
Οι έξοδοι των κοριτσιών, πάντα µε την κάλυψη του πέπλου –
που άφηνε ορατά µόνο τα µάτια και τη µύτη– και την απαραί-
τητη συνοδεία, είναι περιορισµένες και προορισµένες συνήθως
για τις εκκλησιαστικές υποχρεώσεις και σπάνια για ψυχαγω-
γία (µε εξαίρεση τις ενήλικες γυναίκες που όφειλαν να εργα-
στούν, και στις οποίες γίνεται αναφορά παρακάτω).
2
Ο εγκλεισµός της βυζαντινής κόρης παραπέµπει φυσικά
στα αρχαιοελληνικά δεδοµένα, επιτείνεται όµως από τις συ-
στάσεις της Εκκλησίας, η οποία διά στόµατος Ιωάννου Χρυ-
σόστοµου (PG 54.518 και 62.426) συµβουλεύει για τη διατή-
ρηση της σωφροσύνης και της αρετής των νέων που πρό-
κειται να διάγουν κοσµικό βίο «ταχέως υπό του γάµου ζυγόν
αυτούς έλκετε». Συνεπώς, οι γονείς σπεύδουν να δεσµεύ-
σουν τα παιδιά τους –συνήθως «διά της µνηστείας»– σε πολύ
µικρή ηλικία (πολύ συχνά από επτά ετών) ή ακόµα και να τα
παντρέψουν.
Η επιλογή
3
συζύγου δεν ανήκει σίγουρα σε κανέναν απότους δύο άµεσα ενδιαφερόµενους, καθώς, δεδοµένου του
επιβεβληµένου «περιορισµού» των κοριτσιών και του νεαρού
της ηλικίας και των δύο, οι πιθανότητες δύο νέοι να συναντη-
θούν και να συναναστραφούν ώστε να οδηγηθούν στον
έρωτα και να επιδιώξουν το γάµο είναι σχεδόν ανύπαρκτες,
αφού ο Ι. Χρυσόστοµος, για παράδειγµα, θεωρεί δεδοµένο
ότι η κοπέλα «µηδέποτε τον νυµφίον εωρακυία» (PG 51.230).
Ούτως ή άλλως το εθιµικό δικαίωµα του πατέρα να διαλέξει
το γαµπρό το διασφαλίζει έµµεσα και η νοµοθεσία από τα
χρόνια του Ιουστινιανού και εξής, η οποία ορίζει την πατρική
συναίνεση ως απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση γά-
µου. Μια µεγάλη καινοτοµία εισάγεται από την Εκλογή των
Ισαύρων, όπου αναβαθµίζεται η θέση της γυναίκας-µητέρας,
εφόσον απαιτείται η συγκατάθεση και των δύο γονέων ακόµη
και για τη µνηστεία. Η ρύθµιση όµως αυτή βρίσκεται σε ισχύ
για λιγότερο από έναν αιώνα, δεδοµένου ότι η νοµοθεσία της
δυναστείας των Μακεδόνων στερεί ξανά από τη δέσποινα
του σπιτιού το δικαίωµα λόγου στην επιλογή συζύγου του
παιδιού της. Η µοναδική περίπτωση, που η κόρη δύναται να
επιλέξει τον µέλλοντα σύζυγό της και να προβεί σε νόµιµο
γάµο αυτεξούσια, είναι να έχει φτάσει στα 25 έτη και να µην
την έχει παντρέψει ο πατέρας της. Τούτο όµως συνιστά σπά-
νια εξαίρεση, που δεν υποβιβάζει τον παραδοσιακό ρόλο του
άρρενα γονιού.
Αρωγός στο έργο του βυζαντινού πατρός έρχεται συχνά
η «νυµφαγωγός» (ή: «νυµφεύτρια», «προµνήστρια», «προξε-
νήτρια», «κουρκουσούρα», «µεσάζων», «µεσολαβών», «µεσι-
τεύων»), που αναλαµβάνει την τακτοποίηση του συνοικεσίου
έναντι αµοιβής, κάποιες φορές παράλογης. Το τελευταίο γε-
γονός οδήγησε τους Μακεδόνες αυτοκράτορες να εισαγά-
γουν νοµοθετική ρύθµιση, βάσει της οποίας «τον προξενού-
ντα γάµον µη υπέρ την εικοστήν µοίραν της προικός και της
προγαµιαίας δωρεάς επιζητείν» (Πρόχειρον 4.1 και Επανα-
γωγή 15.11), ποσό το οποίο δεν µπορεί να ξεπερνά τα δέκα
λίτρα χρυσού. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια η «προξενή-
τρια» έπρεπε, όπως µνηµονεύει ο Μέγας Βασίλειος, να συ-
γκαταλέγεται στην τάξη των παρθένων («το παρθένον γάµου
προµνήστριαν γίνεσθαι», PG 30.713). Αργότερα όµως επι-
κρατεί η συνήθεια ο ρόλος να δίνεται σε άτοµα κάποιας ηλι-
κίας, που καταφέρνουν να εντοπίσουν το κατάλληλο έτερον
ήµισυ βάσει των προδιαγραφών, οι οποίες, αν και ποικίλλουν
ανάλογα µε την κοινωνική τάξη, εντούτοις προσανατολίζο-
νται περισσότερο στις αρετές παρά στα αναµενόµενα
πλούτη. Έτσι, για παράδειγµα, η Α. Βακαλούδη συνοψίζει τα
βασικά γνωρίσµατα µιας υποψήφιας αυτοκράτειρας «στην
ανυπέρβλητη ωραιότητα, την παρθενία, την ευγένεια κατα-
γωγής και την άµεµπτη ηθική», ενώ ο Ιωάννης Χρυσόστοµος
–αναφερόµενος στις µεσαίες και χαµηλότερες τάξεις– επαι-
νεί αφενός τον άνδρα που ενώ µπορούσε να διαλέξει σύζυγο
ευπορότερη και από καλύτερη γενιά προτίµησε κάποια µε
ανατροφή, κοσµιότητα και σωφροσύνη και αφετέρου εκείνον
που του έδιναν πλούσια κόρη, αλλά επέλεξε την αρετή της
ψυχής, που είναι προτιµότερη από όλο το χρυσάφι του κό-
σµου.
4
Στις ανωτέρω προδιαγραφές για τη σύναψη συνοικε-
σίου οφείλουν να ληφθούν υπόψη εκκλησιαστικές και νοµι-
κές απαγορεύσεις, όπως αυτές που δεν επιτρέπουν γάµο
ανάµεσα σε άτοµα διαφορετικής θρησκείας και δόγµατος,
σε άτοµα µε κάποια συγγένεια, αλλά και το γάµο µε µοναχό/-
ή ή ευνούχο.
5
Μετά την επιλογή του υποψήφιου γαµπρού, για την οποία
σπάνια, όπως µνηµονεύεται στο Μαρτύριο της Αγίας Μάρ-
τυρος Ευγενίας, ζητούνταν η άποψη της νύφης («ει κατά νουν
ο γάµος αυτή και αρεστός ο νυµφίος», PG 116.612), πρέπει
να επιλεγεί το είδος του γάµου, καθώς όπως δηλώνεται στην
Εκλογή των Ισαύρων «συνίσταται γάµος χριστιανών µεταξύ
ανδρός και γυναικός είτε αγράφως είτε εγγράφως» (PG
113.493). Στο Βυζάντιο, τουλάχιστον στα πρώτα χριστιανικά
χρόνια, σύµφωνα και προς την αρχαιοελληνική παράδοση
όπου η «εγγύη» (=αρραβώνας) αποτελεί προφορική συµφω-
νία, συνηθίζεται ο «άγραφος» γάµος («ο γάµος και χωρίς
προικώων συµβολαίων συνίσταται», Επαναγωγή 14.16, JGR
4.222), όπου απαιτείται µόνο η προφορική συναίνεση των γο-
νέων και των ενδιαφεροµένων, χωρίς να είναι απαραίτητη θρη-
σκευτική ή πολιτική τελετή (πρακτική από την οποία στα πρώ-
τα χρόνια του Βυζαντίου εξαιρούνται µόνο οι ανώτεροι αξιω-
µατούχοι, για τους οποίους η ιουστινιάνεια νοµοθεσία επι-
βάλλει σύναψη γαµήλιου συµβολαίου). Παράλληλα όµως, και
µε βάση τα ρωµαϊκά πρότυπα, υπάρχει και ο «έγγραφος» γά-
µος, τον οποίο συστήνει και ο Ιωάννης Χρυσόστοµος («ανά-
γκη τα της φερνής συντελείσθαι γραµµατεία», Varia Graeca
Sacra 173.3), ο οποίος από τον 9ο αιώνα και εξής κατακτά
έδαφος.
6
Αµέσως λοιπόν µετά την επιλογή του γαµπρού τελείται η
προκαταρκτική πράξη του γάµου, η οποία συνίσταται είτε σε
απλό «δεσµό» είτε σε «αρραβώνα». Στον «έγγραφο» γάµο,
και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, είναι προαπαιτούµενη η
επισφράγιση της συµφωνίας µε την υπογραφή δεσµευτικών
εγγράφων, όπου ορίζεται και ρήτρα σε περίπτωση αθέτησης.
Στο «προικοσύµφωνο» (ή «προικοσυµβόλαιο», ή «πράξη νυµ-
φαγωγίας»), το οποίο είναι συνταγµένο από τον «νοτάριο»
ενώπιον µαρτύρων, δηλώνεται το µέγεθος και το περιεχόµε-
νο της «προίκας» (ή «φερνής») που δίνεται από την οικογέ-
νεια της νέας (η οποία αναλόγως προς την κοινωνική τάξη
δύναται να αποτελείται από µετρητά, ενδύµατα, υφαντά
φτιαγµένα από την κοπέλα, κοσµήµατα, οικοσκευή, δούλους,
ζώα κ.λπ.), η «προίκα» από την πλευρά των γονέων του νέου
προς την οικογένεια της κόρης, αλλά και η «προγαµιαία δω-
ρεά» (το «θεώρετρο», ή «υπόβολο») του γαµπρού προς τη
νύφη (χρήµατα ή γη) που υπολογίζεται κατ’ αναλογία της
προίκας και προορίζεται για την εξασφάλιση της γυναίκας σε
περίπτωση θανάτου του συζύγου. Η συµµετοχή της Εκκλη-
σίας στη βυζαντινή µνηστεία είναι εµφανής σε διάφορα σηµεία,
καθώς αφενός από κάποια εποχή και µετά ο αρραβώ-
νας οφείλει να συνοδεύεται από ιερή ευλογία (η οποία επι-
βάλλεται από τη Νεαρά 89 του Λέοντος του Σοφού) όπου
µπορεί να ανταλλάσσεται και δακτυλίδι (συνήθεια που ανά-
γεται στα ρωµαϊκά χρόνια), αφετέρου δε στο «προικοσύµ-
φωνο» η συγγραφή ξεκινά µε το σύµβολο του Σταυρού ενώ
είναι συχνές και οι επικλήσεις στη βοήθεια της Παναγίας, του
Ιησού, του Ιωάννου του Προδρόµου και άλλων αγίων.
Αφού ολοκληρωθεί ο «αρραβών», ο µνηστήρας πλέον δύ-
ναται να επισκέπτεται τη µέλλουσα γυναίκα του στο σπίτι της
φέρνοντάς της τα ανάλογα δώρα. Ο γάµος τελείται έπειτα
από κάποιο εύλογο χρονικό διάστηµα και εφόσον οι µελλό-
νυµφοι πληρούν τις προϋποθέσεις των ορίων ηλικίας. Συγκε-
κριµένα, το βυζαντινό δίκαιο επιβάλλει η κόρη να έχει συ-
µπληρώσει τουλάχιστον το 12ο ή 13ο έτος και το αγόρι το 14ο
ή 15ο, ρύθµιση βέβαια που κάποιες φορές καταστρατηγείται,
κυρίως από τον πατέρα της κοπέλας που επιθυµεί να εξα-
σφαλίσει από νωρίς το µέλλον της. ∆εσµεύσεις όµως τίθε-
νται, κυρίως από την Εκκλησία (Μέγας Βασίλειος, PG 32.724),
σχετικά και µε το ανώτατο όριο ηλικίας, το οποίο ορίζεται ως
το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 70ό για τους άνδρες.
7
Την κατάλληλη εποχή
8
για την τέλεση του γάµου καθορί-
ζουν οι εκκλησιαστικές επιταγές και οι λαϊκές προλήψεις.
Έτσι, για παράδειγµα, η Εκκλησία απαγορεύει τους γάµους
την περίοδο της Σαρακοστής και των µεγάλων εορτών. Η ρω-
µαϊκή παράδοση από την άλλη θέλει το µήνα Μάιο ως ακα-
τάλληλο για γάµο, ενώ άλλες προλήψεις συνδέονται µε τις
θέσεις της Σελήνης (θυµίζοντας τις αρχαίες λακωνικές προ-
λήψεις που σχετίζονται µε την πανσέληνο) και τον ζωδιακό
κύκλο (π.χ. οι περίοδοι που η σελήνη βρίσκεται στον Καρκίνο,
τον Λέοντα ή την Παρθένο δεν θεωρούνται ευνοϊκές). Αφού
καθοριστεί, µε βάση τα παραπάνω, η ηµεροµηνία της τελετής
γίνεται το «κάλεσµα εις την χαράν» ή «κλητώριον», ήτοι η
πρόσκληση στο γάµο από τους γονείς των νέων ή και µε την
επιστράτευση «λαλετών» ή «καλεστών» που αφήνουν στα σπί-
τια των καλεσµένων µήλο, λεµόνι, µοσχοκάρφια ή παστέλι.

Εἰκόνα χάλκινα
στέφανα επικασσιτερωμένα 10ος αι. Κωνσταντινούπολη
Οι γαµήλιες τελετές
9
λάµβαναν χώρα πάντα ηµέρα Κυ-
ριακή. Όπως και στην αρχαιότητα όµως, της κυρίως τελετής
του γάµου προηγούνται τα προεόρτια, που στην περίπτωση
των Βυζαντινών καλούνται «παστοπήγια» και θυµίζουν έντονα
και το σύγχρονο έθιµο του «στρωσίµατος του κρεβατιού». Συ-
γκεκριµένα, µερικές µέρες πριν από το γάµο –συχνότερα την
Πέµπτη, σπανιότερα την παραµονή– συγγενείς και φίλες της
νύφης στολίζουν τον «παστό» (=νυφικός κοιτώνας) µε πα-
ντός είδους όµορφα στολίδια (π.χ. πολύτιµα υφάσµατα, βα-
ρύτιµα υφαντά, κοσµήµατα), τακτοποιούν τα έπιπλα και ραί-
νουν το κρεβάτι µε άνθη ψάλλοντας χαρούµενα τραγούδια
που επαινούν τις αρετές των µελλονύµφων.
Την ηµέρα του γάµου ξεκινά από νωρίς ο στολισµός της
νύφης. Η κοπέλα ετοιµάζεται µε τη βοήθεια των «νυµφοστόλων»,
που καθήκον έχουν να την ντύσουν µε τη λεπτοκεντη-
µένη µπλούζα και το λευκό χρυσοκόσµητο φόρεµα, να της
κάνουν κάποιο περίτεχνο χτένισµα, να τη µακιγιάρουν ειδικά
για την περίσταση (τονίζοντας φρύδια και µάτια και εφαρµό-
ζοντάς της ένα «µέικ απ» που καλύπτει όλο το πρόσωπο χρω-
µατίζοντας χείλη και µάγουλα), να της φορέσουν τα κοσµή-
µατα και να βεβαιωθούν ότι δεν θα φορέσει τίποτα µαύρο –
ούτε καν παπούτσια–, χρώµα που απαγορεύεται ακόµα και
για τους προσκεκληµένους. Στο τέλος, πρέπει απαραιτήτως
να φροντίσουν να καλύψουν την κόρη από την κορυφή ως τα
νύχια µε το πέπλο, συνήθεια που κληροδοτήθηκε από τα αρ-
χαία αλλά και τα ρωµαϊκά έθιµα.
Την προκαθορισµένη ώρα –η οποία, ακολουθώντας την
αρχαιοελληνική συνήθεια, ήταν νυκτερινή– φτάνουν στην οι-
κία της νύφης µουσικοί και «δαδούχοι», που µε όργανα και
εορταστικά άσµατα αναγγέλλουν την άφιξη του γαµπρού,
τον οποίο οι παριστάµενοι φίλοι και συγγενείς ραίνουν µε
µήλα (σύµβολο του έρωτα) και τριαντάφυλλα. Ο τελευταίος
εµφανίζεται µε καινούργια ρούχα και παπούτσια, φρεσκοξυ-
ρισµένος, µακιγιαρισµένος και µε φρεσκοβαµµένα µαλλιά (αν
αυτά έχουν αρχίσει να ασπρίζουν). Σχηµατίζεται η γαµήλια
ποµπή (ή «οψίκιον» ή «οι επί τούτω τεταγµένοι»), στην οποία
προπορεύονται οι µουσικοί και οι δαδούχοι, ακολουθεί η οµά-
δα του γαµπρού µε τους φίλους και συγγενείς του, και στο
τέλος η νύφη –πεζή ή «επί οχήµατος καταστέγου»–, η οποία
είναι καλυµµένη µε το πέπλο και οδεύει αργά αργά ανάµεσα
στους «νυµφαγωγούς» (στους οποίους συγκαταλέγονται οι
γονείς της, φίλες και συγγενείς, άνδρες και γυναίκες). Η νυ-
φική ποµπή πορεύεται υπό τους ήχους των γαµήλιων ύµνων
ενώ στο πέρασµα κάποιοι τη ραίνουν µε τριαντάφυλλα και
άλλα λουλούδια και άλλοι καίνε αρωµατικά ξύλα. Ο προορι-
σµός της ποµπής τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είναι ίσως το
σπίτι του γαµπρού, καθώς τη στέψη τελούσε ο πατέρας του,
ενώ η ευλογία του κλήρου, η οποία δινόταν κατ’ οίκον, ήταν
προαιρετική. Η Νεαρά 89 όµως του Λέοντος Σοφού επιβάλ-
λει την ευλογία για την εγκυρότητα του γάµου, µε συνέπεια
από τον 9ο αιώνα και εξής να τελούνται οι γάµοι υποχρεωτικά
στην εκκλησία.
Όταν η ποµπή φτάσει στο ναό, ο ιερέας οδηγεί τους µελ-
λόνυµφους στο εσωτερικό και, αφού επιβεβαιώσει την απου-
σία παντός κωλύµατος (ρωτώντας τους αν έρχονται εκούσια
«εις γάµου κοινωνία»), ενώνει τα χέρια των νέων και ανταλ-
λάσσονται δαχτυλίδια. Σηµαντική θέση στο µυστήριο έχει ο
«παράνυµφος» (ή «στεφανοκράτωρ» ή «σύντεκνος»), ρόλο
που καλείται συνήθως να παίξει ο ανάδοχος. Αυτός στέκεται
πίσω από το ζευγάρι κρατώντας τους τα στέφανα, που είναι
µεταλλικά ή φτιαγµένα από κλήµα (ή στην περίπτωση των αυ-
τοκρατορικών γάµων από χρυσοκέντητες ταινίες), κατά την
περιφορά, οπότε ο κόσµος τούς ραίνει µε σουσάµι ή κριθάρι
(σύµβολα πολυτεκνίας). Για τη θρησκευτική ολοκλήρωση της
διαδικασίας ο γαµπρός και η νύφη µεταλαµβάνουν τη Θεία
Κοινωνία, προκειµένου να ταυτιστεί η ένωσή τους µε το σώµα
και το αίµα του Χριστού, ενώ για τη νοµική κατοχύρωση από
τον 11ο αιώνα και µετά υπογράφουν και «συµβόλαιο γάµου»
παρουσία µαρτύρων. Αφού ολοκληρωθεί το µυστήριο, οι γο-
νείς, ο παράνυµφος, οι συγγενείς και οι καλεσµένοι εύχονται
στο ζευγάρι, ασπάζονται τα στέφανα – τα οποία, προς απο-
φυγή κακοτυχίας, θα πρέπει να παραµείνουν δεµένα στα κε-
φάλια του ζευγαριού.
Εν συνεχεία, ξανασχηµατίζεται ποµπή και οι νεόνυµφοι
οδεύουν στην οικία του γαµπρού «συν κρότω, λαλαγαίς, χο-
ροίς και κυµβάλοις». Τα λαϊκά τραγούδια µε τη συνοδεία αυ-
λού και κιθάρας, που ακολουθούσαν αρχικά το ζευγάρι, αντι-
καθίστανται, κατόπιν έντονων προσπαθειών της Εκκλησίας,
από θρησκευτικούς ύµνους, οι οποίοι ψάλλονται και από τους
ιερείς που συµµετέχουν στην ποµπή. Στο νέο σπίτι υποδέχε-
ται τη νύφη η µητέρα του νέου της συζύγου και την οδηγεί
στον νυφικό κοιτώνα, όπου καταφθάνουν και οι προσκεκλη-
µένοι, οι οποίοι απαγγέλλοντας αυτοσχέδια τραγούδια
(«παστικά άσµατα»), που εξυµνούν τις αρετές της νύφης και του
γαµπρού, αφήνουν επιθαλάµια δώρα. Εκεί ο γαµπρός σηκώ-
νει το πέπλο της νέας του γυναίκας και την αντικρίζει για
πρώτη φορά. Από τον 7ο αιώνα και εξής σε αυτή τη φάση της
προσφέρει και δώρα, ένα γαµήλιο δαχτυλίδι (χρυσό ή µπρού-
ντζινο κοσµηµένο µε βιβλικές σκηνές, ή πιο συχνά µε το ζευ-
γάρι που έχει ανάµεσά του τον Χριστό ή το σύµβολο του
Σταυρού) ή/και µια ζώνη (αποτελούµενη από νοµίσµατα ή µι-
κρούς στρογγυλούς δίσκους που εικόνιζαν κοσµικές σκηνές
αλλά και τον Χριστό µε τους νεόνυµφους). Ακολουθεί ολο-
νύκτιο γαµήλιο συµπόσιο, στο οποίο άνδρες και γυναίκες πα-
ρακάθονται σε χωριστά τραπέζια. Η ποιότητα των επιτραπέ-
ζιων σκευών και το πλήθος των εδεσµάτων ποικίλλει µε βάση
τις οικονοµικές δυνατότητες των οικογενειών, αλλά στα γλυ-
κίσµατα περιλαµβάνεται πάντα ο παραδοσιακός «σησαµούς»
(ή «εκ µέλιτος πλακούς»), ενώ έπεται και γλέντι µε διάφορες
διασκεδάσεις, για τις οποίες επιστρατεύονται ορχήστρες, γυ-
ναίκες του θεάτρου, µίµοι κ.λπ., λόγος που επιβάλλει την
αποχώρηση των κληρικών από το γλέντι. Τις πρώτες πρωινές
ώρες ψάλλεται το «κατακοιµητικό άσµα» και το ζευγάρι οδη-
γείται στον νυφικό θάλαµο, ενώ οι καλεσµένοι αποχωρούν.
Το πρωί λαµβάνει χώρα το «παραξύπνηµα» των νιόπαντρων
από συγγενείς και φίλους. Οι γαµήλιοι εορτασµοί όµως συ-
νεχίζονται για επτά –και στους αυτοκρατορικούς γάµους σα-
ράντα– ηµέρες, οπότε καλείται ο ιερέας στην οικία του ζεύ-
γους για το διάβασµα της ευχής, της λύσης του «παστού» και
της «στεφάνων επίλυσις».
Πόσο αλλάζει όµως η ζωή της νεαρής Βυζαντινής µετά το
γάµο και πόσο διαφοροποιείται από εκείνη της κλασικής Αθη-
ναίας; Η γυναίκα συνήθως περνά τον περισσότερο χρόνο της στα όρια του
οίκου της, συχνά στο γυναικωνίτη,στον οποίο εισέρχονται µόνο µέλη της
οικογένειας, ενώ και η ίδια δεν δύναται να παρίσταται στο δωµάτιο υπο-
δοχής όταν ο σύζυγός της έχει επισκέψεις, συνήθεια που παραπέµπει
στα αρχαιοελληνικά δεδοµένα. Κύριο καθήκον της και εδώ είναι οι βασικές
οικιακές ασχολίες της «καλής νοικοκυράς» (ύφανση στον αργαλειό, πλύ-
σιµο ρούχων, άλεσµα σιταριού, ζύµωµα και µαγείρεµα), η ανατροφή
των παιδιών (διατροφή και διαπαιδαγώγηση, ειδικά των κορών) αλλά και
η ανάγνωση των Γραφών. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Ρ. Ιµβριώτη,
10
«µέσα στο σπίτι η Βυζαντινή, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, είναι βασί-
λισσα και φέρεται δεσποτικά σεόλους». Στο νοικοκυριό τη βοηθούν
συχνά οικιακοί δούλοι ή ευνούχοι, δεν είναι όµως σπάνιες οι
περιπτώσεις που οι οικονοµικές συνθήκες δεν επιτρέπουν
κάτι τέτοιο, επιβάλλοντάς της να ασχολείται µόνη της µε όλα
αυτά για τα οποία παραπονιέται η σύζυγος του Πτωχοπρό-
δροµου («Φροντίζω το σπίτι και κάνω όλες τις δουλειές […]
Φροντίζω τα παιδιά καλύτερα κι από την καλύτερη παραµάνα
[…] Υφαίνω µόνη µου τη ρόµπα που φορώ […] Φτιάχνω τα
πουκάµισα και τα παντελόνια», Πτωχοπροδροµικά).
Οι οικονοµικές δυσκολίες βέβαια –και σπανιότερα η υψη-
λή µόρφωση και η ιδία επιθυµία– είναι αυτές που υποχρεώ-
νουν κάποιες γυναίκες να εργαστούν. Άλλες απασχολούνται
ως βοηθοί του συζύγου (π.χ. «κάπηλος», «σταθµούχος»),
άλλες δουλεύουν αυτόνοµα (π.χ. «αρτοπράτισσα», «ασπρο-
πώλισσα», «ναυκλήρισσα», «καλιγράφισσα», µαία, ιατρός),
άλλες εργάζονται στην εκκλησία έναντι µισθού και εκκλησια-
στικού βαθµού (ως «διακόνισσες» ή «κανονικές»), και άλλες,
τέλος, αναγκάζονται να γίνουν «εταίρες» σε πολυτελείς οί-
κους ή ακόµα χειρότερα υποχείρια των «πορνοβοσκών», που
τις στέλνουν στον ιππόδροµο και στο θέατρο. Αρκετές πα-
ντρεµένες (εύπορες συνήθως), από την άλλη, επιδίδονται σε
έργα ευποιίας (ίδρυση γηροκοµείων, συγκέντρωση χρηµατι-
κών εισφορών για ανέγερση ναών και άλλων κτισµάτων).
Οι γυναίκες που δεν εργάζονται βγαίνουν από την οικία
τους µε µέτρο, πάντα µε το πρόσωπο καλυµµένο και µε συ-
γκριµένους προορισµούς (εκκλησία, συγγενικά σπίτια, λου-
τρά, εορτές). Παρά τους περιορισµούς που συνεχίζουν να
υπάρχουν και µετά το γάµο για τη γυναίκα, εντούτοις η σύ-
ζυγος της µεσαίας συνήθως και ως επί το πλείστον της ανώ-
τερης τάξης αποκτά ένα βασικό πλεονέκτηµα, την κυριότητα
περιουσίας, το οποίο αναβαθµίζει το ρόλο της στην κοινωνία.
Συγκεκριµένα, έχει δικαιώµατα στην προίκα της και την «προ-
γαµιαία δωρεά». Αναφορικά µε την προίκα, η διαχείριση και
η επικαρπία ανήκει στο σύζυγο αλλά υφίσταται για τη συντή-
ρηση των τέκνων, στα οποία και ανήκει µετά το θάνατο της
µητέρας. Αν και η Εκλογή των Ισαύρων επιβάλλει τη διάθεσή
της σε περίπτωση οικονοµικών δυσχερειών του συζύγου,
εντούτοις, αν ο άνδρας αποδειχθεί κακός διαχειριστής ή άσω-
τος, η γυναίκα κατοχυρώνεται νοµικά να διεκδικήσει δικα-
στικά τη διαχείριση της προίκας ή και την επανόρθωσή της
στο ακέραιο εφόσον έχει κατασπαταληθεί. Όσον αφορά τη
γαµήλια δωρεά, αφετέρου, αυτή υπάρχει για την κατοχύ-
ρωση της γυναίκας µετά το θάνατο του συζύγου. Η χήρα
αναλαµβάνει επιπλέον τη διαχείριση όλης της περιουσίας
(της οποίας –όταν υπάρχουν ανήλικα τέκνα– έχει την επιτρο-
πεία, ενώ η δεσποτεία ανήκει στα παιδιά) µε την προϋπόθεση
να µην ξαναπαντρευτεί, αναγνωριζόµενη τοιουτοτρόπως ως
αρχηγός της οικογένειας και του νοικοκυριού.
11
Εκτός από το θάνατο όµως υπάρχουν και πολλές άλλες
αιτίες που µπορεί να επιβάλλουν το χωρισµό του ζευγαριού
οδηγώντας στο «ρεπούδιο» (=διαζύγιο).
12
Οι κυριότεροι λό-
γοι διαζυγίου είναι οι εξής: α. φυσική ανικανότητα του αν-
δρός ή στειρότητα της γυναίκας, β. γνώση και απόκρυψη συ-
νωµοσίας ενάντια στο Κράτος ή και συµµετοχή σε αυτήν, γ.
απόπειρα δολοφονίας του ενός συζύγου από τον άλλο ή
και απόπειρα από τρίτο εν γνώσει του ενός συζύγου,
δ. φρενοβλάβεια για πάνω από τρία έτη, ε. «αφά-
νεια» (=απουσία) χωρίς ειδήσεις για διάστηµα µε-
γαλύτερο της πενταετίας, στ. αυτοεγκλεισµός
σε µοναστήρι ή προσχώρηση σε θρησκευτική
αίρεση, ζ. διαπίστωση ύπαρξης µίσους (από τη
σύζυγο λόγω κακοµεταχείρισης, από το σύ-
ζυγο λόγω φυσικών ελαττωµάτων ή και µίσος
αµοιβαίο λόγω υποψιών απιστίας), η. προ-
σβολή της κοσµιότητας των σεξουαλικών σχέ-
σεων (αν ο σύζυγος είναι παιδεραστής), θ. πα-
ραβιάσεις συζυγικής πίστης, όπου συγκατα-
λέγονται διάφορες περιπτώσεις ξεχωριστά για
τον άνδρα (όπως η εγκατάσταση παλλακίδας
από το σύζυγο στην οικογενειακή εστία που συ-
νιστά αιτία διαζυγίου, αντίθετα µε τη µοιχεία, η
οποία απλά τιµωρείται µε αποκοπή της µύτης) και τη
γυναίκα (για παράδειγµα: η γέννηση εξώγαµου τέκνου,
διανυκτέρευση εκτός της οικίας, επ’ αυτοφώρω σύλληψη
στα λουτρά µε άλλον άνδρα ή σε διασκέδαση µε άνδρες ύπο-
πτης ηθικής, παρουσία στον ιππόδροµο ή στο θέατρο χωρίς
τη συνοδεία και την άδεια του συζύγου, αιτίες που επιτρέ-
πουν στο σύζυγο να κρατήσει την προίκα). Από την ανωτέρω
απαρίθµηση καθίσταται εµφανές ότι η Βυζαντινή –σε πλήρη
αντίθεση προς την αρχαία πρόγονό της– έχει σχεδόν ίσα δι-
καιώµατα µε τον άνδρα της στην αίτηση διαζυγίου. Στα
πρώτα χρόνια του Βυζαντίου υπάρχουν δύο είδη διαζυγίων,
το «κατά πρόφασιν άµεµπτον» (το οποίο χορηγούνταν από
δικαστή σε περίπτωση που τεκµηριώνεται κάποια από τις
ανωτέρω αιτίες) και το «κατά συναίνεσιν» (που ήταν προϊόν
αµοιβαίας απόφασης και όπου αρκούσε µια απλή δήλωση). Ο
δεύτερος τύπος διαζυγίου όµως, που ήταν εµφανώς ασύµ-
βατος µε τους εκκλησιαστικούς κανόνες, καταργείται µε τη
νοµοθεσία του Ιουστινιανού (µε εξαίρεση την περίπτωση επι-
λογής του µοναχικού βίου), επανέρχεται για λίγο από τον Ιου-
στίνο Β΄, για να καταργηθεί και πάλι µε την Εκλογή των Ισαύ-
ρων και τις νοµοθετικές ρυθµίσεις των Μακεδόνων. Τον 10ο
αιώνα το διαζύγιο αυτό παύει να υπάρχει, µε συνέπεια οι «εν-
διαφερόµενοι» να στραφούν σε έµµεσες λύσεις (π.χ. σύναψη
ιδιωτικών συµβολαίων, που όµως δεν αναγνωρίζονται από
την Εκκλησία και συνήθως και από το Κράτος). Το αν µετά το
διαζύγιο επιτρέπεται να παντρευτεί κάποιος από τους συζύ-
γους είναι υπό συζήτηση. Ούτως ή άλλως η σύναψη δεύτε-
ρου γάµου δεν χαιρετίζεται µε ιδιαίτερη χαρά από Κράτος
και Εκκλησία. Μια χήρα βέβαια δύναται να ξαναπαντρευτεί,
αλλά αφού περάσει το εύλογο χρονικό διάστηµα ενός έτους
και δεν έχει ανήλικα τέκνα. Η Εκκλησία όµως θεωρεί τον δεύ-
τερο γάµο «ευπρεπή µοιχεία» και δεν επιτρέπει κατά το µυ-
στήριο το στεφάνωµα και τη Θεία Μετάληψη, ενώ αφορίζει
τον συνάπτοντα τρίτο γάµο. Όπως έγινε εµφανές, δύο είναι οι δυνάµεις που κατευθύ-
νουν τις κινήσεις ανδρών και γυναικών πριν αλλά και κατά τη
διάρκεια του γάµου, η Εκκλησία και το Κράτος, κάτι που δη-
λώνεται εύγλωττα και από τον Μοδεστίνο: «(nuptiae sunt) coniunctio
maris et feminae et consortium omnis vitae, divini et
humani iuris communicatio» (ο γάµος είναι η ένωση ενός
άνδρα και µιας γυναίκας, µια συνεργασία για όλη τους τη ζωή
υπό την καθοδήγηση του νόµου του Θεού και των ανθρώπων)
(Ιουστινιανού Πανδέκτης, ∆ 23.2.1). Εδώ συνίσταται και η ει-
δοποιός διαφορά από τις αρχαιοελληνικές και ρωµαϊκές πα-
ραδόσεις, µε τις οποίες τόσες οµοιότητες εντοπίστηκαν πα-
ραπάνω. Το Βυζάντιο υπήρξε ένα κρατικό µόρφωµα, το οποίο
διήλθε πολλές αλλαγές (πολιτικές, διοικητικές, θρησκευτικές
κ.ά.) προκειµένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της παν-
σπερµίας των λαών που φιλοξενούσε στα απέραντα όριά του.
Η επίδραση όµως του Χριστιανισµού –µε την ανοχή και άλ-
λοτε και τη στήριξη των αυτοκρατορικών νόµων– ήταν αυτή
που επηρέασε σηµαντικά τη θέση της γυναίκας, διαφορο-
ποιώντας την από εκείνη του παρελθόντος. Η γυναίκα δεν
είναι πλέον «όργανο αναπαραγωγής», αφού η τεκνοποίηση
είναι ένας από τους λόγους του γάµου κι όχι «αυτοσκοπός»,
όπως επέβαλλε το αρχαίο δίκαιο.
13
Η βυζαντινή νοµοθεσία µε
τις ανωτέρω ρυθµίσεις καθιερώνει τη µονογαµία και αναγνω-
ρίζει ισότητα δικαιωµάτων της γυναίκας µε τον άνδρα, ο
οποίος –όπως απαιτεί η Εκκλησία– οφείλει να «καταλείψει τον
πατέρα αυτού και την µητέρα και κολληθήσεται τη γυναικί
αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκαν µίαν» (Κατά Μάρκον
10.6-8 και Κατά Ματθαίον 19.5). Φυσικά στην ουσία η γυναίκα
δεν εξισώνεται µε τον άνδρα και συνεχίζει να ζει µε περιορι-
σµούς, αλλά αυτοί είναι πλέον λιγότεροι ή αίρονται ευκολό-
τερα. Συνεπώς είναι εύκολο να συµφωνήσουµε µε τον Κά-
ρολο Ντιλ, ο οποίος υποστηρίζει ότι «ελάχιστα κράτη άφη-
σαν στη γυναίκα περισσότερη θέση, της έδωσαν σηµαντικό-
τερο ρόλο, της εξασφάλισαν πλατύτερη επιρροή στα ζητή-
µατα της πολιτικής και στα κρατικά πεπρωµένα, από τη βυ-
ζαντινή αυτοκρατορία»!

Εἰκόνα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1
Ρ. Ιµβριώτη, Η γυναίκα στο Βυζάντιο, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2002, σ. 52.
2
Στο ίδιο, σ. 49-59· Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισµός, τ. ∆΄, Αθή-
να 1951, σ. 70-118· Κ. Νικολάου, Η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινω-
νία, Ίδρυµα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1994, σ. 14-16, 33-34, 39-41.
3
Ιµβριώτη, ό.π., σ. 18, 56· Θ. Καρζής, Η γυναίκα στο Μεσαίωνα, εκδόσεις Φι-
λιππότη, Αθήνα 1989, σ. 48· Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118· Νικολάου, ό.π., σ. 18, 56.
4
Α. Βακαλούδη, Καλλιστεία και γάµος στο Βυζάντιο, εκδόσεις Κυριακίδη,
Θεσσαλονίκη 1998, σ. 42-46· Ιµβριώτη, ό.π., σ. 56.
5
Συγκεκριµένα, οι απαγορευµένοι γάµοι στο Βυζάντιο ήταν: α) ο «νεφάριος»
(µεταξύ κηδεµόνος και κηδεµονευοµένης ), β) ο «δαµνάτος» (µε µοναχή) και
γ) ο «ίγκεστος» µεταξύ συγγενικών προσώπων. Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118.
6
Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118· Νικολάου, ό.π., σ. 16-17.
7
Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118· Νικολάου, ό.π., σ. 16-17· T.T. Rice, Ο δηµόσιος
και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, µτφρ. Φ.Κ. Βώρου, εκδόσεις Παπαδήµα,
Αθήνα 2000, σ. 215.
8
Βακαλούδη, ό.π., σ. 42-46· Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118· Rice, ό.π., σ. 215.
9
Βακαλούδη, ό.π., σ. 42-46· Κουκουλές, ό.π., σ. 70-118· Rice, ό.π., σ. 215-
217.
10
Ιµβριώτη, ό.π., σ. 69.
11
Στο ίδιο, σ. 59-69, 71-80· Κ. Νικολάου, «Η γυναίκα στο Βυζάντιο», Αρχαιο-
λογία 21 (1986), σ. 28-31· Νικολάου, Η θέση της γυναίκας…, σ. 25-26, 33-34·
Rice, ό.π., σ. 214· G. Walter, Η καθηµερινή ζωή στο Βυζάντιο, µτφρ. Κ. Πα-
ναγιώτου, εκδόσεις Παπαδήµα, Αθήνα 1999, σ. 191-200.
12
Ιµβριώτη, ό.π., σ. 24-28· Καρζής, Η γυναίκα στο Μεσαίωνα, σ. 65· Νικο-
λάου, Η θέση της γυναίκας…, σ. 21-24· B. Stolte, «Desires denied: marriage,
adultery and divorce in early Byzantine law», στο L. James (επιµ.), Desire and
Denial in Byzantium, Ashgate, Brighton 1997, σ. 77-86 Walter, ό.π., σ. 191-
200.
13
Βακαλούδη, ό.π., σ. 42-46· Ιµβριώτη, ό.π., σ. 12-17· Νικολάου, Η θέση της
γυναίκας…, σ. 19-20.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ANGOLD M., «The wedding of Digenes Akrites: Love and marriage in
Byzantium in the 11th and 12th centuries», στο Χ. Αγγελίδη (επιµ.), Η κα-
θηµερινή Ζωή στο Βυζάντιο, Πρακτικά του Α΄ ∆ιεθνούς Συµποσίου, Κέ-
ντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 1989, σ. 201-215.
ΒΑΚΑΛΟΥ∆Η Α., Καλλιστεία και γάµος στο Βυζάντιο, εκδόσεις Κυριακίδη,
Θεσσαλονίκη 1998.
ΓΑΛΑΒΑΡΗΣ Γ., «Πρωτοβυζαντινή Τέχνη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
τ. Ζ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980.
ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ Ε., «Ελληνισµός και Βυζάντιο», Ιστορία του Ελληνι-
κού Έθνους, τ. Ζ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980.
ΙΜΒΡΙΩΤΗ Ρ., Η γυναίκα στο Βυζάντιο, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2002.
ΚΑΡΖΗΣ Θ., Η γυναίκα στο Μεσαίωνα, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1989.
ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ Φ., Βυζαντινών βίος και πολιτισµός, τ. ∆΄, Αθήνα 1951.
ΛΑΪΟΥ Α., «Κοινωνία και οικονοµία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄,
Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κ., «Η γυναίκα στο Βυζάντιο», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 28-
31.
, Η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, Ίδρυµα Γουλανδρή-
Χορν, Αθήνα 1994.
ΟΙΚΟΝΟΜΙ∆ΗΣ Ν., «Ενοποίηση Ευρασιατικού χώρου (945-1071)», Ιστο-
ρία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980.
RICE T.T., Ο δηµόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, µτφρ. Φ.Κ.
Βώρου, εκδόσεις Παπαδήµα, Αθήνα 2000.
STOLTE B., «Desires denied: marriage, adultery and divorce in early
Byzantine law», στο L. James (επιµ.), Desire and Denial in Byzantium, Ashgate, Brighton 1997, σ. 77-86.
WALTER G., Η καθηµερινή ζωή στο Βυζάντιο, µτφρ. Κ. Παναγιώτου, εκ-
δόσεις Παπαδήµα, Αθήνα 1999. ΧΑΤΖΗ∆ΑΚΗΣ Μ., «Τέχνη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄, Εκδο-
τική Αθηνών, Αθήνα 1980
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

Ἐπιστροφὴ στην Βυζαντινοί & Ρωμιοί



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron