ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡ.120 π.4.Σ

Θέματα ποὺ δὲν ἀνήκουν σὲ μία ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐπιστημονικῶν κατηγοριῶν

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡ.120 π.4.Σ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τετ 29/02/2012 04:18

ΑΝΤΙΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ( ΤΟΜΟΣ 52 ΙΟΥΝΙΟΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ 2004 ΤΕΥΧΟΣ 6) ΜΙΑ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.θ, ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΝΙΤΑΚΗ
ΜΕ ΤΙΤΛΟ
ΤΟ «∆ΙΚΑΙΩΜΑ» ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 120 §4 Σ*
(Μεταξύ ηθικο-πολιτικού δικαιώµατος, πραγµατικού γεγονότος
και εκδήλωσης συνταγµατικού πατριωτισµού)

Μπορεί το συγκεκριμένο δημοσίευμα ν΄απευθύνεται σε νομικούς επιστήμονες, όμως , σήμερα που τόσο συζητείται το ακροτελεύτιο άρθρο του συντάγματος παρέχει άριστη πληροφόρηση στον κάθε ενδιαφερόμενο ΄ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ. Σημειωτέον δε ότι έχει γραφτεί σε "ανύποπτο χρόνο" ( 2004) , με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τους δύσπιστους.
(Το ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ αποτελεί το βασικό οπλοστάσιο των δικηγόρων και δικαστών σε θέματα νομοθεσίας και νομολογίας )
Αμαλία Κατσούλα
..............................................

Ι. Η ιστορική και πολιτειακή σηµασία της
συνταγµατικής ρήτρας προστασίας του
Συντάγµατος
α) Η αντίσταση ως εγγύηση προστασίας του
Συντάγµατος
Η ρήτρα του ακροτελεύτιου άρθρου ό-
λων των ελληνικών συνταγµάτων, που ανα-
θέτει την τήρηση του Συντάγµατος στον
«πατριωτισµό των Ελλήνων» (: «Η τ ή ρ η -
σ ι ς τ ο υ Σ υ ν τ ά γ µ α τ ο ς α φ ι ε ρ ο ύ τ α ι
ε ι ς τ ο ν π α τ ρ ι ω τ ι σ µ ό ν τ ω ν Ε λ λ ή -
ν ω ν ») αποτελεί µιαν ιδιαιτερότητα του ε-
θνικού µας συνταγµατισµού, που δεν απα-
ντά µε αυτήν τη µορφή σε άλλα συντάγµατα
και που αξίζει για τον λόγο αυτό να τραβή-
ξει για λίγο την προσοχή µας, τόσο τη νοµι-
κή όσο και την πολιτειολογική. Παρόλη τη
σχετικά µικρή νοµική αποτελεσµατικότητα
της διάταξης, η πολιτική και συµβολική της,
ακόµη και σήµερα, σηµασία, όπως έδειξε
άλλωστε και η ιστορία της, δεν είναι αµελη-
τέες.
_________
* Η µελέτη αποτελεί προδηµοσίευση µε προ-
σθήκες αποσπάσµατος από το βιβλίο µου Ελληνικό
Συνταγµατικό ∆ίκαιο, τόµ. Ι, εκδ. Σάκκουλα, Θεσ-
σαλονίκη, 2004, που µόλις κυκλοφόρησε. Αφιερώ-
νεται στoν σεµνό και αφανή εργάτη της επιστήµης
του Συνταγµατικού ∆ικαίου Ν ί κ ο Ρ ώ τ η , συνερ-
γάτη για πολλά χρόνια του «Νοµικού Βήµατος». Η
άγνωστη και αναξιοποίητη, δυστυχώς, στην Ελλάδα
διδακτορική διατριβή του «Le Peuple et L’ Etat. Essai sur la clause finale des Constitutions helléniques
de 1844 à 1952», στάθηκε για µένα πηγή έµπνευσης
και οδηγός της παρούσας µελέτης.

Από τα πρώτα βήµατά του ο ελληνικός
συνταγµατισµός διατράνωσε την πίστη του
ότι η προστασία του Συντάγµατος δεν µπορεί
παρά να είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο,
υπόθεση των Ελλήνων πολιτών και του ίδιου
του λαού. Η προστασία του επαφίεται, ως
θεµελιώδης συνταγµατική αξία, στην πατρι-
ωτική συνείδηση των πολιτών και εξαρτάται
κυρίως από τη δηµοκρατική τους εγρήγορ-
ση
1
. Ο Λαός που δηµιούργησε µε την εθνική
επανάσταση του 1821 το ελληνικό συνταγ-
µατικό κράτος και το δηµοκρατικό πολίτευ-
µα είναι ο πλέον αρµόδιος και ο καταλληλό-
τερος να τα υπερασπιστεί, όταν απειλείται η
υπόστασή τους.
Η ρήτρα της τήρησης και προστασίας
του Συντάγµατος απαντά στα πρώτα επανα-
στατικά συντάγµατα. Η Τρίτη Εθνική Συνέ-
λευση της Τροιζήνος, επαναλαµβάνοντας
αυτολεξεί σχετικό ψήφισµα της ∆εύτερης
Συνέλευσης που συνήλθε στο Άστρος, δια-
κήρυξε το 1827 ότι:
«Α΄ Το αυτό Πολίτευµα, υπό το όνοµα
“Πολιτικόν Σύνταγµα της Ελλάδος” αναγνω-
ριζόµενον εφεξής, αφιερούται εις την πίστιν
της Βουλής, του Κυβερνήτου και του ∆ικα-
στικού, διά να διατηρήται εν ακριβεία‚ αφιε-
ρούται εις την εύνοιαν των λαών και εις τον
πατριωτισµόν παντός Έλληνος, διά να ενερ-
γήται καθ’όλην την έκτασιν.
_________
1. Ειδικά για τη σηµασία αυτή της ρήτρας, βλέ-
πε την εξαντλητική µελέτη του N i c o s M . R o -
t i s , Le Peuple et L’ Etat. Essai sur la clause finale
des Constitutions helléniques de 1844 à 1952, Paris,
LGDJ, 1987, ιδίως σ. 339-409 και 462-498.


Β΄ Επ’ ουδεµία προφάσει και περιστάσει
δύναται η Βουλή ή η Κυβέρνησις να νοµοθε-
τήση ή να ενεργήση τι εναντίον εις το παρόν
Πολιτικόν Σύνταγµα».
Η ίδια ρήτρα συµπυκνωµένη σε µια µόνο
φράση αποτυπώθηκε στο άρθρο 107 του Συ-
ντάγµατος του 1844 και έκτοτε επαναλή-
φθηκε πανοµοιότυπα σε όλα τα µεταγενέ-
στερα συντάγµατα µέχρι το Σύνταγµα του
1952, όπου βρήκε καταφύγιο στο άρθρο 114
και έγινε σύνθηµα πολιτικό στις λαϊκές κι-
νητοποιήσεις της δεκαετίας του ’60.
Με το Σύνταγµα του 1975 η ρήτρα εντά-
χθηκε στο άρθρο 120 §4 και, αφού αντικα-
ταστάθηκε η λέξη «αφιερούται» µε την νοη-
µατικά καταλληλότερη «επαφίεται», προ-
στέθηκε µια δεύτερη φράση, η οποία ορίζει
ότι (οι Έλληνες) «δ ι κ α ι ο ύ ν τ α ι κ α ι υ -
π ο χ ρ ε ο ύ ν τ α ι ν α α ν τ ι σ τ έ κ ο ν τ α ι µ ε
κ ά θ ε µ έ σ ο ε ν α ν τ ί ο ν ο π ο ι ο υ δ ή π ο -
τ ε ε π ι χ ε ι ρ ε ί ν α τ ο κ α τ α λ ύ σ ε ι µ ε
τ η β ί α ». Η ερµηνευτική αξία της προσθή-
κης είναι, πάντως, αµφίβολη, διότι εντείνει
αντί να αίρει τις λογικές και νοµικές αντινο-
µίες, που περιέχει κάθε καταγραφή του «δι-
καιώµατος» αντίστασης σε θετό κείµενο,
κάθε απόπειρα εκνοµίκευσης της αντίστα-
σης και θεώρησής της µέσα από το πρίσµα
του ∆ικαίου, όπως θα δούµε πιο κάτω. Η α-
ξία της προσθήκης εντοπίζεται, πάντως,
στην αποσαφήνιση ότι η «αφιέρωση της
προστασίας του Συντάγµατος στον πατριω-
τισµό» θεµελιώνει και νοµιµοποιεί «δικαίω-
µα αντίστασης», το οποίο όµως ανακύπτει
µόνον σε περίπτωση «κατάλυσης» και όχι
απλής παραβίασης του Συντάγµατος.
Παρόλη την προφανή «ηθικο-πολιτική»
σηµασία της συνταγµατικής αυτής διακήρυ-
ξης, η συνταγµατική σηµασία της δεν πρέπει
να παροράται. Αποτέλεσε το τυπικό θεµέλιο
της αντίστασης των πολιτών σε απόπειρες
κατάλυσης του Συντάγµατος
2
, και παρέσχε,
_________
2. Για το «δικαίωµα» αντίστασης ειδικά, βλ. Φ.
Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο υ , Το δικαίωµα αντίστασης κατά
το άρθρο 120 §4 του Συντάγµατος, Εκδ. Αντ. Σάκ-
κουλα, 1987, ιδίως σ. 25, 51 επ., 65 επ.

τον 19ο
αιώνα, ένα, πρώτο έρεισµα για τη
δικαιολόγηση του δικαιώµατος και καθήκο-
ντος των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συ-
νταγµατικότητα των νόµων
3
, µε βάση το πο-
λιτικό επιχείρηµα «ότι οι πολίται όλοι πρέ-
πει να ώσιν άγρυπνοι ως προς την τήρησιν
των συνταγµατικών ελευθεριών, αλλά δι’
όλων των νοµίµων µέσων [...] και διά της
προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων, όταν
τοιαύτη προσφυγή γίνεται ενώπιον αυτών»
4
.
Η θεσµική και πολιτική σηµασία του άρ-
θρου 107 του Συντάγµατος του 1844 είχε,
άλλωστε, επιγραµµατικά επισηµανθεί στην
εισήγηση της συντακτικής επιτροπής στην
Α΄ Συντακτική Συνέλευση του 1843, χαρα-
κτηριστικά αποσπάσµατα της οποίας παρα-
θέτει στο οικείο κεφάλαιο του Συνταγµατι-
κού ∆ικαίου και ο Αλέξανδρος Σβώλος
5
:
«Ήδη εφθάσαµεν εις τελευταίον µεν αλλά
κυριώτατον του Συντάγµατος», διότι «πάντα
τα· άλλα, όσα εψηφίσατε µέχρι τούδε είναι η
έκφρασις των ευχών σας και των του Έ-
θνους ευχών, το δε 107 άρθρον ο τρόπος, δι
ού αι ευχαί υµών θέλουσι πραγµατοποιηθή·
εκείναι αποτελούσι το σώµα του πολιτεύµα-
τος, την δε ζώσαν και ενεργόν ψυχήν» του
Συντάγµατος «δίδει το 107 άρθρον», διότι
_________
3. Βλέπε εκτενέστερα τα όσα αναφέρει ειδικά
για το θέµα αυτό ο Γ. ∆ ρ ό σ ο ς, ∆οκίµιο ελληνικής
συνταγµατικής θεωρίας, Αντ. Σάκκουλας, 1996, σ.
181-192. Τη νοµική σηµασία της διάταξης του άρ-
θρου 114 του Σ 1952 αρνείται ρητά ο Χ ρ . Σ γ ο υ -
ρ ί τ σ α ς, ο οποίος αναφερόµενος σε αυτήν απο-
κρούει την άποψη ότι αποτελεί έρεισµα για την
«στήριξιν του δικαιώµατος των δικαστηρίων να ε-
λέγχουν την συνταγµατικότητα των νόµων» (Χ ρ .
Σ γ ο υ ρ ί τ σ α , Συντ∆ίκ. τόµ. Β, τεύχ. α΄, Αντ. Σά-
κουλας, Αθήναι, 1964, σ. 55). Ο Ν. Ν. Σ α ρ ί π ο -
λ ο ς, (ΣυστΣυντ∆ίκ. τόµ. Β΄, 1923, σ. 335) αντίθε-
τα, θεµελιώνει την εξουσία αυτή των δικαστηρίων
στο αντίστοιχο ακροτελεύτιο άρθρο 110 του Συ-
ντάγµατος του 1864/1911.
4. Αγόρευση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
∆. Τ ζ ι β α ν ό π ο υ λ ο υ , στην 169/1893 (Β΄ Τµ.),
∆΄, Θέµις, (1893), σ. 388, όπως παρατίθεται και
σχολιάζεται από τον Γ. ∆ ρ ό σ ο , ό.π., σ. 188-191.
5. Α λ . Σ β ώ λ ο ς, Συντ∆ίκ., 1934, σ. 102 και
N. R o t i s , ό.π., σ. 401.


«δεν είναι τόσον δύσκολον το ν’ αποκτήση
τις τα καλά, όσον το να δυνηθή να διατηρή-
ση ταύτα»… «Το µόνον δε µέσον, δι΄ού κα-
τορθούνται εις τα έθνη, και κατορθωθέντα
διατηρούνται τα αγαθά, είναι ο πατριωτι-
σµός. Ο πατριωτισµός έδωκε το µεγαλείον
του ονόµατος εις τον Έλληνα, ο πατριωτι-
σµός παρακολούθησε πάντοτε και παντού
κατά πόδα αυτόν, ο πατριωτισµός ανέδειξεν
αυτόν εκ δούλου ελεύθερον, ο πατριωτισµός
απήλλαξεν αυτόν της ξενικής καχεξίας, εις
τον πατριωτισµόν εποµένως του Έλληνος
έκρινεν εύλογον η επιτροπή ν’ αναθέση το
τιµαλφέστατον χρήµα του Συντάγµατος
…»
6
.
Ιστορικά η αντίσταση γεννήθηκε και
διαπλάστηκε εννοιολογικά στην κλασσική
Ελλάδα την εποχή της πόλης-κράτος ως
πράξη άρνησης και αντίθεσης στην τυραν-
νία
7
. Ο τύραννος συµβολίζει και ενσαρκώνει
την αυθαίρετη και καταχρηστική, προσωπι-
κή άσκηση της εξουσίας, την οποία έχει κα-
ταλάβει προηγουµένως αθέµιτα διά του σφε-
τερισµού της χρησιµοποιώντας δόλια ή πα-
ράνοµα µέσα και ενεργώντας πραξικοπηµα-
τικά. Η εξουσία του τυράννου είναι µια de
facto εξουσία, που ασκείται αυθαίρετα και
αυταρχικά χωρίς κοινά αποδεκτή νοµιµο-
ποιητική βάση. Εµφανίζεται ως κατάσταση
προσωρινή σε περιόδους µεταβατικές, µετά-
βασης από ένα καθεστώς στο άλλο, από τη
βασιλεία στη δηµοκρατία ή σε περιόδους
κρίσης και εκφυλισµού της δηµοκρατίας. Η
αντίσταση ως έµπρακτη άρνηση της τυραννί-
ας αποκτά νόηµα και προσλαµβάνεται ως
πράξη θεµιτή και δικαιολογηµένη, όταν ε-
νεργείται στο όνοµα της Πόλης και για λο-
γαριασµό των πολιτών της, όταν δηλαδή έ-
_________
6. Πρακτικά Συζητήσεων της «Της Τρίτης Σε-
πτεµβρίου εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως» (ανα-
τύπωση, Αντ. Σάκκουλας, 1993) σ. 510-511. Για
την ιστορική σηµασία της Α΄ Εθνικής Συνελεύσεως
των Ελλήνων, βλ. Γ. Α ν α σ τ α σ ι ά δ η , «Η της
Τρίτης Σεπτεµβρίου εν Αθήναις» Εθνική Συνέλευση
(1843-1844), University Studio Press, 1992.
7. E r i c D e s m o n s , Droit et devoir de résistance en droit interne, L.G.D.J., 1999, σ. 23-36.


χει ως σηµείο αναφοράς και δικαιολογία την
κοινότητα των πολιτών
8
.
Στον ύστερο µεσαίωνα µέχρι την γαλλι-
κή επανάσταση υπό την επίδραση των θεω-
ριών του φυσικού δικαίου, το δικαίωµα α-
ντίστασης αρχίζει και διαµορφώνεται ως
πράξη θεµιτή και δικαιολογηµένη απέναντι σε
µια αθέµιτη, καταπιεστική και δεσποτική ε-
ξουσία που παραβιάζει και δεν σέβεται τις
θεµελιώδεις αρχές του φυσικού δικαίου, που
ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση και
στην ιδέα της ∆ικαιοσύνης.
Στη γαλλική επανάσταση η αντίσταση
κατά της καταπίεσης συγκαταλέγεται µετα-
ξύ των φυσικών και απαράγραπτων δικαιω-
µάτων του ανθρώπου και µνηµονεύεται ρη-
τά στο άρθρο 2 της γαλλικής διακήρυξης
των δικαιωµάτων του ανθρώπου δίπλα στην
ελευθερία, την ασφάλεια και την ιδιοκτησία.
Η διακήρυξη της 24
ης
Ιουνίου του 1793 την
θεωρεί συνέπεια όλων των άλλων δικαιωµά-
των του ανθρώπου και αναγορεύει το δικαί-
ωµα στην εξέγερση ως το πιο ιερό των δι-
καιωµάτων και το πιο απαραίτητο των κα-
θηκόντων
9
.
β) Η αντίσταση ως «δικαίωµα» και οι αντι-
νοµίες της δικαιωµατικής θεώρησής της
Η συµβολική και πολιτική σηµασία της
διάταξης είναι προφανής. Αλλά όσο έκδηλη
είναι η συµβολική της αξία, αφού απευθύνε-
ται στην πατριωτική συνείδηση των πολι-
τών, άλλο τόσο αµφίβολη και αµφισβητού-
µενη είναι η νοµική της σηµασία.
Η συνταγµατική θεωρία
10
αντιµετωπίζει
_________
8. Εκτενέστερα για όλα αυτά, Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς,
Η αντίσταση, σε Μελέτες, ΙΙ, Κράτος και Πολίτευµα,
Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2000, ιδίως σ. 78-88. Στην
ακραία του µορφή το δικαίωµα αντίστασης ταυτίζε-
ται µε την τυραννοκρατία ή βασιλοκτονία, βλ. σχε-
τικά, F r a n z N e u m a n n , Τα όρια της δικαιολο-
γηµένης ανυπακοής, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2003, σ.
9-15.
9. Βλέπε σχετικά, E r i c D e s m o n s , ό.π., σ.
58-66.
10. Βλέπε κυρίως Γ. Κ α σ ι µ ά τ η , «Η αντίστα-


την ακροτελεύτια αυτή διάταξη των ελληνι-
κών συνταγµάτων ως ρήτρα που καθιερώνει
για άλλους ένα «φυσικό» και για άλλους ένα
«θετό» ατοµικό δικαίωµα. Ανάλογα µε τη
θεωρητική τους τοποθέτηση οι µεν οπαδοί
του φυσικού δικαίου βλέπουν σε αυτήν ένα
δικαίωµα ιερό, που πηγάζει από την φύση
του ανθρώπου και υπάρχει πέρα ή ανεξάρ-
τητα από τη θετική του κατοχύρωση, ενώ οι
νοµικοί θετικιστές αναγνωρίζουν ένα ατοµι-
κό δικαίωµα που θεσπίζεται και οργανώνε-
ται ρητά από το ίδιο το Σύνταγµα
11
.
Ως φυσικό δικαίωµα, η προστασία του
Συντάγµατος εξοµοιώνεται µε το δικαίωµα
κάθε ανθρώπου να αντιστέκεται στην τυραν-
νία και στα καταπιεστικά ή αυταρχικά καθε-
στώτα. Θεµελιώνεται στο φυσικό δίκαιο από
το οποίο και αντλεί την ισχύ και το κύρος
του. Υπέρκειται του θετού δικαίου και προ-
υπάρχει λογικά του κράτους και του συ-
ντάγµατος. Ανήκει ως υπερθετικό ή ηθικό
δικαίωµα στο άγραφο δίκαιο, στους άγρα-
φους νόµους της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυ-
τό, και όταν βρεθεί να συγκρούεται µε τους
γραπτούς κανόνες µιας καταπιεστικής και
άδικης ή ανελεύθερης νοµιµότητας υπερι-
σχύει εκείνης. Ιστορικό πρότυπο αντίστασης
κατά του άδικου γραπτού δικαίου η απείθεια
της Αντιγόνης στη διαταγή του Κρέοντα να
µην θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη.
Για τους θετικιστές, αντίθετα, το δικαίω-
µα αντίστασης, εφόσον αποσκοπεί στην
προστασία της συνταγµατικής νοµιµότητας
ή της συνταγµατικής τάξης, υπάρχει, επειδή
το προβλέπει ρητά το ίδιο το συνταγµατικό
κείµενο και ενεργοποιείται στο µέτρο που
πληρούνται οι προϋποθέσεις της θετής πρό-
_________
ση», στο Μελέτες, ΙΙ, Κράτος και Πολίτευµα, Εκδ.
Αντ. Σάκκουλα, 2000, σ. 73-125· και Φ. Σ π υ ρ ό -
π ο υ λ ο υ , ό.π., σ. 100-105. Για το ίδιο θέµα από τη
γαλλόφωνη βιβλιογραφία βλ. αντί άλλων G. B u r -
d e a u , Les libertés publiques, LGDJ, Paris, 1966,
σ. 87-88.
11. Για τη σχέση του δικαιώµατος αντίστασης
µε το φυσικό και θετικό δίκαιο βλ. αντί άλλων
E r i c D e s m o n s , Droit et devoir de résistance en
droit interne, LGDJ, 1999, σ. 50-66.


βλεψής του
12
.
Ωστόσο εγκλωβισµός του «δικαιώµατος»
αντίστασης στα ασφυκτικά περιθώρια της
αντιπαράθεσης «φυσικού» και «θετικού δι-
καίου» ακυρώνει τη δυναµική του και εξα-
φανίζει την ιδιοτυπία του. Τη δύναµη και το
κύρος του δεν τα αντλεί ούτε από το φυσικό
ούτε από το θετικό δίκαιο αλλά και ούτε από
κάποια προ-συνταγµατική ή υπέρ-
συνταγµατική δικαιική τάξη διαχρονικής και
οικουµενικής ισχύος
13
. Η αντίσταση γεννιέ-
ται όταν το ∆ίκαιο και η νοµιµότητα καταρ-
γούνται, όταν δηµιουργηθεί κενό δικαίου,
είτε διότι η ισχύουσα νοµιµότητα έχει ανα-
τραπεί και εγκαθίσταται καθεστώς αυθαιρε-
σίας ή τυραννίας, είτε διότι µια νέα «νοµι-
µότητα» επιδιώκεται να επιβληθεί µέσα από
µια κατάσταση ανοµίας και γυµνής βίας.
Και στις δύο περιπτώσεις η αντίσταση δεν
βασίζεται, για να ασκηθεί «νόµιµα» ή «νο-
µιµοποιηµένα», σε κάποιο φυσικό ή υπερθε-
τικό ∆ίκαιο ή σε κάποιο προϊσχύοντα «θε-
τό» κανόνα δικαίου, αλλά σε µια πραγµατι-
κή κατάσταση εξω-δικαιική – εκτός δικαίου
–, που εκτρέφει µια συλλογική συνείδηση
άρνησής της και αντιπαράθεσης µαζί της µε
σκοπό την ανατροπή της.
Η αντίσταση είναι από τη φύση της ανα-
τρεπτική, ατίθαση σε δικαιικό εξορθολογι-
σµό και απρόβλεπτη, γι’ αυτό και δεν χωρά-
ει ούτε µπορεί να υποταχθεί σε θετές δικαιι-
κές ρυθµίσεις. Η ένταξή της, ως δικαιώµα-
τος, στο Σύνταγµα αποτελεί λογική αντίφα-
_________
12. Αυτό συµβαίνει π.χ. µε το δικαίωµα αντί-
στασης στη συνταγµατική τάξη της Γερµανίας, ό-
που αναγνωρίζεται ρητά στο Θεµελιώδη Νόµο της
Οµοσπονδιακής ∆ηµοκρατίας στο άρθρο 20 εδάφιο
4 ότι «Όλοι οι Γερµανοί έχουν το δικαίωµα να α-
ντιστέκονται εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να
ανατρέψει την συνταγµατική τάξη». Βλ. σχετικά
O l i v i e r J o u a n j a n , Le droit de résistance dans
la loi fondamentale de la République Fédérale
d’Allemagne, εισήγηση στο Colloque International,
«Le droit de résistance à l’oppression», Dijon, 12-
13 Décembre 2002.
13. Όπως υποστηρίζει ο Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς, ό.π.,
σ. 118-125.


ση
14
, αφού το δικαίωµα ενεργοποιείται όταν
η συνταγµατική τάξη έχει καταλυθεί, και
άρα δεν µπορεί πλέον η άσκησή του να στη-
ριχθεί τυπικά στην επίκληση και στην εφαρ-
µογή µιας διάταξης που έχει παύσει να ισχύ-
ει. Αλλά ούτε και στη «νέα» νοµιµότητα
µπορεί να στηριχθεί, αφού αυτή δεν έχει α-
κόµη εγκατασταθεί. Γενικά, η αντίσταση
δύσκολα συµβιβάζεται µε την έννοια της
νοµιµότητας, είτε διότι προηγείται είτε διότι
έπεται από την ίδια είτε διότι αντιτίθεται
στην και παραβιάζει την υπάρχουσα νοµιµό-
τητα. Αντιστέκεται σταθερά στο ∆ίκαιο και
σε κάθε δικαιοποίησή της. Το δικαίωµα α-
ντίστασης αντιστέκεται στο ∆ίκαιο της αντί-
στασης. Χώρος του προνοµιακός είναι η πο-
λιτική και η φιλοσοφία
15
. Οι αντιστασιακές
πράξεις, «και όταν γίνωνται ως άµυνα κατά
της παραβιάσεως του Συντάγµατος και της
νοµιµότητος δεν είναι νοµικόν γεγονός και
εποµένως δεν διέπονται εν γένει υπό του ∆ι-
καίου, τουναντίον αποτελούν άρνησιν αυ-
τού. Η επανάστασις εν γένει δεν κρίνεται ως
‘δικαίωµα’, διότι τοιούτον δικαίωµα είναι
νοµικώς ανύπαρκτον»
16
. Αλλά και το αντί-
στροφο θα ήταν εντελώς παράλογο: το δι-
καίωµα αντίστασης κατά της επανάστα-
σης(!)
17
. ∆εν νοείται ούτε είναι πραγµατικά
δυνατή αντίσταση λαϊκή ενάντια σε µια ε-
πανάσταση του Λαού, που εξελίσσεται ή πέ-
τυχε εγκαθιστώντας τη λαϊκή κυριαρχία.
Ακόµη και όταν ο συντακτικός νοµοθέ-
της κρίνει σκόπιµο να αναγάγει την αντί-
σταση σε δικαίωµα ενσωµατώνοντάς την σε
θετό συνταγµατικό κείµενο, όπως συνέβη µε
το Σύνταγµα του 1975 και µε την προσθήκη
_________
14. Για τις αντινοµίες του δικαιώµατος αντί-
στασης σε σχέση µε το θετικό δίκαιο και τη σχέση
του µε τις ηθικές αξίες του ατόµου και της κοινωνί-
ας βλ. A u g o s t o C e r r i , Resistenza (diritto di),
Enciclopedia Giuridica, 1991, σ. 1-7, και F r a n z
N e u m a n n , ό.π., σ. 19-27.
15. Βλ. εκτενέστερα E r i c D e s m o n s , Droit
et devoir de résistance en droit interne, σ. 2-8 και
τον Πρόλογο του Fr. Rials.
16. Α λ . Σ β ώ λ ο ς, Συντ∆ίκ., σ. 103.
17. Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 76 επ.


της φράσης «(οι Έλληνες) δικαιούνται και
υποχρεούνται να αντιστέκονται µε κάθε µέ-
σον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το
καταλύσει µε την βία», και πάλι το «δικαίω-
µα» αντίστασης δύσκολα αποκτά αξία θετού
δικαίου
18
.
Έτσι, µόνον καταχρηστικά θα µπορούσε
να χαρακτηριστεί δικαίωµα µε τη νοµική
σηµασία του όρου και να συµπεριληφθεί
στον κλασικό κατάλογο των ατοµικών δι-
καιωµάτων, αφού δεν εξαρτά το κύρος ούτε
την ισχύ του από κάποια ισχύουσα νοµιµό-
τητα – ακόµη και όταν προβλέπεται από θε-
τή συνταγµατική διάταξη – ούτε ασκείται,
βέβαια, προς ικανοποίηση ατοµικού συµφέ-
ροντος
19
.
Πάντως η ιστορία µάς δείχνει ότι το δι-
καίωµα αντίστασης βρίσκεται στο µεταίχµιο
της νοµιµότητας και της παρανοµίας, ανα-
δύεται σε στιγµές κρίσης της εξουσίας, κρί-
νεται ως de facto δικαίωµα και αξιολογείται
µόνον µε βάση τους κανόνες και τις αρχές
της νοµιµοποιηµένης ή ανοµιµοποίητης ε-
νέργειας και εξουσίας
20
.
γ) Ο «πατριωτισµός» των Ελλήνων πηγή και
θεµέλιο νοµιµοποίησης της αντίστασης
Η πρώτη ερµηνευτική πρόκληση προέρ-
χεται από τη χρήση του όρου «πατριωτι-
σµός» των Ελλήνων, στον οποίο «επαφίε-
ται» η τήρηση του Συντάγµατος. Η αφιέρω-
ση της τήρησης του Συντάγµατος στον πα-
τριωτισµό έχει ως συνέπεια την αναγωγή της
«φιλοπατρίας» σε συστατικό στοιχείο της
συνταγµατικής νοµιµοφροσύνης.
Η σύνδεση του «πατριωτισµού» µε το
Σύνταγµα δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτε-
ρική: ο πατριωτισµός τρέφεται και προσδιο-
_________
18. G. B u r d e a u , ό.π., σ. 88.
19. Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς, ό.π., σ. 118. Ο Α λ .
Σ β ώ λ ο ς (Συντ∆ίκ., σ. 102) για το ίδιο θέµα παρα-
τηρεί «… ούτε σαφής αναγνώρισις δικαιώµατος α-
ντιστάσεως εξεδηλώθη, ούτε ποτέ ωργανώθη το δι-
καίωµα τούτο».
20. Έτσι, Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς, ό.π., σ. 77 και 117.


ρίζεται από την πίστη και αφοσίωση που
δείχνουν οι πολίτες στην αξία του Συντάγ-
µατος. Και το αντίστροφο: το Σύνταγµα και
τα συνταγµατικά δικαιώµατα συνθέτουν ένα
κράµα µε τα αισθήµατα, τα κίνητρα και τον
τρόπο ζωής των πολιτών. Ως Σύνταγµα εδώ
νοείται, άλλωστε, το πολίτευµα, δηλαδή το
Σύνταγµα µε την ουσιαστική και πολιτειακή
σηµασία του όρου. Τα δύο µαζί ενωµένα,
«Σύνταγµα και πατριωτισµός», φτιάχνουν
την έννοια του «συνταγµατικού πατριωτι-
σµού»
21
, που έχει για την ιστορία του ελλη-
νικού συνταγµατικού κινήµατος µια ξεχωρι-
στή σηµασία, η οποία αξίζει τον κόπο να
διερευνηθεί.
Θα πρέπει, πάντως, από την αρχή να δι-
ευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται στην προκει-
µένη περίπτωση για αναγωγή σε κάποιο α-
φηρηµένο συνταγµατικό πατριωτισµό, που
νοείται έξω από τον τόπο, την ιστορία και
την πολιτική πρακτική που τον γέννησαν και
τον αναπαράγουν. Ούτε, βέβαια, υποδηλώ-
νει την υπεράσπιση κάποιου αφηρηµένου
προτύπου θεµελιωδών συνταγµατικών αρ-
χών ή αξιών οικουµενικής ισχύος
22
, πέρα
και ανεξάρτητα από το δηµοκρατικό πολί-
τευµα που το συγκεκριµένο σύνταγµα υπό-
σχεται και εξαγγέλλει. Ο συνταγµατικός πα-
τριωτισµός έχει ταυτότητα και µάλιστα «ε-
θνική», αναφέρεται σε µια συγκεκριµένη
χώρα ή πατρίδα και όχι στις χώρες όλου του
κόσµου. Αφορά και αναφέρεται µεν σε αι-
_________
21. Για την έννοια και σηµασία του «συνταγµα-
τικού πατριωτισµού» βλέπε αντί άλλων J. H a -
b e r m a s , La lutte pour la reconnaissance dans l’
Etat de droit démocratique, στο L’ intégration républicaine, Fayard, 1998, σ. 205-243, µελέτη που
γράφτηκε µε αφορµή τα προβλήµατα που δηµιουρ-
γούνται στις πολυεθνικές πολιτικές κοινωνίες και
από την ένταξη των µεταναστών στο εθνικό κρά-
τους δικαίου.
22. Τα ζητήµατα αυτά θίγει µεταξύ των άλλων
σχολιάζοντας τις σχετικές θέσεις του Χάµπερµας
στη µελέτη που παρατέθηκε πιο πάνω ο αµερικανός
πολιτικός φιλόσοφος F r a n k M i c h e l m a n , Morality, Identity and «Constititutional Patriotism»,
Ratio Juris, 14: 2001. 253-171.


σθήµατα αγάπης και πίστης στα ουσιώδη ή
στις «οικουµενικές» αξίες του συνταγµατι-
σµού, όπως όµως αυτές βιώνονται και συ-
νειδητοποιούνται συλλογικά από τους Έλ-
ληνες πολίτες. Με την αναφορά στα αισθή-
µατα του συνταγµατικού πατριωτισµού, δεν
δηλώνεται άρα η πίστη σε κάποιο αφηρηµέ-
νο, οικουµενικό, πρότυπο συνταγµατικής
δηµοκρατίας αλλά η ηθικοπολιτική συναί-
νεση των Ελλήνων πολιτών στο κανονιστικό
δηµοκρατικό ιδεώδες που το συγκεκριµένο
Σύνταγµα διακηρύσσει. ∆ηµιουργείται έτσι
ένας ιδιότυπος «συνταγµατικός πατριωτι-
σµός», ο οποίος αποτελεί σύνθεση αισθηµά-
των αγάπης προς την πατρίδα και ηθικοπο-
λιτικής υποχρέωσης σεβασµού του Συντάγ-
µατος και συµµόρφωσης προς τις επιταγές
του.
Αλλά και η αποδοχή µιας αντίθετης εκ-
δοχής δεν είναι λιγότερο επισφαλής: διότι η
προσήλωση στο συνταγµατικό δηµοκρατικό
ιδεώδες του ελληνικού συνταγµατισµού δεν
υποδηλώνει και αποδοχή της συγκεκριµένης
συνταγµατικής πραγµατικότητας ή της κρα-
τούσας ερµηνείας και εφαρµογής του ισχύο-
ντος Συντάγµατος. Πίστη στην αξία του Συ-
ντάγµατος δεν σηµαίνει και προσχώρηση σε
µια δεδοµένη ή µονοσήµαντη ούτε σε µια
αναλλοίωτη σηµασία του Συντάγµατος ή
των θεµελιωδών αρχών του. ∆ηλώνει απλώς
συνειδητή προσχώρηση στις θεµελιώδεις
διαδικασίες που το Σύνταγµα καθιερώνει για
την ελεύθερη έκφραση και ίση συµµετοχή
των πολιτών στη διαχείριση των κοινών υ-
ποθέσεων µιας Πολιτείας, τα µέλη της οποί-
ας συµµερίζονται µια κοινή πολιτική κουλ-
τούρα και δέχονται να συµµορφώνονται µε
τους κανόνες και τις αρχές της καταστατικής
οργάνωσής της. Κάτω από την σκέπη και µε
την εγγύηση του συνταγµατικού αυτού
πλαισίου η διαφωνία και η αντιπαράθεση
για την ερµηνεία, εφαρµογή και νοηµατοδό-
τηση των συνταγµατικών αρχών και κανό-
νων είναι αυτονόητες, διαρκείς και έντονες.
Η πολιτική όµως διαφωνία και σύγκρουση
δεν θέτουν υπό αµφισβήτηση τη θεµελιώδη
συµφωνία ή συναίνεση πάνω στις καταστα-
τικές διαδικασίες και αρχές της ανταγωνι-
στικής πολιτικής συµβίωσης. Χωρίς να κλο-
νίζεται η εµπιστοσύνη τους στην αξία των
θεµελιωδών αρχών της συνταγµατικής πολι-
τείας τους, οι πολίτες δέχονται να διαφω-
νούν και να αντιπαρατίθενται για το νόηµα
και τη συγκεκριµένη εφαρµογής τους.
Το Σύνταγµα αποτελεί έτσι το σταθερό
σηµείο αναφοράς ενός συνταγµατικού πα-
τριωτισµού που προσλαµβάνει το δηµοκρα-
τικό πολίτευµα και το σύστηµα των συνταγ-
µατικών δικαιωµάτων ως ένα ιδεατό κανο-
νιστικό σχήµα, που αντιστοιχεί στη δική
τους πολιτική κοινότητα, η οποία εµφανίζε-
ται και ως κοινότητα «νοµική» ή «δικαίου»
εµποτισµένη µε έναν πολιτικό πολιτισµό ι-
στορικά καθορισµένο
23
.
_________
23. J. H a b e r m a s , γράφει σχετικά: «Οι πολί-
τες που είναι ενταγµένοι πολιτικά σε µια κοινωνία
συµµερίζονται την έλλογα θεµελιωµένη αντίληψη
ότι η ανάπτυξη των ελευθεριών έκφρασης σε µια
δηµόσια πολιτική σφαίρα, συνενωµένη µε την δη-
µοκρατική διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης των
συγκρούσεων και µε την διοχέτευση της κυριαρχίας
µέσω των εργαλείων του κράτους δικαίου, εγγυάται
ότι η αυθαίρετη εξουσία είναι ελεγχόµενη και ότι η
κρατική εξουσία ασκείται προς το συµφέρον όλων.
Η οικουµενικότητα των νοµικών αρχών αντανακλά-
ται σε µια διαδικαστική συναίνεση αν και η ίδια ο-
φείλει να ενταχθεί, µε την βοήθεια του συνταγµατι-
κού πατριωτισµού, στις συνθήκες µιας πολιτικής
κουλτούρας ιστορικά καθορισµένης», (J. H a b e r -
m a s , ό.π., σ. 232-231). Ο ίδιος συγγραφέας υπο-
στηρίζει ακόµη στη µελέτη του την ουδετερότητα
του Συντάγµατος και της έννοµης τάξης απέναντι
στις γλωσσικές, θρησκευτικές, εθνικές κοινότητες,
ώστε να διευκολυνθεί η πολιτική τους ένταξη στην
κοινωνία, µένει σταθερός στην διαδικαστική σύλ-
ληψη της δηµοκρατίας που σταθερά επαγγέλλεται:
«το ηθικοπολιτικό περιεχόµενο του συνταγµατικού
πατριωτισµού δεν πρέπει να θίξει την ουδετερότητα
της έννοµης τάξης απέναντι στις κοινότητες, των
οποίων η ηθικοπολιτική ενσωµάτωση πραγµατο-
ποιείται κάτω από το πολιτικό επίπεδο» (J. H a -
b e r m a s , ό.π, σ. 230). Στην διαδικαστική θεώρηση
του συνταγµατικού πατριωτισµού του Χάµπερµας
ασκεί διεισδυτική κριτική Μίκελµαν, ο οποίος προ-
σπαθεί να δείξει ότι στην χαµπερµασιανή σύλληψη
του συνταγµατικού πατριωτισµού υπεισέρχονται,

Ο συνταγµατικός αυτός πατριωτισµός εί-
ναι παρών σε όλη τη διάρκεια της συνταγ-
µατικής µας ιστορίας και εµπνέει λαϊκούς
αγώνες και δηµοκρατικές διεκδικήσεις από
τη σύσταση το ελληνικού κράτους µέχρι
σήµερα
24
.
Από την εποχή της επαναστατικής περιό-
δου, η αναφορά στον πατριωτισµό των Ελ-
λήνων και η σύνδεσή του µε την τήρηση του
Συντάγµατος συνέχονται µε την εθνική κυ-
ριαρχία και τη δηµιουργία του εθνικού κρά-
τους. Η πατριωτική εγρήγορση πυρακτώνε-
ται, την εποχή εκείνη, από την αγωνιστική
διάθεση και την αποφασιστικότητα ενός ε-
παναστατηµένου λαού για διατήρηση της
εθνικής του ανεξαρτησίας, που µόλις είχε
κατακτήσει πολεµώντας την οθωµανική αυ-
τοκρατορία, και για εγκατάσταση ενός συ-
νταγµατικού πολιτεύµατος, που θα συνένω-
νε σε ένα ενιαίο πολιτικό σώµα όλους όσοι
συνέβαλαν στην εγκαθίδρυσή του
25
. Η δη-
µιουργία του εθνικού κράτους είναι συνδε-
δεµένη µε την εθνική επανάσταση, και η ε-
θνική επανάσταση µε το συνταγµατικό πολί-
τευµα που ο Λαός έχει καθήκον να διατηρή-
σει, αφού αυτός το εγκατέστησε µε τους α-
γώνες του. Το Σύνταγµα επαφίεται, λοιπόν,
στον «αγωνιστικό ζήλο των πολεµιστών του
χθες, καθότι ο πατριωτισµός δεν είναι τίποτε
άλλο παρά µια συνένωση κοινών συµφερό-
ντων επί θυσία των ατοµικών»
26
. Υπάρχει
εποµένως µια πνευµατική συγγένεια και
στενή συνέχεια «µεταξύ του λαού της Επα-
νάστασης και των µελών της πολιτικής κοι-
νότητας που συγκροτείται»
27
σε κυρίαρχο.
Το νήµα που τα συνδέει είναι η αγάπη της
_________
παρόλα αυτά, ηθικοπολιτικά και γενικότερα αξιακά
περιεχόµενα, (F r . M i c h e l m a n , ό.π., σ. 269-
271).
24. Βλ. σχετικά N. R o t i s , Le Peuple et L’
Etat, σ. 359-365.
25. N. R o t i s , ό.π., σ. 345-352 και S t é p h a -
n o s K o u t s o u b i n a s , Le peuple dans la Constitution hellénique de 1995, Presses Universitaire de
Nancy, 1989, σ. 465.
26. N. Rotis, ό.π., σ. 360.
27. N. R o t i s , ό.π., σ. 362.


πατρίδας µαζί µε τη συνείδηση του εθνικού
και πολιτικού συνανήκειν.
Ο πατριωτισµός αναδεικνύεται έτσι σε
θεµελιώδους σηµασίας συνεκτικό δεσµό του
συνταγµατικού κράτους, αφού σε αυτόν βα-
σίζεται η εθνική κυριαρχία και µε αυτόν συ-
ντηρείται το συνταγµατικό πολίτευµα και
εµψυχώνεται και δικαιολογείται η πολιτική
κυριαρχία του λαού. Ως πατριώτες και συ-
νειδητά µέλη µιας πολιτικής κοινότητας, την
οποία αγαπούν και θέλουν, οι πολίτες ανυ-
ψώνονται σε ισότιµοι φορείς της εθνικής και
πολιτικής κυριαρχίας και αναγορεύονται οι
ίδιοι σε αποκλειστικοί φύλακες αυτού που
τους συγκρότησε, τους οργάνωσε και τους
κρατά ενωµένους: το Σύνταγµα.
Ο πατριωτισµός αποκτά στο Σύνταγµα
τη σηµασία µιας πολιτικής αρετής, γι’ αυτό
και πρέπει να αντιµετωπίζεται κυρίως ως α-
ξία ηθικο-πολιτική χωρίς ιδιαίτερη βέβαια
νοµική βαρύτητα, αλλά µε αξιοπρόσεκτη
συµβολική και παιδευτική αξία. Η επίκληση
του όρου ενισχύει τους συναισθηµατικούς
δεσµούς µε την πολιτική κοινότητα και δια-
ποτίζει τους συνταγµατικούς θεσµούς µε
πνεύµα εθνικής αλληλεγγύης και πατριωτι-
κού αλτρουισµού. Αγκιστρώνει παράλληλα
τις συνταγµατικές αρχές, και ιδίως την αρχή
της λαϊκής κυριαρχίας, στη δηµοκρατική ε-
γρήγορση και στην πολιτική συνείδηση των
πολιτών, ανάγοντας την υπεράσπιση του συ-
ντάγµατος σε πολιτικό δικαίωµα και πατριω-
τικό καθήκον κάθε πολίτη.
Ο συνταγµατικός πατριωτισµός διατρέχει
ως πολιτική αρετή και συνταγµατική απαί-
τηση ολόκληρη την ελληνική συνταγµατική
ιστορία µας.
Στο Σύνταγµα του 1844 η ρητή αναφορά
στον πατριωτισµό είχε και µια ειδική πολιτι-
κή σηµασία: παρέκαµπτε τον µονάρχη από
τη συνταγµατική διαδικασία. Αν και σύ-
νταγµα-συµβόλαιο µεταξύ λαού και µονάρ-
χη, το τελευταίο άρθρο του Συντάγµατος ε-
κείνου εµπιστευόταν τη φύλαξή του απο-
κλειστικά και µόνον στον λαό, διατρανώνο-
ντας έτσι τον κατά βάθος δηµοκρατικό του
χαρακτήρα
28
.
Υπό την ισχύ του Συντάγµατος του 1952
η επίκληση της ίδιας ρήτρας χρησίµευσε ε-
ξάλλου ως κινητήρια δύναµη των λαϊκών
κινητοποιήσεων και των δηµοκρατικών
διεκδικήσεων κυρίως την περίοδο 1961-
1967
29
. Εµψύχωσε τότε ένα µαζικό κίνηµα
µε αντιµοναρχικά και δηµοκρατικά αιτήµα-
τα τόσο δυνατό, που προκάλεσε ως αντί-
δραση τη στρατιωτική δικτατορία του 1967.
Είναι χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό της
ταυτότητας του συνταγµατικού εκείνου κι-
νήµατος το γεγονός ότι το σύνθηµα που κυ-
ριάρχησε και κινητοποίησε τις µάζες ήταν η
ρυθµική εκφορά του αριθµού που έφερε η
συνταγµατική ρήτρα περί της αντίστασης :
ένα-ένα-τέσσερα, 1-1-4. Η µαζική και αγω-
νιστική διεκδίκηση της τήρησης από την
Κυβέρνηση και το Μονάρχη του Συντάγµα-
τος και η λαϊκή απαίτηση για σεβασµό της
δηµοκρατικής νοµιµότητας αποτέλεσαν α-
τράνταχτη απόδειξη της ιστορικής διαµόρ-
φωσης στην Ελλάδα ενός πατριωτικού συ-
νταγµατισµού συνδυασµένου µε µιαν ανα-
πτυγµένη δηµοκρατική πολιτική συνείδηση.
Η µαζική και αγωνιστική υπεράσπιση του
συνταγµατικού πολιτεύµατος δύσκολα µπο-
ρεί να ερµηνευτεί ως απλή εκδήλωση συ-
νταγµατικής νοµιµοφροσύνης ή ως συντη-
ρητική προάσπιση της υπάρχουσας συνταγ-
µατικής νοµιµότητας. Αποτελεί, αντίθετα,
δυναµική συλλογική υπεράσπιση της συ-
νταγµατικής δηµοκρατίας απέναντι σε υ-
παρκτές απειλές βίαιης ανατροπής της και
εγκαθίδρυσης ενός δικτατορικού καθεστώ-
τος. Ο λαός, ως υπέρτατος φύλακας του Συ-
ντάγµατος, ενεργοποιείται για να προασπί-
σει την ίδια του την κυριαρχία, και η αγωνι-
_________
28. N. R o t i s , ό.π., σ. 350-351, 354-358.
29. Βλ. σχετικά Γ. Α ν α σ τ α σ ι ά δ η ς, Ο Γε-
ώργιος Παπανδρέου στην Ελληνική Συνταγµατική
Ιστορία: Πολιτικός λόγος και Συνταγµατική ιδεολο-
γία και πράξη (πτυχές του ελληνικού συνταγµατι-
κού: 1916-1968), στο Γ. Π α π α ν δ ρ έ ο υ , Η κρίση
των θεσµών, οι κοµµατικοί σχηµατισµοί και ο πολι-
τικός λόγος, University Studio Press, 1990, σ. 71-
101, ιδίως σ. 89 και 101.


στική υπεράσπισή της έχει εν δυνάµει χαρα-
κτήρα επαναστατικό. Μπορεί το δικαίωµα
αντίστασης να εµφανίζεται ως υπεράσπιση
της καθεστηκυίας συνταγµατικής τάξης, ο
συντηρητικός του όµως χαρακτήρας είναι
επιφανειακός.
Κατά βάθος η αντίσταση, όπως έδειξε
άλλωστε και η πρόσφατη συνταγµατική µας
ιστορία, στρέφεται κατά της κατάλυσης του
συνταγµατικού πολιτεύµατος και δεν απο-
σκοπεί παρά στην αποκατάσταση της συντα-
κτικής εξουσίας του λαού, δηλαδή της κυ-
ριαρχίας του. Στον πυρήνα του συνταγµατι-
κού πατριωτισµού, που αποτελεί το θεµέλιο
και τη νοµιµοποίηση του δικαιώµατος αντί-
στασης, βρίσκεται η υπεράσπιση «µε όλα τα
µέσα» της δηµόσιας ή πολιτικής αυτονοµίας
ενός λαού.
Η πραγµατική πηγή νοµιµοποίησης του
δικαιώµατος αντίστασης βρίσκεται, τελικά,
πέραν του άρθρου 120 §4 Σ: στις αξίες που
η πατριωτική συνταγµατική συνείδηση ενός
λαού ενστερνίζεται, µε πρώτη και καλύτερη
την αξία της εθνικής αυτονοµίας και αλλη-
λεγγύης καθώς και του συλλογικού αυτο-
προσδιορισµού ίσων και ελεύθερων πολι-
τών, που η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας ε-
µπεριέχει.

ΙΙ. Η ερµηνευτική σηµασία της ρήτρας
δ) Η προστασία του πολιτεύµατος σκοπός και
δικαιολογία της αντίστασης
Ο όρος «Σύνταγµα» στο άρθρο 120 §4
εκλαµβάνεται µε την έννοια του «Πολιτεύ-
µατος»
30
. Είναι µια χαρακτηριστική περί-
πτωση, όπου η έννοια Σύνταγµα ταυτίζεται
µε εκείνη του πολιτεύµατος και πρέπει ερ-
µηνευτικά να αποδίδεται ως πολίτευµα.
Αλλά και ο όρος «τήρηση» του Συντάγ-
µατος στο ίδιο άρθρο χρειάζεται κι αυτός
µια διορθωτική ερµηνεία και νοηµατική α-
ναγωγή στην έννοια «προστασία». Ως τήρη-
ση νοείται εδώ η προστασία του Συντάγµατος
_________
30. Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 109.

συνολικά και όχι η εγγύηση της µη παραβία-
σης συνταγµατικών διατάξεων. Το δικαίωµα
αντίστασης δεν ενεργοποιείται στην προκει-
µένη περίπτωση όταν παραβιάζεται το Σύ-
νταγµα από τα κρατικά όργανα ή όταν εκδί-
δονται αντισυνταγµατικοί νόµοι, αλλά µό-
νον όταν καταλύεται το πολίτευµα.
Προϋπόθεση εποµένως εφαρµογής του
άρθρου 120 §4 είναι η «κατάλυση» και όχι η
απλή «παραβίαση» του Συντάγµατος. Αυτό
επιβεβαιώνεται άλλωστε µε τρόπο αναµφί-
βολο και από τη δεύτερη φράση του ίδιου
άρθρου, που καθιερώνει δικαίωµα και κα-
θήκον αντίστασης εναντίον οποιουδήποτε
επιχειρήσει να καταλύσει το Σύνταγµα. Ως
κατάλυση του Συντάγµατος θα πρέπει να εν-
νοηθεί εδώ η έµµεση ή άµεση κατάλυση του
πολιτεύµατος που εκδηλώνεται µε την προ-
σβολή της µορφής του ή µιας από τις οργα-
νωτικές βάσεις του
31
και την αδυναµία ε-
φαρµογής, µερικής ή ολικής, του Συντάγµα-
τος και λειτουργίας των εγγυήσεων τήρησής
του. Η κατάλυση µπορεί να επέλθει βίαια,
µε πραξικόπηµα, ή να συντελεστεί ακόµη
και µε σφετερισµό της λαϊκής κυριαρχίας από
κρατικά ή υπερεθνικά όργανα, όπως είναι τα
όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο «σφετε-
ρισµός µε οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής
κυριαρχίας», κατά την έννοια της παραγρά-
φου 3 του άρθρου 120, συνιστά µιαν αυτο-
τελή περίπτωση κατάλυσης, η οποία συ-
µπληρώνει και επεκτείνει το πεδίο εφαρµο-
γής του δικαιώµατος και του καθήκοντος
αντίστασης πέρα από την προϋπόθεση της

_________
31. Στον ορισµό αυτό καταλήγει ο Φ. Σ π υ ρ ό -
π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 59-62 και 109, αφού προηγουµέ-
νως έχει ορίσει µε όρους νοµικούς και ισχύος του
δικαίου την κατάλυση του Συντάγµατος ως «την de
facto απώλεια της ισχύος του, που επέρχεται όταν
εκµηδενίζεται η αποτελεσµατικότητά του, η οποία
εκδηλώνεται κυρίως µε την αδυναµία εφαρµογής
του και λειτουργίας των προληπτικών ή και των κα-
τασταλτικών εγγυήσεων τήρησής του.» (σ. 51-52).
Ο όρος κατάλυση του Συντάγµατος στο άρθρο 120
§4 έχει το ίδιο νόηµα που έχει και στην διάταξη 87
§7 Σ.


«κατάλυσης µε την βία» που προβλέπει α-
λυσιτελώς και αφελώς (είναι αλήθεια) η §4
του ίδιου άρθρου

32
. Συνταγµατικά νοµιµο-
ποιηµένη είναι άρα και η αντίσταση που
στρέφεται κατά των «σφετεριστών µε ο-
ποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας
και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή»

(άρθρο 120 §3 Σ).
(ακολουθεί συνέχεια)
Τελευταία ἐπεξεργασία ἀπὸ ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ τὴν Τετ 29/02/2012 07:11, ἐπεξεργάστηκε 3 φορὲς συνολικά.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡ.120 π.4.Σ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τετ 29/02/2012 04:23

Όπως έγκαιρα έχει επισηµάνει ο Σβώλος,
η ακροτελεύτια διάταξη των ελληνικών συ-
νταγµάτων δεν θεµελιώνει δικαίωµα αντί-
στασης κατά των αντισυνταγµατικών νόµων
ή κατά αντισυνταγµατικών ενεργειών των
κρατικών οργάνων
33
. Τόσο τα κρατικά όρ-
γανα όσο και οι πολίτες δεν νοµιµοποιού-
νται να µην εφαρµόζουν ή να µην συµµορ-
φώνονται µε νόµους που θεωρούν αντισυ-
νταγµατικούς, σε νόµους που παραβιάζουν
το Σύνταγµα. ∆ικαιούνται βέβαια να επικα-
λούνται και να προβάλλουν την αντισυνταγ-
µατικότητά τους και να επιδιώκουν την κα-
τάργησή τους ή την δικαστική διαπίστωσή
της µέσα από τον δικαστικό έλεγχο της συ-
νταγµατικότητας των νόµων. ∆εν νοµιµο-
ποιούνται όµως να αρνούνται τη συµµόρ-
φωσή τους προς αντισυνταγµατικούς νό-
µους.

Για τον λόγο αυτό το άρθρο 120 §4 Σ δεν
µπορεί να αποτελέσει νοµιµοποιητική βάση
για τη µη εφαρµογή αντισυνταγµατικού νό-
µου. ∆εν θεµελιώνει δικαίωµα ούτε δικαιο-
λογεί ανυπακοή σε αντισυνταγµατική επιτα-
γή.
ε) Η αντίσταση ως δικαίωµα πολιτικό που
απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία
Στον πυρήνα της λογικής που διέπει τη
_________
32. Έτσι και ο Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 74.
33. Α λ . Σ β ώ λ ο ς, Συντ∆ίκ., σ. 102 : «...κατά
το διήκον διά των συντακτικών ηµών συνελεύσεων
νοµοθετικόν πνεύµα δεν καθιερώθη ποτέ δικαίωµα
ενεργητικής πολύ δε ολιγώτερον επιθετικής αντι-
στάσεως κατ’ αντισυνταγµατικής ή παρανόµου
πράξεως ή ενεργείας οργάνου του κράτους» και Φ.
Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 90-91.


συνταγµατική ρήτρα της αντίστασης βρί-
σκεται η αντίληψη ότι η προστασία του συ-
νταγµατικού πολιτεύµατος από ενδεχόµενες
ανατροπές ή επιβουλές είναι πρωταρχικά
υπόθεση του Λαού, γι’ αυτό και ο συντακτι-
κός νοµοθέτης εµπιστεύτηκε την υπεράσπι-
σή του στο Λαό συνολικά, ως ολότητα, και
όχι στα άτοµα, ξεχωριστά. Η τήρησή του
δεν επαφίεται άρα στα µεµονωµένα άτοµα,
αλλά στους πολίτες ως µέλη µια πολιτικής
κοινότητας ή ενός οργανωµένου πολιτικά
κοινωνικού συνόλου. Η προστασία του Συ-
ντάγµατος δεν αναγνωρίζεται άρα στους
Έλληνες ως ατοµικό δικαίωµα, αλλά ως
συλλογικό, πολιτικό δικαίωµα του Λαού
34
.
Ο λαός αναγνωρίζεται και αναγορεύεται
από το άρθρο 120 §4 εγγυητής της συνταγ-
µατικής νοµιµότητας υπό την ιδιότητα του
κυρίαρχου. Και οι πολίτες αντιστέκονται
στην κατάλυση της συνταγµατικής νοµιµό-
τητας και νοµιµοποιούνται να την υπερασπί-
ζονται, επειδή ενεργούν ως φορείς κυριαρ-
χίας
35
. Την υπερασπίζονται γιατί την αισθά-
νονται δική τους και γιατί η ενδεχόµενη α-
ναίρεσή της συνεπιφέρει και τη δική τους
αναίρεση ως πολιτών µιας δηµοκρατικής
πολιτείας που τους επιτρέπει να αυτο-
προσδιορίζονται πολιτικά. Η αντίσταση του
Λαού ισοδυναµεί, εποµένως, µε πράξη αυ-
τοσυντήρησης του ίδιου, µε αυτοάµυνα, γι’
αυτό και είναι η ίδια πηγαία, δεν διατάσσε-
ται ούτε επιβάλλεται ούτε παραχωρείται,
προκύπτει ως «πραγµατικό γεγονός», όπως
η συντακτική εξουσία. Η αντίσταση είναι
ένα πραγµατικό και όχι ένα νοµικό γεγονός.
Ο λαός δεν αντιστέκεται δυνάµει του Συ-
ντάγµατος, δεν αντιστέκεται επειδή του το
αναγνωρίζει το Σύνταγµα, αλλά επειδή υ-
πάρχει και δρα ως δύναµη «πραγµατική», ως
«κυρίαρχος» πριν και ανεξάρτητα από το
_________
34. Βλέπε κυρίως Ν. R o t i s , ό.π., σ. 369 επ.
και 390 επ. και S t é p h a n o s K o u t s o u b i n a s ,
Le peuple dans la Constitution hellénique de 1995,
Presses Universitaires de Nancy, 1989, σ. 460.
35. Ν. R o t i s , ό.π., σ. 370, 391-396.


Σύνταγµα
36
.
Από τα προηγούµενα συνάγεται ότι το
«δικαίωµα» αντίστασης απορρέει λογικά
από τη λαϊκή κυριαρχία, στην πρωταρχική
της την µορφή, όταν εκδηλώνεται ως συντα-
κτική εξουσία, αυθεντική εκδήλωση της ο-
ποίας και αποτελεί. Έτσι καθιερώθηκε στην
ελληνική συνταγµατική τάξη και µε αυτή
την µορφή προέκυψε από τη συνταγµατική
πρακτική και το ανέδειξε η ελληνική συ-
νταγµατική ιστορία. Θα πρέπει εποµένως να
αντιµετωπίζεται ως ένα ιδιότυπο δηµοκρατι-
κό δικαίωµα. Και αν πρέπει, οπωσδήποτε να
καταταχθεί λογικά σε µια από τις τρεις κα-
θιερωµένες κατηγορίες των δικαιωµάτων,
τότε του ταιριάζει περισσότερο ο χαρακτη-
ρισµός του πολιτικού δικαιώµατος.
Με αυτήν την έννοια θα ήταν λάθος να
κατατάσσεται στη χορεία των ατοµικών δι-
καιωµάτων και να εκλαµβάνεται ως δικαίω-
µα του ατόµου, αφού γίνεται αντιληπτό και
ασκείται κυρίως συλλογικά, ακόµη και όταν
οι πράξεις αντίστασης είναι ενεργήµατα α-
τοµικά. Ο συλλογικός χαρακτήρας της αντί-
στασης φαίνεται όχι µόνον διότι στηρίζεται
συνήθως σε συλλογική απόφαση και δράση
και προϋποθέτει στοιχειώδη οργάνωση, αλ-
λά κυρίως διότι η ίδια ασκείται στο όνοµα
ενός συλλογικού υποκειµένου και, στην πε-
ρίπτωση του άρθρου 120 §4, στο όνοµα του
λαού. Ως δικαίωµα εποµένως των πολιτών
και όχι των ατόµων θα µπορούσε να νοηθεί η
αντίσταση, εφόσον τοποθετηθεί εντός της συ-
νταγµατικής τάξης και αντιµετωπιστεί ως δι-
καίωµα συνταγµατικά καθιερωµένο.
Αλλά και η θεώρηση της αντίστασης ως
_________
36. Την αντίληψη αυτή για την «αντίσταση» ως
πραγµατικό γεγονός, συνδεδεµένη ωστόσο µε τη
λαϊκή κυριαρχία, που προϋποθέτει την ύπαρξη ε-
ξαιρετικής κατάστασης ή «κατάστασης εξαίρεσης»
(stato di eccezione) και αναστολή ισχύος του Συ-
ντάγµατος υποστήριξε ο Ιταλός συνταγµατολόγος
C. M o r t a t i , Commentario della Costituzione, a
cura di G. Branca, «Principii Fondamentali», Bologna-Roma, 1975, υπό το άρθρο 1, σ. 32, καθώς και
ο G. A m a t o , La sovranità nell’ ordinamento italiano, Riv. Trim. Dir. pubbl., 1962, σ. 98 επ.


δικαιώµατος του ανθρώπου φαίνεται µετά τα
όσα προηγήθηκαν εξίσου αστήρικτη. ∆εν
αντλεί ούτε δικαιολογεί την ύπαρξή της από
κάποια φυσική και αιώνια τάξη αξιών ή δι-
καιωµάτων που να ανταποκρίνεται στην αν-
θρώπινη φύση. Σκοπός του «δικαιώµατος»
είναι η εγγύηση του δηµοκρατικού και φιλε-
λεύθερου πολιτεύµατος απέναντι σε κάθε
τυραννική, αυταρχική ή αυθαίρετη εξουσία.
Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου ότι η συ-
νταγµατική ρήτρα της αντίστασης ουδέποτε
εντάχθηκε στο µέρος του Συντάγµατος που
περιλαµβάνει τα δικαιώµατα. Καταλάµβανε
πάντα τη θέση του ακροτελεύτιου άρθρου,
κλείνοντας και ολοκληρώνοντας τη συνταγ-
µατική ρύθµιση. Ως διάταξη τελική αναφέ-
ρεται και αφορά το Σύνταγµα στο σύνολό
του, την οργάνωση και τη µορφή της κρατι-
κής εξουσίας καθώς και τις σχέσεις της µε
τους πολίτες. Εγγυάται και προστατεύει άρα
το πολίτευµα συνολικά.
Πρόκειται εποµένως, εφόσον εξεταστεί
µέσα στα όρια της ελληνικής συνταγµατικής
τάξης, για «δικαίωµα πολιτικό», που ασκεί-
ται συλλογικά για έναν σκοπό συλλογικό
και όχι ατοµικό. Η άσκησή του ενεργοποιεί-
ται και δικαιολογείται, όταν καταλύεται το
πολίτευµα ή απειλείται η ανατροπή του, και
οι πολίτες, βλέποντας ότι διακυβεύεται η
πολιτική τους αυτονοµία, αισθάνονται υπο-
χρεωµένοι, νοµικά και ηθικά, να υπερασπι-
στούν ακόµη και µε τη βία την αποκατάσταση
της κυριαρχίας τους. Όταν ο συντακτικός
νοµοθέτης εµπιστεύεται στον Λαό, ως πολι-
τική ενότητα, την αποστολή να επαγρυπνεί
για τη διατήρηση της συνταγµατικής τάξης,
καθιστά ταυτόχρονα όλους του πολίτες ικα-
νούς και αρµόδιους να αναλάβουν συλλογι-
κά το καθήκον που απορρέει από την ιδιότη-
τά τους να είναι φορείς κυριαρχίας: να γί-
νουν οι ίδιοι εγγυητές της πολιτικής αυτο-
νοµίας τους, δηλαδή της εξουσίας τους να
αυτο-κυβερνούνται και γενικότερα να αυτο-
προσδιορίζονται πολιτικά.
στ) ∆ικαίωµα αντίστασης, καθήκον ανυπακο-
ής και υποχρέωση συνταγµατικής νοµιµο-
φροσύνης
Το άρθρο 120 §4 Σ δεν µπορεί, έτσι όπως
ερµηνεύτηκε, να αποτελέσει νοµιµοποιητική
βάση για τη µη εφαρµογή αντισυνταγµατι-
κού νόµου. ∆εν θεµελιώνει δικαίωµα ούτε
δικαιολογεί ανυπακοή σε αντισυνταγµατική
επιταγή.
∆εν θα πρέπει, µάλιστα, να συγχέεται µε
το ηθικό δικαίωµα ανυπακοής σε άδικους
νόµους. Το τελευταίο είναι κυρίως ένα ηθι-
κό-πολιτικό δικαίωµα που στρέφεται κατά
µιας άδικης ή παράλογης νοµοθεσίας
37
. Α-
νυπακοή έχουµε όταν επιλέγει κανείς συνει-
δητά, εκκινώντας από ηθικά ή πολιτικά κί-
νητρα, να µην συµµορφωθεί σε ισχύοντες
νόµους ή προσταγές δηµόσιων αρχών
38
.
Σύµφωνα µε έναν περιεκτικό ορισµό που
υιοθετεί ο Σπυρόπουλος
39
«πολιτική ανυπα-
κοή είναι η ενσυνείδητη οµαδική ή και ατο-
µική, συνήθως ειρηνική και όχι βίαιη, άρνη-
ση υπακοής ή συµµόρφωσης σε νόµο, που
επιχειρείται δηµόσια και φανερά, επειδή η
εφαρµογή του συγκρούεται, κατά τους ανυ-
πάκουους πολίτες, µε θεµελιώδεις αρχές ή
αξίες της πολιτικής ή κοινωνικής ηθικής που
_________
37. Ως ηθικό κατά βάση δικαίωµα αντιλαµβάνε-
ται την ανυπακοή κατά των νόµων που αδικαιολό-
γητα και άδικα παρεµβάλλονται και προσβάλλουν
τα δικαιώµατα που έχουν τα άτοµα κατά του κρά-
τους. «Αν ένα άτοµο έχει ηθικό δικαίωµα στην ε-
λευθερία του λόγου, τότε έχει και το ηθικό δικαίω-
µα να παραβιάζει τον νόµο που το κράτος δεν έχει
δικαίωµα να λάβει. Το δικαίωµα ανυπακοής στον
νόµο δεν είναι ένα διακριτό και πρόσθετο δικαίωµα
σε σχέση µε τα άλλα δικαιώµατα απέναντι στο κρά-
τος. Είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό γνώρισµα
όλων των δικαιωµάτων απέναντι στο κράτος· δεν
θα µπορούσε κανείς να το αρνηθεί χωρίς να αρνηθεί
την ύπαρξη αυτών των δικαιωµάτων». R. D w o r -
k i n , Prendre les droits aux sérieux, Léviathan,
PUF, 1995, σ. 282-294, (289) και 305-326.
38. Ειδικά για το τεράστιο θέµα της ανυπακοής
βλ. αντί πολλών τις σκέψεις των Ισπανών συνταγ-
µατολόγων J o x e r r a m o n B e n g o e t x e a και
J u a n I g n a c i o U g a r t e m e n d i a , Civil Disobedience as Constitutional Patriotism, Legal Studies, τόµ. 17, 3:1997, σ. 434-447.
39. Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., σ. 107.


ασπάζονται οι ίδιοι, επιδιώκοντας την κα-
τάργηση ή τροποποίησή του». Οι διαφορές
µε το δικαίωµα αντίστασης είναι πολλές και
προφανείς. Η ανυπακοή αποτελεί ηθικό δι-
καίωµα, δεν βασίζεται σε κανόνα του θετού
δικαίου και στρέφεται κατά νοµοθετικής
ρύθµισης, που θεωρείται άδικη ή αντίθετη
σε θεµελιώδεις αρχές ή αξίες της οργανωµέ-
νης κοινωνικής συµβίωσης. Προϋποθέτει
λογικά την ύπαρξη συντάγµατος και ενεργεί
στο πλαίσιο και στα όρια µιας εγκαθιδρυµέ-
νης δηµοκρατικής συνταγµατικής τάξης, την
οποία δεν αµφισβητεί ούτε έρχεται σε ρήξη
µαζί της. Ο «ανυπάκουος» πολίτης αποδέχε-
ται τις θεµελιώδεις αξίες ενός Συντάγµατος,
όπως τη δηµοκρατία, το κράτος δικαίου και
τα θεµελιώδη δικαιώµατα, αρνείται ωστόσο
να υπακούσει σε µια θετή κανονιστική επι-
ταγή, επειδή θεωρεί ότι αυτή έρχεται σε σύ-
γκρουση µε τη συνείδησή του
40
ή µε µια από
τις θεµελιώδεις αξίες που εγκολπώνεται η
συνταγµατική ∆ηµοκρατία.
Αντίθετα, το δικαίωµα αντίστασης, συν-
δέεται µε τις ρίζες του συνταγµατισµού. Α-
ναδύεται όταν δεν υπάρχει Σύνταγµα, προϋ-
πάρχει λογικά του Συντάγµατος και τις πε-
ρισσότερες φορές, ιδίως στην εποχή µας,
απορρίπτει τις αξίες του συνταγµατισµού,
και επιδιώκει την ανατροπή της συνταγµατι-
κής τάξης, όπως συµβαίνει µε τις τροµοκρα-
τικές οργανώσεις, τις στρατιωτικές ή παρα-
στρατιωτικές κινήσεις ή τα ρατσιστικά ή
φασιστικά κινήµατα, και τις οργανώσεις
θρησκευτικού φονταµανταλισµού
41
.
Το καθήκον της πολιτικής ανυπακοής
αντιστρατεύεται, τέλος, τη θεµελιώδη υπο-
χρέωση όλων των Ελλήνων, κατά το άρθρο
120 §2, να «σέβονται το Σύνταγµα και τους
νόµους που συµφωνούν µε αυτό». Συγκρού-
εται, δηλαδή, µε την υποχρέωση συνταγµα-
τικής νοµιµοφροσύνης µε την οποία βαρύ-
νονται όλοι οι πολίτες και δεν µπορεί να την
_________
40. Βλ. F r a n z N e u m a n n , ό.π., σ. 33
41. Βλέπε εκτενέστερα J o x e r r a m o n B e n -
g o e t x e a και J u a n I g n a c i o U g a r t e -
m e n d i a , ό.π., σ. 440.


υποσκελίσει παρά σε εξαιρετικές και απόλυ-
τα δικαιολογηµένες περιπτώσεις. Η συνταγ-
µατική υποχρέωση νοµιµοφροσύνης, αφορά
κατά το Σύνταγµα τους νόµους που «συµ-
φωνούν» µε το ίδιο και αναλύεται σε νοµικό
και ηθικό καθήκον συµµόρφωσης προς τις
συνταγµατικά νόµιµες επιταγές και αποφυ-
γής πράξεων ή ενεργειών που είναι αντίθε-
τες προς το Σύνταγµα. Τη συµφωνία ωστόσο
των νόµων µε το Σύνταγµα αρµόδια να την
ερευνούν και να την κρίνουν είναι τα δικα-
στήρια, στα οποία προσφεύγουν οι πολίτες
όταν θίγονται δικαιώµατα ή συµφέροντά
τους.
Οι πολίτες νοµιµοποιούνται να υπερα-
σπίζονται και ακόµη να απαιτούν την τήρη-
ση του Συντάγµατος χρησιµοποιώντας κάθε
νόµιµο µέσο. ∆ικαιούνται έτσι να «χρησιµο-
ποιούν τα πολιτικά και ατοµικά τους δικαι-
ώµατα διά να αµύνονται του Συντάγµατος
όταν παραβιάζεται, χωρίς η τοιαύτη πράξις
καθ’ εαυτήν να δύναται ποτέ να χαρακτηρι-
σθή ως αξιόποινος ή εν γένει νοµικώς επί-
µεµπτος»
42
.
Στο επίπεδο των θεσµών η ρήτρα της α-
ντίστασης µορφοποιείται και ενεργεί, τελι-
κά, ως προληπτική εγγύηση τήρησης του
Συντάγµατος και σεβασµού της συνταγµατι-
κής νοµιµότητας.
Τόσο το δικαίωµα αντίστασης όσο και το
καθήκον ανυπακοής, κυρίως όµως το δεύτε-
ρο, βρίσκονται αντιµέτωπα µε θεµελιώδεις
συνταγµατικές αρχές, όπως είναι και η υπο-
χρέωση συµµόρφωσης στους νόµους ενός
δηµοκρατικού καθεστώτος που βασίζεται
στη συναίνεση των πολιτών. Πολίτες και
δηµόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να υπακούουν
και να συµµορφώνονται ακόµη και σε επι-
ταγές που στηρίζονται σε αντισυνταγµατι-
κούς κατά την κρίση τους νόµους, εφ όσον
οι νόµοι ισχύουν και δεν έχουν καταργηθεί ή
δεν έχουν κηρυχθεί αντισυνταγµατικοί από
τη δικαιοσύνη. Σε ένα κράτος δίκαιου, στο
οποίο η τήρηση της νοµιµότητας και η προ-
στασία των συνταγµατικών δικαιωµάτων τε-
_________
42. Α λ . Σ β ω λ ο ς, Συντ∆ίκ., σ. 106.

λεί υπό την εγγύηση της δικαστικής εξουσί-
ας και έχουν οργανωθεί δικαιοδοτικές διαδι-
κασίες για τη διαπίστωση και κύρωση της
παρανοµίας ή των παραβάσεων της συνταγ-
µατικής νοµιµότητας, η υποχρέωση συνταγ-
µατικής νοµιµοφροσύνης διαθέτει στέρεα
νοµικά και νοµιµοποιητικά ερείσµατα. Οι
θεσµοί και οι διαδικασίες του κράτους δι-
καίου τονώνουν την υποχρέωση σεβασµού
της συνταγµατικής νοµιµότητας και αποδυ-
ναµώνουν τα νοµιµοποιητικά θεµέλια του
καθήκοντος ανυπακοής. Η εδραίωση και εν-
δυνάµωση των θεσµών και της ιδέας του
κράτους δικαίου στενεύουν, κατά συνέπεια,
τα περιθώρια ανάδυσης του δικαιώµατος α-
ντίστασης
43
καθώς και του δικαιώµατος-
καθήκοντος ανυπακοής
44
. Γι’ αυτό και στο
_________
43. Βλέπε σχετικά τη θέση του Ιταλού πολιτι-
κού φιλόσοφου Bobbio, όπως παρατίθεται συνοπτι-
κά στην Enciclopedia del Diritto, τόµ. ΧΧΧΙΧ,
Λήµµα: Resistenca (diritto di), σ. 999, γραµµένο
από τον Fr. De Sanctis.
44. Είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη που είχε το
«δικαίωµα αντίστασης στην καταπίεση» (droit de
résistance à l’ oppression) στο γαλλικό δίκαιο.
Προβλεπόταν ρητά στο άρθρο 2 της γαλλικής δια-
κήρυξης των δικαιωµάτων του ανθρώπου και του
πολίτου του 1789 και, παρόλο που η διακήρυξη α-
πέκτησε χάρις στη νοµολογία του Συνταγµατικού
Συµβουλίου νοµική αξία, η γαλλική θεωρία διαπί-
στωσε, δύο αιώνες µετά την αναγνώρισή του, ότι το
δικαίωµα αντίστασης «από νοµική άποψη είναι
γράµµα νεκρό». Οι Γάλλοι πολίτες δεν µπορούν να
επικαλεστούν το δικαίωµα αυτό, για να απαλλαγούν
από την υποχρέωση υπακοής στους νόµους. ∆εν
µπορεί το ίδιο να θεµελιώσει οποιαδήποτε ανυπα-
κοή. Η προκαταβολική υπακοή στους νόµους είναι
δεδοµένη. Μόνον οι δηµόσιοι υπάλληλοι που εν-
σαρκώνουν τις δηµόσιες αρχές θα µπορούσαν να
επικαλεστούν το καθήκον ανυπακοής σε διαταγές
έκδηλα παράνοµες που βλάπτουν σοβαρά το δηµό-
σιο συµφέρον. Το καθήκον αυτό που προβλέπεται
από το άρθρο 28 του γαλλικού δηµοσιο-
υπαλληλικού κώδικα δεν πρέπει, υπογραµµίζει η
θεωρία, να συγχέεται µε το δικαίωµα αντίστασης
που καθιερώνει το άρθρο της γαλλικής διακήρυξης
των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου. Για τη γαλλική
συνταγµατική θεωρία, εποµένως, το δικαίωµα αντί-
στασης έχει οριστικά και τελεσίδικα αποκοπεί από


πλαίσιο µιας δηµοκρατικής κοινωνίας δικαί-
ου, το δικαίωµα αντίστασης µεταλλάσσεται
από δικαίωµα σε υποχρέωση, από αγωνιστι-
κή διεκδίκηση του λαού σε καθήκον ηθικό
και πολιτικό του κάθε πολίτη υπεράσπισης
µε κάθε νόµιµο µέσο της δηµοκρατικής συ-
νταγµατικής νοµιµότητας ή τάξης

45
. Από
πράξη επαναστατική µετεξελίχθηκε σε κα-
θήκον συντήρησης της υπάρχουσας κατά-
στασης.
Ο σοβαρότερος αντίπαλος του δικαιώµα-
τος αντίστασης είναι τελικά το κράτος δι-
καίου
46
. ∆ιότι σε ένα κράτος δικαίου ο «σε-
βασµός του Συντάγµατος και των νόµων
που συµφωνούν µε αυτό» δεν αποκλείει α-
_________
τον χώρο του ∆ικαίου. Αντιµετωπίζεται κυρίως ως
πράξη πολιτικής ηθικής ή δηµόσιας πολιτικής (Για
όλα αυτά βλ. τη µονογραφία του E r i c
D e s m o n s , Droit et devoir de résistance en droit
interne, LGDJ, 1999, σ. 87 και 205).
45. Αυτή τη σηµασία έχει η σχετική διάταξη
στον Θεµελιώδη Νόµο της Γερµανίας, άρθρο 120
§4, βλ. σχετικά O l i v i e r J o u a n j a n , Le droit de
résistance dans la loi fondamentale de la République Fédérale d’Allemagne, εισήγηση στο Colloque
International, «Le droit de résistance à l’ oppression», Dijon, 12-13 Décembre 2002. Οι τυπικές
προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώµατος είναι τέ-
τοιες, ώστε η ενδεχόµενη, πράγµατι, άσκηση του
δικαιώµατος φαίνεται απίθανη. Η θέσπισή του το
1968 σκόπευε απλώς να δείξει, τότε, απέναντι στα
γειτονικά κοµµουνιστικά καθεστώτα τη συµβολική
σηµασία µιας «αγωνιστικής δηµοκρατίας» και να
τονώσει στη συνέχεια το καθήκον συνταγµατικής
νοµιµοφροσύνης.
46. Το δικαίωµα αντίστασης είναι άλλωστε κα-
τά την καντιανή θεώρηση του ∆ικαίου αδιανόητο σε
ένα κράτους δικαίου: Αν υποθέταµε, γράφει ο
Καντ, ότι ο λαός είχε εξουσιοδοτηθεί να αντιστέκε-
ται, θα έπρεπε να υπάρχει ένας Νόµος που να του
το επιτρέπει, θα έπρεπε η κυρίαρχη νοµοθεσία (βλ.
Σύνταγµα) να περιέχει µια διάταξη σύµφωνα µε την
οποία η ίδια δεν θα είναι πια κυρίαρχη, αφού ο λαός
από υπήκοος θα ανακηρυσσόταν µε την ίδια και
µοναδική κρίση κυρίαρχος απέναντι σε αυτό που
τον καθιστά υποκείµενο, πράγµα που είναι αντιφα-
τικό» Ε µ . Κ α ν τ , Η µεταφυσική των ηθών.
΄Θεωρία του ∆ικαίου, , µέρος ΙΙ, τµ.. Ι Παρατήρηση
Α. (σε γαλλική µετάφραση, Librairie J. Vrin, Paris,
1971, σ. 203. σηµείωση


γώνες για κάθε νόµιµο µέσο της ισχύουσας
νοµιµότητας και για τη διεκδίκηση µιας άλ-
λης νοµιµότητας ή για την υπεράσπιση ενός
άλλου προτύπου δηµοκρατίας. Ούτε βέβαια
απαγορεύει την υπεράσπιση εναλλακτικών
«ερµηνειών» ή «εφαρµογών» του Συντάγ-
µατος. Κάθε πολίτης και κάθε οµάδα πολι-
τών είναι ελεύθεροι να αγωνιστούν και να
προβάλλουν, κάνοντας χρήση των συνταγ-
µατικών δικαιωµάτων τους, τις ερµηνείες
και εφαρµογές του Συντάγµατος που κρί-
νουν σωστές και θεµιτές. Οι αντιλήψεις για
το Σύνταγµα και για την συγκεκριµένη µορ-
φή της δηµοκρατίας δεν είναι απλώς ελεύ-
θερες, βρίσκονται και στο επίκεντρο ενός
δηµόσιου πολιτικού και νοµικού διαλόγου,
αποτελούν συστατικά στοιχεία της δηµόσιας
πολιτικής σφαίρας και γίνονται αντικείµενο
αντιπαράθεσης και διεκδίκησης. Το Σύνταγ-
µα καθορίζει τους καταστατικούς όρους της
κοινής µας διαβίωσης, δεν ορίζει ωστόσο
ούτε το περιεχόµενο ούτε το είδος της συµ-
βίωσης, ούτε τις πολιτικές που πρέπει να
ακολουθηθούν για την εκπλήρωση κάποιων
συνταγµατικών σκοπών ή αξιών. Είναι, το
ίδιο, ανοικτό σε µια διαλογική, δυναµική και
διεκδικητική πραγµάτωση των αξιών και
σκοπών που κατοχυρώνει, εφόσον όλα αυτά
συντελούνται µέσα στα όρια του δηµοκρα-
τικού παιγνιδιού και των διαδικασιών που
προβλέπονται και επιτρέπονται.
Με αυτά τα δεδοµένα θα ήταν αντιφατι-
κό και λογικά παράδοξο να υποστηρίξει κα-
νείς ότι µπορεί µια έννοµη τάξη να περιέχει
και να ανέχεται ένα «νοµικό» δικαίωµα στην
ανυπακοή, εφόσον αυτό το δικαίωµα νοµι-
µοποιεί την συνειδητή και «δικαιωµατική»
παραβίαση κανόνων του ισχύοντος δικαίου.
Η αναγνώριση ενός θετού δικαιώµατος ανυ-
πακοής στο νόµο, αποτελεί λογική αντίφα-
ση: όχι µόνον «δεν υπάρχει νοµικό δικαίωµα
ανυπακοής, αλλά αντίθετα υπάρχει καθήκον
πολιτικό υπακοής»
47
. Αυτό όµως το τελευ-
ταίο µας οδηγεί σε έναν άλλο δρόµο και µας
_________
47. J. B e n g o e t x e a και J. Ι g n . U g a r t e -
m e n d i a , ό.π., 44


επιτρέπει να ανοίξουµε ένα παράθυρο στους
προηγούµενους ασφυκτικούς, τυπικούς,
συλλογισµούς. Αν πράγµατι δεχτούµε ότι
υπάρχει καθήκον υπακοής στους νόµους,
τότε θα πρέπει να εξετάσουµε µήπως το κα-
θήκον αυτό εµφανίζει κάποιες αδυναµίες ή
κάποια όρια εφαρµογής· Μήπως κάποιες ε-
ξαιρετικές ή ειδικές συνθήκες καθιστούν την
εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού αδύνατη
και η αδυναµία αυτή βρίσκει, επί πλέον, δι-
καιολογίες ηθικο-πολιτικές ή στηρίζεται σε
ερµηνείες που θεµελιώνουν, για τη συγκε-
κριµένη περίπτωση, την παράκαµψη του κα-
θήκοντος υποταγής στον νόµο
48
. Τέτοιες δι-
καιολογίες θα µπορούσαν να βρουν έρεισµα
κατ’ αρχήν στην ελευθερία της συνείδησης,
αλλά και σε συνταγµατικές αξίες συλλογι-
κές, όπως εκείνες της κοινωνικής αλληλεγ-
γύης ή της δικαιοσύνης (άρθρα 25 §§2 και
3). Μπορεί εποµένως να µην είναι δυνατόν
να θεµελιωθεί στο ∆ίκαιο ένα «νοµικό» δι-
καίωµα ανυπακοής στο νόµο. Εντούτοις, ένα
ηθικό και πολιτικό δικαίωµα υπακοής και
συµµόρφωσης προς τις βαθύτερες «ηθικές
και πολιτικές» επιταγές της συνείδησής µας,
όχι µόνον δεν µπορεί να αποκλειστεί, αλλά
µπορεί κάλλιστα να αντιπαρατεθεί στο κα-
θήκον υπακοής στον νόµο και να το κάµψει.
ΙΙΙ. Η αντίσταση ως πραγµατικό γεγονός
µιας κατάστασης κενής ή άδειας δικαίου.
Η αλήθεια του δικαιώµατος της αντίστα-
σης δεν φανερώνεται, τελικά, παρά µόνον αν
έλθει αντιµέτωπο µε τη βία. Η αντίσταση εκ-
δηλώνεται ως πράξη και γίνεται αντιληπτή
µόνον σε κατάσταση απουσίας δικαίου, σε
µια κατάσταση στην οποία η νοµιµότητα έ-
χει ανασταλεί και έχει εγκατασταθεί µια κα-
τάσταση εξαίρεσης ή ανάγκης (état d’ exception)

49
. Όταν η υπάρχουσα συνταγµατική
_________
48. J. B e n g o e t x e a και J. I g n . U g a r t e -
m e n d i a , , ό.π., σ. 443.
49. Τη στενή λογική εξάρτηση του δικαιώµατος
αντίστασης και της κατάστασης πολιορκίας ή εξαί-
ρεσης έχει τονίσει στην εισήγησή του ο F r .


τάξη καταργείται ή αναστέλλεται, ο λαός,
κάνοντας χρήση της πρωτογενούς κυριαρχί-
ας του, στρέφεται, µε όλα τα µέσα, στα ο-
ποία περιλαµβάνεται και η συλλογική βία,
εναντίον των σφετεριστών και καταχραστών
της εξουσίας µε σκοπό την αποκατάσταση
της δηµοκρατικής τάξης, δηλαδή της κυ-
ριαρχίας του.
Κοιταγµένο µέσα από αυτό το
πρίσµα το δικαίωµα αντίστασης βρίσκεται
στα όρια του ∆ικαίου, αναδύεται µέσα από
ένα νοµικό κενό, µε σκοπό όµως ορατό και
δεδοµένο την εγκατάσταση µιας δηµοκρατι-
κής νοµιµότητας. Επιτρέπει και δικαιολογεί
τη συλλογική βία για να ξαναβρεί ο λαός και
να οικειοποιηθεί εκ νέου την κυριαρχία του
που βιάστηκε.

Τα προηγούµενα γνωρίσµατα της αντί-
στασης την φέρνουν κοντά στη συντακτική
εξουσία του λαού, την εµφανίζουν ως βίαιη
ενεργοποίηση της κυρίαρχης εξουσίας, η
οποία εκδηλώνεται πριν και πέρα από το ∆ί-
καιο, αλλά µε σκοπό την εγκαθίδρυση ενός
∆ικαίου ή µιας νοµιµότητας που θα νοµιµο-
ποιείται από την κυρίαρχη θέληση του Λα-
ού. Για τον ελληνικό συνταγµατισµό το δι-
καίωµα αντίστασης είναι τελικά ένα δικαίω-
µα του λαού να καταφεύγει στη συλλογική
βία, προκειµένου να σώσει και να επιβάλει
την πρωτογενή κυριαρχία του.
Η ιδιοµορφία της συνταγµατικής ρήτρας
του άρθρου 120 §4 του Ελληνικού Συντάγ-
µατος, που προκαλεί άλλωστε και το ενδια-
φέρον της ξεχωριστής µελέτης της, έγκειται,
όπως τονίστηκε, στην επίκληση του «πατρι-
ωτισµού», που η ίδια εµπεριέχει, και στην
αναγωγή του σε βάθρο νοµιµοποιητικό της
αντίστασης. Η ρήτρα δείχνει και αποδεικνύ-
ει ότι µια διάταξη του θετού δικαίου δικαιο-
λογεί την ύπαρξή της, προσκτά κύρος και
παράγει αποτελέσµατα «κανονιστικά», ακό-
µη και όταν απλώς εκφέρει κανόνα (norme)
µε αξία ηθικο-πολιτική. Η ίδια πρόταση αν
_________
S a i n t - B o n n e t , Droit de résistance et état
d’exception, στο Colloque International, «Le droit
de résistanc e à l’oppression», Dijon, 12-13 décembre, 2002.


διατυπωθεί αντίστροφα, καταλήγει στο ίδιο
συµπέρασµα: µία καθαρά ηθικο-πολιτική
γλωσσική εκφορά, που απευθύνεται στην
πολιτική συνείδηση των πολιτών και είναι
εγγεγραµµένη σε νοµικό κείµενο, µπορεί να
έχει την αποτελεσµατικότητα µιας θετής νο-
µικής διάταξης, που είναι προικισµένη µε
κυρώσεις και ικανότητα αποτελεσµατικής
εφαρµογής. Μπορεί, δηλαδή, να πειθανα-
γκάζει τους φορείς της εξουσίας και να τους
υποβάλλει την ηθική συµπεριφορά να σέβο-
νται τη συνταγµατική νοµιµότητα και να
αποφεύγουν ενέργειες που τείνουν σε ανα-
τροπή του δηµοκρατικού πολιτεύµατος και
που οδηγούν σε εγκατάσταση εξουσίας αυ-
ταρχικής και καταπιεστικής. Η νοµιµόφρονη
αυτή στάση των Αρχών υποβάλλεται και
διαµορφώνεται από την ηθικο-πολιτική πίε-
ση που ασκεί η «πατριωτική» συνείδηση και
η αγωνιστική παρουσία του λαού. Η συ-
νταγµατική ρήτρα της αντίστασης λειτουρ-
γεί, έτσι, ως δάδα που φωτίζει και κρατά σε
διαρκή εγρήγορση τη δηµοκρατική συνείδη-
ση των πολιτών.
Η ελληνική συνταγµατική τάξη, επικα-
λούµενη στο ακροτελεύτιο άρθρο του Συ-
ντάγµατος τον πατριωτισµό των Ελλήνων,
µας θυµίζει ότι το θεµέλιο της συνταγµατι-
κής νοµιµοφροσύνης βρίσκεται πέρα από το
τυπικό Σύνταγµα και έξω από την νοµική του
εµβέλεια. Η υπέρβαση της τυπικής συνταγ-
µατικότητας έχει στην προκειµένη περίπτω-
ση το θεωρητικό προτέρηµα ότι αποφεύγει
την αδιέξοδη λογική αντιπαράθεση του δι-
καιώµατος αντίστασης µε το ισχύον Συ-
νταγµατικό ∆ίκαιο. Αποφεύγει, δηλαδή, να
στρέψει ένα συνταγµατικό δικαίωµα, το δι-
καίωµα αντίστασης απέναντι στο ∆ίκαιο του
κράτους ή να αντιπαραθέσει µια πράξη θε-
µιτή (την αντίσταση) απέναντι σε µια κατά-
σταση αθέµιτη (την καταπίεση) και να την
κρίνει µε βάση το ισχύον ή το υπό εγκατά-
σταση ∆ίκαιο.
Τελικά, η θεσµική σηµασία και η ηθικο-
πολιτική αξία της ακροτελεύτιας συνταγµα-
τικής ρήτρας αναδεικνύονται, όταν γίνει κα-
τανοητό ότι το «δικαίωµα» αντίστασης υπο-
στασιοποιείται, όταν δηµιουργηθεί µια κα-
τάσταση άδεια ή κενή δικαίου, όταν δη-
µιουργηθεί ένας «χώρος δικαιικά κενός, νο-
µικά γυµνός, µια ζώνη ανοµίας όπου όλοι οι
νοµικοί προσδιορισµοί είναι απενεργοποιη-
µένοι
50
». Τόπος του φυσικός η κατάσταση
ανάγκης ή εξαίρεσης (état d’ exception) και
προϋπόθεση θεσµική η αναστολή ισχύος του
Συντάγµατος. Η απουσία Συντάγµατος επι-
δρά στο ίδιο το δικαίωµα αντίστασης, το
οποίο βρίσκεται στιγµιαία άστεγο νοµικά,
χωρίς νοµική κάλυψη ή επικάλυψη, γυµνό,
όπως ένα «πραγµατικό γεγονός». Στέκεται
και κοιτάζει την κατάσταση ανοµίας στην
οποία έχει βρεθεί ως «µη δικαίωµα» ή ως
ένα «πραγµατικό» δικαίωµα. Βρίσκεται το
ίδιο στα όρια µιας συνταγµατικής τάξης υπό
αναστολή και µιας πραγµατικής κατάστασης
ή ανοµίας που πασχίζει να µετεξελιχθεί σε
νέα τάξη δικαίου. Βρίσκεται ταυτόχρονα
έξω και µέσα στο ∆ίκαιο, για την ακρίβεια
σε έναν χώρο απουσίας ∆ικαίου. Εξαρτηµέ-
νο, όπως είναι λογικά και πραγµατικά, από
ένα «εξαιρετικό καθεστώς», από ένα καθε-
στώς αναστολής της συνταγµατικής νοµιµό-
τητας, είναι αναγκασµένο να προσδιορίζεται
δικαιικά από το καθεστώς αυτό: δεν είναι
ούτε µέσα ούτε έξω από τη συνταγµατική
τάξη, αλλά σε «µια ζώνη απροσδιοριστίας
και αναποφασιστικότητας, όπου ∆ίκαιο και
µη ∆ίκαιο δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά
αλληλοπροσδιορίζονται»
51
.
Μέσα βάση αυτούς τους συλλογισµούς
δεν θα ήταν πλέον φρόνιµο να µελετά κανείς
το δικαίωµα αντίστασης µέσα από τις λογικά
ασυµφιλίωτες αντιθέσεις «βία ενάντια στο
∆ίκαιο», «δικαίωµα ενάντια στο ∆ίκαιο»
και, τέλος, «ηθικό δικαίωµα απέναντι σε νο-
µικό δικαίωµα». Ο νοµικός χαρακτήρας (ή η
«νοµικότητα») του δικαιώµατος αντίστασης
δεν φαίνεται παρά εκ των υστέρων, όταν η
συνταγµατική νοµιµότητα που έχει καταρ-
γηθεί ή ανασταλεί αποκαθίσταται µε τη βία.
_________
50. G i o r g i o A g a m b e n , Etat d’ exception,
Homo Sacer II, Paris, Seuil, 2003, σ. 102.
51. G i o r g i o A g a m b e n , ό.π., σ. 43
.

Ο πολιτικός του χαρακτήρας, εξάλλου, προ-
κύπτει από τη στενή σύνδεσή του µε την κυ-
ριαρχία και την συντακτική εξουσία του λα-
ού. Η ηθικο-πολιτική καταξί-
ωση του δικαιώµατος αναδύεται, όµως, από
τον σκοπό του: την υπεράσπιση της πολιτι-
κής αυτονοµίας ή της δυνατότητας αυτο-
προσδιορισµού του Λαού, ως ενότητας ίσων
και ελεύθερων πολιτών
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21


Ἐπιστροφὴ στην Ἄλλα ἐπιστημονικὰ θέματα



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης