Ο Βρυκόλακας

Ο Βρυκόλακας

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Τρί 06/01/2009 03:49

Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ


-"Πές μου τί στέκεσαι Θανάση, ὀρθός,
βουβὸς σὰ λείψανο, στὰ μάτια μπρός;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις τὸ βράδυ;
Ὕπνος γιὰ σένανε δὲν εἲν' στὸν 'Αδη;

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Βαθιὰ σὲ ρίξανε μέσα στὴ γῆ...
Φεύγα, σπλαχνίσου μέ. Θὰ κοιμηθῶ.
'Ἄσε μὲ ἥσυχη ν' ἀναπαυθῶ.

Τὸ κρίμα ποὺ 'καμες μὲ συνεπῆρε.
Βλέπεις πῶς ἔγινα; Θανάση σύρε.
Ὅλοι μὲ φεύγουνε, κανεὶς δὲ δίνει,
στὴν ἔρμη χήρα σου, ἐλεημοσύνη.

Στάσου μακρύτερα... Γιατί μὲ σκιάζεις;
Θανάση τί ἔκαμα καὶ μὲ τρομάζεις;
Πῶς εἶσαι πράσινος; Μυρίζεις χῶμα...
Πές μου... δὲν ἔλυωσες, Θανάση, ἀκόμα;

Λίγο συμάζωξε τὸ σάβανό σου...
Σκουλήκια βόσκουνε στὸ πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, γιὰ δές... πετᾶνε
κι ἔρχονται πάνω μου γιὰ νὰ μὲ φᾶνε.

Πές μου πούθ' ἔρχεσαι μὲ τέτοια ἀντάρα;
Ἀκοῦς τί γίνεται; Εἶναι λαχτάρα.
Μὲς ἀπ' τὸ μνῆμα σου γιατί νὰ βγεῖς;
Πές μου πουθ' ἔρχεσαι; Τ' ἦλθες νὰ δεῖς";

Ε'

-"Μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιὰ
κλεισμένος ἤμουνα, τέτοια νυχτιὰ
κι ἐκεῖ ὀποῦ ἔστεκα σαβανωμένος,
βαθιὰ στὸ μνῆμα μου συμαζωμένος,

ἔξαφνα πάνω μου, μιὰ κουκουβάγια
ἀκούω ποὺ φώναξε: -"Θ ἃ ν ἃ σ ἡ Β ἃ γ ἲ ἃ
σήκω καὶ πλάκωσαν χίλιοι νεκροὶ
καὶ θὰ σὲ πάρουνε νὰ πᾶτε κεῖ"-.

Τὰ λόγια τ' ἄκουσα καὶ τ' ὄνομά μου.
Σκᾶνε καὶ τρίβονται τὰ κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι ὅσο μπορῶ
βαθιὰ στὸ λάκο μου, νὰ μὴ τοὺς δῶ.

-"Ἔβγα καὶ πρόβαλε Θανάση Βάγια,
ἔλα νὰ τρέξωμε πέρα στὰ πλάγια.
Ἔβγα μὴ σκιάζεσαι, δὲν εἶναι λύκοι.
Τὸ δρόμο δεῖξε μας γιὰ τὸ Γαρδίκι"-.

Ἔτσι φωνάζοντας σὰ λυσσασμένοι
πέφτουν ἐπάνω μου οἱ πεθαμένοι.
Καὶ μὲ τὰ νύχια τους καὶ μὲ τὸ στόμα
πετᾶνε, σκάφτουνε τὸ μαῦρο χῶμα.

Καὶ σὰ μὲ βρήκανε ὅλοι μὲ μία
ἔξω ἀπ' τοῦ τάφου μου τὴν ἐρημιά,
γελώντας, σκούζοντας, ἄγρια μὲ σέρνουν
κι ἐκεῖ ποὺ εἴπανε μὲ συνεπαίρνουν.

Πετᾶμε, τρέχουμε, φυσομανάει,
τὸ πέρασμά μας κόσμο χαλνάει.
Τὸ μαῦρο σύγνεφο, ὅθε διαβεῖ,
οἱ βράχοι τρέμουνε, ἀνάφτ' ἡ γῆ.

Φουσκώνει ὁ ἄνεμος τὰ σάβανά μας
σὰ ν' ἀρμενίζουμε μὲ τὰ πανιά μας.
Πέφτουν στὸ δρόμο μας καὶ ξεκολᾶνε
τὰ κούφια κόκαλα, στὴ γῆ σκορπᾶνε.

Ἐμπρός μας ἔσερνε ἡ κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: -"Θ ἃ ν ἃ σ ἡ Β ἃ γ ἲ ἅ"-.
Ἔτσι ἐφτάσαμε σ' ἐκειὰ τὰ μέρη,
ποῦ τόσους ἔσφαξα μ' αὐτὸ τὸ χέρι.

Ὢ τί μαρτύρια! Ὢ τί τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρὲς κατάρες!
Μοῦ 'δωκαν κι ἔπια αἷμα πηγμένο.
Γιὰ δὲς τὸ στόμα μου, τὸ 'χω βαμένο.

Κι ἐνῶ μὲ σέρνουνε καὶ μὲ πατοῦνε
κάποιος ἐφώναξε... στέκουν κι ἀκοῦνε.
-"Καλῶς σὲ βρήκαμε Βιζίρη Ἀλή"-.
Ἐδῶθε μπαίνουνε μὲς στὴν αὐλή.

Πέφτουν ἐπάνω τοῦ οἱ πεθαμένοι.
Μὲ παρατήσανε... Κανεὶς δὲ μένει.
Κρυφά τους ἔφυγα καὶ τρέχω 'δω,
μὲ σὲ γυναίκα μου νὰ κοιμηθῶ".

ΣΤ'

-"Θανάση σ' ἄκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στὸ μνῆμα σου νὰ πᾶς εἲν' ὤρα".

-"Μέσα στὸ μνῆμα μου γιὰ συντροφιά,
θέλω ἀπ' τὸ στόμα σου τρία φιλιά".

-"Ὅταν σου ρίξανε λάδι καὶ χῶμα
ἦλθα, σὲ φίλησα κρυφὰ στὸ στόμα".

-"Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Μοῦ πήρ' ἡ κόλαση κειὸ τὸ φιλί".

-"Φέυγα καὶ σκιάζομαι τ' ἄγρια σου μάτια.
Τὸ σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τά, κεῖνα τὰ χέρια.
Ἂπ τὴν ἀχάμνια τοὺς λὲς κι εἲν' μαχαίρια".

-"Ἔλα γυναίκα μου, δὲν εἶμαι 'γῶ
κεῖνος π' ἀγάπησες, ἕνα καιρό;
Μὴ μὲ σιχαίνεσαι, εἲμ' ὁ Θανάσης".
-"Φεύγ' ἀπ' τὰ μάτια μου, θὰ μὲ κολάσεις".

Ρίχνεται πάνω της καὶ τῆνε πιάνει,
μέσα στὸ στόμα τῆς τὰ χείλη βάνει.
Στὰ ἕρμα στήθια τῆς τὰ ρούχ' ἀρχίζει,
ποῦ τὴ σκεπάζουνε, νὰ τὰ ξεσχίζει.

Τῆνε ξεγύμνωσε... τὸ χέρι ἁπλώνει...
Μέσα στὸ κόρφο τῆς ἄγρια τὸ χώνει...

Μένει σὰ μάρμαρο. Κρύος σὰ φίδι
τρίζει ἀπ' τὸ φόβο του, στὸ κατακλείδι.
Σὰ λύκος ρυάζεται, τρέμει σὰ φύλλο...
Στὰ δάχτυλα ἔπιασε τὸ Τίμιο Ξύλο.

Τὴ μαύρη γλύτωσε, τὸ φυλαχτό της,
καπνός, ἐσβήστηκεν ἀπ' τὸ πλευρό της.
Τότε ἀκούστηκε κι ἡ κουκουβάγια
ἔξω, ποὺ φώναζε: -"Θ ἃ ν ἃ σ ἡ Β ἃ γ ἲ ἃ !"-

Ζ'

-"Ξύπνα παιδί μου κι ἡ αὐγὴ ἀπ' τὸ βουνὸ προβαίνει,
ξύπνα ν' ἀνάψωμε φωτιὰ κι ἡ ξένη μας προσμένει".

-"Καλή σου μέρα μάνα μας, ἡσύχασες κομμάτι";
-"Λίγο κοιμῶμαι ἡ δύστυχη, δὲν ἔκλεισα τὸ μάτι.
Ἔχετε γεια, ἔχετε γεια, πρέπει νὰ σᾶς ἀφήσω.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος μου καὶ πότε θὰ κινήσω";

-"Γιατί δέ μας ἐξύπνησες κι ἔμεινες μοναχή σου;
Σύρε μανούλα στὸ καλὸ καὶ δός μας τὴν εὐχή σου".

-"Γιὰ τὸ καλὸ ποὺ κάματε, γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη,
ὕπνο γλυκὸ ὁ Κύριος κι ἥσυχο νὰ σᾶς δίνει.
'Ἄλλο καλὸ νὰ σᾶς 'φχηθώ στὸ κόσμο μας δὲ ξέρω,
νύχτα καὶ μέρα τὸ ζητῶ καὶ δὲ μπορῶ νὰ εὕρω".

-"Μάνα, ἡ φτώχεια εἶναι κακὴ γιατί ἔχει καταφρόνια".
-"Τὰ πλούτη τὰ δοκίμασα, περάσαν μὲ τὰ χρόνια".

-"Μέσα στὸ λόγγο οἱ δύστυχοι ζοῦμε κι ἐμεῖς σὰ λύκοι,
ἀπ' τὸ καιρὸ ποὺ χάλασε τὸ ἔρμο τὸ Γαρδίκι".

Ὢ δυστυχιά μου! Ὢ δυστυχιά! Ὁ κόσμος θὰ χαλάσει!
Καὶ ποιόνε μελετήσανε; Τὸ Β ἃ γ ἲ ἃ τὸ Θ ἃ ν ἃ σ ἡ!

-"Κι ἐγὼ εἲμ' ἡ γυναίκα του. Κάμετε τὸ σταυρό σας,
πάρτε λιβάνι, κάψετε, νὰ διῶξτε τὸν ἐχτρό σας.
Ἐψὲς τὴ νύχτα μπῆκε 'δω, ἐστάθηκε σιμά μου...
Σχωρέστε τόνε, Χριστιανοί, κλάψτε τὴ συμφορά μου..."

Παίρνει τὸ λόγγο. Τὸ παιδὶ κι ἡ μάνα ἀνατριχιάζουν
καὶ τὸ σταυρὸ τοὺς κάνοντας, τρέμουν ποὺ τὴ κοιτάζουν.


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1595
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Ὁ Βρυκόλακας

Δημοσίευσηἀπό ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ » Τρί 06/01/2009 12:40

Βλάση, τοῦ Βαλαωρίτη εἶναι;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 676
Ἐγγραφή: Σάβ 06/11/2004 15:09
Τοποθεσία: Κρήτη

Ο Βρυκόλακας

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Τρί 06/01/2009 13:42

Ναὶ τοῦ Βαλαωρίτη εἶναι Ἀλέξανδρε
Λησμόνησα νὰ τὸ γράψω!
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1595
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"


Ἐπιστροφὴ στην Λογοτεχνία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης