ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 26/09/2011 02:05

"Πήχτωσε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ' τα κυπαρίσσια. Ανάψανε οι λαμπάδες τ' ουρανού. Όλα ήταν γάλα, γάλα, λουλάκι και σπίθες. Το ποτάμι μουρμούριζε μες στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε, ολόκληρο το βράδυ. Έγραφε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι. Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν παρηγορημένο. Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να μετρήσει τ' αστρα. Να τα μετρήσει όλα, σιγά-σιγά, ένα-ένα... Όλα. Και τα βρήκε σωστά."
Ο αγαπημένος συγγραφέας της εφηβείας μου υπήρξε ,χωρίς αμφιβολία ο Μένέλαος Λουντέμης
.Ατελείωτα βράδια αφιέρωσα στην απνευστί ανάγνωση των βιβλίων του , τα οποία διάβαζα ξανά και ξανά προσπαθώντας και γω όπως ο μικρός ορφανός ήρωάς του, ο Μέλιος, να φτάσω στ΄αστρα.
Ο Λουντέμης (1906 – 1977) δικαίως ονομάστηκε " Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας".
Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70.
Γεννήθηκε το 1906 ή κατ' άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

"Στο ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ¨ΑΣΤΡΑ , ο μικρός ορφανός ήρωας του μυθιστορήματος "Συννεφιάζει", αποκτάει όνομα, γίνεται ο Μέλιος, που "πιάνει φιλία με τα βιβλία" για να μάθει όσα του κρύβουν οι μεγάλοι. Με ακούραστο πείσμα, με πάθος και με ελπίδα, τραβάει ολομόναχος για τη μεγάλη πολιτεία, το μεγάλο σχολειό.Στα δύσκολα βήματά του, συναντά καλούς φίλους, αλλά και σκληρούς ανθρώπους. Και παλεύει να φτάσει ψηλά στ' άστρα.
Γνωρίζει την προδοσία και τη φιλία, το μίσος και την τρυφερότητα, δοκιμάζεται και αδικείται, αγαπά και αγαπιέται, υποστηρίζει με πάθος την ειλικρίνεια και την αλήθεια, παλεύει με θάρρος ενάντια στην αδικία.
Το ταξίδι του αυτό προς την ενηλικίωση, που κυλά όπως το μεγάλο ποτάμι της πολιτείας του, άλλοτε με ορμή και άλλοτε γαλήνια, άλλοτε με πίκρες και άλλοτε με χαρές, θα τον σημαδέψει για πάντα. Και σημαδεύει μαζί και εμάς, γιατί ο κόσμος του Μέλιου, που φαντάζει μακρινός, δε διαφέρει πολύ από το δικό μας κόσμο"

Διαλέγω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του και το αφιερώνω στους μικρότερους σε ηλικία φίλους της ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑΣ και σε όσους θέλουν να παραμείνουν (όπως και γω) παιδιά.

"..........................“Μουσική των Νερών”. Θέμα ελεύθερον.
Καθίστε επάνω από μια γέφυραν και ακούστε την. Προσοχή, μόνο, να μην πέσετε στο ποτάμι... Ο κύριος Σκαμβουράς δίνει με αγάπη το θέμα, με αγάπη, μα αμέσως πικραίνεται. Του αρέσει αυτό το θέμα. Κάθε θέμα, που έχει μέσα ποτάμι, του αρέσει. Μα έρχεται ο Καθηγητικός Σύλλογος, με μια φωνή ξερή και κατασπαράζει αλύπητα όλη την ποίηση στην καρδιά ενός φτωχού καθηγητή.
Διάλεξε σου λέει, όποιο θέμα θέλεις -δικαίωμα σου-αλλά στη γλώσσα, προσοχή! “όσον αφορά την γλώσσαν”. Απάνω στην ώρα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Γυμνασιάρχης. Το μάτι του είναι τόσο σκληρό, που του έφυγε και το λιγοστό μελάνι, ξεθώριασε πια ολότελα.
κύριος Σκαμβουράς: - Λοιπόν, απαιτώ ολίγων λεπτών απόλυτην σιγήν. Μίαν σύστασιν. Προσοχή εις την γλώσσαν. Δια τα πάντα είσθε ελεύθεροι,. Όσον αφορά όμως την γλώσσαν, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να γίνει ανεκτή οιαδήποτε γειτνίασις προς τα διάφορα βαρβαρικά εκείνα ιδιώματα, άτινα σύρουσιν το πατροπαράδοτον γλωσσικόν μας όργανον εις τον ρύπον των τριόδων. Επιβάλλεται, όθεν, η σχολαστική αποφυγή τοιούτων γειτνιάσεων και η μετά πάθους πρυσήλωσις προς τα αρχάς της επισήμου γλώσσης, η προσήλωσις, δηλονότι εις την επίσημον γλώσσαν του Κράτους, την καθαρεύουσαν. Προειδοποιώ, όθεν, και απειλώ. Εις τον παραβάτην θα είμεθα απηνείς! Και, τώρα, συνεχίστε την εργασίαν σας.
Έλα, εσύ, τώρα, ο καθηγητής -και να είσαι νέος καθηγητής- κι όλο όλο που λατρεύεις να είναι τα “βαρβαρικά αυτά ιδιώματα” και να μην πικραθείς... Μα τα παιδιά τίποτα δεν καταλαβαίνουν απ' τη λύπη του καθηγητή τους. Καταλαβαίνουν μονάχα ότι τούτη η έκθεση δεν είναι σαν τις άλλες. Ότι είναι “θέμα ελεύθερον”, πώς το λένε... Μπορούν να γράψουν το θέμα όπως θέλουν. Ότι δεν θα τυραννούσαν το κεφάλι τους να θυμηθούν πώς το είπε ο καθηγητής, με τι λόγια και με τι εικόνες.“Γράψτε ό,τι σας αρέσει. Φτάνει να το γράψετε με δικά σας λόγια. Μόνο ξέρετε... το βαρβ... δηλαδή... όσον αφορά τη διάλεκτον, γνωρίζετε...” -“Μα και βέβαια “γνωρίζουμε” κύριε Καθηγητά! Εμείς πια είμαστε μορφωμένοι άνθρωποι κι ένας μορφωμένος άνθριυπος πρέπει να σέβεται τη μόρφωση του! Και βέβαια -πώς όχι;- Τώρα πια... και βέβαια, σας καταλάβαμε, κύριε καθηγητά”.
κύριος Σκαμβουράς: Έχετε δυο ώρες. Ελπίζω ότι επαρκούν. Τονίζω ότι δεν τίθεται κανένας περιορισμός ως προς την έκταση.
Και κάτι ακόμη, συνέχισε να λέει ο καθηγητής, αλλά ο Μέλιος δεν τον άκουε πια.
Έχωσε το σαγόνι του στη γροθιά και παρακολουθούσε τη λεύκα (μα αυτή μιλούσε;). Έφευγε... Και κάτω ήταν το ποτάμι.
“Ρέει... κατακυλίον τα βαθυκύανα ύδατα του προς τα κάτω, ολονέν προς τα κάτω, όπου τα αναμένουσι τα πελάγη με τους ανεξιχνίαστους βυθούς... Ενίοτε η επιφάνεια αναρριγά. Ενίοτε ασχάλλει, πάλιν ρέει...”
Ο Μέλιος μάζεψε το χαρτί μες στη φούχτα του και το έκανε μια μπαλίτσα. Όχι. Ήταν μια νεκρή έκθεση! Δεν το μπορούσε. Τότε τον έπιασε μια αποκοτιά. Να τα πει στη γλώσσα της μάνας του. Πείραζε; Γιατί να πειράζει; Με το ποτάμι είχαν αγάπες. Ήταν παλιός του φίλος. Λοιπόν, θα τα πει με τη γλώσσα που ήξεραν κι οι δυο τους, έτσι όπως τα έλεγαν κάποτε πρόσωπο με πρόσωπο. Και ήξερε πως τα μούτρα τους μοιάζανε. Όσες φορές έσκυψε πάνω από τα νερά, είδε ότι μοιάζανε με το ποτάμι, σαν δυο αδερφάκια! Λοιπόν, πώς τώρα θα συνεννοηθούν σ' αυτή τη μουχλιασμένη γλώσσα; Ντρεπότανε κιόλα. Άρχισε να ονειροπολεί. Ποταμάκι... πιστέ, αξέχαστε μου φίλε. Που πας; Θυμάσαι ένα Γίοβάνη; Και την ιτιά που παίρναμε βουτιές; Το 'μαθες, ε; Η ιτιά πάει. Την έκανε ο Γιοβάνης ξύλα. Αυτό έγινε μια βροχερή νύχτα, που κρυώνανε όλοι κι ένα παιδί ήταν άρρωστο. Κόλα... κυλά... οι καλαμιές έχουνε χορό, πιο κάτω, σε μια γιόμωση. Σαν περάσεις από κει, κλέψε κανένα κομμάτι τραγούδι. Κάτι πουλιά, που τους αρέσει η μουσική, πάνε κει και παίρνουνε μαθήματα. Κορυδαλλούς τα λένε; Όχι, δεν ξέρω. Είναι μικρά σαν γροθιές. Όχι, όχι. Είναι σαν πέτρες, που ανεβοκατεβαίνουν ξαφωνίζοντας στον ουρανό. Πολύ την αγαπούν τη μουσική αυτά τα πουλιά. Και το συνηθίζουνε να τραγουδάνε πολύ πρωί, γι' αυτό και φορούν και κουκούλες στα κεφάλια τους, για να μην κρυώνουν. Κάτι μπαρμπάδες ξύνουνε το σαγόνι τους και λένε: “Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Κορυδαλλοί; Όχι. Αυτά είναι κατσουλιέρηδες”.
Φεύγει, φεύγει το νερό, κι είναι σαν την κηδεία, που δε γυρνά πίσω. Είναι σαν το τουμπελέκι, που δεν αλλάζει σκοπό. Φεύγει και πάει και δεν ξέρει τι θ'ανταμώσει στο δρόμο. Χορταράκια και αγριόμεντες, ψάρια, μπακακούς ή νεροφίδες... Κάποτε περνά ανάμεσα από κάποιο τρύπιο βουνό και κλαίει κρυφά. Πιο κάτω θυμώνει, μα πιο ύστερα πάλι τραγουδά μ' έναν αλησμόνητο σκοπό... Ακου, ποτάμακι νεροκουβαλητή... αν περάσεις πλάι από κανένα μποστάνι, πότισ' το, γιατί οι καρπουζιές πεισμώνουνε, σαν μείνουνε απότιστες, και δεν δίνουνε καρπούζια. Κερνά λίγο και καμιά καλαμποκιά, κερνά τες τις καημενούλες, γιατί είναι πάνω στο γάλα τους, Κερνά και το θεριστή που κάηκαν τα σωθικά του. Στάσου και σε κάτι πεζούλια που πλένουν οι χωριατοπούλες τις φλοκάτες τους και κάνε τους λίγο αφρό, γιατί δεν έχουνε σαπούνι...
Πιο κάτω είναι ο κάμπος. Τα παιδιά τσαλαβουτάνε κι αμολάνε χάρτινα βαρκάκια. Λένε και τραγούδια... άγουρα ακόμη, με αλύγιστες φωνές. Πιο κάτω το ποτάμι ανταμώνει ένα κοιμητήρι και κλαίει. Ύστερα χαϊδολογιέται στη ρίζα ενός γέρου πλάτανου, που λέει παραμύθια στα μωρά των λουλουδιών.
Το τραγούδι του -η μουσική των νερών- δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο σταματά στη θάλασσα, σταματά, γιατί δεν έχει πού να πάει, και η γλυκιά μουσική του πνίγεται μες στα μουγκρητά του ωκεανού. Εδώ κάτου το ποτάμι χάνει τη δική του μουσική. Και χάνει και το χρώμα του. Καθώς πρωτομπαίνει στο γιαλό, τα νερά του είναι μαβιά. Ποιος ξέρει γιατί... Και παρακάτω γαλαζόχροσα. Ποιος ξέρει πάλι γιατί.
Ξέρει καλά πως τα νερά στην αρχή είναι γλυκά, μα σιγά σιγά αρμυραίνουν. Σ' όλο το δρόμο μαζεύουν όλο τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Κι έχει πολλά ο κόσμος... Κι έχει πιο πολλά η φτωχολογιά του κάμπου...
Η μουσική των νερών είναι λυπητερή. Τέτοια μουσική άκουε απ' την όχθη ένα παιδί που μιλά συχνά με τα ποτάμια.
Η ονειροπόληση τέλειωσε. Ο Μέλιος πέρασε σ' άλλη ονειροπόληση... Θυμήθηκε το σπιτάκι που έμενε πρόπερσι, το ποτάμι που κυλούσε στα πόδια του... ύστερα μια νύχτα βαριά, που πέθανε η γρια-Σέβδω... Και τότε άρχισε να τα γράφει. Αυτό ήταν το θέμα του. Έτρεχε η πενούλα του, σαν έντομο που βιάζεται μην το προφτάσει η νύχτα...
Και κάποτε σταμάτησε. Το τέλειωσε.
Έβαλε καθαρά καθαρά την ημερομηνία και τ' όνομα του κι έκλεισε το τετράδιο. Μάλιστα. Η έκθεση είχε τελειώσει. Ο Μέλιος κάθισε κι έβλεπε ακόμη τα φύλλα της λεύκας. Μια φουντίτσα της κορφής τον χαιρετούσε, σαν μαντιλάκι του ποταμού. “Έχεις χαιρετίσματα απ' το φίλο σου”. Τότε ξάφνου ένιωσε τη λαχτάρα να δει πίσω. Η Αγράμπελη στεκόταν και τον κοιτούσε με κάτι μάτια γλυκά, γλυκά και υποταγμένα... Ήταν καταπράσινα. Πώς δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Σκέψου... Τα μάτια της είχαν πρασινίσει. Κολυμπούσαν μέσα στα φύλλα της λεύκας!................................................................................................"



ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

Ἐπιστροφὴ στην Λογοτεχνία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης