Η ποίηση ως το 1930.

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Σάβ 09/02/2008 15:52

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933)

Από τους μεγαλύτερους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Η ποίηση του, ιδιότυπη και απόλυτα προσωπική, επηρέασε πολλούς νεώτερους μεταπολεμικούς ποιητές μας, παρόλο που το έργο του αρχικά αμφισβητήθηκε.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από γονείς Κωνσταντινουπολίτες.
Από πολύ νέος, έχοντας σπουδάσει σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά χωρίς σύστημα, άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει ποιήματά του. Στα 1886 βρίσκουμε δημοσιευμένο το πρώτο του ποιήμα στο ελληνόφωνο περιοδικό της Λειψίας "'Έσπερος". Από τότε κι ως το θάνατό του, τύπωνε τα ποιήματά του ένα-ένα σε φύλλα, και τα μοίραζε σε φίλους του. Όσο ζούσε δεν τύπωσε ποτέ το έργο του σε βιβλίο.Τα΄"Άπαντά" του κυκλοφορούν σήμερα σε πλήθος εκδόσεων.


"ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ"

- Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φτάσουν σήμερα.

- Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τί κάθονται οι Συγκλητικοί και δέν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Τί νόμους πιά θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

- Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
καί κάθεται στης πόλεως την πιό μεγάλη πύλη
στόν θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορόνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθη
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώση μια περγαμηνή. Εκεί
τόν έγραψε τίτλους πολλούς και ονόματα.

- Γιατί οι δυό μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες ,
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια,
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Και τέτοια πράματα θαμπώνους τους βαρβάρους.

- Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

- Γιατί ν' αρχίση μονομιάς αυτή η ανησυχία
και η σύχυσις. ( Τα πρόσωπα τί σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγρα οι δρόμοι κι οι πλατέες,
κι ολο γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πιά δεν υπάρχουν.

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.





ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Σάβ 09/02/2008 21:58

" Η ΠΟΛΙΣ "

Είπες: " Θα πάγω σ' άλλη γή , θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θα βρεθή καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μιά καταδίκη είναι γραφτή,
κι είν' η καρδιά μου-σαν νεκρός-θαμμένη.
Ο νούς μου ως πότε μές στον μαρασμόν αυτόν θα μένη.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα".

Καινούργιους τόπους δέν θα βρής, δέν θα' βρης άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθή. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στές γειτονιές τές ίδιες θα γερνάς,
και μές στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζης.
Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνης. Για τα αλλού-μη ελπίζης-
δεν έχει πλοίο για σέ, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ' όλη την γήν την χάλασες.
ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Δευ 11/02/2008 22:06

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
(1884-1951)


Ποιητής από τους κορυφαίους του τόπου, με παγκόσμια αναγνώριση. Γεννήθηκε στη Λευκάδα, από αρχοντική οικογένεια που οι ρίζες της απλώνονται στην Κεφαλλονιά και τη Ζάκυνθο. Στα 1900 ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει νομικά. αλλά γρήγορα τον κέρδισε η Ποίηση που από τότε της αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στο περιοδικό "Διόνυσος". Στα 1909 κυκλοφορεί την πρώτη του συλλογή με τίτλο "Αλαφροϊσκιωτος", που τον καθιερώνει αμέσως. Μαζί με την Αμερικανίδα πάμπλουτη γυναίκα του, την Εύα Πάλμερ οργανώνει τις Δελφικές Γιορτές, γεγονός που χάρισε στην Ελλάδα διεθνή προβολή. Μέχρι τον θάνατό του θα συνεχίσει να γράφει ποιήματα και τραγωδίες που πολλές απ΄αυτές παρουσιάστηκαν σε αρχαία θέατρα!
ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Δευ 11/02/2008 22:24

" ΓΙΑΤΙ ΒΑΘΙΑ ΜΟΥ ΔΟΞΑΣΑ"

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γή
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νού μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
να τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού καί μέσα μου ο καρπός!...

Γιατί δεν είπα: "εδω η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...",
μα " άν είν' η μέρα βροχερή , σέρνει πιό πλούσιο φώς...
μά κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τί ο ζωντανός παλμός της γής που πλάθει είναι κρυφός..."
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...
ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Τρί 19/02/2008 14:05

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
(1884-1974)

Γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας, ενώ ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα, κι ο ίδιος πήρε απ' αυτή την πόλη το ψευδώνυμό του. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο Πύργο, όπου ανθούσε ελληνική κοινότητα, που με υποτροφία της ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο. Από πολύ νέος έγραφε ποιήματα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό <<Νουμάς>>, το 1904.Την άλλη χρονιά εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο <<Κηρήθρες>> (ωστόσο, αργότερα την αποκήρυξε) . Ιδεαλιστής και αρχαιολάτρης ποιητής, προσχώρησε στο προοδευτικό αριστερό κίνημα μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πλήθος είναι τα ποιήματα και τα πεζά κείμενά του που του χάρισαν μια εξέχουσα θέση στην Λογοτεχνία μας και πολλές τιμές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σπουδαίο θεωρείται και το κριτικο-ιστορικό του έργο.



ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Τρί 19/02/2008 14:42

ΟΡΕΣΤΗΣ


Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανής, ως είσαι, ωραίος,
και διώξε από το νού σου πιά το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μιά και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ' ένα
χαμόγελον ιδές πού σ' έφερεν' έως
του Άργους την πύλην ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν' αφανίσης πού σ' εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ' εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργον σου σά νά' ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνη σε από πίσου
για το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.
ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Τρί 19/02/2008 15:14

<< ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ >>
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο Άντρας
1
Δέν είναι αστάχυα, μαλακό βελούδο να χαλάσης,
δεν είναι γαλανή αμμουδιά στην άκρη της θαλάσσης.

Είναι φωτιά της Κόλασης, που ασάλευτον κρατεί με.
Άχ, έλα, θύμηση παλιά, και πές μου σύ ποιός είμαι!

Πόσον καιρό τα μάτια μου κλειστά κρατάν οι πόνοι!
Άχ, όσα τα μερόνυχτα, τόσοι περάσαν χρόνοι!

Πάρε τη βόχα γύρω μου, αεράκι εσύ βουνίσο.
Πώς ήθελα μιάν πιθαμή μονάχα να κουνήσω!

Πώς ήθελα ως το κόκαλο, μπράτσα, να σας δαγκάσω,
παλιέ μου πόνε, μ' άλλο νιό να σε κατασιγάσω!

Μά' χουν στραγγίσ' οι φλέβες μου, λυθήκανε οι αρμοί μου
κι όλο βαθύτερα βουλιάει το χώμα στο κορμί μου.

Τα σωθικά μου τ' αδειανά η πείνα μπλιό δε σφάζει.
Ο θάνατος σά θεριακή γλυκά μου τα μουδιάζει.

Εσκέπασε τα μάτια μου ένα σύννεφο γαλάζο.
Πώς στο μεσημεριάτικο τον ήλιο τρεμουλιάζω!

Κι όσο χτυπάτε , δόντια μου, τόσο η καρδιά σιγάει.
Καλότυχοι συντρόφοι εσείς, αναπαμένοι πλάι.

Κάποιοι περνούνε σύθαμποι, λιγάκι τρέμουν, ίσκιοι
κι ύστερα πέφτουν σταυρωτά-βόλι καλό τους βρίσκει.

Ελάτε, αέρες δυνατοί, μπουνέντες και βοριάδες,
χοντρό χαλάζι τ' Απριλιού και πόταμοι βροχάδες,

πάρτε τη βόχα που νεκροί και ζωντανοί σκορπίζουν!
'Ολ ' οι νεκροί από μέσα μου περνούν και με σαπίζουν.

" Μανούλα μου! Παιδάκι μου! γυναίκα αγαπημένη! "
Μά το λαρύγγι, αντίς φωνή, γαίματα μαύρα βγαίνει.



ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Τρί 19/02/2008 21:00

Η γυναίκα
1


Πόσες φορές σε κάλεσα, κι όχι για μένα, Θέ μου!
Λείπεις από τον τρίσβαθο ουρανό και μέσαθέ μου.

Του Τέκνου σου που δέχτηκες το γαίμα να σε βάψη,
ποιά σου βουλή στο λάκκο αυτό σωρό μας έχει θάψει;

Κρίμα δικό μας ή βουλή δικιά σου, τί μας μέλει!
Ελέησε και γρηγόρεψε του καθενού τα μέλη.

Ώ γυναικούλες, που ποτές δεν είδε μάτι ξένο,
στήθη βγαλτά κι ως την κοιλιά φουστάνι ανασυρμένο!

Ο πεσιμός σου είναι πολύς, όσο πολλοί ' ναι οι πόνοι,
πικρή ψυχή, που όσο βυθάς, τόσο η ντροπή στομώνει!

Ώ δίχως δάκρυ κλαήματα και δίχως βόγκο αγκούσα.
Για της ζωής την ξαγορά τί να δεχτώ μπορούσα!

Δεν τό' ξερα τόσο πολλοί κι αργοί οι θανάτοι νά' ναι!
Οι πεθαμένοι αποβραδίς για νέα θανή ξυπνάνε!

Δεν είναι οι πόνοι που πονώ κι η πείνα που με κόβει,
εσάς φοβάμαι , της νυχτός μεγαλωμένοι φόβοι!

Ως με το νώμο ξύλιασε το χέρι που σε σφίγγει,
παιδάκι μου, με τ' ανοιχτό, καθώς πουλιού ,λαρύγγι.

Κι εσύ σιωπάς μες στην κοιλιά, σπόρε, που όλο σκιρτούσες .
Ώ δίχως δάκρυ κλαήματα και δίχως βόγκο αγκούσες!



ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 

Δημοσίευσηἀπό ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ » Τρί 19/02/2008 21:45

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μιά και κούτσα δυό
της ζωής το ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξεροδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό,
και μ' αφήναν νηστικό.

Τα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Ανωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου' βγαινε η ψυχή.

Είκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο ο νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Και ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Και στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνωνται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαί.

Και γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Αλλ' εμένα σε μιά σφήκα
μ' έδεναν το Μάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Κι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
<< σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώση
όλ' η Χώρα κι οι Καμπόσοι.
Μή ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

_ Δέ βαστάω! Θα πέσω κάπου!
_ Ντράπου! Τίς προγόνοι ντράπου!
_ Αντραλίζομαι!...Πεινώ!...
_ Σούτ! Θα φάς στον ουρανό! >>

Κι έλεα: όταν μιάν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μιά κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Κι όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώση μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πούφ! ειν' η ζωή),

η ψυχή μου θέ να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάη τα γένια του!

Γέρασα, κι ως δε φελούσα
κι αχαίρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Καλωσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άι- Φραγκίσκο:
<<Χαίρε φώς αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε τον γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικία τ' αφέντη,
σύ πού δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Τον σκληρόν αφέντη κ άνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!...>>
Μα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού' κλεισε κι αυτί.

Τότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

<<Φώς ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μά θεοί κι οξαποδώ
κεί δεν είναι παρά δώ.

Άν το δίκιο θές, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρής. Όπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μή χτυπάς τον αδερφό σου-
τον αφέντη τον κρυφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε εσύ αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολο αιώνιο!
Άν ξυπνήσης, μονομιάς
θά' ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κνήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγή
σ' άλλη θάλασσ' ,άλλη γή>>.
ΜΠΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
 


Ἐπιστροφὴ στην Ποίηση



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron