Κάλβος Ανδρέας

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:11

ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ 1826

Ωδή πρώτη

Η ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ

[α'-κ']

Αι! των θνητών η ελπίδες
ως ελαφρά διαλύονται
όνειρα βρέφους· χάνονται
ως λεπτόν βόλι εις άπειρον
βάθος πελάγου.

Ο Βύρων κείται ως κρίνος
υπό το βαθύ κάλυμμα
αθλίας νυκτός· η αιώνιος,
ω λύπη, τον εσκέπασε
μοίρα θανάτου.

[κγ'-κς']
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:12

Ωδή δευτέρα

ΕΙΣ ΨΑΡΑ

Ερατεινή, γλυκεία
θυγάτηρ, Υπερίονος,
πόσον, ω χρυσοβλέφαρος,
πόσον δεκτή και νόστιμη
φέγγεις, ω ημέρα.

[β'-ιγ']

Ιδού τα πολυτάραχα
κύματα της θαλάσσης·
ιδού, ιδού των αμώμων
Ψαρών δικαιοτάτων
η τραχείαι πέτραι.

Αυτού καμμία κιθάρα
φθοροποιός, όχι όργια,
όχι κρότος Μαινάδων,
ούτ' Έρωτος παιγνίδια
τον νουν συγχίζουν.

Αλλ' ως, κατά το βράδυ
το θερινόν, ανάπτονται
ταχείαι, συχναί η ολύμπιαι
αστραπαί και θαμβώνουσι
τους οδοιπόρους·

Ούτως τα μεν θηκάρια
σωρηδόν ερριμένα
κρύπτουν την γην, τους βράχους·
ο δε σιδηροχάρμης
άφοβος ¶ρης

Κινεί την νήσον. Χίλια
πολέμου χάλκεα όργανα
βροντούν· εις τον αέρα
των ξίφων μύριαι γλώσσαι
λάμπουν, κλονούνται.

Μία βοή σηκώνεται,
μία μόνη επιθυμία,
και ωσάν ακτίνα ουράνιος,
ως φλόγα εις δάση ευάνεμα
καίει τας καρδίας.

"Υπέρ γονέων και τέκνων,
"υπέρ των γυναικών,
"υπέρ πατρίδος πρόκειται
"και πάσης της Ελλάδος
"όσιος αγώνας.

"Θαλπτήριον της ημέρας
"φως, δια πάντοτε χαίρε·
"και σεις οπού ευφραίνετε
"με φωνήν ηδυόνειρον
"της γης τα τέκνα.

"Χαίρετ', ελπίδες. - Ήλθε
"της ¶γαρ το υπερήφανον
"σπέρμα· επάνω εις τας όχθας
"των Ψαρών, αλαλάζον
"σφόδρα, κατέβη.

"Ω πατρίς, την εκούσιον
"δέξου θυσίαν"... - Αστράπτει. -
Σεισμός πολέμου ακούεται.
Υπό τύμβον υψήνορα
ήρωες κοιμώνται.

Επί το μέγα ερείπιον
η Ελευθερία ολόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους·
εν' από γήινα φύλλα,
κι άλλον απ' άστρα.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:12

Ωδή τρίτη

ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ

Χλωρά, μοσχοβολούντα
νησιά του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κ' η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν·

Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας, οπ' είχαν
ψυχήν 'σαν φλόγα, χείλη
'σαν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν 'σαν γάλα;

[γ'-ιθ']

Σκληρά, δειλά αναθρέμματα
της ποταπής Ασίας,
έργον ηρώων, ναι, βέβαια,
ποίος το αμφιβάλλει, υπάρχει
το τρόπαιόν σας.

Έργον ηρώων, αν σφάξητε
αδύνατα παιδία·
έργον ηρώων, αν πνίξητε
τας τρυφεράς γυναίκας
και τα γερόντια.

[κβ'-κζ']

Είναι πολλά τα πλήθη των
και φοβερά εις την όψιν,
αλλ' ένας Έλλην δύναται,
ένας άνδρας γενναίος
'να τα σκορπίση.

Όποιος την δάφνην θέλει
αθάνατον της δόξης,
όποιος δάκρυα δια τ' έθνος του
έχει, δια δε την μάχην
νουν και καρδίαν·

ας έκβη αυτός. - Να, βλέπω
ταχείαι, ως τ' απλωμένα
πτερά των γερανών,
έρχονται δύο κατάμαυροι
τρομεραί πρώραι.

Παύει ως τόσον ο κρότος
των μουσικών οργάνων·
τ' αγαρηνά τραγούδια
παύουν και τα υπερήφανα
βλάσφημα μέτρα.

Μόνον ακούω το φύσημα
του ανέμου, οπού περνώντας
εις τα κατάρτια ανάμεσα
και εις τα σχοινία σχισμένος
βιαίως σφυρίζει.

Μόνον ακούω την θάλασσαν,
'που ωσάν μέγα ποτάμι
ανάμεσα εις τους βράχους
κτυπώντας μυρμυρίζει
γύρω εις τα σκάφη.

Να η κραυγαί και ο φόβος,
να η ταραχή και η σύγχυσις
από παντού σηκώνονται,
και απλώνουν πολυάριθμα
πανία 'να φύγουν.

Στενόν, στενόν το πέλαγος
ο τρόμος κάμνει· πέφτει
ένα καράβι επάνω
εις τ' άλλο και συντρίβονται·
πνίγονται οι ναύται.

Ω! πώς από τα μάτια μου
ταχέως εχάθη ο στόλος·
πλέον δεν ξανοίγω τώρα
παρά καπνούς και φλόγας
ουρανομήκεις.

Έξω από την θαλάσσιον
πυρκαϊάν νικήτριαι
ιδού πάλιν εκβαίνουν
σωσμέναι η δύο κατάμαυροι
θαυμάσιαι πρώραι.

Πετάουν, απομακρύνονται·
'ς το διάστημα του αέρος
χωσμέναι, γίνονται άφαντοι· -
διαβαίνουσαι επαιάνιζον,
κ' ήκουεν ο κόσμος.

Κανάρι! - και τα σπήλαια
της γης εβόουν, Κανάρι. -
Και των αιώνων τα όργανα
ίσως θέλει αντηχήσουν
πάντα Κανάρι.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:13

Ωδή τετάρτη

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
θαλασσωμένος·

Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.-
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.

[δ'-κγ']

Εάν φιλοτιμούμεθα
'να την ξαναποκτήσωμεν
μ' ίδρωτα και με αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
της αρχαίας δόξης.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:13

Ωδή πέμπτη

ΕΙΣ ΣΟΥΛΙ

Φυσάει σφοδρός ο αέρας,
και το δάσος κυμαίνεται
της Σελλαιίδος· φθάνουσι
μακράν εδώ, όπου κάθομαι,
μουσικά μέτρα.

Αφροντίστων ποιμένων
στίχοι δεν είναι, ή γάμου,
ή πανηγυριζόντων
νέων γυναικών και ανθρώπων,
μήτε ιερέων.

¶λλη λαμπρά πανήγυρις
την σήμερον εορτάζεται
εις την Ελλάδα· ο άγγελος
χορεύει του πολέμου·
δάφνας μοιράζει.

Βράχοι υψηλοί, διαβόητοι,
βουνά του τετραχώρου,
από σας καταβαίνουσι
πολλοί και δυνατοί
αδάμαστοι άνδρες.

Κάθε χέρι, κλαδί·
κάθε κεφάλι φέρνει
στέφανον· από βράχον
πηδάουν εις βράχον ψάλλοντες
πολέμιον άσμα.

"Μακράν και σκοτεινήν
"ζωήν τα παλληκάρια
"μισούν· όνομα αθάνατον
"θέλουν και τάφον έντιμον
"αντίς δια στρώμα".

Ούτως εβόουν· συμφώνως
τ' άρματά τους εβρόνταον
και τ' άντρα... - Ω δεν ακούω
πλέον παρά τον άνεμον
και τους χειμάρρους -

Εσύ οπού τρέχεις, πρόσμενε,
ω στρατιώτα· ειπέ μου
και ας μη σε κυνηγήση
βόλι του εχθρού, πού υπήγαν
οι σύντροφοί σου; -

"Λείπει ο καιρός. Αν έχης
"ελαφρά τα ποδάρια,
"και στήθος, ακολούθα με·
"τρέξε και συ μ' εμένα·
"μας φεύγει η ώρα". -

Γνωρίζω την φωνήν σου.
Οδήγει. - Οι βράχοι φεύγουσι
τώρα υπό τα πατήματα
συχνά, φεύγουν οπίσω
σπήλαια και δένδρα.

Των ποταμών πλατέα
νερά, βαθέα λαγγάδια,
έρημα μονοπάτια,
δάση, βουνά, χωράφια,
φεύγουν οπίσω.

Ιδού το Καρπενήσι·
αυτού από τα ψηλώματα,
όπου αναμένω, βλέπω
κρυπτόν στεφανωμένων
σύνταγμα ηρώων.

Και αντίκρυ τα αναθρέμματα
του Οσμάν με δίχως τάξιν,
πλην χιλιάδας, χιλιάδας
βλέπω συγκεχυμένων
πεζών και ιππέων.

Ως εις χώραν εορτάζουσαν
συντρέχει μεν ο κόσμος
πολύς, κλαγγάς δε οργάνων,
φωνάς δε ανδρών χαιρόντων
ακούεις και κρότον·

Ούτω και εις το στρατόπεδον
των βαρβάρων ακούεις
κραυγάς, τύμπανα, κτύπους·
όμως ατρέμα ο θάνατος
στέκων τους βλέπει.

Ως τόσον της ημέρας
το φως εγίνηκ' άφαντον·
τους ουρανούς σκεπάζει
το φοβερόν σου κάλυμμα,
ιερά νύκτα.

Μητέρα φρονημάτων
υψηλών, συνεργέ
ψυχών τολμηροτάτων,
νύκτα ουρανία και σύγχρονε
δικαιοσύνης·

Συχνά από σε παιδεύονται
λαοί άφρονες, άσωτοι·
συχνά και των τυράννων
αλλάζεις την χρυσήν
ζώνην εις στάκτην.

Τώρα εδώ το πυκνότερον
σκότος σου χύσαι. ¶νθρωπος
άνθρωπον ας μη βλέπη,
ας μη 'ξανανοίγη μάτι
χείρα ωπλισμένην.

Το πνεύμα ταραγμένον
των εχθρών της πατρίδος μου
ας πλάσση φοβερούς
γίγαντας, και ας φαντάζεται
παντού μαχαίρας.

Ακούω, ακούω τον θόρυβον
ως αρχομένης μάχης·
κουφοβροντάει τοιούτως,
ότε επάνω εις τους βράχους
ρίχνεται η θάλασσα.

Δάσος βοάει τοιούτως,
οπότε από τα σύγνεφα
σκληρώς το δέρνει ο άνεμος·
ξηρά τα φύλλα φεύγουσιν
εις τον αέρα.

Να, των σπαθιών ο κρότος
προδήλως τώρα ακούεται·
να, πέφτουν ως ουράνιαι
βρονταί, πολλά, απροσδόκητα
βόλια θανάτου.

Να, πανταχού σηκώνονται
ομού και των νικώντων
και των νενικημένων
η φωναί, τρομερή,
φρικτή αρμονία.

Ω άγγελοι, οπού ετάχθητε
φύλακες των δικαίων,
της Σελλαιίδος σώσατε
τα τέκνα και τον Μπότσαρην
δια την Ελλάδα.

Έπαυσ' η μάχη ολότελα,
αναχωρεί και η νύκτα·
ιδού 'που τ' άστρα αχνύζουσι,
και οι καθαροί λευκαίνονται
αιθέριοι κάμποι.

Πυκναί, πυκναί ως ομίχλη,
περνάουν απ' έμπροσθέν μου
των ψυχών η χιλιάδες·
τα χέρια των ακόμα
στάζουσιν αίμα.

¶νομοι, τον σταυρόν
εχθρόν επήραν· και άγγελος
τους οδηγεί· εις το πρόσωπόν
του λάμπει η καταδίκη,
ρομφαία 'ς το χέρι.

Ιδού ανά δεκάδας,
πετάουν και των Ελλήνων
τα πνεύματα ελαφρά·
αστράπτουν ως η ακτίνες
του πρώτου ηλίου.

Φέρνει σταυρόν και βάϊα
ο πτερωμένος άγγελος
'που τους ηγεμονεύει·
ψάλλοντες αναβαίνουσιν
υπέρ τα νέφη.

Ψυχαί μαρτύρων, χαίρετε·
την αρετήν σας άμποτε
'να μιμηθώ εις τον κόσμον,
και 'να φέρω την λύραν μου
με 'σας 'να ψάλλω.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:14

Ωδή έκτη

ΑΙ ΕΥΧΑΙ

Της θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
'να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν·

'Σ την στεριάν, 'ς τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
'να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας·

Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
'να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

Παρά προστάτας 'νάχωμεν.
Με ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

[ε'-ι']

Ημείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

Δια 'να θεμελιώσητε
την τυραννίαν, τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Ελλάδα.

Και τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλώνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν·
εδυναμώθη τώρα,
φθάνει η ισχύς του.

Το ξίφος σφίγξατ', Έλληνες -
τα ομμάτιά σας σηκώσατε -
ιδού - εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σας είναι.

Και αν ο θεός και τ' άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ' να χρεμετήσωσι
'ς τον Κιθαιρώνα Τούρκων
άγριαι φοράδες,

παρά... Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

Δεν με θαμβώνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ' ανοικτόν στόμα.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:14

Ωδή εβδόμη

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

[α'-δ']

Βλέπω, βαθιά, μίαν σπίθα·
πλησιάζει· μεγαλώνεται·
ωσάν κύκλος αμέτρητος,
ως πέλαγος φλογώδες
εμπρός μου απλώθη.

Ελεεινά ναυάγια
πλέουσιν αυτού. Μεγάλον
κορμί. Νεοσπαραγμένον
περνάει, και ως σώμα φαίνεται
μίας βασιλίσσης.

Ω Ελλάς!... - Ιδού χιλιάδες
παιδιών έτι εις τα σπάργανα
περνάουν, κ' εις κάθε στήθος
ένα μαχαίρι στέκεται
καταχωσμένον.

Κοράσια, ιδού, μητέρες
περνάουν. Έλαμπον πρώτα
τα πλήθη αυτών σαν άστρα·
εχαίροντο, και τ' άρπαξε
θανάσιμη ώρα.

Έχουσι των στεφάνων τους
μαδημένα τα ρόδα,
γυμνά τ' άσπρα βυζία τους,
μιασμένα από τα χείλη
αγρίων βαρβάρων.

Να, και οι σωροί περνάουσι
των μαχίμων ανθρώπων,
ένδοξοι ναύται, αείμνηστοι,
ανδρείοι στρατιώται
κ' ήμερος όχλος.

Ματαίως το ακονισμένον
εγύμνωσαν σπαθί τους·
δάφνας ματαίως εμάζωξαν·
πάσαν ελπίδαν ο άνεμος
έξαφνα επήρε.

Έρημη τώρα η θάλασσα
είναι· και ιδού μακρόθεν,
ως νέφη εις τον ορίζοντα
εσπερινόν, 'ξανοίγω
γην και νησία.

Εγκρημνισμέναι πόλεις
φαίνονται αυτού, και λείψανα
πύργων, ναών, χωρίων·
άροτρα, βάρκες και άρματα
ημελημένα.

Ζώντα δεν βλέπω· ούτ' άφησε
καν ένα η σκληρά τύχη
επάνω εις τέτοιον θέατρον,
τ' έθνους 'να κλαίη την άωρον
τρισάθλιον μοίραν.

Μεγάλη, τρομερή,
με τα πτερά απλωμένα,
καθώς αετός ακίνητος,
κρέμεται 'ς τον αέρα
'ψηλά η Διχόνοια.

"Εγώ", φωνάζει, "εγώ
"από τον κόσμον έσβησα
"ένα λαόν· και ταύτην
"την γην εξολοθρεύσασα
"τώρα εορτάζω".

Ούτως ειπούσα η δύσφημος,
χύνει από δύο ποτήρια
αίμα και πορφυρίζονται
πάντες οι ουράνιοι κάμποι,
η γη και η νήσοι.

Ελύθη, ελύθη ως όνειρον
το φάσμα. Καθαρώτατος
ο αέρας καταβαίνει
και δροσίζει τα χείλη μου
και την ψυχήν μου.

Ω Ελλάς! - ω πατρίς μου!
ελπίδων γλυκυτάτων
μήτηρ! σε βλέπω ακόμα
ζώσαν και μαχομένην,
και αναλαμβάνω.

[κ'-κγ']
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:15

Ωδή ογδόη

ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ

Ον, συ 'που η φαντασία
φλογώδης των θνητών
'σαν πτερωμένην βλέπει
παρθένον 'ς τον αέρα,
ουράνιον έργον·

'Σ το μέτωπόν σου πάντοτε
άσβεστος λάμπει αστέρας,
ω Νίκη, συσσωρεύονται
τριγύρω σου ματαίως
νύκτες αιώνων.

Το χέρι οπού τα πέπλα
των ουρανών κατέστρωσεν,
από σύγνεφα ολόχρυσα
εκβαίνει, και σού δείχνει
ανδρείους ανθρώπους.

Πετάεις εσύ κ' επάνω τους
σκορπίζεις φύλλα αμάραντα·
τέρπουν αυτά τους ζώντας,
και τους γενναίως θανόντας
τέρπουν ακόμα.

[ε'-η']

Πυκνά, πυκνά ως καλάμια
ανεμισμένα εβλέπαμεν
να κινώνται εις τους κάμπους μας
των πολεμίων μας τ' άρματα,
κ' έπεσαν όλα.

Πού είναι η τόσαι γλώσσαι
των ακτινοβολούντων
σπαθιών; πού είναι η χείρες
των εχθρών μας αμέτρητοι;
πού τα καυχήματα;

Πλατύς και σκοτεινός
βαθύς έχασκεν κι άφευκτος
ο άδης υποκάτω τους·
εβούλιασαν, εχάθησαν,
εκλείσθη ο τάφος.


[ιβ'-κα']
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:15

Ωδή ενάτη

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ

Εγύρισε ταις πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ο προδότης·
αλαμπή σέρνει τ' άρματα
φαρμακερά, το στήθος του
έγινεν άδης.

Τον σταυρόν και τους Έλληνας
άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν
αδελφικώς την χείρα του
'ς τους Τούρκους, κ' επροσκύνησε
βάρβαρον νόμον.

Τον συντροφεύει ολόμαυρον
μέγα εναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ακόμα ατίνακτον
αστροπελέκι επάνω του,
κι άγρυπνος μοίρα.

Ω Βαρνακιώτη· τρέχεις,
και ο κτύπος των ποδών σου
αντιβομβεί, ωσάν 'νάτρεχες
επί τον κούφιον θόλον
βαθείας αβύσσου.

Αν κοπιασμένος πέσης
'ν' αναπαυθής 'ς τα χόρτα,
η τιμωρός συνείδησις
με' σε πλαγιάζει αλλάζουσα
τα χόρτα εις δράκοντας.

Το φως εσύ αποφεύγεις
της ημέρας, φοβούμενος
μήπως των προδομένων
ανθρώπων σε 'ξανανοίξουσιν
η μακραί σπάθαι.

Κράζεις την νύκτα, κ' έρχεται·
αλλά εις το σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
εχθρούς αρματωμένους,
και ως άφρων μένεις.

Αν μαυροφορεμένης
χήρας, αν βρέφους θρήνον
ορφανικόν ακούσης,
τρέμεις, και το ποτήρι σου
πέφτει σχισμένον.

Αν της χαράς τον γέλωτα
ιδής εις φιλικόν
δείπνον περιπετώμενον,
απ' ίδρωτα θανάτου
στάζουν τα φρύδια σου.

Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες,
προδότα Βαρνακιώτη!
και τι έλπιζες; το θείον
δια τους ομοίους σου τέτοια
δώρα ετοιμάζει.

Αν ήθελες χρυσάφι -
πολύν εις τας βαρβάρους
αγαρηνάς σκηνάς
με' το σπαθί εις το χέρι
εύρισκες πλούτον.

Πληγωμένος απ' ύβριν
Ελληνικών στομάτων
αν ήθελες εκδίκησιν -
η καλητέρα εκδίκησις
είναι η συμπάθεια.

Μέγα, λαμπρόν εάν ήθελες
όνομα, και περνώντας
εσύ κάθε οφθαλμός
με' θαυμασμόν 'να στρέφεται
παρατηρώντας σε -

Σφαλερόν δρόμον, άθλιε,
εδιάλεξας· οι Έλληνες
'που επρόδωσας θαυμάζονται
από την οικουμένην
κ' ήρωες καλούνται.

Και καταφρονημένος
ο Βαρνακιώτης έγινε.-
Γύρευε από την μοίραν σου
κρυπτόν 'να σου χαρίση
τάφον εις όλους.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Δημοσίευσηἀπό ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ » Κυρ 24/02/2008 17:16

Ωδή δεκάτη

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε,
ψυχαί θερμαί, γενναίαι·
εις τον βωμόν τριγύρω
της πατρίδος αστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
που ρίχνουσι τα έθνη
τυφλά, υπό τα σκληρότατα
νύχια των αγρύπνων
δολίων τυράννων.

Τρέξατ' εδώ· συμφώνως
τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
προσφέρων ο καθένας
λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον
εις την πατρίδα.

Εδώ ας καθιερώσωμεν
τα πάθη μας προθύμως·
τ' άρματα ημείς αδράξαμεν
μόνον δια 'να πληγώσωμεν
του Οσμάν τα στήθη.

Εδώ πάντα τα πλούτη μας
ας χύσωμεν· εν όσω
γυμνόν σπαθί βαστούμεν,
μας φθάνουσι τα φύλλα
τίμια της δάφνης.

Κ' ύστερ', αφ' ού συντρίψωμεν
τον έχθιστον ζυγόν,
άλλα όχι αβέβαια πλούτη
θέλει μας δώσει πάλιν
η ελευθερία.

[ζ'-η']

Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
είναι ακριβή, δεν πρέπουσιν
εις άνδρας 'που τρομάζουν
έμπροσθεν εις ανόητον
βάρβαρον σκήπτρον.

Ούτε η ζωή δεν πρέπει.
Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε·
συμμέτρως εχορεύσαμεν,
σύμμετρα ας αποθάνωμεν
δια την πατρίδα.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Παλαιό μέλος
Παλαιό μέλος
 
Δημοσ.: 1397
Ἐγγραφή: Σάβ 16/11/2002 00:08
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ

Προηγούμενη

Ἐπιστροφὴ στην Ποίηση



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron