ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 25/09/2011 23:46

Ανοίγοντας αυτό το καινούργιο θέμα στη ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ , καταθέτω την πρόθεσή μου να φιλοξενηθούν στις δημοσιεύσεις αυτές, δείγματα του ποιητικού έργου μεγάλων ελλήνων ποιητών, που μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες του τόπου μας.
Θα ξεκινήσω λοιπόν την προσπάθεια αυτή με το μέγιστο ποιητή μας Ανδρέα Κάλβο, τον τέλειο εκφραστή της πολυτρόπου αρμονίας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1792 - 1869)

Ρομαντικός, αρχαιολάτρης και νεοκλασικιστής ποιητής. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, μεγάλωσε και σπούδασε στο Λιβόρνο, την Πίζα και τη Φλωρεντία, «ανοίχτηκε» στη Βιέννη, το Παρίσι και το Λονδίνο, όπου δίδασκε ιταλικά στους Έλληνες και έγραφε πατριωτικά, πολιτικής υφής ποιήματα, που άρεσαν πολύ στους ξένους, ιδιαίτερα στους Γάλλους και τους Ιταλούς, αλλά συναντούσαν απόρριψη από τα ελληνόφωνα κέντρα της εποχής, όπως το Φανάρι, προ του Αγώνα, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και μετά...
Η ένσταση των Ελλήνων ήταν η γλώσσα του Κάλβου. Ούτε καθαρεύουσα ούτε δημοτική τη θεωρούσαν, ενώ ταυτόχρονα τους ξένιζε η ανάμειξη των ρομαντικών πατριωτικών κηρυγμάτων με την αυστηρότητα και κάθε άλλο παρά λυρικότητα του λόγου, όπως είχαν συνηθίσει από τον συνομήλικό του Σολωμό.
Το σημαντικότερο έργο του υπήρξαν οι ΩΔΕΣ του και κυρίως η Ωδή ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ η οποία συμπεριελήφθη στο μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ , που κυκλοφόρησε το 1974 ,μαζί με την ωδή ΕΙΣ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ.

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
θαλασσωμένος·
Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.-
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
[δ'-κγ']
Εάν φιλοτιμούμεθα
'να την ξαναποκτήσωμεν
μ' ίδρωτα και με αίμα,
καλόν είναι το καύχημα

Εδώ μπορείτε να την ακούσετε με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη

http://www.google.gr/url?url=http://www ... 7vwiDqswng

Μία δεύτερη διαφορετικού ύφους μελοποίηση των Ωδών ήταν αυτή του συνθέτη Ηλία Ανδριόπουλου. Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά για την Ελλάδα στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών το 2004,
με ερμηνευτή τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και ενορχήστρωση Μιχάλη Τραυλού. Η πρώτη διεθνής παρουσίαση των Ωδών έγινε στις 28 Ιανουαρίου 2002, στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου. Το έργο ερμήνευσε ο Σπύρος Σακκάς. Στο πιάνο τον συνόδευσε ο Θοδωρής Οικονόμου.Το έργο περιλαμβάνει το
. Ω, φιλτάτη πατρίς
Αλλά ευτυχής ή δύστηνος
. Εις τούτον τον ναόν
Ω φωνή, ω μητέρα
. Σταφυλοφόρους ρίζας
Γη των Θεών φροντίδα
Κ’ όταν το εσπέριον άστρον

Ουσιαστικά, τα περισσότερα μέρη, αποτελούν αποσπάσματα της πρώτης ωδής Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ.


Ω φιλτάτη πατρίς,
ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε· συ μου έδωκας
την πνοήν, και του Απόλλωνος
τα χρυσά δώρα! 5
β'.
Και συ τον ύμνον δέξου·
εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
την ψυχήν, και βροντάουσιν
επί τας κεφαλάς
των αχαρίστων. 10
γ'.
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
ποτέ· ― Και η τύχη μ' έρριψε
μακρά απόσε· με είδε
το πέμπτον του αιώνος
εις ξένα έθνη. 15
δ'.
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος
όταν το φως επλούτη
τα βουνά, και τα κύματα,
σε εμπρός των οφθαλμών μου
πάντοτες είχον. 20
ε'.
Συ, όταν τα ουράνια
ρόδα με' το αμαυρότατον
πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
συ είσαι των ονείρων μου
η χαρά μόνη. 25
ς'.
Τα βήματά μου εφώτισε
ποτέ εις την Αυσονίαν,
γη μακαρία, ο ήλιος·
κει καθαρός ο αέρας
πάντα γελάει. 30
ζ'.
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν·
εκεί η Παρνάσιαι κόραι
χορεύουν, και το λύσιον
φύλλον αυτών την λύραν
κει στεφανώνει. 35
η'.
Άγρια, μεγάλα τρέχουσι
τα νερά της θαλάσσης,
και ρίπτονται, και σχίζονται
βίαια επί τους βράχους
αλβιονείους. 40
θ'.
Αδειάζει επί τας όχθας
του κλεινού Ταμησσού,
και δύναμιν, και δόξαν,
και πλούτον αναρίθμητον
το αμαλθείον. 45
ι'.
Εκεί το αιόλιον φύσημα
μ' έφερεν· η ακτίνες
μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν
της υπεργλυκυτάτης
ελευθερίας. 50
ια'.
Και τους ναούς σου εθαύμασα
των Κελτών ιερά
πόλις· του λόγου ποία,
ποία εις εσέ του πνεύματος
λείπει αφροδίτη; 55
ιβ'.
Χαίρε Αυσονία, χαίρε
και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
τα ένδοξα Παρίσια·
ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
με κυριεύει. 60
ιγ'.
Της Ζακύνθου τα δάση,
και τα βουνά σκιώδη,
ήκουον ποτέ σημαίνοντα
τα θεία της Αρτέμιδος
αργυρά τόξα. 65
ιδ'.
Και σήμερον τα δένδρα,
και τας πηγάς σεβάζονται
δροσεράς οι ποιμένες·
αυτού πλανώνται ακόμα
η Νηρηΐδες. 70
ιε'.
Το κύμα ιώνιον πρώτον
εφίλησε το σώμα·
πρώτοι οι ιώνιοι Ζέφυροι
εχάϊδευσαν το στήθος
της Κυθερείας. 75
ις'.
K' όταν το εσπέριον άστρον
ο ουρανός ανάπτη,
και πλέωσι γέμοντα έρωτος
και φωνών μουσικών
θαλάσσια ξύλα· 80
ιζ'.
Φιλεί το ίδιον κύμα,
οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι
το σώμα και το στήθος
των λαμπρών Ζακυνθίων
άνθος παρθένων. 85
ιη'.
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
ω φιλτάτη πατρίς μου,
και πλουτίζει το πέλαγος
από την μυρωδίαν
των χρυσών κήτρων. 90
ιθ'.
Σταφυλοφόρους ρίζας,
ελαφρά, καθαρά,
διαφανή τα σύννεφα
ο βασιλεύς σού εχάρισε
των Αθανάτων. 95
κ'.
Η λαμπάς η αιώνιος
σου βρέχει την ημέραν
τους καρπούς, και τα δάκρυα
γίνονται της νυκτός
εις εσέ κρίνοι. 100
κα'.
Δεν έμεινεν έαν έπεσε
ποτέ εις το πρόσωπόν σου
η χιών· δεν εμάρανε
ποτέ ο θερμός Κύων,
τα σμάραγδά σου. 105
κβ'.
Είσαι ευτυχής· και πλέον
σε λέγω ευτυχεστέραν,
ότι συ δεν εγνώρισας
ποτέ την σκληράν μάστιγα
εχθρών, τυράννων. 110
κγ'.
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον·
είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα. 115

Απόσπασμα από την εκτέλεση του έργου του Ανδριόπουλου στο θέατρο της Ολυμπίας , το 2008, μπορείτε να ακούσετε εδώ¨
http://youtu.be/eYrgiKVXG5I


΄Εχω πάντως την εντύπωση ότι ο Κάλβος , αν ζούσε σήμερα, θα εχαίρετο πολύ με τη μελοποίηση του Δημητρίου Λάγιου και τους "Τραγουδιστάδες τση Ζάκυνθος" που τραγουδούν τους στίχους του "δικού" τους ποιητή για το αγαπημένο τους νησί παραδοσιακά με τα μαντολίνα τους.Ο Λάγιος που πέθανε μόλις στα 39 του χρόνια , το 1991, αφήνοντας σημαντικό έργο πίσω του ήταν και αυτός Ζακύνθιος ,όπως και ο ποιητής .
.
http://youtu.be/uzS88V857FI
Τελευταία ἐπεξεργασία ἀπὸ ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ τὴν Τετ 05/10/2011 17:13, ἐπεξεργάστηκε 1 φορὰ συνολικά.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 26/09/2011 18:51

[video]http://www.youtube.com/watch?v=EPj5n0a2GJI[/video][video]<iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/EPj5n0a2GJI" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>[/video]Από την εκπαιδευτική τηλεόραση της ΕΡΤ για τον Κάλβο
http://youtu.be/EPj5n0a2GJI
[video]http://www.youtube.com/watch?v=EPj5n0a2GJI&feature=player_detailpage#t=35s[/video]
Τελευταία ἐπεξεργασία ἀπὸ ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ τὴν Τρί 27/09/2011 22:24, ἐπεξεργάστηκε 4 φορὲς συνολικά.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 26/09/2011 19:00

ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ ἔγραψε:Από την εκπαιδευτική τηλεόραση της ΕΡΤ για τον Κάλβο
http://youtu.be/EPj5n0a2GJI
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Πέμ 29/09/2011 19:21

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857(μερος ΠΡΏΤΟ)

Εἰκόνα


Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.,την οποία ο πατέρας του ενυμφεύθη λίγο πριν το θάνατό του.αποκαθιστώντας τα δύο γνήσια τέκνα του τον Διονύσιο και τον αδελφό του Δημήτριο.
Το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ' όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.
Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα «Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον» και ακολούθησαν «Η καταστροφή των Ψαρών», «Η Φαρμακωμένη», «Ο Λάμπρος», «Εις Μοναχήν», «Ο Κρητικός», «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Ο Πορφύρας».
Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».
Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ' ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.
Από τα πάμπολλα αξιόλογα ντοκυμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Σολωμού επιλέγω το δραματοποιημένο « ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.»
http://youtu.be/7-cQgHUQ5LkΑ ΜΕΡΟΣ
http://youtu.be/HJxnt4fpxzU Β ΜΕΡΟΣ
http://youtu.be/OZnsFxGfIlU Γ ΜΕΡΟΣ
http://youtu.be/LcG3rA65yn0Δ’ Δ ΜΕΡΟΣ
http://youtu.be/MAAyeHVz0lM Ε ΜΕΡΟΣ
http://youtu.be/7EhrwAxOPUY ΣΤ΄ΜΕΡΟΣ
Εἰκόνα


Ο ¨Υμνος εις την Ελευθερίαν γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823, δηλαδή σε ηλικία 25 ετών, στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία .Η πρώτη στροφή της πρώτης μελοποίησής του καθιερώθηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας.Ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος (26 Οκτωβρίου 1795 - 12 Απριλίου 1872) ήταν σπουδαίος Έλληνας συνθέτης, ιδρυτής της μουσικής Επτανησιακής Σχολής και θεωρείται από τους ανθρώπους που έβαλαν τις βάσεις για την ελληνική μουσική.

Μὰ τὸν Δία 'ποῦ ἐσάστισα! Αναφωνεί ο Σολωμός στις σημειώσεις του ,σε Ζακυνθινή διάλεκτο,περί της κριτικής που ασκήθηκε αρχικά στο ποίημά του, όπως καταγράφεται στα Προλεγόμενα τοῦ Ἰακωβου Πολυλᾶ.Αξίζει να παρατεθεί το πιο κάτω απόσπασμα που ειδικά στο σημείο περί της κατάτμησης της λέξης μου θυμίζει έντονα τον αείμνηστο Ιωάννη Φουράκη και κάποια μέλη του Κ.Ε.Α που συνηθίζουν να το κάνουν αυτό, ακολουθώντας τις περί της Ελληνίδος Φωνής απόψεις του δασκάλου τους.

(...) ὅταν ἐπρωτοδιαβάστηκε τὸ ποίημα, κἄποιοι εἶπαν. Κρῖμα! ὑψηλὰ νοήματα καὶ στίχοι σφαλμένοι! Γιὰ νὰ δεχθῶ τὴν πρώτην, ἀκαρτερῶ νὰ δικαιολογήσουν τὴν δεύτερη παρατήρησι. Μὰ τὸν Δία 'ποῦ ἐσάστισα! Αὔριο θέλει ἔρθῃ καὶ κἀνένας νὰ μοῦ δείξῃ τ' ἀλφαβητάρι μὲ τὸ κονδύλι 'ς τὸ χέρι. Ἀλλὰ ἐγὼ τοῦ τὸ παίρνω, καὶ ἀπιθόνω τὴν ἄκρην
του εἰς τὰ μεγάλα ὀνόματα τοῦ Δάντη καὶ τοῦ Πετράτρχη, τοῦ Ἀριόστου καὶ τοῦ Τάσσου, καὶ εἰς τὰ ὀνόματα ὅσων στιχουργῶντας τοὺς ἀκολούθησαν, καὶ τοῦ λέγω. Λάβε τὴν καλοσύνην, Διδάσκαλε, νὰ γύρῃς τ' αὐτιὰ σου ἐδῶ 'πάνου, καὶ μέτρα. Κάθε συλλαβὴ εἶναι ἕνα πόδι, καὶ γιὰ 'μᾶς καὶ γιὰ αὐτοὺς, ὅποιος κὶ ἄν ἦναι ὁ στίχος. Ὅμως ἐσὺ δὲν ἠ-
ξεύρεις νὰ μετρᾷς. Τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον τελειόνει ἡ λέξι, χάνεται εὶς τὸ φωνῆεν, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ ἀκόλουθη ἀρχινᾷ. Ὅμως τὸ προφέρω, ἐπειδὴ ἔτσι μὲ συμβουλεύει ἡ τέχνη
τῆς ἀληθινῆς ἁρμονίας. Τὸ ια (βία), τὸ εει (ῥέει), τὸ αϊ (Μάϊ) καὶ τὰ ἑξῆς, ὅταν δὲν ἦναι εἰς τὸ τέλος τοῦ στίχου, δὲν κάνουν παρὰ μία συλλαβὴ.
Τὸ τιμὴ εἶναι ὁμοιοτέλευτο μὲ τὸ πολλοὶ, τὸ κακὸς μὲ τυφλὸς, τὸ ἐχθὲς μὲ τὸ πολλαῖς. Τοῦτοι οἱ κανόνες ἔχουν κἄποιαις ἐξαίρεσες, ταῖς ὁποίαις ὅποιος ἄχει καλὰ θρεμμένη μὲ τοὺς Κλασικοὺς τὴν ψυχὴν του βάνει εἰς ἔργον, χωρὶς τόσο νὰ συλλογίζεται, εἰς τὴν ἴδιαν στιγμὴν εἰς τὴν ὁποίαν μορφόνει τὴν ὕλη. Πίστευσὲ με, Διδάσκαλε, ἡ ἁρμονία τοῦ στί-
χου δὲν εἶναι πρᾶγμα ὅλο μηχανικὸ, ἀλλὰ εἶναι ξεχείλισμα τῆς ψυχῆς. Μ' ὅλον τοῦτο, ἄν φθάσῃς νὰ μοῦ ἀποδείξῃς ὅτι σφάλλω τοὺς στίχους, θέλει γράψω τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Ἱσπανῶν, νὰ τοὺς δώσω τὴν εἴδησιν, ὅτι τοὺς ἔσφαλαν ἕως τώρα καὶ αὐτοὶ, καὶ μὴ φοβᾶσαι νὰ σοῦ πάρω γιὰ τὴν ἐφεύρεσιν τὸ βραβεῖον, γιατὶ θέλει σὲ μελετήσω.
Ἀλλὰ ποῖος σοῦ εἶπε νὰ τσακίσῃς τὴν λέξι θερι-σμένα; (στρ. 51) - Ποῖος μοῦ τό 'πε; Τὸ ἀπόκρυφο τῆς τέχνης μου, καὶ τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων. Ἄμετρα εἶναι τὰ παραδείγ-
ματα τέτοιας λογῆς, καὶ θέλει σοῦ τὰ ἀναφέρω ὅλα ἕνα ἕνα, ὅταν ἀνανοηθῶ πῶς ἔχω καιρὸν νὰ χάσω. Ὁ Πίνδαρος ἔχει τσακισμέναις κἀμμία χιλιάδα λέξες. Οἱ τραγικοὶ 'ς τοὺς χοροὺς ἐτσάκισαν ἀρκεταῖς καὶ αὐτοὶ, καἰ ὁ Ὁράτιος τοὺς ἐμιμήθηκε. (...)



Ενώ όλοι γνωρίζουμε τον εθνικό μας ύμνο εντούτοις ,οι περισσότεροι, δεν έχουμε υποβληθεί στον κόπο της ανάγνωσης και των 158 στροφών, ώστε να λάβουμε τα διαχρονικά μηνύματα του ποιήματος και να αντιληφθούμε την ταυτοσημότητα των εννοιών Ελλάς και Ελευθερία.Παραθέτω λοιπόν ολόκληρο τον εμπνευσμένο αυτόν ύμνο και παρακαλώ, τα μελη της ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑΣ αλλά και τους επισκέπτες ΕΛΛΗΝΕΣ , να το διαβάσουν μέχρι τέλους (κατά προτίμησιν μεγαλοφώνως ) . Μετά ας ακολουθήσει σιωπή , για στοχασμό και περισυλλογή.

http://youtu.be/j_u5NfDR7AA



ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

1
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη,
που με βιά μετράει τη γη.
2
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
έλα πάλι, να σου πει.
4
Άργειε νάρθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε, να λες
περασμένα μεγαλεία,
και διηγώντας τα να κλαις.
6
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά.
7
Κι έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
το κεφάλι απ' τις ερμιές;
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές!
8
Τότ' εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα Ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα,
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά,
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
Δεν είν' εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κρουταλεί.
11
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσασι καμμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια,
και σε γέλασε φρικτά!
12
Άλλοι, ωιμέ! στη συφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε, ελέγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι,
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα, ή το χορτάρι,
που την δόξα σου ενθυμεί.
14
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν φτωχού που θυροδέρνει,
κι είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι. Αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη, ή τη θανή.
16
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τ'ς εχθρούς
εις την γη την μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνευσε. Και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.
19
Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
και εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.
21
Μ' όλον που ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν και αυτή.
23
Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και την χήτη του τινάζει
το Λεοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τ'ς οργής.
25
Εις το κίνημά του δείχνει,
πως τα μέλη είν' δυνατά.
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.
27
Και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί!
έκρωζ', έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει αν ημπορεί.
28
Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
Δεν μιλείς, και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγροικάς.
29
Σαν τον βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό,
30
οπού αφήνει ανεμοζάλη,
και χαλάζι, και βροχή,
να του δέρνουν την μεγάλη,
την αιώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι του αποκάτου,
και σ' εκείνο αντισταθεί.
32
Το θηρίο π' αναλογιέται,
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.
33
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
και όπου φθάση, όπου περάση,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.
34
Ερμιά, θάνατος, και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
Ξίφος έξω από την θήκη,
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς.
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίξεις πεθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα όπως νικεί,
και ας είν' άρματα γεμάτη,
και πολέμιαν χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν,
για να ιδείς πως είν' πολλά.
Δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά,
για να κλαύσετε τα σώματα,
που θε να βρει η συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει,
και στο κάστρο ν' ανεβεί.
41
Μέτρα… είν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγουν δειλιούν.
Τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ' ώστε ν' ανεβούν.
42
Εκεί μέσ' ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. Αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά.
43
Αποκρίνονται, και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α! τι νύκτα ήταν εκείνη,
που την τρέμει ο λογισμός;
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος
οι κραυγές, η ταραχή
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,
47
και οι βροντές και το σκοτάδι,
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον άδη
που ακαρτέρευε τα σκυλιά.
48
Τ' ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ' ίσκιοι
αναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
Όλη μαύρη μυρμηγιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεββάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από την γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς.
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
αναβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53
Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν,
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στ' αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.
56
Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνας κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
Κάθε κτύπημα που εβγή
είναι κτύπημα θανάτου,
χωρίς να δευτερωθεί.
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει.
Λες και εκείθεν η ψυχή,
απ' το μίσος που την καίει,
πολεμάει να πεταχθεί!
61
Της καρδιάς κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν' γοργά.
62
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
Γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα και η ζάλη,
που στοχάζεται, μη πως
από μια μεριά κι απ' άλλη
δεν μείνει ένας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πως θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλλάσκες, και σπαθιά,
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία
σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις την σφαγή.
Πάνε πάντα εμπρός! Ω! φθάνει,
φθάνει. Έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο,
και λες κι είναι εις την αρχή.
68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και Αλλά εφώναζαν, Αλλά.
Και των Χριστιανών τα χείλη
φωτιά εφώναζαν, φωτιά.
69
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν φωτιά,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας Αλλά.
70
Παντού φόβος και τρομάρα,
και φωνές και στεναγμοί.
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη,
και κυλάει στην λαγκαδιά,
και τ' αθώο χόρτο πίνει,
αίμα αντίς για τη δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αγέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
74
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
Δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες,
σαν το κύμα εις το γιαλό.
Αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι! σηκωθείτε
και ξανάλθετε σ' εμάς.
τα παιδιά σας θέλ' ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
79
Όλοι εκείνοι τα φοβούνται,
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται,
κι όλοι χάνονται απ'εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.
81
Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.
82
Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
όπου ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς!
83
Στη σκιά χεροπιασμένες
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
όπου κάνουνε χορό.
84
Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει,
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας, και ελευθεριάς.
86
Μεσ' στα χόρτα στα λουλούδια
το ποτήρι δεν βαστώ.
Φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι,
και το τέκνο του Θεού.
89
Σου ήλθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
όπου ανεί τον ουρανό,
90
σ' αυτό, εφώναξε, το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά.
και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες' στην εκκλησιά.
91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και στο σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγροικάει την ψαλμωδία,
οπού εδίδαξεν αυτή.
Βλέπει την φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ' άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες Εσύ.
94
Α! το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη,
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
Φως το χέρι, φως το πόδι
κι όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου ανασηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
και εις το τέταρτο κτυπάς.
97
Με φωνή που καταπείθει,
προχωρώντας ομιλείς.
"Σήμερ' άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
Αυτός λέγει… Αφογκρασθείτε.
Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα εγώ.
Πέστε που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που μ' αυτήν αν συκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
100
Κατατρώγει, ωσάν την Σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη, από τη ρίζα,
ζώα, και δένδρα, και θνητούς.
101
Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή".
102
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποίος είν' άξιος να νικήσει,
ή με σε να μετρηθεί;
103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλη θέλει θανατώσει,
την μισόχριστη σπορά.
104
Την αισθάνονται, και αφρίζουν
τα νερά και τ' αγροικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν να ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, που πάτε
του Αχελώου μες στη ροή,
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή.
106
Να αποφύγετε! το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
εκεί ευρήκατε το μνήμα,
πριν να ευρήτε αφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγγρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109
Ποιος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί;
Ποιος την σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί;
110
Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111
Σβήεται - αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή -
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι,
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112
Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και εις το κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα Αγαρηνό.
113
Και εκεί που ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει.
Και η Θρησκεία, κι η Ελευθεριά
μ' αργοπάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους, και ας μετρά.
116
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει,
και δεν φαίνεται και πλιό.
117
Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
Πάντα, πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβιμα και αφρός.
118
Α! γιατί δεν έχω τώρα
την φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
όπου εσβηούντο οι μισητοί,
119
τον Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός.
Και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120
Ακολουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν,
121
και πηδούν όλες οι κόρες
με τις αγκάλες ανοιχτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
123
Εις αυτήν είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
Όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
124
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είν' εικόνα σου λαμπρή.
125
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμιώνα αναζητεί.
126
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίδει
του γλαυκότατου ουρανού.
127
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην θηράν εσύ ποτέ.
Όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
128
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
129
Σε τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές
πολεμώντα, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130
Με επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι,
και δεν μνέσκει ένα κορμί,
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
133
Εκφυγόσμιγαν οι φίλοι
με τους εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη,
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134
Κειές τες δάφνες, που εσκορπήστε,
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι, όπου εφιλείστε
πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.
135
Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
ωσάν να τάνε φονιάς.
136
Έχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί
137
η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει,
και ημπορεί να πολεμεί.
138
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139
Η καρδιά συχνοσπαράζει…
πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά.
Προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, κι αρχινά.
141
"Παλληκάρια μου! οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142
Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική.
Αλλ' ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί
143
μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη
αχ! τον νουν σας τυραννεί.
144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή.
καθενός χαμογελάει,
παρ' το, λέγοντας, και συ.
145
Κειό το σκήπτρο, που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147
Μην ειπούν στον στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά.
Εάν μισούνται ανάμεσά τους
δεν τους πρέπει Ελευθεριά.
148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα.
Όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία, και για πατρίδα,
όμοιαν έχει την τιμή.
149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε,
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150
Πόσον λείπει, στοχασθείτε,
πόσον ακόμα να παρθεί.
Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.
151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!
καταστήστε ένα σταυρό,
και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ.
152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα τον σκληρό.
153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά, και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.
154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός : Να κδικηθώ.
155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες,
και δεν έπαυσε στιγμή.
156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά.
Δεν είν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157
Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158
Τούτο αν ίσως μελετάτε,
ιδού, εμπρός σας, τον Σταυρό.
Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ".
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ………..)
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τετ 05/10/2011 16:00

ΣΟΛΩΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

Στην περίοδο 1833 + ,ανήκει η τελευταία ελληνόγλωσση δημιουργία του ποιητή, η κορυφαία, παρά την αποσπασματική μορφή της, επίδοση της ποίησής του, οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι". Είναι το ποίημα που τον απασχόλησε όσο κανένα άλλο, ένα "έργο ζωής" όπως θα λέγαμε σήμερα. Η σύνθεση περιλαμβάνει τρία σχεδιάσματα. Το πρώτο σχεδίασμα γράφτηκε στο τέλος του 1826, σε οχτάστιχες στροφές με αμφιβραχικούς εξασύλλαβους και πεντασύλλαβους στίχους, το δεύτερο την περίοδο 1834-1844 σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και το τρίτο από το 1844 και έπειτα σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληκτους στίχους. Θέμα του ποιήματος είναι τα γεγονότα της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου, που διάρκεσε από τις 15 Μαρτίου 1825 έως τη 10η Απριλίου 1826. Κυρίως προβάλλονται οι 15 τελευταίες ημέρες από τη μάχη της Κλείσοβας μέχρι την απεγνωσμένη και ηρωική έξοδο την παραμονή των Βαΐων, που αποτελεί συνάμα την υψηλότερη και αποφασιστικότερη στιγμής της Επανάστασης. Οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" του Σολωμού ξεπερνούν όλα τα ψυχικά και υλικά εμπόδια (πείνα, έλλειψη πολεμοφοδίων), νικούν τον "Πειρασμό" που τους δημιουργεί η ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης και έχοντας πλήρη συναίσθηση της αξίας της ζωής αποφασίζουν ή να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν. Τα γεγονότα του Μεσολογγίου, παρόλο που τα ζει ο Σολωμός από κοντά -σε πολλές περιπτώσεις οι κανονιές από το πολιορκημένο φρούριο ακούγονται μέχρι τη Ζάκυνθο-, ωστόσο δεν τα περιγράφει την ίδια στιγμή αλλά πολύ αργότερα. Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης επεξεργασίας του ποιήματος, ο Σολωμός δέχτηκε την επίδραση του γερμανικού ιδεαλισμού του Χέγκελ, του Σίλλερ, του Γκαίτε κ.ά. Χαρακτηριστικό της εξέλιξης του φιλοσοφικού προβληματισμού του ποιητή είναι και οι διαδοχικοί τίτλοι που βάζει στο ποίημα (Το Μεσολόγγι, Οι Αδελφοποιητοί, Το Χρέος), για να καταλήξει στην αντίθεση του τελευταίου τίτλου (Ελεύθεροι και συγχρόνως Πολιορκημένοι) που δείχνει τη νίκη του πνεύματος πάνω στις αισθήσεις.
To συγκεκριμένο έργο, μελοποιήθηκε πολλές φορές από πολλούς άξιους συνθέτες.
Πολύ γνωστή η μελοποίηση του Γιάννη Μαρκόπουλου με τη φωνή του Λάκη Χαλκιά και του Νίκου Ξυλούρη, αλλά και του Ηλία Κλωναρίδη :



http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... NGuZjSmymk



Απόσπασμα από το Β΄σχεδίασμα


Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;

οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».


II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

................................................................................

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».


III

«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».

Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·

τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.




Μια άλλη γνωστή μελοποίηση ήταν αυτή του Χρήστου Λεοντή

Το 1975 , εδώ με την Τάνια Τσανακλίδου


http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... p9WlnPYLIQ




«Το χάραμα επήρα
του Ήλιου το δρόμο
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο
κι' απ' όπου χαράζει
ως όπου βυθά,

τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι».

Παράμερα στέκει
ο άντρας, και κλαίει'
αργά το τουφέκι
σηκώνει, και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει
πως μου είσαι βαρύ»

Της μάνας ω λαύρα!
τα τέκνα τριγύρου
φθαρμένα και μαύρα,
σαν ήσκιους ονείρου'
λαλεί το πουλάκι
στου πόνου τη γη,
και βρίσκει σπειράκι,
και μάννα φθονεί.

Γροικούν να ταράζη
του εχθρού τον αέρα
μιαν άλλη, που μοιάζει
τ' αντίλαλου πέρα'
και ξάφνου πετιέται
με τρόμου λαλιά'
πολληώρα γροικιέται
κι' ο κόσμος βροντά.

Αμέριμνον όντας
τ' Αράπη το στόμα
σφυρίζει, περνώντας
στου Μάρκου το χώμα'
διαβαίνει, κι' αγάλι
ξαπλώνετ' εκεί,
που εβγήκ' η μεγάλη
του Μπάιρον ψυχή.

Προβαίνει και κράζει
τα έθνη σκιασμένα.

Και ω πείνα και φρίκη!
δε σκούζει σκυλί!

Και η μέρα προβαίνει,
τα νέφια συντρίβει'
να, η νύχτα που βγαίνει,
κι' αστέρι δεν κρύβει.

O Nικόλαος Μάντζαρος, ο Δημήτρης Λάγιος, ο Μάνος Χατζηδάκης και άλλοι ασχολήθηκαν επίσης με την μουσική επένδυση των στίχων του Σολωμού με σεβασμό και έμπνευση .Δείγματα της δουλειάς τους θ΄ακολουθήσουν στο τρίτο μέρος της δημοσίευσής μου αυτής περί Σολωμού.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 08/10/2011 14:19

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ)

Κλείνοντας το αφιέρωμα στην ποίηση του Σολωμού, δεν θα έπρεπε να παραλείψω τα μικρά λυρικά του ποιήματα.
Αποτελούν μία ξεχωριστή νότα και αγαπήθηκαν αμέσως από το λαό του νησιού του, μελοποιήθηκαν από συγχρόνους του όπως ο Νίκος Μάντζαρος, Παύλος Καρρέρ, Σπύρος Ξύνδας κλπ και τραγουδήθηκαν απ' όλους τους Έλληνες όσο λίγα κομμάτια της ποίησής μας.Κυριαρχεί η μορφή της εξιδανικευμένης και κάπως απόμακρης γυναίκας , όπως ήταν και η παρουσία της γυναίκας στη ζωή του Σολωμού.

Επιλέγω ενδεικτικά κάποιες νεότερες επιτυχείς μουσικές επενδύσεις των στίχων του (εκτός από την Ξανθούλα που είναι με μουσική Μάντζαρου)



Α) Το όνειρο .Μια αξέχαστη ερμηνεία του Δημήτρη Ψαριανού απ΄το Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου Χατζηδάκη το 1972.


http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... NGKGeSqnEE


Άκου έν' όνειρο, ψυχή μου,
Και της ομορφιάς θεά∙
Μου εφαινότουν οπώς ήμουν
Μετ' εσένα μία νυχτιά.

Σ' ένα ωραίο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί,
Όλα ελάμπανε τ' αστέρια
Και τα κοίταζες εσύ.

Εγώ τσώλεα: «Πέστε, αστέρια,
Είν' κανέν' από τ' εσάς,
Που να λάμπη από 'κει απάνου
Σαν τα μάτια της κυράς;

Πέστε αν είδετε ποτέ σας
Σ' άλλη, τέτοια ωραία μαλλιά,
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
Τέτοια αγγελική θωριά;

[...]

Εσύ έκαμες ετότες
Γέλιο τόσο αγγελικό,
Που μου φάνηκε πως είδα
Ανοιχτό τον ουρανό.

Και παράμερα σ' επήρα
Εισέ μια τρανταφυλλιά
Κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
Στην ολόλευκη αγκαλιά.

Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μώδινες γλυκά,
Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τρανταφυλλιά.

Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν,
Ως οπού 'λαμψεν η αυγή,
Που μας ηύρε και τους δυο μας
Με την όψη μας χλωμή.

Τούτο είν' τ' όνειρο, ψυχή μου∙
Τώρα στέκεται εις εσέ,
να το κάμης ν' αληθέψη
και να θυμηθής για μέ.



Β)Γαλήνη,
Μουσική Δημήτριος Λάγιος


http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... nCYwBSh_Ms



ΓΑΛΗΝΗ
Δεν ακούεται ουτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά·
λες και η θάλασσα κοιμάται
μες της γης την αγκαλιά



Γ))Ξανθούλα,
μουσική Νικόλαος Μάντζαρος
Ερμηνεία Αλίκη Καγιαλόγλου

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... SaNM_frbhc


ΞΑΝΘΟΥΛΑ

Την είδα την ξανθούλα,
την είδα 'ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ειδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό.

Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι
εδάκρυσα κ' εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα
δεν κλαίγω τα πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

Δ) Η ΑΓΝΩΡΙΣΤΗ.
σε μουσική Νίκου Ξυδάκη, από το δίσκο του «ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΔΕ ΡΩΣΣΗ « 1990

http://www.fileden.com/files/2010/9/16/ ... ydakis.mp3


Ποια είναι τούτη
που κατεβαίνει
ασπροεντυμένη
οπ το βουνό;

Τώρα που τούτη
η κόρη φαίνεται,
το χόρτο γένεται
άνθι απαλό'

κι' ευθύς ανοίγει
τα ωραία του κάλλη,
και το κεφάλι
συχνοκουνεί'

κι' ερωτεμένο
να μη το αφήση,
να το πατήση,
παρακαλεί.

Κόκκινα κι' όμορφα
έχει τα χείλα,
ωσάν τα φύλλα
της ροδαριάς,

όταν χαράζη,
και η αυγούλα
λεπτή βροχούλα
στέρνει δροσιάς.

Και των μαλλιώνε της
τ' ωραίο πλήθος
πάνου στο στήθος
λάμπει ξανθό.

Έχουν τα μάτια της,
οπού γελούνε,
το χρώμα που 'ναι
στον ουρανό.

Ποια είναι τούτη
που κατεβαίνει
ασπροεντυμένη
οπ το βουνό;
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τετ 12/10/2011 03:57

ΕἰκόναΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824 και τα πρώτα σχολικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα και την Κέρκυρα. Σπούδασε νομικά στην Ιταλία και τη Γαλλία αλλά δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ήταν πλούσιος κι έμενε στο γραφικό νησάκι Μαδουρή, του συμπλέγματος των Πριγκιπονήσων στην ανατολική ακτή της Λευκάδας.
‘Hταν ἐθνικός ποιητής, μέ τούς στίχους του ζωντάνευε τό ἡρωικό κλεφταρματωλικό καί ἐπαναστατικό παρελθόν τῶν Ἑλλήνων, γιά νά κρατήσει μέσα τους ἄσβεστη τήν δίψα γιά ἐλευθερία, γιά ἀγῶνες. Kατά τόν Κωστή Παλαμᾶ ποτέ δέν ἐκφράσθηκε στά ποιήματά του μέ τό «ἐγώ», ἀλλά πάντοτε μέ τό «ἐμεῖς». Ἀγωνίσθηκε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις ὡς πληρεξούσιος τῆς ἑπτανησιακῆς βουλῆς γιά τήν ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου μέ τήν μητέρα Ἑλλάδα καί ἀργότερα ὡς βουλευτής τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου. Ἀρνήθηκε τήν θέση τοῦ προέδρου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλά καί τήν θέση τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἔγραψε στή σύζυγό του Ελοίζα Τυπάλδου κόρη του λόγιου της Βενετίας Αιμίλιου Τυπάλδου: «ἡ ψυχή μου δέν εἶναι πρός πώλησιν. Εἰς μίαν καί μόνην δόξαν ἀτενίζω: νά ζήσω καί νά ἀποθάνω ἄνευ κηλῖδος καί ἄμεμπτος.»
Ἔλεγε στίς 22-6-1864 ὁ ἄμεμπτος αὐτός Ἕλληνας, μόλις τριανταπέντε ἔτη μετά τή λήξη τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, κατά τήν ἀγόρευσή του στήν Β΄ Συνέλευση τῶν Ἑλλήνων: «Τό δέ ἑλληνικόν ἔθνος, κύριοι, ἔχει ἀνάγκην ἀνέσεως. Τό ὄνομα ἡμῶν κατήντησεν ἀντικείμενον ἐμπαιγμοῦ καί περιφρονήσεως. Ἀπεκαλύψαμεν τάς πληγάς μας καί τώρα πρέπει νά φροντίσωμεν ὅσον οἷόν τε τάχιον νά τάς θεραπεύσωμεν. Ἡ δημοσία πίστις ἐξέλιπεν. Ἡ Ἑλλάς θεωρεῖται χρεωκόπος. Τό εὐμετάβλητον τῆς κυβερνήσεως τηρεῖ τό κράτος εἰς διηνεκῆ δονισμόν. Αἱ βάσεις τοῦ οἰκοδομήματος σαλεύονται.
Τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων τήν διατήρησιν οὐ μόνον δέν τήν ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλά παντί σθένει θέλομεν ἐργασθῆ πρός ἐπανέλευσιν τῆς τάξεως, πρός ἐνίσχυσιν τοῦ νόμου, πρός παγίωσιν τῆς πολιτείας.
Τό κατ΄ ἐμέ φρονῶ ὅτι, ἄν ἕκαστος ἡμῶν δέν θυσιάσῃ ὑπέρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος τάς ἰδιαιτέρας του ἀπαιτήσεις, ἄν δέν ἐννοήσωμεν καλῶς ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους κρέμαται οὐχί ἐκ τῆς ἀνεγέρσεως ἤ ἐκ τῆς πτώσεως τῆς δεῖνα ἤ δεῖνα μερίδος, ἀλλ΄ ἐκ τῆς κανονικῆς διατάξεως καί τῆς ἁρμονικῆς ὀργανώσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἄν δέν πεισθῶμεν ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν συμπαθειῶν καί τῶν ἀντιπαθειῶν μας ὑπάρχει ἀνώτερόν τι ἠθικόν ὄν, τό Ἑλληνικόν ἔθνος, πρός τό ὁποῖον ὀφείλομεν ἅπαντες νά ἀτενίζωμεν, ἄν δέν ἀσχοληθῶμεν ἄνευ προκαταλήψεων, οὐχί ἀποβλέποντες εἰς ἀφηρημένας ἐπιστημονικάς θεωρίας, ἀλλ΄ εἰς τάς πραγματικάς ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος, εἰς τήν ὅσον ἔνεστι ταχύτερον κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος, κατ΄ ἐμέ, κύριοι, καί λέγω τοῦτο πρός ἀπαλλαγήν πάσης εὐθύνης ἐκ μέρους ἡμῶν, ὁ ὄλεθρος εἶναι ἀναπόφευκτος. »



Ο Αριστoτέλης Βαλαωρίτης έγραψε πολλά ποιήματα που αγαπήθηκαν και διαβάζονται ακόμη και σήμερα. Όλα σχεδόν αφορούσαν στον αγώνα των ελλήνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενδεικτικά ποιήματά του είναι "Η Κυρά Φροσύνη", "Ο Φωτεινός" και "Ο Αστραπόγιαννος".
Ο ΦΩΤΕΙΝΟΣ θεωρείται το σημαντικότερο έργο του αλλά δεν ολοκληρώθηκε.Τον πρόλαβε ο θάνατος σε σχετικά νέα ηλικία το 1879 στη Λευκάδα.

Από τα κλέφτικα ποιήματά του αρκετά μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ από γενιές και γενιές συμπεριλαμβανόμενα στο ρεπερτόριο των σχολικών χορωδιών.΄Όπως Ο ΓΕΡΟΔΗΜΟΣ που ακολουθεί.

Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ' αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ' η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το 'χυσα σταλαματιά δε μένει.

Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ' το λόγγο
να 'ναι χλωρό και δροσερό, να 'ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ' το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!

Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ήσκιο του από κάτω
θα 'ρχονται τα κλεφτόπουλα τ' άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα 'ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ' η φλόγα τ' άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθείτ' εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν' από σας το νιώτερο ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ' άξιο μου καρυοφύλλι
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
"Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".

Θ' αναστενάξ' η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ' αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν' ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα να 'τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:

"Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη τ' άξο του καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
φεύγει απ' τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
πέφτει απ' του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

'Aκουσ' ο Δήμος τη βοή μες τον βαθύ τον ύπνο,
τ' αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια...
Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει.
Τ' ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ' απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε.

Το ποίημα μελοποιήθηκε από τον Παύλο Καρρέρ το 1858 και εδώ μπορείτε να το ακούσετε σε μία πολύ παλιά εκτέλεση

http://youtu.be/LplBFWh190g


΄Όμως ο Βαλαωρίτης εκτός από την αγωνιστική του πλευρά είχε και την ευαίσθητη και ρομαντική πλευρά του που εκφράστηκε μέσα από σειρά λυρικών ποιημάτων αλλά και επιστολών που αντήλλαξε με τη σύζυγό του όπως η πιο κάτω: .
“Λίζα μου, άρχομαι της παρούσης μου έχων εις το πλευρόν μου τον Ανδρέα μας, όστις περιφέρεται εντός του γραφείου, κάνει όλα άνω κάτω και φωνάζει μέχρις εβδόμου ουρανού παπά, μαμά, παπά. Το βέβαιον είναι, ότι καταλήγει πάντοτε εις το παπά. Είναι πολύ καλά, δόξα τω αγίω Θεώ. Ακόμη όμως δεν του ανεβλάστησαν όλοι οι μεγάλοι οδόντες και να σου είπω την αλήθειαν, ήθελα επιθυμήσει να τελειώση με αυτό το βάσανο πριν ή έλθη το καλοκαίρι. Είναι ένα χαϊδόπαιδο, καλό, καλό, εύμορφο όσο παίρνει και γλυκό όπως είναι η μυστική εκείνη φυσική ουσία, ήτις κρύπτεται εις τον μυχόν των ανθέων και την οποίαν με τόσην επιτηδειότητα ηξεύρει να απαρροφά η μέλισσα.

Είδα και έπαθα να τον μάθω να με φιλή. Τέλος πάντων με το καλό με το κακό το κατόρθωσα και δεν ηξεύρω να υπάρχη μεγαλυτέρα ηθική ευχαρίστησις εκείνης την οποίαν αισθάνομαι εσωτερικώς να πλημμυρίζη τα σπλάχνα μου, όταν με τα δύο του χεράκια μού περιτυλίσκη τον λαιμόν και συγχρόνως προσκολλά επί του στόματός μου τα μυρόβλητα και δροσερά χείλη του. Τα μάτια έγιναν τώρα μαύρα. Επειδή δε διατηρούνται ξανθά τα φρύδια, τα βλέφαρα, η κόμη, και επειδή αι παρειαί του είναι πάντοτε ροδοκόκκιναι σαν το βασιλοκέρασον, η αντίθεσις των χρωμάτων τα καθιστά ζωηρότερα, γλυκύτερα, ευφραδέστερα, μαγικώτερα. Πολλές φορές, όταν τον κρατώ ανάσκελα εις την αγκαλιά μου διά να τον αποκοιμήσω, μένω ωσάν μεθυσμένος από την επιρροήν των βλεμμάτων, του νηπίου εκείνου. Ανεβοκατεβαίνουν τα βλέφαρα και ανάμεσα από τα ματόκλαδά του περνούν αι αχτίδες του φωτός και μου διαπερούν την καρδίαν, καθώς αι αχτίδες του ηλίου, όστις πάει να δύση και πέμπει την λάμψιν του κλεφτά διά μέσου των χρυσών νεφελών, αι οποίαι τον περιτριγυρίζουν,”

Το ποίημά του ΞΑΝΘΟΥΛΑ έχει μελοποιηθεί από διάφορους συνθέτες συμπεριλαμβανομένου και του Μίκη Θεοδωράκη στα Παιδικά του με τη χορωδία Τυπάλδου, αλλά μία εκπληκτική μελωδία συνέθεσε ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΓΡΑΨΑΣ Λευκάδιος μουσικός και μαέστρος της χορωδίας του συλλόγου ΟΡΦΕΑΣ και περιλαμβάνεται στο δίσκο ΑΓΙΟΜΑΥΡΙΤΙΚΑ. Ο Λευκαδίτικος αυτός πολιτιστικός σύλλογος έχει πολλές διεθνείς διακρίσεις και έχει τιμηθεί και από την Ακαδημία Αθηνών η δε χορωδία του είναι από τις καλύτερες της χώρας μας..
Αν βρίσκετε κουραστικό να διαβάσετε όλο το αφιέρωμα στο Βαλαωρίτη , αξίζει τουλάχιστον ν΄ακούσετε αυτή την ερμηνεία . Νομίζω πως κάπως έτσι ο μυθικός Ορφέας παρεπλάνησε τις Κυανές Πέτρες.(ειδικά προς τα μέλη του Κ.Ε.Α που πλέουν αργοναυτικώς )
http://youtu.be/Dss_PdG8oyI

Μ’ αρέσ' η θάλασσα γιατί μου μοιάζει,
μ’ αρέσει, σ’ άκουγα να λες κρυφά,
πότε αγριεύεται, βόγγει, στενάζει
και πότε ολόχαρη παίζει, γελά.
Δεν είν’ όλόξανθη σαν τα μαλλιά μου;
Δεν είν’ ο κόρφος μου σαν τον αφρό;

Μέσα στα μάτια μου τα γαλανά μου
δεν έχω κύματα, τάφο, ουρανό;
Μ’ αρέσ' η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει
κι ας έχει μέσα της κόσμο θεριά…
Μη στη καρδούλα μου, μη δε φωλιάζει
αγάπη αχόρταγη, σκληρή φωτιά;
Κι εγώ εχαιρόμουνα που χολιασμένη
φαρμάκι μου 'σταζες μες στην ψυχή,
τη ζήλεια σου έβλεπα ξαγριωμένη,
στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.
Τότ' εκρεμάστηκα στην τραχηλιά σου
τη φλόγα σου 'σβησα με δυο φιλιά,
την όψη εβύθισα μές στα μαλλιά σου,
στο κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά.
"Κύμα μου ανήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μη μ’ αγριεύεσαι, πλάγιασ’ εδώ…
Θά 'μαι για σένανε γλυκό λιμάνι.
Τι αξίζει η θάλασσα δίχως γιαλό;"


Μια άλλη μελοποίηση Βαλαωρίτη έχει γίνει από τον πολυβραβευμένο στο εξωτερικό ΙΩΣΗΦ ΠΑΠΑΔΑΤΟ ,σύγχρονό μας συνθέτη, που ελάχιστα τον ξέρουμε στην Ελλάδα .
Τα περισσότερα έργα του κάθε είδους μουσικής κλασσικής , βυζαντινής, ηλεκτρονικής κλπ έχουν ηχογραφηθεί στην Κολωνία. Εδώ ακούμε το ποίημα ΑΧΤΙΔΑ με την Oρχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Δήμου Πατρέων ~ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΙΠΙΝΑΚΗ-διεύθυνση ορχήστρας και ερμηνεία ΕΛΣΑ ΚΥΛΠΑΣΗ

http://youtu.be/PJ8kaeGss28

΄Αν ήμουνα του φεγγαριού
μαλαματένια αχτίδα
θα χώνευα κρυφά κρυφά
μες΄τα μαλλιά σου τα χρυσά
να γένω μια πλεξίδα.

Κι΄όταν η νύχτα θα ‘ρχεται
Να κλειεί τα βλεφαρά σου,
Κι άλλος δε θα θωρεί
Τα΄αγγελικό σου το κορμί
Τότε κι εγώ στ΄ανέφελο
θα βγαίνω μέτωπό σου.

Θα σε φιλώ
Θα λησμονώ
Τ΄αστέρια μου, τον ουρανό.


Και συ μ΄ένα χαμόγελο
Θα λάμψεις σα δοξάρι,

Μ΄αγκάλιασες σφιχτά σφιχτά
Κι΄εγώ λησμόνησα
Κι΄αχτίδα και φεγγάρι.


Τέλος μια σπάνια χορωδιακή εκτέλεση σε μουσική ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ πάνω στο ποίημα του Βαλαωρίτη Η ΑΓΡΑΜΠΕΛΗ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... twCGw__STU




Λέγ' ή αγράμπελη μυριανθισμένη
στον γέρο πλάτανο, που τη θωρεί
και με τον ίσκιο του συχνοδιαβαίνει
πάντοτ' επάνω της βράδυ κι αυγή.
Δέντρο περήφανο μες στον αγέρα
τα φύλλα, οι κλώνοι σου θρασομανούν.
Βρίσκεις στενόχωρη τώρα τη σφαίρα;
Τ άστρα, τα σύννεφα, δε σε χωρούν;
Τρέχει στη ρίζα σου νεράκι κρύο,
βυζαίνεις άσκοπα την καταχνιά
κι έμενα εζήλεψες, συ το θηρίο,
γιατί μ' επότιζε λίγη δροσιά;
Τι θέλεις πλάτανε τι μου γυρεύεις;
Διώξε τον ίσκιο σου κι είμαι μικρή.
Τ' άνθη μου επάγωσαν, μην τα παιδεύεις,
άσ' τον τον ήλιο μου να τα χαρεί...
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 17/10/2011 16:04

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) - ὁ κύριος θεμελιωτὴς τοῦ νεοελληνικοῦ διηγήματος


Εἰκόνα


Γεννήθηκε στη Βιζύη (ή Βιζώ) της Ανατολικής Θράκης το 1849. Το 1892προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου του 1896 σε ηλικία 47 ετών.

Ποιητικές συλλογές
§ Ποιητικά Πρωτόλεια (1873)
§ Ο Κόδρος (1874)
§ Βοσπορίδες Αύραι (1876)
§ Ατθίδες Αύραι (1883)
§ Εσπερίδες (1877)
§ Λυρικά
§ Παιδικαί ποιήσεις
Διηγήματα
§ Το αμάρτημα της μητρός μου (1883)
§ Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883)
§ Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883)
§ Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)
§ Το μόνον της ζωής του ταξίδιον (1884)
§ Πρωτομαγιά (1884)
§ Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
§ Ο τρομάρας
§ Ο Μοσκώβ-Σελήμ (1895)
Μελέτες
§ Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik ("Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική"), Λειψία 1881
§ Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω, Λονδίνο 1883
Ὁ Ἰω. Ζερβὸς στὸ βιογραφικὸ σημείωμα, ποὺ προτάσσει στὴν ἔκδοσι τῶν ποιημάτων τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ (ἔκδ. Γ. Φέξη, Ἀθήναι 1916) γράφει γιὰ τὸν ποιητή, ὅτι «παρουσιάζει τὴν πρώτην κατ᾿ ἐπίγνωσιν καὶ γενναίαν ἀπόπειραν εἰς τὸ νὰ λάβη ἡ νεωτέρα μας ποίησις μίαν καθολικότητα ἐθνικῆς διανοήσεως, ἐθνικοῦ αἰσθήματος καὶ πανελληνίου μορφῆς, ἀπόπειραν, ἥτις ὑπῆρξεν ὁδηγὸς εἰς ἄλλους, τοὺς ἐκλεκτοὺς νεωτέρους, ὅπως ἐπιδιώξουν μίαν ἀληθεστέραν, ἀλλὰ καὶ γενικωτέραν διὰ τῆς τέχνης των ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ συνόλου», κι᾿ ἀναγνωρίζει στὸν ποιητὴ ποιητικὴ πρωτοτυπία, λεπτὴ αἰσθητικὴ καὶ καλλιεργημένη σκέψι.

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Α) NIKOΣ ΞΥΔΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
[video]http://www.youtube.com/watch?v=v75u8pn_v4Y[/video]

http://www.youtube.com/watch?v=v75u8pn_ ... detailpage


[b]Ο ΦΙΛΟΜΑΘΗΣ ΠΤΩΧΟΣ

Αλλοίμονο, αλλοίμονο
είμαι φτωχό, είμαι φτωχό
Σ' αυτού του κόσμου τον τροχό
είμ' ορφανό και ξένο
κι αγράμματο θα μένω

Του κάκου λεν υπομονή
πολλοί σαν 'σένα ορφανοί
και δύστυχοι και ξένοι
δεν έμειναν θαμμένοι

Του κάκου γιατί εκείνοι εκεί
ήσαν της τύχης ειδικοί
μα 'μένα το καημένο
μ' έχει λησμονημένο

Και να, ορφάνεψα μικρό
της ξενητιάς το πικρό
με τράνεψε αγέρι
και του Θεού το χέρι

Αν φταίω τ' άκακο εγώ
φωτιά να πέσει να καώ
Θαρρούσα πως χορταίνει
εκείνος που μαθαίνει

Μου είπαν πως εδώ πολλοί
σα δούν έν' άτυχο πουλί
που αγαπά τα φώτα
δεν του γυρνούν τα νώτα

Ε, να λοιπόν στο αψηλό
κατώφλι σας κι εγώ
δειλό εκάθισα πουλάκι
μ' αυτό το τραγουδάκι

Δεν σας ζητώ λοιπόν ούτε ψωμί
ούτ' ένα ρούχο στο κορμί
διψώ διψώ τη θεία
αληθινή παιδεία

Σ' αυτού του κόσμου τον τροχό
ναι, εγεννήθηκα φτωχό
εις τη γριάν Ελλάδα
της προκοπής τη δάδα

Όσοι 'στε του γένους οι τρανοί
η τύχη όλα τα φθονεί
και τίποτε δε μένει
εδώ στην Οικουμένη

Αφήσατε την απονιά
βαστούν το δίσκο μου απ' τη μια
οι Μούσες κι απ' την άλλη
ο Λυτρωτής και ψάλλει

Είναι δικό μου τ' ορφανό
και πάνω 'κει στον Ουρανό
δε θα μετανοήσει
όποιος το βοηθήσει

Είναι δικό μου τ' ορφανό

Β)Ανθολογία Γιάννη Σπανού , ερμηνεία Γιάννης Πουλόπουλος
[video]http://www.youtube.com/watch?v=NJ91PZaM1Ig[/video]
http://www.youtube.com/watch?v=NJ91PZaM ... detailpage

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ
Α΄Η ΜΑΝΑ


Φουρτούνιασε η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά
είναι βουβά τ' αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή
παιδί μου ώρα σου καλή

Βουίζει το κεφάλι μου
σαν του χειμάρου τη βοή
ξεράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκε η πνοή
σ' αυτό το ύστερο φιλί
παιδί μου ώρα σου καλή Δις

Να σε παιδέψει ο πλάστης μου
καταραμένη ξενητιά
μας παίρνεις τα παιδάκια μας
και μας αφήνεις στη φωτιά
και πίνουμε τόση χολή
όταν τα λέμε ώρα καλή

Γ)ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

http://www.youtube.com/watch?v=4AYLVH0n ... detailpage
[video]http://www.youtube.com/watch?v=4AYLVH0nBHw[/video]
ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΑΦΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ

Ξύπνα, πατέρα! χαραυγή
τον ουρανό χρυσώνει,
κι᾿ όλη ξυπνά η μαύρη γη.
Ξύπνα και σύ με την Αυγή,
ν᾿ ακούσουμε τ᾿ αηδόνι.

Με την μητέρα μία ψυχή,
σε κάθε τέτοιαν ώρα
πετούσατε στην προσευχή.
Γιατί κοιμάσαι τώρα;

Είναι το όνειρο μακρύ
που βλέπεις εδώ πέρα;
Κοιμήθηκες, κι᾿ ήμουν μικρό,
κι᾿ ως να τελειώσει το πικρό,
ετράνεψα, πατέρα!

Θυμάσαι; Μου 'κλεψες φιλί
μιά μέρα παιχνιδιάρη,
και μου 'πες - Άφτερο πουλί,
χρειάζεσαι καιρό πολύ
να γίνεις παλικάρι.

Ήρθ᾿ ο καιρός. Νάμαι τρανό!
Δές με, καλέ πατέρα,
Σου τράνεψα, μα ... ορφανό!
Στο δρόμο, που συχνά περνώ,
με είπανε μια μέρα.

Πες μου, πατέρα, την αυγή,
που καίει το λιβάνι
η μάνα και μυρολογεί,
Η μυρωδιά περνά τη γη;
Μπορεί να σε ζεστάνει;

Το βράδυ πούρχομαι γοργά
κι᾿ ανάφω το καντήλι
το ξέρεις πως τ᾿ ἀνάφω ᾿γώ;
Ξύπνα, πατέρα! θα καώ,
σα λυχναριού φυτίλι!

Με φώναζες να κοιμηθώ
στο σπλαχνικό πλευρό σου.
-Έλα, μικρό, νὰ ζεσταθῶ.
Κι᾿ εγώ πετούσα να χωθώ
στον κόρφο το γλυκό σου.

Τώρα, πατέρα, στην πικρή
τη γη τη χιονισμένη,
στην κρύα κλίνη τη μικρή,
αυτή τη νύχτα, πές μου
ποιος σε ζεσταίνει; ...

Θέλεις εγώ ν᾿ αποκριθώ;
Κανείς, καμμιάν ημέρα!
Μα ήρθα εγώ για να χωθώ
Στον κόρφο σου να κοιμηθώ
, νάσαι ζεστός, πατέρα.

Δ)Ανθολογία Γιάννη Σπανού ,ερμηνεία Μιχάλης Βιολάρης
http://www.youtube.com/watch?v=WlDdmjZ3 ... detailpage
[video]http://www.youtube.com/watch?v=WlDdmjZ3cy0[/video]

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμει
να γίνει αληθινό

Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι
χλωμό σαν το φεγγάρι
σαν νύχτα σιγανό

Δεν είν’ αγέρας σκέφτηκα
κι εσένα που σε δέρνει
η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου

Και χύθηκα απ’ το θάνατο
τον δύστυχο ν’ αρπάξω
ωιμέ! πριν ή προφθάξω
εχάθηκε από μπρος μου

Στα ρέματα παράσκυψα
να τόνε βρω γυρεύω
στα ρέματα αγναντεύω
το λείψανό μου αχνό

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμει
να γίνει αληθινό
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 06/11/2011 18:34

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911),

Εἰκόνα
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή το 1906.

"Κατά την, θρυλική πια παραδοξολογία του Μιλτιάδη Μαλακάση, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε ο μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής. [...] Βεβαίως, η ποίηση αναβλύζει όπως το καθαρό νερό από τις πεζογραφικές του σελίδες με υπονομευτικές, σε πάμπολλες περιπτώσεις, πραγματώσεις της πεζογραφικής "τάξης" σε άφθονα διηγήματα του. Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα ο Παπαδιαμάντης μάς πληροφορεί: "Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους κ' εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. [...]"
Και ο ίδιος γράφει για τα νεανικά του χρόνια:«Εκεί ήκουα, τον καιρόν εκείνον, τακτικά πάσαν νύκτα κιθάραν και άσμα και μανδολίνον. Η πατινάδα ήρχετο κάθε βράδυ, περί την ώραν του μεσονυκτίου, και έστεκε μισήν ώραν έξω της αυλής, σιμά εις την βρύσιν, κάτωθεν του παραθύρου με το σιδηρούν κιγκλίδωμα, και έψαλλε ρωμαντικά τραγούδια. Επάνω εις το παραθυράκι, αι γάστραι με τα βασιλικά, με τους μενεξέδες, και με πολλών λογιών φραγκολούλουδα, των οποίων δεν ηξεύρω τα ονόματα, εφαίνοντο ότι εσείοντο ίσως από την νυκτερινήν αύραν, όπου έπνεεν εις το ύψωμα εκείνο. Δεν ήσαν αι γάστραι όπου εσείοντο, ήσαν δύο ωραίαι ξανθαί, κασταναί κεφαλαί, με αναδεδεμένας τας κόμας, με ηδυπαθείς τακερούς οφθαλμούς [τρυφεροί οφθαλμοί πλήρεις πάθους και επιθυμίας, σημ. συν.]. Δεν ηδύναντο να κοιμηθώσιν ενωρίς, και είχον την περιέργειαν να εξέρχωνται διά ν' ακούσωσι την πατινάδαν. Ηκουες μειλιχίους ψιθυρισμούς ν' αναμιγνύωνται με την νυκτερινήν αύραν, και όλα αυτά, η μελωδία των ασμάτων, της κιθάρας οι φθόγγοι, το φύσημα της αύρας, οι ψιθυρισμοί εις το σκότος, και των ανθέων το άρωμα, απετέλουν κράμα τι ηδυπαθές, απερίγραπτον, άρρητον, το οποίον μόνον η τουρκική λέξις γκιουζέλ θα ηδύνατο κατά προσέγγισιν να εκφράση».
(Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις. Λεύκωμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896).

Το μοιρολόι της φώκιας
Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Πρώτη εκτέλεση: Λουδοβίκος των Ανωγείων

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 4r8f99hD54΄


Αυτή ήταν η Ακριβούλα
η εγγόνα της γριάς Λούκαινας
Φύκια ήταν τα στεφάνια της
κοχύλια τα προικιά της

Κι' η γριά ακόμα, ακόμα μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά
Σαν να μην είχανε ποτέ τους τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου
Σαν να μην είχανε ποτέ τους τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου

Αυτή ήταν η Ακριβούλα
η εγγόνα της γριάς Λούκαινας

Οι Νίκος Μαστοράκης, Μανόλης Λιαπάκης και Κώστας Πανταζής (ερασιτέχνες μουσικοί) μελοποίησαν 12 ποιήματα - κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τις ανάγκες της θεατρικής διασκευής του έργου «Φόνισσα», που παρουσιάστηκε το 2003 από τη θεατρική ομάδα του δήμου Ιεράπετρας. Τα 12 αυτά τραγούδια κυκλοφορούν σε ένα cd με τίτλο «Το σκοτεινό τρυγόνι», με τη συμμετοχή γνωστών τραγουδιστών. Σε 3 από αυτά συμμετέχει ο Σωκράτης Μάλαμας, σε 2 ο Ψαραντώνης, σε 2 η Νίκη Τσαΐρέλη και από ένα η Λιζέτα Καλημέρη, η Μαρία Κώττη (τραγουδίστρια των Χαΐνηδων), η Νίκη Ξυλούρη, ο Χαρίλαος Παπαδάκης και ο Μανόλης Λιαπάκης. Είναι μια πάρα πολύ ωραία προσέγγιση με λεπτότητα, σεβασμό και έμπνευση της στιχουργικής του Παπαδιαμάντη, η οποία αποτελείται από άρτιες μελωδικές γραμμές που βασίζονται στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης, του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας, καθώς και στην έντεχνη μουσική.

Το σκοτεινό τρυγόνι

Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 4a79dtoaGQ

Μάνα μου,εγώ είμαι τ' άμοιρο το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος βροχή που το πληγώνει..
Το δόλιο όπου κι αν στραφεί απ' όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί κλωνάρι να πλαγιάσει..
Εγώ βαρκούλα μοναχή βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό σε θάλασσα αφρισμένη..
Παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη..

NYXTA ΒΑΣΑΝΟΥ
Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Νίκος Μαστοράκης
Πρώτη εκτέλεση: Νίκη Τσαϊρέλη

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... -vugEMRyTg

Πότε μάτια μου καημένα
θα κλειστείτε στη σιγή
να χαρίσετε σε μένα
ύπνο,ανάπαυση πικρή..
Αφουγκράσου πως τ' αηδόνι
λούφαξε στην ερημιά
άκουσε,άκουσε το γκιώνη
παύει να μοιρολογά..
Και τ' αστέρια μαραμένα
λουλουδάκια του Θεού
σβήονται πέφτουν ολοένα
απ' τον κάμπο του ουρανού..
Και το πυροφάνι εχάθη
που στην έρμη ακρογιαλιά
φέγγει του γιαλού τα βάθη
κι αντιλάμπει στη στεριά..


ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΑ ΨΙΧΑΛΙΣΤΑ
Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... ejW323pSVc


Στα μάτια τα ψιχαλιστά
που 'χει ο έρωτας καρτέρι
πόσο μεθύσι μέθυσα
ένας Θεός το ξέρει..

Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από το ποίημα
εικόνα αχειροποίητη

Εικόν' αχειροποίητη
μες στην καρδιά μου σ' είχα
κι είχα για μόνο φυλαχτό
μια της κορφής σου τρίχα

Όνειρα μες στον ύπνο μου
μαυροφτερουγιασμένα
σαν περιστέρι στη σπηλιά
με τάραξαν για 'σένα.

Τ' αηδόνια αυτά που κελαηδούν
μου φαίνονται να κλαίνε
κίνδυνο, μαύρο σύννεφο
οι μάγισσες μου λένε.

Να σε χαρεί κι η άνοιξη
μαζί με τα λουλούδια
όπου 'ναι σαν αμέτρητα
ζωγραφιστά τραγούδια.

Συ στο σχολειό δεν έμαθες
να γράφεις ραβασάκια
στα χείλη σου τα ρόδινα
πού τα 'βρες τα φαρμάκια.

Στα μάτια τα ψιχαλιστά
πωχ' έρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα
ένας Θεός το ξέρει.

(Τη χάρη σου τη σπλαχνική
μη μ' αρνηστείς αρνί μου
αγάπη μου αιώνια
αγάπη μου στερνή μου)***

Μελοποιήθηκε και ερμηνεύθηκε πρώτη φορά από τον Ορφέα Περίδη.
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... Ac8HCp-htI

Το τραγούδι του γύφτου
Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Νίκος Μαστοράκης
Πρώτη εκτέλεση: Ψαραντώνης

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... ZKsd3JvDC8

Με το βαρειό, με το βαρειό
ξυπνά ο γύφτος το χωριό.
Το χωριό,το χωριό
.τραλαλά, λαρό, λαρό...

Για το σφυρί,για το σφυρί,
τρελαίνεται κι η λυγερή.
Λυγερή,λυγερή,
τραλαλά, λαρή, λαρή...

Μες στη φωτιά,μες στη φωτιά,
παίζει ο γύφτος τη ματιά.
Τη ματιά,τη ματιά,
τραλαλά, λατρά, λατά...
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τρί 29/11/2011 03:07

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Εἰκόνα

Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919). Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στο κέντρο: K. Παλαμάς

΄Ένα σπάνιο ντοκουμέντο, ο ίδιος ο Παλαμάς απαγγέλλει τον ΄Υμνο των αιώνων
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... bjDdVRIuFU
[video]http://www.youtube.com/watch?v=SbjDdVRIuFU[/video]

Υμνος των αιώνων

Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.

Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ' αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!
Κωστής Παλαμάς



Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859, η καταγωγή του όμως ήταν από το Μεσολόγγι. Το 1864 πεθαίνει η μητέρα του Πηνελόπη από πρόωρο τοκετό, ενώ λίγο αργότερα, το 1865 πεθαίνει και ο πατέρας του Μιχαήλ Παλαμάς. Τον επτάχρονο Κωστή ανέλαβε τότε, ο θείος του Δημήτριος Παλαμάς και τον πήρε στο σπίτι του στο Μεσολόγγι. Εκεί ο ποιητής έμεινε από το 1867 ως το 1875. Ήδη αρχίζει ν' ασχολείται στα γυμνασιακά του χρόνια με την λογοτεχνία. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, το 1876, ήρθε στην Αθήνα, όπου εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική σχολή. Οι σπουδές του όμως δεν κράτησαν πολύ, γιατί η ποίηση και η λογοτεχνία από νωρίς τον κέρδισαν. Το 1879 διαμένει σ' ένα μικρό σπίτι στην οδό Ιπποκράτους, όπου συγκατοικεί με το Νίκο Καμπά, για περίπου ένα χρόνο. Αργότερα θα μείνει στην οδό Ασκληπιού για πολλά χρόνια. Την ίδια εποχή ο Κωστής Παλαμάς ασχολείται και με τη δημοσιογραφία και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς τα ψευδώνυμα "Κώστας", "Διαγόρας", "Ονολουλού", "Φλόρα Μιράμπιλης", "W". Πολύ γρήγορα ξεχωρίζει από τους συναδέλφους του και γίνεται ο ιδρυτής της επονομαζόμενης "Νέας Αθηναϊκής Σχολής". Το 1886 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή "Τα τραγούδια της Πατρίδος μου" και το 1887 παντρεύεται (κουμπάρος ο Βλάσης Γαβριηλίδης) με την Μαρία Βάλβη με την οποία και θα αποκτήσει τρία παιδιά - τη Ναυσικά, το Λέανδρο και τον Άλκη. Ο θάνατος βρίσκει τον Άλκη σε ηλικία 5 χρόνων στις 24 Φεβρουαρίου του 1898 και ο Κωστής Παλαμάς βυθίζεται σε άφατη οδύνη. Για το χαμό του μικρού του γιού γράφει το αριστουργηματικό ελεγείο "Ο Τάφος" (1898). Το 1879 διορίζεται γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από τη θέση αυτή θ' αποχωρήσει το 1928 με το βαθμό του Γενικού Γραμματέα και με πολλές τιμητικές διακρίσεις, η σπουδαιότερη εκ των οποίων είναι ο τίτλος του ακαδημαϊκού το 1926. Νωρίτερα, το 1924 η Γαλλική κυβέρνηση τον τιμά με το παράσημο της "Λεγεώνος της Τιμής". Το 1929 αναλαμβάνει καθήκοντα ως Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Στις αρχές του 1933 τιμάται με το μετάλλιο "Γκαίτε" από τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα. Ανακηρύσσεται Επίτιμος Πρόεδροςτου νεοϊδρυθέντος τμήματος της Διεθνούς Ενώσεως Συγγραφέων και λίγο αργότερα του απονέμεται το "Οικονόμειο Βραβείο". Το 1934 η Ισπανική κυβέρνηση τον τιμά με το μετάλλιο "Del la plaque del l' Ordre de la Republique" και ένα χρόνο μετά του απονέμεται το Μετάλλιο της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης του Μιλάνου. Το ίδιο έτος μετακομίζει από το σπίτι του της οδού Ασκληπιού 3, στην οδό Περιάνδρου 3, στην Πλάκα. Το 1936 εορτάζεται η πενηντάχρονη προσφορά του ποιητή στα πνευματικά δρώμενα και του απονέμονται τα διάσημα του Ανωτέρου Ταξιάρχου του Βασιλικού Τάγματος και το βραβείο "Γραμμάτων και Τεχνών" του Υπουργείου Παιδείας. Την ίδια εποχή τον επισκέπτεται στο σπίτι του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και του μεταφέρει τα συγχαρητήρια και τις ευχές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το 1937 αποκαλύπτεται προτομή του Κωστή Παλαμά στο Μεσολόγγι.Τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα τα ζήσει αποτραβηγμένος και θ' ασχοληθεί με τη συγγραφή νέων έργων, τη διευθέτηση των παλαιοτέρων του και την απλή συναναστροφή γνωστών, φίλων και θαυμαστών του. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, πεθαίνει η σύντροφός του Μαρία. Δεκαοχτώ μέρες αργότερα, βαριά άρρωστος ο Κωστής Παλαμάς πεθαίνει στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στις 3 π. μ. Η κηδεία του έμεινε μνημειώδης στα χρονικά της πατρίδας μας. Χιλιάδες λαός πλημμύρισε το Α' Νεκροταφείο Αθηνών και συνόδευσε τον μεγάλο μας ποιητή μέχρι την τελευταία του κατοικία, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, μπροστά στα μάτια των έκπληκτων Γερμανών κατακτητών. Λίγο νωρίτερα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός είχε απαγγείλει το περίφημο νεκρώσιμο ποίημα στη μνήμη του Παλαμά.



ΠΑΛΑΜΑΣ
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Άγγελος Σικελιανός


Πολλά ποιήματα του Παλαμά μελοποιήθηκαν από γνωστούς ΄Ελληνες συνθέτες, όπως ο Γιάννης Σπανός και ο Μιχάλης Τερζής, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου κ.α

Ενδεικτικά παραθέτω ορισμένα ποιήματα τα οποία μπορείτε να ακούσετε πατώντας στη διεύθυνση του αντίστοιχου βίντεο.

KAKH ΦΩΤΙΑ


http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... Qr7Y#t=17s\

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική: Υπόγεια Ρεύματα
Πρώτη εκτέλεση: Υπόγεια Ρεύματα


Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

0 ΔΙΓΕΝΗΣ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... HY93rVYFw8

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική: Μιχάλης Τερζής
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη


Καβάλα πάει ο χάροντας
το Διγενή στον Άδη,
κι άλλους μαζί κλαίει, δέρνεται
τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο ,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σαν να μην τον πάτησε
του χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλάρη

Ο Ακρίτας είμαι , χάροντα,
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ’ άγγιξες και δε μ’ ένιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια.

Δε χάνομαι στα τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω .
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
Και λαούς ανασταίνω.


ΑΦΤΙΑΧΤΟ ΚΙ΄ΑΣΤΟΛΙΣΤΟ (το ποίημα γράφτηκε για το θάνατο του γιού του)
Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Αρλέτα

Άλλες ερμηνείες:
Λουδοβίκος των Ανωγείων

http://www.youtube.com/watch?v=jUO6-6BF ... detailpage

Άφκιαστο κι αστόλιστο
του χάρου δεν σε δίνω
στάσου με το ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω

Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσα τα χτένια
πάρ'τε απ' την μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια

Μήπως και τον χαροντα
καθώς θα σε κοιτάξει
του φανείς αχάιδευτο
και σε παραπετάξει

Κι αν διψάσεις μην το πιεις
από τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς
φτωχο κομμένο δυόσμο

Μην το πιεις και ολότελα
και αιώνια μας ξεχάσεις
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μην χάσεις

Και στο σπίτι τ'άραχνο
γυρνώντας ω ακριβέ μας
γίνε αεροφύσημα
και γλυκοφίλησέ μας

ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική Φοίβος Δεληβοριάς
Εκτελεση Φοίβος Δεληβοριάς
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ζωγράφος


http://www.youtube.com/watch?list=PL581 ... tY4UJ8JFe4


Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα τα 'ζησα
κοντά στ' ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Και να! Μέσ' στον ύπνο μου την έφερε τ' όνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!
και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι

ΣΕ ΚΛΑΙΕΙ ΛΑΟΣ(γιά τον Παύλο Μελά)

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... AF1igpn5T0

Σε κλαίει λαός
Σε κλαίει λαός πάντα χλωρό
Να σειέται το χορτάρι
Στον τόπο που σε πλάγιασε
Το βόλι, ω παλικάρι

Πανάλαφρος ο ύπνος σου
Τ’ Απρίλη τα πουλιά
Σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς
Λογάκια και φιλιά

Και να σου φτάνουν του Χειμώνα οι καταρράχτες
Σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολεμοκράχτες

Πλατειά του ονείρου μας η γη
Κι απόμακρη και γέρνεις
Εκεί και σβεις γοργά ιερή στιγμή
Σαν πιο πλατειά
Την δείχνεις και την φέρνεις
Σαν πιο κοντά


Και δύο ερωτικά ποιήματα του Παλαμά

Σ΄ΑΓΑΠΩ

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Μουσική: Μιχάλης Τερζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας & Δήμητρα Γαλάνη ( Ντουέτο )

http://www.youtube.com/watch?v=K7MjWw90 ... lpage#t=5s

Σ' αγαπώ με τη γλώσσα του πουλιού τ' αηδονιού
και με τ' άφραστα μ' όσα στο θαμπό μου το νου μισοζούν

Σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου

Σ' αγαπώ μ' όλα τ' άστρα του βαθιού μ' ουρανού
στήσου αγάπη μου πλάστρα στο θαμπό μου το νου

Σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου
σ' αγαπώ σ' αγαπώ στο θαμπό μου το νου



ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥΣΑ
Μουσική: Μιχάλης Τερζής
Πρώτη εκτέλεση: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... dU7PslcbDI

Καλά δεν ξέρω
ποια είναι η ομορφιά σου,
κι αν το κορμί σου
κι αν η ψυχή σου,
τάχα ποια δύναμη
στην εικόνα σου
με πάει μαζί σου


Δεν ξέρω αν είσαι
μια ορμή, μια ιδέα
κι αν είσαι η γλώσσα
μιας γνώμης θείας .
Κι αν είσαι η σάρκα
κι αν είσαι η γλύκα
της αμαρτίας

Καλά δεν ξέρω
ποια είναι η ομορφιά σου,
κι αν είσαι η χάρη
κι αν είσαι η μούσα
κι αν είσαι υγεία
κι αν είσαι αρρώστια,
χρυσομαλλούσα.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

Ἑπόμενο

Ἐπιστροφὴ στην Ποίηση



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης