ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Παραδόσεις, θρύλοι, ἤθη, ἔθιμα τοῦ τόπου μας

...ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΕΙΣ ΣΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑ...

Δημοσίευσηἀπό ΑΝΑΓΝΟΥ ΑΝΘΗ » Παρ 22/08/2008 12:10

- Α -
Μπουκαλέτο - κανάτα πήλινη.

Αβάσκαμα – βάσκαμα.
Μπουγιάρει - να πάρει βράση.

Αγγειό – δοχείο.
Μπουκούνι - κομμάτι.

Αγγελοκρούζομαι – φοβάμαι.
Μπουλετιά – κλήρος.

Αγγιολίνα , Αντζουλίνα – Αγγελική.
Μπουρούκι - μπρίκι.

Αγκελόνια – άγριο χόρτο..
Μπουρνέλα – δαμάσκηνο.

Αγκωνάρι – γωνιά.
Μπούσα ή πούρσα – η τσέπη.

Αμιά - όπως, αφού.
Μπότης ή μποτήρι - πήλινο δοχείο που έβαζαν νερό ή κρασί.

Αμολάω - αφήνω ελεύθερο.
Μποτίλια - μπουκάλι.

Αμόλευτη - η παρθένα.
Μπουκούνι ή μπουτσούνι - το κομμάτι.

Αμολέρνω – αφήνω.
Μπούρσα – η ποδιά.

Αμπονώρα - ενωρίς.
Μπριχού - προτού.

Ανάντελος – γρουσούζικός.
Μπροστομούνι – ποδιά.

Αναρίτσια – ανατριχίλα.
Μπρούτος ή μπούστρος– άγαρμπος.

Αναχουγιατά - τα γέλια , φωνές.
Μπροστούρα ή πετόνι – τραχηλιά από άσπρο πανί , η ποδιά.

Αντάμα - μαζί.
Μυστάζω –νυστάζω.

Άντζουλος – Άγγελος.
Μώτα – σήματα.

Απανταίνω – συναντώ.


Απίδι – αχλάδι.
- Ν -

Απόκουπα – ανάποδα, μπρούμυτα.
Νιάτισμα – όργωμα.

Αποσίμπελο – υπάρχει πιθανότητα.
Νιοράντες –αυτός που περηφανεύεται.

Αποτιλιά - όχθος.
Ναίσκε - ναι.

Αραχλιασμένο – αραχνιασμένο.
Ναστάρδα – η πεισματάρα.

Αργαστηριάρης – ο μαγαζάτορας.
Νιτερέσο – ενδιαφέρον.

Αριβάρω - φτάνω.
Νοδάρος – ο δικηγόρος.

Αρμάρι – ντουλάπι.
Νόνα - γιαγιά.

Ασκάρδα - η φέτα.
Νούνα – νονά.

Ασκώνομαι - σηκώνομαι.
Νόσπολα – μούσμουλο.

Ασπέτα - περίμενε.
Νταβάς - κατσαρόλα.

Αστάκι - καλαμπόκι .
Ντεμέλα – μαξιλαροθήκη.

Ατέντος – έτοιμος.
Ντένω - μπλέκομαι , μπερδεύομαι.

Ατρέχω - τρέχω.


Αυτούνο - αυτό.
- Ξ -


Ξαγλιστράω – γλιστρώ.

- Β -
Ξέστα - η στάμνα, δοχείο μεταφοράς πήλινο ή μεταλλικό. Μονάδα μέτρησης του λαδιού.

Βα.ί.ζω – γέρνω από το μέρος του καρπού.
Ξεμπουρίζω – διώχνω κακήν κακώς.

Βα.ι.λεύω – εξυπηρετώ , φροντίζω.
Ξεχνάω – απατώ.

Βατσουνιά - βάτα.
Ξόγανο – άγαρμπο, άσχημο.

Βελέσι – μακριά φούστα.
Ξωκέλα - η βεράντα.

Βέντουλο – βεντάλια.


Βέστα - φόρεμα.
- Ο -

Βιάτζο – το δρομολόγιο.
Όβολα - χρήματα.

Βίρα - βέρα.
Ογνίστρα - γωνιά για φωτιά.

Βλίτρα – βλίτα .
Ογρό – βρεγμένο.

Βουρδούλιο – άνω κάτω.
Ολούθε - παντού.

Βουρλισμένος - τρελός.
Όναισκε - όχι.

Βουρλίζομαι – τρελαίνομαι.
Ορέγομαι – επιθυμώ., τολμάω.

Βράχλα – φτέρη .
Ορή – εσύ.

Βροχάμενος – βροχερός.
Οριά - μέτρο.

Βωρέ – μωρέ.
Όρσε – να.


Όθε – όπου.

- Γ -


Γανιά – μουτζούρα.
- Π -

Γάστρα - γλάστρα.
Πάλε - πάλι.

Γδι - γουδί.
Παλιούροι – αγκάθια.

Γέννημα - αλεύρι καλαμποκιού.
Παντόφολα - παντούφλα.

Για ξέρω - δεν ξέρω.
Παρτσινέβελος - αφεντικό, νοικοκύρης.

Γιακέτα – ζακέτα.
Πασουμάκια – παντούφλες.

Γιακής – Ιωακείμ.
Πασαπόρτι –διαβατήριο.

Γιάτσο – κρύο.
Παταούδι – πολύ κρύο , παγωμένο.

Γκοζέρω – γριά κατσίκα.
Παυλοσυκιά - φραγκοσυκιά.

Γλέπω – βλέπω.
Περατζάδα - βόλτα, περίπατος.

Γλούπος – ο λαίμαργος.
Περούνι – πηρούνι.

Γοδέρω - απολαμβάνω.
Περσεύω – περισσεύω.

Γούλος - πέτρα.
Πεσελί – κοντό σακκάκι.

Γουστερίτσα – η σαύρα.
Πετεγολέτσι - κουτσομπολιό.


Πιάτσα – πλατεία.

- Δ -
Πίλιο –πιο.

Δείλια – πείνα.
Πινιάτα - μεγάλη κατσαρόλα.

Δειλιάζω – λιποθυμάω.
Πίπης, Σπυρέτος – Σπύρος.

Δεσπέτο - πείσμα.
Πίστομα – μπρούμυτα.

Δελέγκου – γρήγορα., αμέσως.
Πιτέρι – γλάστρα.

Δελίτο – κακό , ξαφνικό.
Πιτίζω – πασπαλίζω.

Διασκάντζε – έλα καημένε!
Πελώ - πετάω, ρίχνω.


Ποδεμοί – παπούτσια.

- Ε -
Ποδέσου - βάλε τα παπούτσια σου.

Εκλίτσιοσε – παράλυσε.
Πόλβερη – σκόνη.

Έτο - νάτο.
Πολυκαιρνός – πολύχρονος.

Έτονε – νάτος.
Πόντα – κρύο.

‘Εχω φουμάδες – έχω ανάψει.
Ποντάρω – συναχώνομαι.


Ποντήλιο – πείσμα.

- Ζ -
Πόρτηγο – χώρος υποδοχής.

Ζόρκια – η γύμνια.
Πριστό – προζύμι.

Ζώση – μέση , ζώνη.
Προβατώ - προχωρώ.


Πυροστιά - μεταλλικό αντικείμενο που επάνω βάζανε την κατσαρόλα στη φωτιά.

- Θ -


Θανατήτας – θανατηφόρος.
- Ρ -

Θερίο – φίδι.
Ρέγγος - ρέγκα.

Θερμόκρυο και οριό – κρύο και θέρμη.
Ρεμπόμπο - φασαρία.

Θέρμη – πυρετός.
Ροκέτο – φούστα της Κερκυραϊκής φορεσιάς.

Θερμός – βραστό νερό.
Ρούγα – αυλή.

Θερτής - Ιούνιος.
Ρουτί - υποκάμισο.


Ρούχινος – βαμβακερός.

- Ι -


Ιμπένιο - έννοια.
- Σ -


Σαρτοκοπάω - χοροπηδώ.

- Κ -
Σαρτζιά – είδος μάλλινης φούστας.

Καβαλαριά - καβάλα.
Σεστάδο – σωστά τοποθετημένο, ταχτοποιημένο.

Καδηνωμένος – σφικτοκλειδωμένος.
Σετάδα - το κοστούμι.

Κάνιστρα - πανέρι ρούχων.
Σιάδι - ίσιος τόπος.

Κανίστι – το δώρο.
Σίκλος - κουβάς.

Κανίστρι – καλάθι.
Σκαμνιά, σκάμνο – μουριά, μούρο.

Καντούνι - σοκάκι.
Σκάνιο - κάθισμα.

Κολαούζο – το ντελάλι.
Σκαρτσούνι - κάλτσα.

Κάμε κόντο - παραλίγο.
Σκασιά – πέσιμο.

Κάμε κουμάντο - ο λόγος σε σένα.
Σκατζιά - το ράφι.

Κανατέλο – το βαρέλι.
Σκαφόνι – μεγάλο δοχείο από ξύλο, εκεί πατούσαν το κρασί.

Καντινάτσο – σύρτις.
Σκιάζομαι – φοβάμαι.

Καπάσα - βαρέλι για κρασί.
Σκουτέλα - το μεγάλο πιάτο, η πιατέλα.

Κάρλακας – βάτραχος.
Σκούρα – πατζούρια.

Καύκαλο – κόκκαλο.
Σκουρδούμπουλες – οι τούμπες.

Κάρτο - τέταρτο.
Σκουτιά - ρούχα.

Κατρεγάρης – ο μικροαπατεώνας.
Σκουφέτα – σκούφια, καπέλο.

Κατσαριόλα - κατσαρόλα.
Σπίτσα – καλάμι ψαρέματος.

Κίκαρα – το φλιτζάνι.
Σούδα - χαντάκι , αυλάκι.

Κογιονάρω - κοροϊδεύω.
Σούκερας - είδος σύκου.

Κοκέτα – σιδερένιο κρεβάτι.
Σούργελο – περίγελος.

Κωλοφωτιά – πυγολαμπίδα.
Σουρούπι – ύπνος.

Κολόμπα – ελιά γέρικη.
Σούφρα - η πιέτα, η σούρα.

Κόλπο – αποπληξία.
Σπίλα – πόρπη.

Κοματσούλι - κομμάτι ξερό ψωμί.
Σπολάιτης – μπράβο σου!

Κομιντόρο - τομάτα.
Στάμα - άλεσμα

Κόντο - νομίζω, μπορεί.
Στέκα – στάσου.

Κόπιδας - κοπίδι.
Στια - φωτιά.

Κόρτε - το « φλερτ».
Στράιστο - η σάκα.

Κότολο – μεσοφόρι.
Στριερό – δυνατό.

Κουγιάμπας – ο χαζός.
Στρωνάω – φτιάχνω , γυρίζω.

Κουγιούμπαλος – ο κουτός.
Σύρε πιο κει - πήγαινε παραπέρα.

Κουπώνω –σκεπάζω.
Συρσιά – σύρσιμο.

Κουρουπαλιά – κουφάλα ελιάς.
Σφαλί – μικρό καπάκι.

Κουρτελάτσο - χαντάκι.
Σφαλιά – λόγγος.

Κουτσούνα - κούκλα.
Σφαλάγγι – αράχνη.

Κοφίνι – το καλάθι.
Σφαλαγγονιά – ιστός αράχνης.

Κραμπί – λάχανο.
Σφίγγλα - η παραμάνα.

Κροσέδες – κεντητά που ήταν ραμμένα πάνω στα σεντόνια.
Σωρούλι – μικρός σωρός.

Κρότσολα – πατερίτσα.


Κρούσα – σκαμνί.
- Τ -


Τάβλα – σανίδα.

- Λ -
Ταμπάρο - βαρύ παλτό.

Λαμπατίνα - φωτιά.
Τάρδι - αργά , δύση ήλιου.

Λαμπριά - Λαμπρή.
Τέζα – καλύβι.

Λάπι – το μολύβι.
Τερτικό – μεγάλο καλάθι.

Λάτα - ο τενεκές.
Τζαρέτα – δοχείο πήλινο που έβαζαν τυρί και ελιές.

Λατί - αλουμινένιο σκεύος.
Τορνέτο - κρίκος για να δένουμε τα ζώα.

Λάχανα – χόρτα.
Τόρτσα – η λαμπάδα.

Λεχάμενος – λαχανιασμένος.
Τότσο – λίγο, τόσο.

Λουχτουκιώ – κλαίω γοερά.
Τραβέτζο - η αναστάτωση.

Λούμπα – λακκούβα.
Τσαμένος – ο καημένος.

Λουτρουβιό – ελαιοτριβείο.
Τσαντήλι – λεπτό πανί.

Λιμπρέτο – μισόκλειστα πατζούρια.
Τσιγάλα - το τσιγάρο.


Τσιγγέλι – ζυγαριά.

- Μ -
Τσιμπίλι – τσεκούρι.

Μάγια - η φανέλα .
Τσικαντί – «ποπ κορν»

Μαλίνια – αρρώστεια.
Τσιμιτάω – να μη μιλάω.

Μάνια – κουλούρα.
Τζίνια - παιχνίδια.

Μανέστρα - μακαρόνια.
Τζιρί - νεκροταφείο.

Μαρκάντες - ο έμπορος.
Τραβέρσα - η ποδιά.

Μαρκαντικό - μαγαζί, εμπορικό.
Τρατάρω - προσφέρω.

Μαρτούρι – το μαρτύριο.
Τριάγκονο – λίμα.

Μάσει - μαζέψει.
Τριμουλίδι – το τρίμα.

Μαστακανέφρης – πολύ μικρός και αδύνατος.
Τρίτσα - ψάθινο καπέλο.

Μαστέλο – μισοβάρελο.
Τριτσέλι - ξύλινο κρεβάτι.

Μαστραπάς – η κανάτα.
Τσάντα, Τσάντος – Αλεξάνδρα, Αλέξανδρος.

Μέρζα – κορδέλα .
Τσερβέλο – μυαλό.

Μεσάλι – το τραπεζομάντηλο.
Τση –τσι - της –τις (άρθρο).

Μηδά - μήπως.
Τσιγκράω – πειράζω.

Μιανού - κάποιου, ενός.
Τσιγκρί – πειραχτήρι.

Μίκανος – μανιτάρι.
Τσιτάω - τρυπώ.

Μιλιούνια - πάρα πολλά, χιλιάδες.
Τσου - τους.

Μιτσό - μικρό.
Τσουτσούδια – λεπτά ξύλα.

Μοκτερός – μοχθηρός.
Τσωπαίνω - σωπαίνω.

Μοχτερό – γουρουνι.


Μομέντο - λεπτό.
- Φ -

Μονάτος – σκέτος, μόνος.
Φανέστρα - παράθυρο.

Μορόζος, α – αγαπητικός , ια.
Φάρτσα – λεπίδι που κόβανε χόρτα.

Μόρσα – η τσέπη.
Φιοράδο - λουλουδάτο.

Μοστερίτσα – μικρή σαύρα.
Φιόρο, φιόρι – το λουλούδι.

Μουνέδα – χρήματα.
Φιρίδι - ράφι.

Μουσαριόλα – φίμωτρο.
Φοντιέρα - ο δίσκος για κέρασμα.

Μουτσούνα – πρόσωπο, φάτσα.
Φόρος – η πλατεία.

Μπάνγκος – τραπέζι.
Φόστα – αρκεί.

Μπάντα – άκρη.
Φούμπια – η εγκράφα.

Μπαρμπαρέλα ή μπομπότα – ψωμί καλαμποκίσιο.
Φούρια – η βιασύνη.

Μπάτατες – γλυκοπατάτες.
Φουριόζος - ο βιαστικός.

Μπομπόλοι - σαλιγκάρια.
Φρόκαλο – το σκουπίδι.

Μου κάζεται - νομίζω.
Φροκάλι –σκούπα.

Μπαγκούλι - ξύλινο μικρό κάθισμα.
Φτενό – λεπτό.

Μπαλίνιες – κορόμηλα.


Μπανιερό – μαγιό .
- Χ -

Μπόγα – η ποδιά.
Χαλεύω - γυρεύω.

Μποκολέτα - σκουλαρίκι.
Χιμονικό – καρπούζι.

Μπλιτσούνι - πόμολο.
Χερικό - αρχή.

Μπόλια - μαντίλα από δαντέλα.
Χολεύω - θυμώνω.

Μπότζος - η βεράντα.
Χρέγια – χρέη.

Μποτίλια - μικρό μπουκάλι.
Χουγιάζω – φωνάζω.

Μποτιλιόνι - μεγάλο μπουκάλι.


Μποτσί – μικρό μπουκάλι.
- Ψ -

Μποτσόνι – μεγάλο μπουκάλι.
Ψικουρίνι - το μικρό γατάκι.
ΑΝΑΓΝΟΥ ΑΝΘΗ
Νεοεισερχόμενος
 
Δημοσ.: 6
Ἐγγραφή: Σάβ 16/06/2007 03:10
Τοποθεσία: ΚΕΡΚΥΡΑ

Προηγούμενη

Ἐπιστροφὴ στην Λαογραφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron