Αι Φιλοσοφικαί Κοσμοθεωρίαι

Δημοσίευσηἀπό ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ » Πέμ 12/06/2003 03:17

Αι Φιλοσοφικαί Κοσμοθεωρίαι

Κατά τον αείμνηστο Έλλην Ελευθέριο Πρόκο
και Ευάγγελο Σ. Σταμάτη


Η Φιλοσοφία γενικώς περιλαμβάνει τρεις μεγάλους κλάδους


Γνώσις Ουσία Αξία
| | |
| | |
Γνωσιολογία Μετά την Φυσική Αξιολογία

Η Ελληνική φιλοσοφία είναι η κορωνίς των φιλοσοφιών.
Είναι το ανυπέρβλητον μνημείον της Ελληνικής μεγαλοφυας, του οποίου η λάμψις κατηύγασε και καταυγάζει τον κόσμον.

«Επορισάμεθα, αναφωνεί ο θείος Πλάτων, φιλοσοφίας γένος, ού μείζον αγαθόν ούτ’ ήλθεν ούτε ήξει ποτέ τω θνητώ γένει δωρηθέν εκ θεών»
(Τίμαιος 47 Α , Ιάμβλιχος : Περί του Πυθαγορικού βίου ΣΤ.)

Η πρώτη Ελληνική φιλοσοφική σχολή ιδρύθηκε από τον : Ίωνα φυσιολόγο

Θαλήν τον Μιλήσιον (624-546),
Ο εις εκ των επτά σοφών της «αρχαίας» Ελλάδος
όστις εθεωρεί το «ύδωρ» ως πρώτην και αρχικήν ύλην, εξ ης παράχθησαν και αποτελούνται τα πάντα.
«Αρχήν δε των πάντων ύδωρ υπεστήσατο, και τον κόσμον έμψυχον και δαιμόνων πλήρη».
(Διογ. Λαρ. Ι,27)

Εφρονεί, ότι
«πρεσβύτατον των όντων θεός, αγέννητος γάρ».
Και εφαντάζετο την ύλην συνδεδεμένην μετά της ενεργητικής δυνάμεως, και ταύτην ανάλογον με την ανθρώπινην ψυχήν :
«Τον λίθον, έφη, ψυχήν έχειν, ότι τον σίδηρον κινεί.»
(Περί ψυχής, Α, 2, 405Α, 20)

Με το πρόβλημα της ύλης, ασχολείται και ο έτερος Ίων φιλόσοφος,

ο Αναξίμανδρος (610-545),
θεωρών ως αρχήν των όντων και φαινομένων το «άπειρον», όπερ εφαντάζετο ως αρχέγονον.
Αγένητον, ανώλεθρον και αθάνατον στοιχείον.
«Εξ ων δε η γένεσίς εστί τοις ούσι, και την φθοράν εις τάυτα γίνεσθαι κατά το χρέων διδόναι γαρ αυτά ίκην και τίσιν αλλήλοις της αικίας κατά την του χρόνου τάξιν»
(Σιμπλ. Φυσ. 24, 18)

Ο Αριστοτέλης διαπραγματευόμενος την έννοιαν του απείρου εις την πραγματείαν αυτού Φυσική ακρόασις (Γ 4. 203Β 6) γράφει:
«διότι όλα (τα εν τω κόσμω) η είναι αρχή τις η είναι εξ αρχής τινος, του δε απείρου δεν υπάρχει αρχή, διότι τότε θα υπήρχεν αυτού και τέλος. Προσέτι δε, εάν το άπειρον ήτο αρχή τις θα ήτο αγένητον και άφθαρτον, διότι το γενόμενον είναι ανάγκη να λάβη τέλος και η τελευτή είναι χαρακτηριστική ιδιότης πάσης φθοράς. Δεν υπάρχει λοιπόν αρχή του απείρου, αλλ’ αυτό φαίνεται ότι είναι αρχή των άλλων και κυβερνά όλα…και τούτο είναι το θείον, διότι αυτό είναι αθάνατον και ανώλεθρον, όπως λέγει ο Αναξίμανδρος και οι πλείστοι των φυσιολόγων»

Εκτός της θεωρήσεως του απείρου ως οντολογικήν αρχήν Αναξίμανδρος προβαίνει και εις ειδικωτέραν εξέτασιν δια την προέλευσιν του κόσμου τούτου. Όλοι οι κόσμοι, οι οποίοι είναι άπειροι, απεκρίθησαν εκ της αρχικής ουσίας άπειρον, κατά την απόκρισιν (διαχωρισμό) δε του ιδικού μας κόσμου ο περί την γήν αήρ περιεβλήθη από σφαίρας τινός φλογεράς, όπως π.χ είναι ο φλοιός ο περιβάλων τα δένδρα. Όταν ο φλογερός φλοιός διερράγη, εσχηματίσθησαν δακτύλιοι τινες, εκ των οποίον προήλθεν ο ήλιος, η σελήνη και οι αστέρες.

«ης τινος απορραγείσης και εις τινας αποκλεισθίσης κύκλους υποστηναι τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας»
(Πλουτάρχου Στρωμ. 2D , 579, εκ του Θεοφράστου)

Η σύγχρονος κοσμογονική θεωρία του Γερμανού φυσικού φιλοσόφου WEIZSACKER, αλλά και η παλαιοτέρα του Γάλλου μαθηματικού και αστρονόμου Laplace έχουν ως πρότυπον των την κοσμογονική θεωρία του Αναξιμάνδρου. Ο Γερμανός μάλιστα ιστορικός της μαθηματικής και αστρονομικής επιστήμης τονίζει ότι η θεωρία περί γενέσεως του κόσμου του Αναξίμανδρου είναι τελειοτέρα της θεωρίας του Laplace, ενώ η θεωρία του Αϊνστάιν, καθ’ ην ο κόσμος έγινε εκ του μηδενός προ πέντε περίπου δισεκατομμυρίων ετών, εμπίπτει εις την σφαίρα των κοσμικών αντιλήψεων της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο Αναξιμένης (585-528),
585-528), ο τρίτος των Ιώνων φιλοσόφων, μαθητής του Αναξίμανδρου, ως πρώτην αρχήν του παντός θεωρεί το άπειρον, το οποίον όμως δεν το αφήνει ακαθόριστον, αλλά το προσδιορίζει ονομάζων την αρχή αυτήν «Αήρ», τα διάφορα πράγματα οφείλονται εις την αραίωσιν (μάνωσιν) και την πύκνωσιν του αήρ. Και όταν μεν γίνεται αραίωσις προέρχεται το πυρ, όταν δεν πύκνωσις, προκαλείται ο άνεμος, κατόπιν δε το νέφος, με μεγαλυτέρα δε πύκνωσιν το ύδωρ, έπεται η γη, έπειτα οι λίθοι και τα άλλα υλικά σώματα εκ τούτον.

«Αναξιμένης δε, έταιρος γεγονώς Αναξιμάνδρου, μιαν μν και αυτός την υποκειμένην φύσιν και απειρόν φύσιν ώσπερ εκείνος, ουκ αόριστον δε ώσπερ εκείνος, αλλά ωρισμένην, αέρ λέγων αυτήν, διαφέρειν δε μανότητι και πυκνότητι κατά ουσίας, και αραιούμενον μεν πυρ γίνεσθαι, πυκνούμενον δε άνεμον, είτα νέφος, έτι δε μάλλον ύδωρ, είτα γην, είτα λίθους, τα δε άλλα εκ τούτων, κίνησιν δε και ούτος αίδιον ποιείμ δι ην και την μεταβολήν γίνεσθαι»
(Σιμπλ. Εις Φυς. Αρις. 24, 26)

ακόμη ο Ιππόλυτος μιλώντας για τις θεωρίες του Αναξίμανδρου μας λέγει :
«το είδος δε του αέρος (αήρ) είναι το εξής, όταν μεν είναι «ομαλότατος» δεν φαίνεται, γίνεται φανερώς εκ του «ψυχρού»του «Θέρμου» , του υγρού και της κινήσεως , ευρίσκεται δε , πάντοτε εις κίνησιν διότι άνευ της κινήσεως «δεν» θα προκαλούντο οι μεταβολές των πραγμάτων, διότι πυκνούμενος και αραιούμενος παρουσιάζει τας διαφοράς αυτών, διότι όταν γίνει αραιότερος, γίνεται «πυρ», όταν πυκνωθεί γίνεται «αήρ» κατά την ανάμιξη δε , γίνεται εκ του αέρος «νέφος», κατά μεγαλύτερη πύκνωση «ύδωρ». Ώστε τα κυριότερα αιτία της γενέσεως είναι οι ενεντιότητες θερμού-ψυχρού»
Ακόμη
«Οίον η ψυχή η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει»
(Πλουτ. Περί αρεσκόντων την Φιλοσοφία, 876Α)

Ο Πυθαγόρας (580-500),
δημιουργός μιας των μεγαλειωδεστέρων φιλοσοφικών κοσμοθεωριών, είναι εκ των κορυφαίων Ελλήνων φιλοσόφων.
Εγεννήθη εν Σάμω, ήτις ευρίσκετο τότε εν μεγάλη ακμή.
Εχρημάτισε μαθητής ων φιλοσόφων Ερμοδάμαντος, Φερεκύδους και Αναξιμάνδρου.
Το φιλοσοφικό σύστημα του Πυθαγόρου εστηρίχθη επί της αντιλήψεως, ην είχεν ούτος περί της σημασίας και του ρόλου των αριθμών.
Κατά των Σάμιον φιλόσοφον, οι αριθμοί είναι η ουσία των όντων και εκφράζουν την σύστασιν και λειτουργίαν του Σύμπαντος, την κίνησιν των ουρανίων σωμάτων και τα φαινόμενα της γης

«Εν αριθμώ πάντα γίνεσθαι»
Δίδουν εις το χάος μορφήν και συνέχουν εσωτερικώς τα πάντα, ων είναι η αληθής κοσμικήν αρχή.
«Μιμήσει τα όντα φασίν είναι των αριθμών»
(Μετά τα φυσικά Α, 5, 985. 987 και 6, 1080)

Η ύλη ουδεμίαν υπόστασιν και αξίαν έχει άνευ της μορφής, την οποίαν εκφράζουν οι αριθμοί.
«Η κανονικότης, η τάξις και η αρμονία είναι ο σκοπός όλων των όντων»
Οι αριθμοί είναι ιεροί, ιδιαιτέρως «η τετρακτύς της δεκάδος»
Εις τον όρκο των Πυθαγορείων :
«Ναι μά τον αμετέρα ψυχα παραδόντα τετρακτύν, παγάν αενάου φύσεως ριζώμά’ τ’ έχουσαν»

Το μυστήριον και η κλεις του Σύμπαντος ευρίσκεται εις τους αριθμούς.
Οι αριθμοί δίδουν, εις το χάος τον τόνων, μέτρον και αρμονίαν και αποκαλύπτεται ο θείος της μουσικής κόσμος.

Υπέρτατη και αιώνια πραγματικότης είναι ο Θεός :
«Έστιν ηγεμών και άρχων απάντων θεός, εις αεί εών, μόνιμος, ακίνητος, αυτός εαυτώ όμοιος, έτερος των άλλων»
(Φιλολάου, Περί Πυθαγόρου και Ιππολύτου, Φιλοσοφούμενα)

Ο μέγας φιλόσοφος επίστευεν εις το δόγμα της μετενσαρκώσεως, καθ’ ο αι ψυχαί, υπάρχουσαι ανέκαθεν, ήλθον ένεκα αμαρτήματος εις διάφορα σώματα, επανερχόμεναι μετά θάνατον εις νέα τοιαύτα, μέχρι της εξαγνίσεως και επιστροφής εις την ουράνιαν πατρίδα.
Όθεν ο άνθρωπος οφείλει να ζη αγνώς, κοσμίως και κατά μίμησιν του θείου
«Έπεσθαι τω θεω και ομοιούσθαι αυτώ».
Ο Πυθαγόρας είναι ο ιδρυτής της μαθηματικής επιστήμης
και ως λέγει ο Πρόκλος :
«Την περί αυτήν (Γεωμετρίαν) φιλοσοφίαν εις σχήμα παιδείας ελευθέρου μετέστησεν άνωθεν τάς αρχάς αυτήν επισκοπούμενος και αύλως και νοηρώς τα θεωρήματα διερευνώμενος»

Ο Ηράκλειτος
(544-484), είναι ο περίφημος ιδρυτής της φιλοσοφικής σχολής Εφέσου.
Βαθύς και τολμηρός εις τας φιλοσοφικάς του πτήσεις, προς εξακρίβωσιν της αρχής των όντων και των νόμων, οιτίνες διέπουν το Σύμπαν, καταλήγει εις το συμπέρασμα, ότι το
«Πυρ» είναι η αρχή, εξ ης τα πάντα αδιακόπως πηγάζουν και επιστρέφουν.
«Ουσία και αρχή πάντων εστί το πυρ»
Και
«Πυρός τε ανταμοιβή τα πάντα και πυρ απάντων όκωσπερ χρυσου χρήματα και χρημάτων χρυσός»
(Απόσπασμα 90)

Καθολικός κοσμικός νόμος είναι η αιώνια μεταβολή, επειδή το παν ευρίσκεται εν διαρκεί κινήσει και αλλαγή.

«Πάντα…Ρειν, είναι δε παγίως ουθέν»
(Αριστ. Περι ουρανού, ΙΙΙ, 1, 298β, 30. «Τα όντα ιέναι τε πάντα και μένειν ουδέν…» «Πάντα χωρει και ουδέν μένει». Πλατ. Κρατ., 401d, 402Α.)

Και

«Ποταμώ γαρ ούκ έστιν εμβηναι δις τω αυτώ»
(Απόσπασμα 91)
Εις το Σύμπαν αδιάλειπτος ανταγωνισμός αντιθέτων ενεργειών προκαλεί τας εν χρόνω μορφάς των όντων και φαινομένων.

«Πόλεμος πάντων μεν πατήρ έστι, πάντων δε βασιλεύς»
Οδέν όμως γίνεται ατάκτως, αλλα κατά σταθερόυς αιωνίους νόμους, επειδή όπισθεν της αενάου κινήσεως και αλλαγής των πάντων είναι ο θείος Λόγος, όστις διέπει τα πάντα.
Εκδήλωσις του θείου Λόγου είναι ο ανθρώπινος Λόγος, το λογικόν.
Ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει την φύσιν του θείου Λόγου, την θεότητα, και να υποταχθεί εις τον θείον νόμον, επειδή,
«Όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα, τον θείον»
(Απόσπασμα 114)

Και η πρόοδος και η ευτυχία της πολιτείας στηρίζεται και εξαρτάται από την υπακοήν εις τον νόμον.
«Ο λαός πρέπει να αγωνίζεται δια τον νόμον, όπως και δια το κάστρον του»
(Απόσπασμα 44)

Αυτός είναι ο προορισμός και η υπέρτατη των ανθρώπων επιδίωξις και ευδαιμονία

Ο Ξενοφάνης
(570-477), είναι ο ιδρυτής της περιωνύμου, εν Κάτω Ιταλία, Ελεατικής Σχολής. Η κοσμοθεωρία του φέρει διάφορον χαρακτήρα, στηρίζεται επί της αρχής της ενότητος εν τη πολλότητι.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι ησχολίθησαν με το πρόβλιμα της αρχικής κοσμικής ύλης, εκ της οποίας κατασκευάσθη το Σύμπαν.
Εθεώρησαν ως προταρχικήν ουσίαν ο μέν Θαλής το «Ύδωρ»,
ο Αναξίμανδρος το «Άπειρον», ο Αναξιμένης τον «Αήρ» και ο Ηράκλειτος το «Πυρ».

Ο Ξενοφάνης ερευνά το φαινόμενον της εξ ενός στοιχείου απείρου ποικιλίας των οντων και φαινομένων του κόσμου.
Ζητεί να βεβαιωθή, εάν το ανθρώπινο πνεύμα είναι ικανό να γνωρίση την φύσιν της αιωνίου ουσίας, επειδή αι αισθήσεις παρέχουν απατηλάς εντυπώσεις.
«Και το μέν ουν σαφές ανήρ ίδεν, ουδέν τις έσται ειδώς αμφί θεών τε και άσσα λέγω πρί πάντων, ει γαρ και τα μάλιστα τύχοι τετελεσμένον ειπών, αυτός ουκ οιδε δόκος δ’ επί πασι τέτυκται»
(Σεξτ. Εμπειρ. Π. μαθ. 7, 49, 110)

Κηρύττει ότι ο Θεός είναι εις, άπειρος και αιώνιος .
«Είς Θεός εν τε θέοισι και ανθρώποισι μέγιστος»
(Απόσπασμα 14)

Αλλά ότι ο άνθρωπος δεν δύναται να συλλάβη την έννοιαν αυτού, κατακρίνει την παράστασιν του Θεού υπό ανθρώπινην μορφήν και ιδιότητας.
«Αλλά οι βροτοί δοκέουσι γεννάσθαι θεούς την σφετέρην εσθητά τα’ έχειν φωνήν τε δέμας τε»
(Απόσπασμα 23)

Επειδή ο Θεός
«ούτε δέμας θνητοίσιν ομοίιος, ούτε νόημα»
(Απόσπασμα 23)

Περιθρύλητος είναι η ρήσις του, καθ’ ήν και τα ζώα, εάν ηδύναντο να παραστήσωσι τον Θεον, θα έδιδον την ιδίαν των εικόνα και τας ιδικάς των ιδικότητας.
«Αλλ’ εί τοι χειράς τε είχον βόες ίπποι τα’ ηέ λέοντες ή γράψαι χείρεσσι και έργα τελείν άπερ άνδρες, ίπποι μέν θ’ ίπποισι, βόες δε τε βούσιν ομοίως και κε θεών ιδέας έγραφον και σώματ’ εποίουν τοιαυθ’ οιόν περ καυτοί δέμας είχον έκαστον»
(Απόσπασμα 15)

Ταυτίζει Θεόν και κόσμον και πιστεύει, ότι είναι «Εν τω πάν»
Ισχυρίζεται ότι η κοσμική ύλη, εκ της οποίας προήλθον τα πάντα είναι η Γη
«Εκ γαίης γάρ πάντα και εις γήν πάντα τελευτά» (Απόσπασμα 27,29,33)
*****(εννοεί την ύλην!!!!)

Είναι ο εισηγητής της θεμελιώδους φιλοσοφικής διακρίσεως μεταξύ «Είνα» και «Φαίνεσθε», της Οντολογικής αποδείξεως περί της υπάρξεως του Θεού και της φιλοσοφίας του πολιτισμού.


Πηγές:


"Ελληνισμος και Κομμουνισμός" (1954)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ελευθέριου Πρόκου.

"Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι" (1966)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ευάγγελου Σ. Σταμάτη


***** Συνεχίζεται*****



ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ
Τακτικό μέλος
Τακτικό μέλος
 
Δημοσ.: 405
Ἐγγραφή: Κυρ 12/05/2002 12:05

Δημοσίευσηἀπό ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ » Πέμ 12/06/2003 17:58

Ο Παρμενίδης ο Ελεάτης

(540-470), μαθητής του Ξενοφάνους, συνεχίζει την Ελεατικήν φιλοσοφίαν και υποστηρίζει, ότι εις τον κόσμον πραγματικόν είναι μόνον το «Όν», το οποίον είναι εν, αγένητον, αδιαίρετον, αναλλοίωτον, άπειρον, αιώνιον και ακίνητον.
«…αγένητον εόν και ανώλεθρόν έστιν, ουλον μουνογενές τε και ατρεμές ηδ’ ατέλεστον, ουδέ ποτ’ ην ουδ’ έσται, επεί νυν έστιν ομού παν, έν, συνεχές…»
(Απόσπασμα 8)

Ενώ το «Μη Όν», το αιώνιον γίγνεσθαι του Ηράκλειτου, όπερ ακαταπαύστως μεταβάλλει εν χώρω και χρόνο θέσιν, μορφήν και ιδιότητας, είναι αι απατηλαί εντυπώσεις του κατά αίσθησιν κόσμου.
Εις την αντίληψιν του όντος, της αιωνίας πραγματικότητος, δυνάμεθα να φθάσωμεν μόνονδια την λογικού, επειδή το «νοείν» ταυτίζεται με το «είναι»
«Ταυτόν δ’ εστί νοείν τε και ούνεκέν εστι νόημα.
Ου γάρ άνευ του εόντος, εν ω πεφατισμένον εστίν, ευρήσεις το νοείν, ουδέν γαρ ή έστιν ή έσται άλλο πάρεξ του έοντος
» (Απόσπασμα 8, 34)
Ακόμη
Ο Παρμενίδης, πρώτος ονόμασε τον ουρανόν κόσμον και την γη στρογγυλήν. Η γη είναι εις το μέσον του κόσμου και παραμένει ακίνητος ένεκα των συμμετρικών αποστάσεων των άλλων άστρων από αυτής. Υπάρχουν μερικοί, λέγει ο Αριστοτέλης, μεταξύ των οποίων και ο Παρμενίδης, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τα περί ημάς πράγματα προέρχονται εκ πυρός και γης και ότι ο αήρ και το ύδωρ είναι μείγματα εκ τούτων, και δια τούτων, είτε δια θερμάνσεως είτε δια ψύξεως, όλα τα άλλα γίνονται και φθείρονται.
(Περί γενέσεως και φθοράς Β3 . 330β 13 και Β 9. 336α 13)

Ο Εμπεδοκλής
(495-435, είναι ο περίφημος εξ Ακράγαντος της Ν. Σικελίας φιλόσοφος, του οποίου ο βίος καλύπτεται, όπως και του Πυθαγόρου, υπό του θρύλου.
Η κοσμοθεωρία του Ακραγαντίνου φιλοσόφου έχει χαρακτήρα συμβιβαστικόν, αποτελεί προσπάθειαν προς άρσιν των υφισταμένων αντιθέσεων των μέχρις αυτού συστημάτων, και δή μεταξύ του δόγματος της αιωνίας μεταβολής του Ηρακλείτου και εκείνου, της αιώνιας σταθερότητος του Παρμενίδου.
Κατά τον φιλόσοφον το Πυρ, ο Αήρ, το ύδωρ και η Γη είναι τα τέσσερα άφθαρτα και αναλλοίωτα κοσμικά στοιχεία, η ένωσις των οποίων δημιουργεί την γένεσιν και την ποκιλίαν των όντων και φαινομένων του κόσμου. Ο χωρισμός την φθοράν.
Η ένωσις των στοιχείων, «ριζωμάτων», πραγματοποιείται υπό κυνητηρίου δυνάμεως, ην ο φιλόσοφος καλεί
«Φιλότητα» και «Αφροδίτην» και «Αρμονίαν» και «Στοργήν»
ο δε χωρισμός υπό αντιθέτου δυνάμεως, ην καλεί
«Νείκος» και «Κότον».

«Άλλο δε τοι ερέω φύσις ουδενός εστιν απάντων θνητών ουδέ τις ουλομένου θανάτοιο τελευτή, αλλά μόνον μειξίς τε διάλλαξίς τε μιγέντων έστι, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν»
(Απόσπασμα 8)

Πιστεύει ότι η Θεότης είναι ιερόν πνεύμα, «φρήν ιερή», ουδεμίαν ομοιότητα έχον προς τας ανθρωπομορφικάς παραστάσεις, ευρίσκεται εκτός και υπεράνω των ανθρωπίνων μορφών και επινοήσεων και διέπει δια νόμου αιωνίου το Σύμπαν.
Κηρύττει την έκτοτε μυριόλεκτον αρχήν, καθ’ ήν το όμοιν μόνον δια του ομοίου γινώσκεται.
Και, ως οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, πιστεύει εις το δόγμα της Μετενσαρκώσεως.
Η κοσμοθεωρία του Εμπεδοκλέους ήσκησεν, και εν τη αρχαιότητι και εν τοις έπειτα χρόνοις, βαθείαν και πολυμερή επίδρασην.

Ο Αναξαγόρας
(500-428), εισήγαγε την Ιωνικήν φιλοσοφίαν εις Αθήνας, ένθα έζησεν επί μίαν τριακονταετίαν (460-430), αποτελών με τα του Ευριπίδου, του Φειδίου, της Ασπασίας και άλλων διασημοτήτων της εποχής, τον ιδιαίτερον φιλικόν κύκλον, το πνευματικόν επιτελείον του οίκου του μεγάλου Περικλέους, του μεγαλοφυούς εκείνου πολιτικού ηγέτου των Αθηνών, του οποίου η εποχή, ο «χρυσούς αιών», αποτελεί μοναδικόν φαινόμενον εις την παγκόσμιον ιστορίαν.
Ο Αναξαγόρας επρέσβευεν, ότι η σκόπιμος λειτουργία του Σύμπαντος δεν ερμηνεύεται εκ της ύλης, αλλ’ είναι έργον κοσμοποιού νου, όστις είναι
«Λεπτότατόν τε πάντων χρημάτων και καθαρώτατον»
Και δημιουργεί και διέπει το πάν κατά λόγον.
«Και τα συμμισγόμενα τε και αποκρινόμενα και διακρινόμενα πάντα έγνω νόος και οκοια έμλλε έσεσθαι και οκοια ην και άσσα νυν έστι και οκοια έσται, πάντα διεκόσμησε νόος, και την περιχώρησιν ταύτην ην νυν περιχωρέει τα τε άστρα και ο ηέλιος και η σελήνη και ο αήρ και ο αιθήρ, οι αποκρινόμενοι»
(Παρά Συμπλικ. Υπομν. Εις Αριστ. Φυς. 33β)

Επίστευεν ο φιλόσοφος, ότι η αρχέγονος κοσμμικην ύλη ήτο σωρός άμορφος εν χαώδει καταστάσει, της οποίας τα αναλλοίωτα άπειρα στοιχεία τα «σπέρματα ή χρήματα», δια της μείξεως παρήγαγον αρχικώς τα τέσσερα γνωστά στοιχεία : πυρ, ύδωρ, αήρ και γην και εξ αυτών προέκυψε το σύνολο των όντων και φαινομένων του κόσμου.
Τα σπέρματα του φιλοσόφου είναι άπειρα το πλήθος, αλλ’ αόρατα, αγένητα, άφθαρτα και αναλλοίωτα ομοειδή στοιχεία, έχοντα ιδίαν ποιότητα.
Γένεσις (ένωσις) και αποσύνθεσις (χωρισμός).
«Το δε γίγνεσθαι και απόλλυσθαι ουκ ορθώς νομίζουσι οι Ελληνες. Ουδεν γαρ χρήμα γίνεται ουδε απόλλυται, αλλ’ από εόντων χρημάτων συμμισγεται τε και διακρίνεται. Και ούτως ‘αν ορθώς καλοιεν το τε γίνεσθαι συμμίξεσθαι και το απόλλυσθαι διακρίνεσθαι»
(Απόσπασμα 17, Συμπλ. Υπομν. Εια Αριστ. 9)

Ο κόσμος είναι έργον υπέρτατου Νου, όστις έθεσεν εις σκόπιμον κίνησην την νεκράν μάζαν των σπερμάτων.
Η πασκόσμιος αρμονίαν, η τάξις η διέπουσα την κίνησιν των ουράνιων σωμάτων, η προσαρμογή των μέσων προς σκοπίμους ενεργείας, διαμορφώσεις και εξελίξεις, αποκαλύπτουν εις τον ερευνητήν της του παντός αλήθειας την λογικήν φύσιν της υπερτάτης παγκοσμίου αρχής.
Εις τον Αναξαγόρα ανήκει η φιλοσοφικη δόξα της τελεολογικής ερμηνείας ης αρχής του γίγνεσθαι.
Του λοιπου η εν τω κόσμω παρατηρούμενη σκοπίμοτης θ’ αποβή το αμετακίνητον επιχείρημα του Ελληνικού Πνεύματος, ο αμετάθετος κυματοθραύστης, επί του οποίου θα σιντρίβωνται και θα εκμηδενίζωνται τα μαινόμενα κύματα του υλισμού.
Η επίδρασης του μεγάλου φιλοσόφου υπήρξεν αυπολόγιστος.


Πηγές:

"Ελληνισμος και Κομμουνισμός" (1954)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ελευθέριου Πρόκου.

"Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι" (1966)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ευάγγελου Σ. Σταμάτη


***** Συνεχίζεται*****




ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ
Τακτικό μέλος
Τακτικό μέλος
 
Δημοσ.: 405
Ἐγγραφή: Κυρ 12/05/2002 12:05

Δημοσίευσηἀπό ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ » Δευ 16/06/2003 22:28

Ο Σωκράτης

(470-399), υιός του γλύπτου Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, είναι ο περιώνυμος Αθηναίος – τον δήμον Αλωπεκήθεν - φιλόσοφος, δι’ ου άρχεται η ύψιστης σημασίας ανθρωπολογική περίοδος της Ελληνικής φιλοσοφίας.
Ο μέγας φιλόσοφος εδιδάχθη, εν τη νεανική ηλικία, την τέχνην του πατρός του, ην ήσκησεν – ως τούτο πιστοποιεί η τιμητική τοποθέτησις του έργου του, «αι τρείς χάριτες», εις την είσοδο της Ακροπόλεως – ευδοκίμως.

Αλλ’ ισχυρά προς γνώσιν ορμή και φνησία φιλοσοφική προδιάθεσις, ωδήγησεν εις φιλοσοφικάς μελέτας και ακροάσεις.
Παρηκουλούθησε τα δηδάγματα των φιλοσόφων Αναξαγόρου, τον ρήτορα Πρόδικον, τον ποιητήν Εύηνον και τα περί γεωμετρίας μαθήματα του Θεοδώρου.
Ήτο ολιγαρκής, εθάυμαζον μεγάλως την εξαιρετικήν του αντοχήν εις πάσαν κακουχίαν και στέρεσιν.
Περιφέραιτο, πτωχότατα ενδεδυμένος, ανα τας οδόυς και την αγορά των Αθηνών και διέτριβεν εν ταις παλαίστρας και εν τοις γυμνασίοις, ένθα
«περί των ανθρωπίνων αεί διαλέγετο σκοπών τι ευσεβές, τι καλόν, τι αισχρόν, τι δίκαιον, τι άδικον, τι σωφροσύνη, τι μανία, και περί των άλλων, α τους μέν ειδότας ηγείτο καλούς καγαθούς είναι, τους δ’ αγνοούντας ανδραποδώδεις»
Και ως αναφέρει η ιστορία :
«Η ανάμνησις των γνωρισμάτων τούτων της προσωπικότητος αυτού επέζησε δια των αιώνων, ως και η παράδοσις περί του εκτάκτως δυσειδούς της μορφής. Υπερμεγέθης και φαλακρά κεφαλή, προξέχουν μέτωπον, οφθαλμοί εξέχοντες και διαπεραστικοί, σιμοί ρίς παχέα χείλη.
Η κεφαλή δε αυτή επεκάθητο επι μικρού και κεκυρτωμένου σώματος, μέγα μέρος του οποίου κατελάμβανεν η προετεταμένη κοιλία.
Ούτω ο Σωκράτης διακρίνεται και κατά την μορφήν ως άνθρωπος εκ του λαού, αποτελών άμα αντίθεσιν προς το αριστοκρατικόν ιδανικόν του κάλλους, υπό του οποίου κατείχοντο οι ανώτεροι κύκλοι των Ελλήνων
».

Αλλ’ εκ της κραταιας μεγαλοφυίας του δαιμονίου τούτου ανδρός, εξήστραψεν η επιστήμη της ηθικής, τα μεγαλόπνοα εκείνα διδάγματα του κατ’ αρετή βίου.
Αφυπνίζων ο, τι θείον υφίσταται εις τον άνθρωπον, μετετόπισεν εις των φιλοσόφων εκ της ερέυνης του εξωτερικού κόσμου εις την έρευνα του ενδομύχου Σύμπαντος.
Η διδασκαλία του ενέπνεεν συναισθήμα υψηλόν, ρέπον προς το αιώνιον φώς.
Δι’ αυτής επεξετάσθησαν τα όρια της άνθρωπινης ερεύνης εις τεως αγνώστους και άβατους περιοχάς.
Εγνώριζεν, ο γίγας φιλόσοφος, ότι
δια των αξιών το πνεύμα μετέχει των χαρακτήρων του απολύτου και της αιωνιότητος
και ωδήγει, μεθοδικός, τους ακροατάς του, πέραν της επιφάσεως των φαινομένων, εις το βάθος της αληθείας.
Του λοιπού
«όλα τα μεγάλα έργα της ανθρωπότητος θα τελεσθούν εν ονόματι των απολύτων αρχών»

Ο μέγας ερευνητής του εσωτερικού κόσμου επίστευεν, ότι αίτιον της κακοδαιμονίας είναι η άγνοια, επειδή
«ουδείς εκών αμαρτάνει».
Εντεύθεν η μεγάλη σημασία και αξία του Δελφικού
«Γνώθι σαυτόν», όπερ υπήρξεν
η δεσπόζουσα αρχή της φιλοσοφίας του.
Η δράσις του λαμβάνει αποφασηστικήν μορφήν κατά την ανώμαλον, λόγω του ατυχούς Πελοποννησιακού πολέμου, φαυλοκρατικήν περίοδον, καθ’ ην οργιά – όπως και σήμερον - η υλοκρατία και η σοφιστεία.

Ατενίζει ο φιλόσοφος προς τας αβύσσους του σκότους, αίτινες κατακαλύπτουν, εις παρομοίας εποχάς, την ανθρωπίνην ψυχήν, φλέγεται υπό υψηλών πόθων και οραματίζεται να οδηγήση τους συνανθρώπους του – το αισθάνεται ως θείαν εντολήν- εις την ακτιοβολίαν του κόσμου των αιωνίων ηθικών αξιών.
Ελέγχει ακαταπαύστως τους συμπολίτας του, όπως αφυπνίση, εις τας ψυχάς των την συναίσθησιν της σημασίας και της σπουδαιότητος του ηθικού αιτήματος.
Είναι ο κήρυξ του υπέρτατου νοήματος και της ύψιστης αξίας των δικαιωμάτων της συνειδήσεως.
Εις τας περιθρυλήτους φιλοσοφικάς του συζητήσεις, χωρει, δια της διαλεκτικής μεθόδου, επαγωγικώς, εκ των συγκεκριμένων προς τα αφηρημένα και εκ των μερικών προς τα γενικά, αποκαλύπτων :

1) Ότι υφίσταται καθολικώς ισχύον κριτήριον των ηθικών αξιών.
2) Ότι αληθής μόρφωσις και σοφία είναι η στηριζομένη ούχι επί επιφεινιακών εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, ως εκείνη των σοφιστών, αλλ’ επί των αδιασείστων αξιολογικών γνώσεων θεμελίων : του αληθούς, δικαίου, ηθικού, ωραίου και ιερού.
3) Ότι η μακράν της αληθούς επιστήμης σοφιστική, κλονίζουσα την επί των αιωνίων αξιών, αρχών, ιδεών και πεποιθήσεων στηριζομένην πίστιν, αποτελεί μέγιστον κίνδυνον δια τον κατ’ αρετήν βίον και την ευγενή και μεγαλουργόν εν τω ανθρώπω πολιτιστικήν ορμήν.
4) Ότι μόνον η ηθικήμ η επιστήμη του αγαθού, προάγει των ατόμων και των λαών τον βίον και είναι ο φορεύς αληθούς ευδαιμονίας.

Ούτω, ο μέγας Αθηναίος φιλόσοφος, έφερε την δάδα των αιωνίων ηθικών αξιών και της αληθούς επιστήμης υψηλά, ως μέγας λαμπαδηφόρος, και παρέδωκεν υπερηφάνως αυτήν εις το μέλον.
Αλλά διέπραξεν, κατά την ωραίαν και βαθιστόχαστον ρήσιν Γάλου ποιητού,
«το ασυγχώρητον λάθος να έχη προς της ώρας δίκαιον».
Και, ως γνωστόν,
«Το πνεύμα το συνδεόμενον προς το ηθικόν μεγαλείον είναι εκελινο, το οποίον οι ανόητοι συγχωρούν ολιγώτερον».

Ο ποιητής Μέλητος, ο βερσοδέψης Άνυτος και ο ρήτωρ Λύκων κατηγορούν τω 399 π.χ τον μέγαν ιεροφάντην, επί ασέβεια και διαφθοράν των νέων.
Ο Μέλητος, ως κύριος κατήγορος, επιδίδει την καταγγελίαν εις τον αρμόδιον άρχοντα :

«Τάδε εγράψατο και αντωμόσατο Μέλητος Μελήτου Πιτθεύς, Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν.
Αδικεί Σωκράτης, ους μέν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δε δαιμόνια καινά εισηγούμενος αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος
»

Η κατηγορία είναι βαρύτατη. Ο νόμος :
«Εισαγγέλεσθαι τους τα θεία μη νομίζοντες η λόγους περί μεταρσίων διδάσκοντας», είναι αμείλικτος.

Δυνάμει αυτου κατεδιωχθησαν, επί αθεα, ο Αναξαγόρας, η Ασπασία. ο Πρωταγόρας, ο Διαγόρας, ο Μήλιος κ.α.
Ο μέγας φιλόσοφος οδηγείται εις το εκ πεντακοσίων πολιτών αρμόδιον δικαστήριον της Ηλιαίας.
Κατά την διεξαγωγήν της δίκης οΜέλητος απαγγέλει δριμύτατον κατηγορητήριον, όπερ συνέταξεν ο δεινός ρήτωρ Πολυκράτης.

Ακολούθως ο Άνυτος και ο Λύκων υποστηρίζουν και ενισχύουν αποφασιστικώς την καταγγελίαν.

Ο Σωκράτης παρακολουθεί, με υπερήφανον αταραξίαν, τας δραματικάς φάσεις της κατ’ αυτού εξυφανθείσης σκευωρίας και θαυμάζει την σατανικήν δεξιοτεχνίαν του θιάσου της κακίας, αντιλαμβάνεται, ότι οι κατήγοροι, εντέχνως, παρέσυραν τους πολίτας – δικαστάς, και ότι είναι μάταιον, αλλά και αδύνατον, εντός του περιωρισμένου κατά νόμον χρόνου, ν’ ανασκευάση τόσας κατηγορίας, να διασείση και ανατρέψη τοιαύτας εκτάσεως και παρασκεύης δολοπλοκίαν.
Κατά την απολογίαν του προσποιείται, υπερασπίζει εαυτόν ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά πράγματι, ο φιλόσοφος, μεταβάλλει το ειδώλιον του κατηγορουμένου εις υψηλόν φιλοσοφικόν βήμα.
Η τραγικήν μορφή του τιτάνος φιλοσόφου έχει την συναίσθησιν, ότι ευρίσκεται ενώπιον της υψηλής του αποστολής, εις την οποίαν εφιέρωσεν ολόκληρον την ζωήν του.

Υπήρξεν ευσεβής προς τους θεούς, ευπειθής προς τους νόμους της Πατρίδος και δίκαιος προς τους ανθρώπους.
Αλλ’ η ηθική τελειότης εχει, εις τον κόσμον αυτόν, παράδοξον μοίραν :
Υφίσταται τας εξοντωτικάς επιθέσεις των σκοτεινών δυνάμεων του κακού και, συχνά, την εις θάνατον καταδίκην.
Η αρετή θριαμβεύει δια των μαρτύρων επί της Γης,
«Φθάνει δια του ικριώματος εις την αποθέωσιν».
Και ο Σωκράτης πορεύεται την ατραπόν του ιδικού του Γολγοθα.

Είναι ο τιμητικός κλήρος όλων εκείνων, οι οποίοι αφιέρψσαν την ζωήν των εις την υπηρεσίαν της ανθρωπότητος.
Καταδικάζεται εις θάνατον και οδηγείται εις την φυλακήν, εις την οποίαν παραμένη μέχρι την επάνοδον του ιερού πλοίου εκ Δήλου, κατά τον πλούν του οποίου απογορεύεται, κατά τον νόμον, η εκτέλεσις θανατικής ποινής.
Καθ’ όλον το ως άνω διάστημα συνδιαλέγεται, εν τω δεσμωτηρίω, μετα των μαθητων και φίλων του, με την εύθυμων εκείνην διάθεσην και γαλήνην, την τόσον γνώριμον εις την προσωπικότητα του μεγάλου φιλοσόφου.
Ηδύνατο να δραπετεύση- μαθηταί και φίλοι είχον προετοιμάσει τα πάντα- δεν το ηθέλισε.
Εις τας αγωνιώδεις προσπαθείας του Κρίτωνος-πληροφορηθέντος την άφιξιν του πλοίου-να σώση αυτόν και την υστάτη ακόμη ημέραν, ο μάρτυς φιλόσοφος προβάλει επίμονον άρνησιν και, εξηγών τους λόγους της αρνήσεως του να δραπετεύση, κηρύτει εκ του δεσμωτηρίου του ο, τι έκτοτε παραμένει, εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος, ως μνημείον ανυπερβλήτου ανθρωπίνου μεγαλείου και άφθαστου φιλοπατρίας :

«Ουδέ αδικούμενον άρα ανταδικειν, ως οι πολλοί οίονται, επειδή ε ουδαμως δει αδικειν… Ή ούτως ει σοφός, ώστε λέληθε σε, ότι ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ ΕΣΤΙΝ Η ΠΑΤΡΙΣ και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσι, και σέβεσθαι δει και μάλλον υποκείνειν και θωπεύειν πατρίδα χαλεπαίνουσαν η πατέρα, και ή πείθειν ή ποιείν, α αν κελεύη, και πάσχειν, εάν τι προστάττη παθειν, ησυχίαν άγοντα. Εάν τε τυπτεσθαι εάν τε δεισθαι, εάν τε εις, πόλεμον άγη τρωθησόμνον ή αποθανούμενον, ποητέον τάυτα, και το δίκαιον ούτως έχει, και ούχι υπεικτέον ούδ’ αναχωρητέον ουδέ λειπτέον την τάξιν, αλλά και εν πολέμω και εν δικαστήριω και πανταχού ποιητέον, α αν κελεύη η πόλις και η πατρίς, ήπείθειν αυτήν, ή το δίκαιον πέφυκε, βιάζεσθαι δε ούχ όσιον ούτε μητέρα ούτε πατέρα, πολύ δε τούτων έτι ήττον την πατρίδα»

Είναι δραματικαί αι τελευταιαι στιγμαι του μεγάλου Αθηναίου φιλοσόφου.
Ο Πλάτων, ο μέγιστος των μαθητών του, εν τω Φαίδωνι, αφηγείται αυτάς ως ακολούθως :

«…και ο λαβών και μάλα ίλεως, ω Εχέκρατες, ουδέν τρέσας ουδέ διαυθείρας ούτε του χρώματος ούτε του προσώπου, αλλ’ ώσπερ ειώθει, ταυρηδόν υποβλέψας προς τον άνθρωπον, τι λέγεις, έφη, περί τούδε του πώματος πρεο το αποσπεισαι τινι ; έξεστιν ή ού; τοσούτον, έφη, ω Σωκράτης, τρίβομεν, όσον οιόμεθα μέτριον είναι ποείν.
Μανθάνω, η δ’ ός αλλ’ εύχεσθαι γε που τοις θεοις έξεστι τε και χρη, την μετοίκησιν την ενθέδε εκεισε ευτηχη γενεσθαι, ‘α δή και εγω εύχομαι τε και γένοιτο ταύτη.
Και άμ’ ειπών ταύτα επισχόμενος και μάλα ευχερως και ευκόλως εξέπιν.
Και ημών οι πολλόι τέως μεν επιεικως οιοί τε ήσαν κατέχειν το μη δάκρύειν, ως δε είδομενπίνοντά τε και πεπωκότα, ουκέτι, αλλ’ εμου γε βία και αυτου αστακτί εχώρει τα δάκρυα, εξανένεστη. Απολλώδορος δε και εν τω έμπροσθεν χρόνω ουδέν επαύετο δακρύων, και δη και τότε αναβρυχησάμενος καλίων και αγανακτών ουδένα όντινα ου κατέκλασε των παρόντων πλήν γε αυτούς Σωκράτους..
Εκείνος δε οια, έφη, ποιείτε, ω θαυμάσιοι!
Εγω μέντοι ουχ ήκιστα τούτου ένεκα τας γηναικας απέπεμψα, ινα μη τοιαύτα πλημμελοιεν και γαρ ανήκοα, ότι εν ευφημία χρη τελευταν.
Αλλ΄υσιχίαν τε άγετε και καρτερείτε.
Και ημείς ακούσαντες ησχύνθημέν τε και απέσχομεν του δακρύειν.
Ο δε περιέλθων, επειδή οι βαρύνεσθαι έφη τα σκέλη, κατακλίθη ύπτιος ούτω γαρ εκέλευεν ο άνθρωπος και άμα εφαπτόμενος αυτού ούτος ημίν επεδείκνυτο, ότι ψύχοιτό τε και πυγνυτο.
Και αυτός ήπτετο και είπν, ο΄τι, επειδάν προς τη καρδία γένηται αυτώ, τότε οιχήσαται.
Ήδη ουν σχεδόν τι αυτού ην τα περί το ήτρον ψυχόμενα, και εκκαλυψάμνος –ενεκάλυπτο γαρ-είπεν, ο δη τελευταιον εφθέγξατο ω Κρίτων, έφη, τω Άσκληπιω οφείλομεν αλεκτρυόνα, αλλά απόδοτε και μη αμελήσητε.
Αλλά ταυτα, ε΄φη, έσται, ο Κρύτων, αλλ’ ολίγον χρόνον διαλίπων εκινήθη τε και ο άνθρωπος εξεκάλυψεν αυτόν, και ός τά όμματα έστησεν ιδών δε ο Κρύτων συνέλαβε το στόμα και τους οφθαλμόυς.
Ήδε η τελευτή, ω Εχέκρατες, του εταίρπυ ημιν εγένετο, ανδρός, ως ημείς φαιμεν αν, των τότε ων επειράθημεν αρίστου και άλλως φροιμωτάτου και δικαιοτάτου
»

Τον καταδικασθέντα φιλόσοφον ηθώωσαν η αδέκαστος ιστορίαν.
Και η ανθρωπότης ολόκληρος απίρους, εις την διαδρομήν των αιώνων, ανήγειρεν προς τιμήν του ανδριάντας.
Αλλά τον ασύκγριτων ανδριάντα, την επιστήμην της ανθρώπινης ηθικής, ανήγειρεν και προδέφερεν, εις την πάσχουσαν ανθρωπότητα, του τιτάνος φιλοσόφου η κραταιά μεγαλοφυίαν.
Ο Σωκράτης ουδέν έγραψεν αλλά γνωρίζομεν την φιλοσοίαν του, κυρίος, εξ όσων εισαγεταιλέγων εν τοις απομνημονεύμασι του Ξενοφ΄ψντο και συγκριτικώς παρά Πλάτωνι, και δη εν τη Αολογία, τω Κρίτωνι και το Φαίδωνι.
Η επίδρασις του εις τον καθόλου ψυχικόν και πνευματικών βίον της ανθρωπότητος υπήρξεν αφάνταστος.

Πηγές:

"Ελληνισμος και Κομμουνισμός" (1954)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ελευθέριου Πρόκου.

"Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι" (1966)
του Αείμνηστου Έλληνος κυρίου Ευάγγελου Σ. Σταμάτη


***** Συνεχίζεται*****
ΚΕΦΑΛΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ
Τακτικό μέλος
Τακτικό μέλος
 
Δημοσ.: 405
Ἐγγραφή: Κυρ 12/05/2002 12:05


Ἐπιστροφὴ στην Φιλοσοφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron