Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη

Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Σάβ 05/03/2011 11:54

Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη
Συνημμένα
ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΟΣΤΟΤΕΛΗ.pdf
Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη
(84.55 KiB) Ἔχει μεταφορτωθεῖ 444 φορές
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1595
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Σάβ 05/03/2011 23:43

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΟΣΤΟΤΕΛΗ




Έν έργμασιν νικά τύχα, ού σθένος
Πίνδαρος

Βεβαιότατα Τύχη χρειάζεται για τον ερανισμό και την αποκομιδή στοιχείων από το αξεπέραστο έργο του Αριστοτέλη, για την παρουσίαση κάποιου απλώς ενδεικτικού συνόλου, το οποίο να αφορά στο Θεό, και την θρησκεία, έτσι όπως περιγράφεται στην απέραντη παρακαταθήκη του Φιλόσοφου.
Η επονομαζόμενη Θεολογία του, είναι αναμφίβολα ότι πληρέστερο, και ότι πολυτιμότερο έχει να επιδείξει η παγκόσμια διανόηση.
Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η Αριστοτελική Θεολογία, δεν περιέχει μόνον το σύνολο όλων των Νοητών, και των Αισθητών α ι τ ί ω ν , αλλά και την Γνώση αυτών των αιτίων.

‘’ εί δε σοι άπιστον είναι καταφαίνεται, φωνής ακούει το ασώματον και ως αισθήσεως προσδεήσεται, και δή ώτων τά λεγόμενα ύφ’ ημών έν ταίς ευχαίς, έκων επίλανθάνη της των πρώτων αιτιών περιουσίας έν τε τώ είδέναι και τώ περιέχειν έν εαυτοίς τά ύφ’ εαυτών πάντα.’’
(Ιάμβλ. π.Μυστ.15,46 )

Το απόσπασμα είναι μια επεξεργασμένη μορφή, από κάποια παλαιότερη πίστη.
‘’ταυτόν δ’ έστί νοείν τε και ούνεκεν έστι νόημα.’’ (Παρμανίδης 299, απ.8,34 )
είχε ήδη διατυπώσει ο μεγάλος Παρμενίδης.
Σημαίνει ότι το ρήμα είναι ίδιο με το ουσιαστικό. Ο Λόγος ισούται με την Ουσία. Ήδη βρίσκεται κάποιος μπροστά στο φαινόμενο, ο λόγος,
ο ευχετικός λόγος, να ισοδυναμεί με το αντικείμενο της Ευχής.
Με εκείνο για το οποίο εύχεται κάποιος.





Η ΕΥΧΗ



Και όσον αφορά την ευχή που, και την δύναμή της, ένα ακόμη παράδειγμα από κάποιο χαμένο έργο του Σοφοκλή.

‘’τά μεν διδακτά μανθάνω,
τά δ’ εύρετά ζητώ,
τά δε εύκτά παρά θεών ήτησάμην’’
(Σοφοκλής απ.75)

Η ευχή λοιπόν ως δύναμη και αποτέλεσμα λόγου, είναι καθοριστική.
Καθοριστική και διαχρονική. Σήμερα… (ανεξέλεγκτο πέσιμο δορυφόρου!)

Υπογραμμίζεται ότι η περιουσία των πρώτων αίτιών, είναι το περιέχειν και το είδεναι.
Το περιεχόμενο και η γνώση του περιεχομένου.
Ουσιαστικά η Γνώση του Καθόλου.
Πολύ απλούστερα το περιεχόμενο και την γνώση κάθε υπάρχοντος, είτε αυτό είναι νοητόν. είτε αισθητόν.

(εδώ ο υπαινιγμός ως του σπουδαιότερου Έργου της Παγκόσμιας Διανόησης.)



Είς τα μετά τα Φυσικά

‘’Δεί ‘ημάς αρχομένους της παρούσης πραγματείας είπείν τόν σκοπόν, τήν τάξην, τήν αίτίαν τής επιγραφής. Σκοπός μέν έστί τής παρούσης πραγματείας το θεολογήσθαι. Θεολογεί ούν έν αυτή Αριστοτέλης……’’

Ονομάσαμε εδώ το επώνυμο της Θεολογίας έργο: Σοφία και Φιλοσοφία και Επιστήμη, αλλά όλες αυτές οι κατηγορίες ουσιαστικά γίνονται αδόκιμες. Ο Λόγος του Θεού, η Θεολογία, είναι πάνω απ’ όλα.
Η επιστήμη είναι μέρος του λόγου. Ο Λόγος έχει 34 κύριες, και τέσσερις δευτερεύουσες ερμηνείες. Όλες οι Ελληνικές Επιστήμες καλούνται Λόγος. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λέει ότι:
‘’είς λόγος και μία αίτία επί πάντων’’
ενώ κάπου αλλού:
‘’έστι δ’ έν πάσι αρχή μία και ούσία’’

Είναι η Εισαγωγή των Σχολίων του Ασκληπιού, στο ομώνυμο έργο του Αριστοτέλη.
Προϊδεάζει είναι αλήθεια ο λόγος.
Παρατίθεται δε εδώ, με την προσδοκία, την απόδειξη της Φιλοθεΐας του ανυπέρβλητου Φιλόσοφου, γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που συχνά ακούγεται ότι : ‘’ο Αριστοτέλης είναι άθεος’’.
Και μόνον το ότι καταγίνεται με την καθόλου Θεολογία, από μια πρώτη θεώρηση, θα έφτανε για να τον κατατάξει αυτοδίκαια ως θεοφιλή.
‘’ό δε κατά νούν ένεργών και τούτον θεραπεύων και διακείμενος άριστα, και θεοφιλέστατος έοικεν είναι’’.
(Ηθ.Νικ. κ 1179 22α)
Δικαιολογεί το γιατί ο Νούς, είναι θεοφιλέστατος. Ο Νούς λέει, είναι άριστος και συγγενέστατος με τους θεούς. Ο θεός αντευποιεί.
Ο σοφός λοιπόν, ο θεραπεύων και επιμελούμενος τον Νου, κατά συνέπειαν λογίζεται ως θεοφιλέστατος, και κατά το εικός, ευδαιμονέστατος.


Ο ΘΕΟΣ

Η μεγάλη διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός, του ότι ο θεός του Αριστοτέλη, διαφέρει κατά πολύ από τον σημερινής έννοιας και αντίληψης αντίστοιχο θεό.
Πάνω απ’ όλα δεν είναι ο θεός ‘’εξ αποκαλύψεως’’.

ο θεός αρχή τις (ΜΑ 2 983 Α 8),
το θείον φύσις χωριστή και ακίνητος, πρώτη και κυριώτατη αρχή. (Μκ 7 1064 α 37),
ο θεός το πρώτον κινούν ακίνητον ,αίδιον, και ουσία και ενέργεια. (Μλ 7 1072 β 29, Οα 9 279 α 32),
ανάγκη είναι τι, εν και αίδιον το πρώτον κινούν. (Φθ 6259 α 14),
ο θεός ζώον αίδιον άριστον (Μλ 7 1072 α 26, τε 128 β 19).

Τέλος, σ’ ένα είδος λόγου με αντίφαση κατά την εμήν δοξασία, εκτιμά ότι:
ο θεός ζώον νοητόν. (τε 6 136 β 7)

Ο Αέτιος δίνει μια ερμηνεία σχετική με το τι εννοούσε ο Αριστοτέλης, με το εν λόγω φθέγμα.

‘’Αριστοτέλης τον μεν ανώτάτω θεόν είδος χωριστόν, επιβεβηκότα τη σφαίρα του παντός, ήτις εστί αιθέριον, σώμα… ζώον είναι σύνθετο εκ σώματος και ψυχής, ων το μεν σώμα έστιν αιθέριον, κινούμενον κυκλοφορικώς, η ψυχή δε λόγος ακίνητος, αίτιος της κινήσεως κατ’ ενέργειαν’’

Αέτιος (Άρατ. Phil. Pertinentia, Lib.1) 126 α 25

Εκεί όμως που η ασάφεια και η αμφιβολία κορυφώνεται είναι το ακόλουθο:
‘’ο θεός η Νους έστι, η επέκεινα τι του Νού’’ (f 46 1483 α 27)
( σχόλια Αϊνστάιν)


Πολλά χρόνια αργότερα ο Αμμώνιος, σχολιάζει τα εξής :

«..επί δε των θεών τι ερουμεν; Ώσπερ απορεί και ο Αλέξανδρος η γαρ ούκ είναι μετά λόγου τας δυνάμεις αυτών φήσομεν. Είπερ είσίν ωρισμέναι και αεί ώσαυτώς έχουσαι πάσης εξηρημλεναι μεταβολής, η είπερ εισί μετά λόγου, και αυτάς είναι των αντικειμένων ομολογήσομεν. Λύει ούν ορθώς εκείνος την απορίαν, λόγον ενταύθα παρειλήφθαι λέγων τον διανοητικόν και από του ατελούς έπι το τέλειον προιόντα, και από των προτάσεων επί τα συμπεράσματα, οίος έστιν ο ημέτερος, αλλ’ ού τον νοερόν και κατά μίαν απλήν ενέργεια και αεί εστώσαν άπαντα ορώντα τα όντα, οίον είναι αυτός αποφαίνεται τον των θεών νούν, εξηρημένον τε παντελώς της ύλης και την ουσία σύνδρομον έχοντα την ενέργεια. Μήποτε δε ουδέ προσήκει φέρειν επ’ εκείνων το του λόγου τούτου όνομα.
νούς γάρ αυτούς ο Αριστοτέλης αξιοί προσαγορεύειν..
(Αμ. 67,2)


Στο κεφάλαιο Λ. Μετά τα φυσικά, περιγράφει τον αρχικό θεό, κάνοντας αρχή από το περίφημο “κινούν ακίνητον”

«..το δε τι ήν είναι, ούκ έχει ύλην το πρώτο. εντελέχεια γάρ. Εν άρα και λόγω και αριθμώ το πρώτον κινούν ακίνητον ό, και το κινούμενον άρα αιεί και συνεχώς έν μόνον. είς άρα Ουρανός μόνος..» (Μ.1074 α 38)

Το πρωταρχικό ακόμη, τι ήν είναι, δεν έχει ύλη, επειδή είναι εντελέχεια. (έχει δηλ. τον ίδιο αυτό τελικό σκοπό). Έτσι λοιπόν λογικά και αριθμητικά, το πρώτον κινούν, είναι μοναδικό και ακίνητο.
Άρα… δεν υπάρχει παρά ένας Ουρανός.

Μόλις προηγουμένως ειπώθηκε ότι η έννοια του Θεού κατά τον Αριστοτέλη, είναι διαφορετική.
Στην αμέσως συνέχεια του κειμένου Λ Μετ. Φυσ. αναφέρει μια Παράδοση, που κληροδοτήθηκε στους μεταγενέστερους από τους αρχαίους και παμπάλαιους σε σχήμα Μύθου, “ότι τα άστρα είναι θεοί” και ότι το θείον περικυκλώνει ολόκληρη την Φύση.
Τα υπόλοιπα έχουν με μυθολογικό τρόπο προστεθεί, και σκοπεύουν στην δημιουργία υπακοής του όχλου (προς την πειθώ των πολλών) και στην επωφελή χρήση τους ώστε να επιβάλλεται η έννομη τάξη.
Χαρακτηρίζουν λοιπόν τους θεούς ανθρωπό – μορφους, και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις τους δίνουν και μορφή ζώων.
Εάν όμως ξεχωρίσει και πάρει κανείς την αρχική βάση, ότι δηλαδή πίστευαν πως οι πρώτες ουσίες είναι θεοί, θα μπορέσει να διαπιστώσει ότι όντως πρόκειται περί θεϊκών αληθινά πίστεων, που μέσα στις εποχές και τις φιλοσοφικές επιστήμες άλλαξαν, ώστε σήμερα να τις αποδεχόμαστε ως ‘’σεβάσμια λείψανα….”
(Μετ. Φυσ. Λ 8 Α10)

Κατανοείται επαρκώς η αντίληψη του Αριστοτέλη, για το τι ήν είναι του πρωταρχικού Θεού.
Ή έστω της έννοιας του αρχικού Θεού, που παραλλαγμένη έφτασε έως σήμερα.
Αυτά λοιπόν τα σεβάσμια λείψανα – αληθινά θεϊκές πίστεις, όπως ο ίδιος τα αποκαλεί, και της απορρέουσας ευεργεσίας από αυτά, δεν παύει συνεχώς να υπογραμμίζει.

Δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που ο λόγος του μοιάζει κυρηγματικός..
Μοιάζει με σύγχρονο θρησκευτικό λόγο…


“ασθενή και ακατάλληλα τα επι της γής
έν αποστάσει της έκ Θεού ωφελείας”

(Αριστλ. κ 6 397, b 31)


Τέτοια φθέγματα ήταν καθοριστικά στην δημιουργία ενός κλίματος, Εκλογής, και Σύγκρισης, από τους εκκλησιαστικούς ταγούς μιας εποχής, σχετικά με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Οι θεωρητικοί της νέας θρησκείας, προσπαθούσαν να διαπιστώσουν, ποιος από τους δύο φιλόσοφους “βρισκόταν” πλησιέστερα στις νέες θρησκευτικές απόψεις, ή έστω ότι “μετάφερε” κάτι από αυτές.
Στο τέλος επί παραδείγματι της Πραγματείας “περί Γενέσεως και Φθοράς” λέει το εξής:

“τω λειπομένω τρόπω ανεπλήρωσε τ’ όλον ο Θεός ενδελεχή ποιήσας την γένεσιν”
(c10p.236 b 31)

Σε κάτι τέτοια ενδεικτικά σημεία, εντοπίζεται και η δημιουργηθείσα και έως σήμερα μεταφερόμενη “εναντίωση” μεταξύ του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.





ΘΥΣΙΑ


Ήδη στην πραγμάτωση της Θυσίας, με σαφήνεια παραγγέλλει ότι
“τας θυσίας προς τους Θεούς οσίως κατά τά πάτρια έξωμεν” (ρητ.1446,39,α)
Στο σημείο αυτό, όχι άδικα, οι ορθολογιστές Αριστοτελικοί, εγείρουν εύλογα ερωτήματα.
Γίνεται απολύτως λογικό, και αποδεκτό, ότι ποτέ κανένας Θεός δεν ζήτησε οποιουδήποτε είδους θυσία, συμπεριλαμβανομένης ενίοτε και της ανθρώπινης.
Π ω ς θ α ή τ α ν δ υ ν α τ ό ν ά λ λ ω σ τ ε.
Στον προκείμενο λοιπόν λόγο, γεννιέται ευρύ πεδίο σκεπτικισμού.
Ο Αριστοτέλης επιβεβαιώνει ότι: Οι ίδιοι οι Θεοί επιχαίρουν με τις θυσίες.
“τους θεούς χαίρειν ταίς ευσεβείας των θυόντων” (ρ 3.1423,β 28)

Διευκρινίζεται ότι :

“αί γάρ αρχαίαι θυσίαι, και σύνοδοι φαίνονται γίνεσθαι μετά των καρπών συγκομιδήν, οίον απαρχαί” (Ηθ.111160 α 20)

Πολύ αργότερα επικρατούσε η άποψη ότι οι θυσίες των πρώτων καρπών, των πρώτων γεννημάτων, αμνοί – ερίφια. κ.α και σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα πρωτότοκα παιδιά θυσιάζονταν στον Μεγάλο Δημιουργό, με το αιτιολογικό ότι, από τον Δημιουργό πλάστηκαν και σε εκείνον Επιστρέφουν.
Αλλού κάνει λόγο για τις περί Θεού θυσίες και κατασκευές..
“αί περί θεούς κατασκευαί και θυσίαι” (Ηδ.1122 α 20)
ενώ συγχρόνως τις επιμερίζει σε βασιλικές και ιερατικές. (Πγ 14 1285 β16)
Φτάνοντας μέχρι τις πάτριες θυσίες δεν παραλείπει σχετικές οδηγίες..
“πως δεί ποιείν τάς θυσίας” (ρ 39. 1446 α 36-β)

Εφιστά την προσοχή συνερχομένων σε Τελετή, και Θυσία, ότι δεν επιτρέπεται να προσφέρουν στους Θεούς προσφορές ελλειπείς …
“ουδέν κολοβόν προσφέρομεν προς τους Θεούς” (Frg. 108, 1495 β8)
Στο ίδιο σύνδρομο κάποιος άλλος λόγος του γίνεται καταλυτικός σε μια θεωρία, η οποία ακούγεται και διαδίδεται πολύ, τώρα τελευταία. Προσωπικά την χαρακτηρίζω λάθος.
Το ακόλουθο απόσπασμα, επιβεβαιώνει αυτήν την άποψη.
“ποιείσθαι πορείαν προς Θεών αποθεραπείαν” (Πη 16.1335 β 15)


Η προτροπή επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητα των λεγόμενων Ιερών Τόπων, των Ιερών Χώρων.
Ο Ιερός Χώρος, πάντοτε βρίσκεται μακριά από τον οικισμό.
Χρειάζεται πορεία, μικρότερη ή μεγαλύτερη για να φτάσεις εκεί.
Συνήθως δεν ανακαλύπτεται από τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτεται σ’ αυτόν.
Ο Ιερός Χώρος είναι έδρα εξαιρετικών Φαινομένων.
Τα εν λόγω φαινόμενα ονομάζονται Επιφάνειες, οι οποίες σταδιακά μετατρέπονται σε Ισχυοφάνειες, σε Ιεροφάνειες, και τέλος σε Θεοφάνειες.
Ενώ ένα ακόμη στάδιο μακρύτερα καταλήγουν σε Θεοφάνειες ανθρωπομορφικές.

Ο Ιερός λοιπόν Χώρος για να είναι πραγματικά ιερός, για να λειτουργήσει και να αποδώσει Τελετ-ουργία, ένα τέλειο δηλαδή έργο, πρέπει απαραιτήτως να εμπεριέχει εκεί εν δυνάμει, μετατρέψιμη
σε εν ενεργεία, κατά την τέλεση του Δρώμενου, τα τέσσερα Κοσμογονικά Στοιχεία.
Την Γή, το Νερό, την Φωτιά, και τον Αέρα.
Η λάθος λοιπόν άποψη και θεωρία πρεσβεύει ότι στην Ελλάδα έχουν εξακριβωθεί τα λεγόμενα ιερά τρίγωνα, υποτίθεται ότι διάφορα ισόπλευρα, ισοσκελή, κ.α ότι συνδέουν με ακρίβεια, επώνυμους ιερούς τόπους, όπως οι Δελφοί, η Δήλος, η Ολυμπία, η Δωδώνη, κ.α

Αλλά μια τέτοια άποψη, σύμφωνα με τα Θρησκειολογικά δεδομένα, απολήγει ουτοπία.

Γίνεται από απίθανο, έως αδύνατο τρείς επώνυμες πηγές νερού στην Ελλάδα, να σχηματίσουν έστω και ένα μοναδικό “ιερό” τρίγωνο…


Απίθανο και αδύνατο, παρά το ότι ο μεγάλος σοφός δικαιολογεί απόλυτα ένα συμπέρασμα, τριαδικής προσεγγίσεις του θεού.
[b]“προς τας αγιστείας χρώμεθα των θεών τώ αριθμώ τούτω” [/b](τρία)
Έχει ζωηρό ενδιαφέρον η εν λόγω παράγραφος, η οποία παρατίθεται στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο Περί Ουρανού: 268 α

«..αυτό που διαιρείται σε μέρη συνεχώς διαιρετά, είναι το συνεχές, ενώ αυτό που διαιρείται καθ’ όλες του τις διαστάσεις είναι το σώμα. Ως προς τα μεγέθη, αυτό που εκτείνεται σε μια διάσταση είναι η γραμμή, σε δυο το επίπεδο, και σε τρείς το σώμα. Εκτός από αυτά το τρία, δεν υπάρχει άλλο μέγεθος, επειδή μόνο τα τρία αυτά διαπιστώνονται (σε όλα τα φυσικά σώματα) και το ΠΑΝ περιλαμβάνεται στους τρείς αυτούς προσδιορισμούς.
Όπως άλλωστε λένε και οι Πυθαγόρειοι, το πάν και τα πάντα ορίζονται από τον αριθμό τρεία, γιατί το τέλος, το μέσο, και η αρχή αντιπροσωπεύονται από τον αριθμό του παντός, που είναι ο αριθμός τρία.
Γι’ αυτό, έχοντας πάρει από την φύση αυτές τις έννοιες σαν νόμους της, χρησιμοποιούμε και κατά τις θεοτικές τελετές αυτόν τον αριθμό..»


Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται μια ευκαιρία, σπουδαίας παρένθεσης.


(σώμα – ιδέες)

Ως δηλοί είς τον τάφον Πλάτωνος Αριστοτέλους επίγραμμα:
Σηκόν Αριστοτέλης ιδρύσατο τόνδε Πλάτωνος,
ανδρός όν ούτ’ αινείν τοίσι κακοίσι θέμις. (Φιλοπ.π.φ.Πορφ.11,1α15)
Περί ιδέας
Αριστοτέλης είδη μέν απέλιπε και ιδέας, ού μην
κεχωρισμένας της ύλης, (ουδέ) έξω γεγονυίας του
νού του Θεού. (Αέτιος 127 1,10,4)







Περί αιτίων

Οι περιπατητικοί των αιτίων τά μένα αισθητά,
τα δε νοητά (Αέτιος 127 1,11,8)


Πυθαγόρας, Αριστοτέλης τά μεν πρώτα αίτια
ασώματα, τά δε κατά μετοχήν ή κατά συμβεβηκός
της σωματικής υποστάσεως, ώστε
είναι τον κόσμον σώμα (Αέτιος 127 1,11,3)




Για τον ίδιο τον Πυθαγόρα, και την αναγνώριση προς αυτόν ενός εξαιρετικού είδους, ο Αριστοτέλης
‘’ιστορεί εν τοίς Περί της Πυθαγορικής φιλισοφίας διαίρεσιν τίνα, τοιάνδε υπό των ανδρών έν τοίς πάνυ απορρήτοις διαφυλάττεσθαι, του λογικού ζώου, το μέν έστι θεός, το δε άνθρωπος, το δε οίον Πυθαγόρας’’
(Προς Πυθ. 409 156)







ΜΥΣΤΗΡΙΑ



«..τα γάρ μυστήρια πασών τιμιωτάτη τελετή..» (Ρητ.Β 1401 Α 13)

«..τα μυστήρια δικαιοτέρους και ευσεβεστέρους ημάς καθίστην..»





‘’Όλβιος όστις ιδών (τα μυστήρια)
κείν’ εις υπό χθόν’ οίδε μεν βίου τελευτάν
οίδεν δε διόσδοτον αρχάν’’
Πίνδαρος (fr.sel.102/114)


Τρισευτυχισμένος εκείνος
πού είδε τα μυστήρια κάτω από την Γή
γνώρισε το Τέλος του Βίου
γνώρισε την Αρχή της Ζωής.


Μια αρχή Ταξινομήσεως, παραδίδεται ότι πέτυχαν οι σύγχρονοι θεοί, Βούδας, Χριστός, ενώ μια ίδια Αρχή προσπαθούν να γνωρίσουν κατασκευαστικά σήμερα, οι Πυρηνικοί επιστήμονες με το πρόγραμμα
CERN.

Ας τελειώσουμε αυτήν την αποσπασματική προσέγγιση στην Θρησκευτική Πρακτική, όπως σταχυολογήθηκε μέσα σε λίγα Αριστοτελικά κείμενα, με μια παρακαταθήκη που μας κληροδότησε ο ίδιος:

“τα τέλη της ζωής ημών έν αρετή και ηδονή’’


Έχει ήδη καταθέσει ότι ‘’εξ ανθρώπων γίγνονται θεοί δι’ αρετής υπερβολήν’’, (Ηθ.η 1145 α 28) μετατρέποντας μια στατική ρήση του Πλάτωνα, η οποία πρέσβευε ότι ‘’ο άνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας’’ (Πρωτ.322) στο προσφιλές του, εν δυνάμει και εν ενεργεία.

Για την αξία και επιδίωξη της εν αρετή διαβιώσεως έγινε ήδη λόγος.
Απομένει μια ακόμη αναφορά στην ηδονή, που πάνω απ’ όλα είναι στενότατα συνδεδεμένη με τους Θεούς. Μια διαχρονική ενσωμάτωση του ανθρώπου με τον εκάστοτε επώνυμο Θεό, δεν πραγματοποιείται περισσότερο αποτελεσματικά, απ’ όσο με την ερωτική Πράξη.
Κορυφαία στιγμή της σημερινής θεοποίησης του ανθρώπου, δεν είναι μια απλή Μετάληψη με το συμβολικό Σώμα και Αίμα, αλλά μια σύλληψις έν τώ μέσω του ναού, η οποία πραγματώνεται από τον σύγχρονο Θεό με την Εαρινή ιδιότητα του Νυμφίου.

Τι ίδιο το κινούν ακίνητον, ηδονίζεται…

‘’ο θεός αεί μιάν απλήν χαίρει ηδονήν. ού γάρ μόνον κινήσεως έστιν ενέργεια, αλλά και ακινησίας, και ηδονή μάλλον έν ηρεμία εστίν ή έν κινήσει’’ (Ηθ.Νικ.Η,1154 Β 26)

Αφού ήδη τονίστηκε ότι ο θεός και το κινούν ακίνητον είναι το ίδιο ακριβώς
ό θεός το πρώτον κινούν ακίνητον, αίδιον, κσι ουσία και ενέργεια (Μλ 7 1072 β 29)

Ως συμπέρασμα με βαριά κατά την άποψη μου σημασία προκύπτει το εξής:

‘’εί δε σοι άπιστον είναι καταφαίνεται, πως φωνής ακούει το ασώματον και ως αισθήσεως προσδεήσεται, και δή ώτων τα λεγόμενα ύφ’ ημών έν ευχαίς, εκών επιλανθάνη της των πρώτων αιτιών περιουσίας έν τε τώ ειδένα και τώ περιέχειν έν ευτοίς τά ύφ’ εαυτών πάντα’’
(Ιάμβλ. π.Μυστ. 15,46)

Η πολλαχώς λοιπόν παρεξηγημένη σήμερα Ευχή, έχει έναν αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα δύναμης και αποτελέσματος πάνω σε όλα τα νοητά και τα αισθητά Αίτια, μέσα στα οποία ζούμε, και τα οποία μας περιβάλλουν. Εδώ ακριβώς στηρίζεται και ένας διεθνώς μεταφερόμενος σοφός λόγος,
‘’πρόσεχε τι εύχεσαι’’.
Η ευχή έχει δύναμη και αποτέλεσμα.
Και βεβαίως ποτέ δεν πρέπει να ξεχνά κάποιος, ένα βαρυσήμαντο Αριστοτελικό λόγο:


‘’ασθενή και ακατάλληλα τά επί της Γής
Εν αποστάσει της έκ θεού ωφελείας’’

(Αριστλ. κ 6 397, b 31)
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1595
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"


Ἐπιστροφὴ στην Φιλοσοφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 2 ἐπισκέπτες

cron