ΠΕΡΙ ΟΡΧΗΣΕΩΣ

ΠΕΡΙ ΟΡΧΗΣΕΩΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 20/11/2011 15:38

Λουκιανού διάλογος περί ορχήσεως μεταξύ Λυκίνου και Κράτωνος ο οποίος θεωρεί το χορό γελοίο και γυναικώδη.
Ο Λύκινος προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Κράτων δεν έχει καθόλου δίκαιο και επιχειρηματολογεί λέγοντας « Εν πρώτοις, μου φαίνεται, αγνοείς τελείως ότι η τέχνη της ορχήσεως ούτε χθεσινήν, ούτε προχθεσινήν έχει την καταγωγήν, ούτε από την εποχήν των προπατόρων μας ή των προπατόρων αυτών ήρχισε· αλλ' εκείνοι οι οποίοι έγραψαν τα αληθέστερα περί της αρχής της ορχήσεως λέγουν ότι αύτη συμπίπτει με την δημιουργίαν του παντός και ότι ανεφάνη συγχρόνως με τον αρχαιότατον των θεών, τον Έρωτα.
Η κίνησις. των άστρων, η περιφορά των πλανήτων περί τους απλανείς και η εύρυθμος αυτών σχέσις και η αρμονία είνε δείγματα της αρχεγόνου ορχήσεως. Ολίγον δε κατ' ολίγον αναπτυσσόμενη και βελτιουμένη δια νέων προσθηκών, φαίνεται ότι έφθασε σήμερον εις την άκραν τελειότητα και κατέστη πολύμορφον και παναρμόνιον και πολύμουσον αγαθόν.
8. Αναφέρεται ότι πρώτη η Ρέα εθέλχθη υπό της τέχνης ταύτης και εις μεν την Φρυγίαν έβαλε τους Κορύβαντας να χορεύσουν, εις δε την Κρήτην τους Κουρήτας, και δεν ωφελήθη ολίγον εκ της τέχνης αυτών, αφού δια του χορού των της έσωσαν τον Δία, ώστε και δικαίως ο Ζευς να ομολογή ότι οφείλει εις αυτούς σώστρα, διότι χάρις εις την όρχησίν των εσώθη από τους οδόντας του πατρός του .
Εχόρευον δε ένοπλοι και εν τω μεταξύ εκρότουν τα ξίφη επί των ασπίδων και ανεπήδων κατά τρόπον ενθουσιώδη και πολεμικόν. Έπειτα οι επιφανέστεροι των Κρητών επιμελώς ασκηθέντες έγιναν άριστοι χορευταί, όχι μόνον οι απλοί πολίται αλλά και οι ανήκοντες εις ηγεμονικάς οικογενείας και πρωτεύοντες. Ο Όμηρος όχι δια να ψέξη, αλλά δια, να επαινέση τον Μηριόνην, τον ωνόμασεν ορχηστήν, και τόσον ήτο γνωστός και διεκρίνετο ούτος δια την χορευτικήν του τέχνην, ώστε όχι μόνον οι Έλληνες εγνώριζον τούτο, αλλά και αυτοί οι Τρώες, καίτοι εχθροί· και υποθέτω ότι το εμάντευον βλέποντες την ευκινησίαν και ευρυθμίαν με την οποίαν επολέμει και την οποίαν είχεν εκ της ορχήσεως. Ιδού δε τί λέγουν τα Ομηρικά έπη·
Μηριόνη, τάχα κέν σε καὶ ὀρχηστὴν περ' ἐόντα
ἔγχος ἐμὸν κατέπαυσε.7

Εν τοσούτω δεν τον επέτυχε, διότι ο Μηριόνης, ως εξησκημένος εις τον χορόν, υποθέτω, ευκόλως διέφευγε τα ριπτόμενα εναντίον του ακόντια.
9. Καίτι έχω να αναφέρω και πολλούς άλλους εκ των ηρώων, οίτινες ήσαν γυμνασμένοι εις την όρχησιν και είχον αναγάγη αυτήν εις τέχνην, θεωρώ αρκετόν να αναφέρω μόνον τον Νεοπτόλεμον τον υιόν του Αχιλλέως, όστις διέπρεψε ως χορευτής και επενόησε νέον είδος χορού, το ωραιότερον, τον εξ αυτού ονομασθέντα Πυρρήχιον.8 Ο δε Αχιλλεύς μανθάνων ταύτα περί του υιού του έχαιρεν, υποθέτω, περισσότερον παρά δια το κάλλος και την άλλην ανδρείαν του. Τωόντι δε η ορχηστική τέχνη εκείνου συνετέλεσεν εις το να εκπορθηθή και καταστραφή η δυσπόρθητος πόλις των Τρωών.
10. Οι Λακεδαιμόνιοι, οίτινες θεωρούνται ως οι ανδρειότεροι των Ελλήνων, εδιδάχθησαν παρά του Πολυδεύκους και Κάστορος να καρυατίζουν — είνε δε τούτο είδος ορχήσεως, τον οποίον χορεύεται εις τας Καρύας της Λακωνικής — και πράττουν τα πάντα ρυθμικώς· και εις αυτόν ακόμη τον πόλεμον πορεύονται με ρυθμόν και κανονίζουν το βήμα των κατά τον ήχον του αυλού, ο οποίος δίδει και το πρώτον σύνθημα προς την μάχην. Κατώρθωναν δε να νικούν πάντοτε, οδηγούμενοι υπό της μουσικής και της ευρυθμίας.»
Συνεχίζει ο Λύκινος
«Αλλά και τώρα ακόμη δύνασαι να ίδης τους εφήβους των να εξασκούνται περισσότερον εις τον χορόν παρά εις την οπλομαχητικήν. Όταν παύσουν αγωνιζόμενοι εις το παγκράτιον και αλληλοκτυπούμενοι, αι ασκήσεις των τελειώνουν εις χορόν. Ο αυλητής κάθηται εις το μέσον αυτών και αυλεί και κροτεί με τον πόδα9, οι δε νέοι ακολουθούν αλλήλους εις γραμμήν και χορεύοντες λαμβάνουν διαφόρους στάσεις κινούμενοι ρυθμικώς, άλλοτε μεν πολεμικάς, άλλοτε δε ερωτικάς και βακχικάς .11. Και το άσμα, με το οποίον συνοδεύουν την όρχησιν, είνε επίκλησις προς την Αφροδίτην και τους Έρωτας, τους οποίους καλούν να λάβουν μέρος εις το άσμα και την όρχησιν αυτών, το δε άλλο άσμα — διότι δύο άσματα τραγουδούν — διδάσκει και πώς πρέπει να χορεύουν· εμπρός παιδιά το πόδι, λέγει το τραγούδι, κι' ας βράση ο χορός.
Ανάλογα κάμνουν και οι χορεύοντες τον λεγόμενον όρμον. 12. Ο δε όρμος είνε χορός κοινός των εφήβων και των παρθένων, οίτινες χορεύουν ο εις παρά τον άλλον και σχηματίζουν αληθώς όρμον.10 Σύρει δε τον χορόν ο έφηβος και χορεύει επιδεικνύων δια των κινήσεων του πράξεις νεανικάς και όσα κατόπιν θα πράττη εις τον πόλεμον και ακολουθεί η παρθένος, υποδεικνύουσα εις τας άλλας να χορεύουν κοσμίως, τοιουτοτρόπως δε ο όρμος πλέκεται εκ σωφροσύνης και ανδρείας. Και αι γυμνοπαιδίαι11 δε είνε επίσης Λακωνική όρχησις.
13. Παραλείπω, διότι θα τα έχης αναγνώση, όσα ο Όμηρος λέγει περί της Αριάδνης εις τα περί ασπίδος και περί του χορού, εις τον όποιον ο Δαίδαλος την εξήσκησε, και δεν θα κάμω λόγον επίσης περί των δύο χορευτών, τους οποίους εκεί ο Όμηρος αποκαλεί κυβιστήρας12 και οίτινες ηγούνται του χορού. Εις το αυτό μέρος ο ποιητής λέγει· “Κοῦροι δ' ὀρχηστῆρες ἐδίνεον”13, και τούτο ήτο η ωραιότερα παράστασις την οποίαν είχε κατασκευάση επί της ασπίδος ο Ήφαιστος. Διά τους Φαίακας είνε πολύ φυσικόν ότι ετέρποντο εις τον χορόν, καθότι ήσαν λαός φιλήδονος και απελάμβανον όλας τας ευτυχίας της ζωής. Παρέστησε δε ο Όμηρος τον Οδυσσέα θαυμάζοντα προ πάντων την ζωηρότητα με την οποίαν εκινούντο οι πόδες των εις τον χορόν.
14. Αλλά και εις την Θεσσαλίαν τόσον εξετιμήθη η άσκησις του χορού, ώστε οι κάτοικοι απεκάλουν τους άρχοντας και τους αρχηγούς των προορχηστήρας14. Τούτο δε φαίνεται εις τας επιγραφάς των ανδριάντων, οίτινες εστήνοντο εις τους ανδραγαθούντας. Μία εκ των επιγραφών τούτων λέγει· “Η πόλις εξέλεξε τον τάδε προορχηστήρα”15, άλλη δε· “Εις τον Ειλατίωνα, επειδή καλώς εχόρευσεν εις την μάχην, ο δήμος εγείρει τον ανδριάντα τούτον”16.
Εκτός τούτου ουδεμία τελετή αρχαία γίνεται χωρίς όρχησιν. Ο Ορφεύς και ο Μουσαίος, οίτινες ήσαν εκ των αρίστων ορχηστών της εποχής των και οίτινες ίδρυσαν τας μυστικάς τελετάς, εθεώρησαν ότι θα ήτο πολύ ωραίον να γίνεται ή μύησις εις τας τελετάς ταύτας με ρυθμόν και όρχησιν και ούτω ενομοθέτησαν. Απόδειξις δε των λόγων μου, δια να μη αναφέρω πράγματα τα οποία δεν επιτρέπεται να μάθουν οι αμύητοι, είνε το πασίγνωστον, οτι περί των αποκαλυπτόντων τα μυστήρια λέγεται κοινώς ότι εξορχούνται. 16. Εις την Δήλον ούτε αι θυσίαι εγίνοντο χωρίς όρχησιν, αλλά και μετά μουσικής. Εσχηματίζοντο χοροί παίδων και εχόρευον υπό τους ήχους αυλού και κιθάρας, οι δε διακρινόμενοι εξ αυτών συνώδευον και με άσματα τον χορόν, και τα άσματα τα οποία εποιούντο δια τον χορόν εκαλούντο υπορχήματα, ήσαν δε πολυάριθμα. «
Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε άλλους λαούς :
17. Αλλά διατί να αναφέρω μόνον τους Έλληνας, αφού και οι Ινδοί, όταν το πρωί εγείρωνται εκ του ύπνου, δεν προσεύχονται προς τον ήλιον, όπως ημείς οι οποίοι φιλούμεν την χείρα και νομίζομεν τούτο αρκετόν δια την προσευχήν εκείνην, αλλά στρεφόμενοι προς ανατολάς χαιρετούν τον ήλιον χορεύοντες και μιμούνται τον σιωπηλόν χορόν του θεού τούτου· τούτο δε είνε δια τους Ινδούς και προσευχή και χορός και θυσία και κατ' αυτόν τον τρόπον προσεύχονται εις τον ήλιον δις της ημέρας, κατά την πρωίαν και κατά την δύσιν.
18. Oι δε Αιθίοπες και πολεμούν χορεύοντες και δεν ρίπτει βέλος ο Αιθίοψ — έχουν δε ως φαρέτραν την κεφαλήν των και περί αυτήν δένουν ακτινηδόν τα βέλη — εάν προηγουμένως δεν χορεύση και δια των χορευτικών κινήσεων απειλήση και προεκφοβίση τον εχθρόν.
19. Αφού δε ωμιλήσαμεν περί Ινδιών και Αιθιοπίας, αξίζει να κατέλθωμεν και εις την γειτονικήν Αίγυπτον, διότι μου φαίνεται ότι παλαιός μύθος εννοεί ότι ο Αιγύπτιος Πρωτεύς δεν ήτο άλλο τι παρά χορευτής, δηλαδή μιμητικός άνθρωπος και ικανός να λαμβάνη διάφορα σχήματα και μορφάς, αφού και του ύδατος την υγρότητα εμιμείτο και του πυρός την ζωηρότητα εις την κίνησιν και του λέοντος την αγριότητα και της παρδάλεως την οργήν και του δένδρου την δόνησιν και εν γένει ό,τι άλλο ήθελεν. Ο μύθος όμως παραλαβών αυτόν τον παρέστησε κατά τρόπον παράδοξον, ότι τάχα μετεβάλλετο εις ό,τι εμιμείτο. Αλλά τούτο αρμόζει και εις τους σήμερον χορεύοντας, τους οποίους βλέπομεν ν' αλλάσσουν εις την στιγμήν μορφάς ακριβώς όπως ο Πρωτεύς.
Πρέπει δε να υποθέσωμεν ότι και η Έμπουσα, ήτις ήλλασσε μυρίας μορφάς, ήτο χορεύτρια και ο μύθος την παρεμόρφωσε κατ' αυτόν τον τρόπον.
20. Μετά ταύτα δεν είνε δίκαιον να παρασιωπήσωμεν και την όρχησιν των Ρωμαίων, την οποίαν χορεύουν οι ευγενέστατοι εξ αυτών, οι λεγόμενοι Σάλιοι — είνε δε τούτο ιερατικόν όνομα, — προς τιμήν του Άρεως και είνε χορός σεμνότατος και ιεροπρεπέστατος.
21. Κάποιος δε μύθος της Βιθυνίας, ο οποίος ομοιάζει πολύ προς τας Ιταλικάς παραδόσεις, λέγει περί του Πριάπου, θεoύ πολεμικού και ενός εκ των Τιτάνων,
υποθέτω, ή εκ των Ιδαίων Δακτύλων, οίτινες έργον είχον να διδάσκουν την χρήσιν των όπλων, ότι παρέλαβεν από την Ήραν τον Άρην, ο οποίος ήτο μεν ακόμη μικρός την ηλικίαν, αλλά σκληραγωγημένος και καθ' υπερβολήν ανδρείος, και πριν ή τον διδάξη να μάχεται με τα όπλα, τον κατέστησε τέλειον χορευτήν. Ως αμοιβήν δε έλαβε δια τούτο παρά της Ήρας το δικαίωμα να λαμβάνη το δέκατον των λαφύρων, τα οποία θα είχεν εκ του πολέμου ο Άρης
22. Όσον αφορά τας Διονυσιακάς και Βακχικάς τελετάς, νομίζω ότι δεν περιμένεις να μάθης από εμέ ότι απετελούντο όλαι από χορούς. Ήσαν δε τρεις αι κυριώτεραι Διονυσιακαί ορχήσεις, ο κόρδαξ, η σικιννίς και η εμμέλεια, και οι θεράποντες του Διονύσου, οι Σάτυροι, έδωκαν εις αυτάς τα ονόματα των. Με αυτήν δε την τέχνην ο Διόνυσος υπέταξε τους Τυρηννούς, τους Ινδούς και τους Λυδούς και με στράτευμα εκ χορευτών ενίκησε φυλάς τόσον μαχίμους.
23. Ώστε πρόσεξε, αγαπητέ μου, μήπως είνε ασέβεια να κατηγορής τέχνην θείαν, αφιερωμένην εις τα μυστήρια, εξασκηθείσαν υπό τόσων θεών και προς τιμήν αυτών εκτελουμένην, παρέχουσαν δε εκτός της τέρψεως και ωφέλειαν. Απορώ δε και πως συ, ο οποίος τόσον, ως γνωρίζω, αγαπάς τον Όμηρον και τον Ησίοδον — διότι θα επιστρέψω πάλιν εις τους ποιητάς — τολμάς ν' αντιλογής προς εκείνους οίτινες υπέρ όλα επαινούν την όρχησιν. Διότι ο μεν Όμηρος, αναφέρων τα πλέον ευχάριστα και ωραιότερα των πραγμάτων, τον υπνον, την ερωτικήν απόλαυσιν, το άσμα και τον χορόν, μόνον τον τελευταίον ωνόμασεν αμύμονα.17 Ως λέγει, η τέρψις γεννάται εκ της μουσικής, και τα δύο δε ταύτα είνε ηνωμένα εις τον χορόν, το γλυκερόν άσμα και η αμύμων όρχησις· και συ τώρα φαίνεσαι ότι τον κατηγορείς δι' αυτήν του την γνώμην. Εις άλλο μέρος των ποιήσεων του λέγει:
Ἄλλῳ μὲν γὰρ ἔδωκε θεὸς πολεμήια ἔργα,
ἄλλῳ δ' ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδήν18.

διότι αληθώς είνε θελκτικώτατον το άσμα το οποίον συνοδεύει τον χορόν και κάλλιστον δώρον των θεών. Ο Όμηρος, διαιρών όλα τα πράγματα εις πόλεμον και ειρήνην, μόνον τα δύο ταύτα ως τα καλλίτερα φέρει εκ της ειρήνης εις αντίθεσιν προς τον πόλεμον.

24. Ο δε Ησίοδος, ο οποίος δεν ήκουσε παρ' άλλου, αλλ' είδε με τα μάτια του μίαν αυγήν τας Μούσας να χορεύουν, λέγει περί αυτών ως μέγιστον εγκώμιον εις την αρχήν των ποιημάτων του, ότι “περὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσ' ἁπαλλοῖσιν ὀρχεῦονται”19 και γύρω εις τον βωμόν του πατρός των.
Αλλά συ σχεδόν ως άθεος υβρίζεις την τέχνην του χορού. 25. Ο δε σοφώτατος Σωκράτης — εάν πρέπει να πιστεύσωμεν την περί αυτού γνώμην του μαντείου — όχι μόνον επαινετικώς εξεφράζετο περί της ορχηστρικής, αλλά και ήθελε να την μάθη, αποδίδων μεγάλην τιμήν και σημασίαν εις την ευρυθμίαν και το θέλγητρον της μουσικής, εις την χάριν των κινήσεων και των σχημάτων του χορεύοντος, και δεν εντρέπετο εις το γήρας του να κατατάσση τον χορόν μεταξύ των σπουδαιοτέρων μαθημάτων. Αλλ' ήτο επόμενον ν' αποδίδη τοιαύτην σημασίαν εις την ορχηστρικήν ο Σωκράτης, ο οποίος δεν εθεώρει ανάξιον του κόπου και τα μικρά να μανθάνη και εις τα διδασκαλεία των αυλητρίδων εσύχναζε και δεν εθεώρει άτοπον ν' ακούη κάτι τι σπουδαίον από μίαν εταίραν, την Ασπασίαν. Σημειωτέον δε ότι εκείνος εγνώρισε την τέχνην της ορχήσεως εις τας αρχάς της, όταν δεν είχεν αναπτυχθή και δεν είχε φθάση ακόμη εις το σημερινόν κάλλος· εάν δε έβλεπεν εκείνους οίτινες σήμερον την ανήγαγον εις τόσην τελειότητα, δεν αμφιβάλλω ότι θα παρέλειπε πάσαν άλλην ασχολίαν χάριν του θεάματος τούτου και προ παντός άλλου αυτό θα εδίδασκεν εις τους νέους.





35….. Τώρα δε θα σου αναφέρω τί πρέπει να έχη ο χορευτής, πως πρέπει ν' ασκηθή, τί να μάθη και πως να τελειοποιηθή εις την τέχνην του, δια να εννοήσης ότι η ορχηστική δεν είνε εκ των εύκολων τεχνών, αλλ' έχει ανάγκην τελείας παιδεύσεως, όχι μόνον εις την μουσικήν, την ρυθμικήν και την μετρικήν, αλλά μάλιστα και εις την ιδικήν σου φιλοσοφίαν, την φυσικήν και την ηθικήν. Την διαλεκτικήν εθεώρησεν ανάρμοστον εις εαυτήν, την ρητορικήν όμως δεν παρημέλησεν, αλλά σχετίζεται και με αυτήν εις την επίδειξιν του ήθους και του πάθους, την οποίαν και οι ρήτορες επιτηδεύουν. Και προς την ζωγραφικήν δε και την πλαστικήν δεν είνε άσχετος, αλλά και την ευρυθμίαν αυτών φαίνεται μιμούμενη, ούτως ώστε ούτε ο Φειδίας, ούτε ο Απελλής να φαίνωνται ανώτεροι αυτής.
36. Αλλά προ πάντων προσπαθεί να έχη υπέρ αυτής την Μνημοσύνην και την θυγατέρα αυτής Πολύμνιαν και φροντίζει να μιμήται τας Μούσας όλας· διότι, όπως λέγει ο Κάλχας εις τον Όμηρον, ο χορευτής πρέπει να γνωρίζη τα παρελθόντα, τα μέλλοντα και τα παρόντα, ώστε να μη του διαφεύγη τίποτε, αλλά να τα έχη όλα πρόχειρα εις την μνήμην του. Ο κύριος σκοπός της ορχήσεως είνε η μίμησις και είνε επιστήμη παραστατική, εκφράζουσα τα διανοήματα και φανερώνουσα τα μη φαινόμενα· εκείνο δε το οποίον ο Θουκυδίδης είπεν επαινών τον Περικλέα είνε και του ορχηστού το μέγιστον εγκώμιον, δηλαδή να γνωρίζη τα πρέποντα και να δύναται να τα εκφράζη· έκφρασιν δ' επί του προκειμένου εννοώ την παραστατικότητα των κινήσεων.
37. Όπως δε είπα ανωτέρω, η όρχησις αρύεται τας υποθέσεις της όλας εκ της αρχαίας ιστορίας και πρέπει να την έχη ο χορευτής πρόχειρον εις την μνήμην του και μετά χάριτος να αναπαριστά τας ιστορικός υποθέσεις· αρχίζων από του χάους και της πρώτης του κόσμου δημιουργίας πρέπει να γνωρίζη πάντα τα γενόμενα μέχρι των χρόνων της Κλεοπάτρας της Αιγύπτιας.
Η πολυμάθεια του ορχηστού πρέπει να περιλαμβάνη παρ' ημίν όλην αυτήν την ιστορικήν περίοδον και μάλιστα την μυθολογικήν, τον ακρωτηριασμόν του Ουρανού, την γέννησιν της Αφροδίτης, την Τιτανομαχίαν, την γέννησιν του Διός, την απάτην της Ρέας, την υποβολήν του λίθου εις τον Κρόνον αντί του γεννηθέντος Διός, την δέσμευσιν του Κρόνου και τον κλήρον τον οποίον έρριψαν οι τρεις αδελφοί. 38. Έπειτα κατά σειράν την επανάστασιν των Γιγάντων, την τιμωρίαν του Προμηθέως, την ισχύν και των δύο Ερώτων,24και κατόπιν πώς η Δήλος έπλεεν ως νήσος, πως εγέννησεν η Λητώ, τον φόνον του Πύθωνος και την επιβολήν του Τιτυού25, και πως ο Ζευς εύρε το κέντρον της γης δια της πτήσεως των αετών.26
39. Έρχεται κατόπιν η ιστορία του Δευκαλίωνος και του κατακλυσμού, όστις συνέβη εις την εποχήν του και πως μία κιβωτός διέσωσε λείψανον του γένους των ανθρώπων και πως έγιναν εκ νέου άνθρωποι εκ λίθων. Έπειτα του Βάκχου η κατασπάραξις, της Ήρας ο δόλος και της Σεμέλης η κατάφλεξις, του Διονύσου και αι δύο γεννήσεις και όσα ιστορούνται περί Αθηνάς, περί Ηφαίστου και Εριχθονίου· και η περί της Αττικής φιλονεικία, το επεισόδιον του Αλειρροθίου27 και η πρώτη δίκη η γενομένη εις τον Άρειον Πάγον, εν γένει δε όλη η μυθολογική ιστορία της Αττικής. 40. Προ πάντων πρέπει ο χορευτής να γνωρίζη την περιπλάνησιν της Δήμητρος και την ανακάλυψιν της Κόρης28, την φιλοξενίαν του Κελεού και την ανακάλυψιν της γεωργίας υπό του Τριπτολέμου, της αμπελουργίας δε υπό του Ικαρίου·29 το πάθημα της Ηριγόνης και όσα ιστορούνται περί Βορέου, περί Οριθνίας, περί Θησέως και Αιγέως. Προσέτι την αποδοχήν της Μηδείας και την εκ νέου φυγήν της εις την Περσίαν και τα περί των θυγατέρων του Ερεχθέως και του Πανδίωνος, τι έπαθαν και τί έπραξαν εις την Θράκην. Έπειτα έρχεται η ιστορία του Ακάμαντος και της Φυλλάδος30και η πρώτη αρπαγή της Ελένης και η ένεκεν αυτής εκστρατεία των Διοσκούρων κατά της πόλεως31, το πάθημα του 'Ιππολύτου και η κάθοδος των Ηρακλειδών· διότι όλα αυτά ορθώς δύνανται να θεωρούνται ως ανήκοντα εις την ιστορίαν της Αττικής.
Αυτά περί των Αθηναίων, ως δείγμα των πολλών τα οποία παραλείπω ν' αναφέρω. 41. Έπειτα η ιστορία των Μεγάρων, ο Νίσος και η Σκύλλα και ο πορφυρούς πλόκαμος, η εκστρατεία του Μίνωος και η αχαριστία του προς την ευεργέτιδα. Κατόπιν το επεισόδιον του Κιθαιρώνος και τα δυστυχήματα των Θηβαίων και των Λαβδακιδών, η άφιξις του Κάδμου, η ανάπαυσις του βοός32, ο φόνος του όφεως και το φύτρωμα των σπαρτών ανθρώπων· και πάλιν του Κάδμου η μεταμόρφωσις εις δράκοντα, η ανέγερσις του τείχους υπό τους ήχους της λύρας, η παραφροσύνη του τοιχοποιού, η καύχησις της Νιόβης και η εκ της λύπης σιγή της. Επίσης τα περί του Πενθέως και Ακταίωνος και του Οιδίποδος η ιστορία και τα περί Ηρακλέους μεθ' όλων των άθλων αυτού και της σφαγής των τέκνων του.
42. Η Κόρινθος παρέχει επίσης εις τον ορχηστήν πλήθος μυθολογικών υποθέσεων, όπως η ιστορία της Γλαύκης και του Κρέοντος και προ αυτών του Βελλεροφόντου και της Σθενεβοίας, η μάχη του Ηλίου και του Ποσειδώνος, έπειτα δε η παραφροσύνη του Αθάμαντος και η εναέριος φυγή επί του κριού των τέκνων της Νεφέλης και η υποδοχή της Ινούς και του Μελικέρτου.
43. Προς τούτοις η ιστορία των Πελοπιδών και των Μυκηνών και τα γενόμενα εντός αυτών και προ αυτών, ο Ίναχος και η Ιώ και ο φρουρός αυτής Άργος, ο Ατρεύς και ο Θυέστης και η Αερόπη· το χρυσούν δέρας και ο γάμος του Πέλοπος, ο φόνος του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας η τιμωρία· και ακόμη προ τούτων η εκστρατεία των επτά επί Θήβας, η υποδοχή των εξορίστων γαμβρών του Αδράστου και ο περί αυτών χρησμός, η διαταγή να μείνουν άταφοι οι πεσόντες και ο ένεκα τούτου θάνατος της Αντιγόνης και του Μενοικέως.
44. Ο χορευτής πρέπει αναγκαίως να ενθυμήται και όσα συνέβησαν εις την Νεμέαν, τα περί Υψιπύλης και Αρχέμορος. Και προ αυτών πρέπει να γνωρίζη πως η Δανάη εφυλάσσετο δια να τηρήση την παρθενίαν της, την γέννησιν του Περσέως και τον άθλον αυτού κατά των Γοργόνων, προς τον οποίον συνδέεται και η Αιθιοπική διήγησις, και την ιστορίαν της Κασσιεπείας, της Ανδρομέδας και του Κηφέως, τους οποίους κατέταξε μεταξύ των άστρων η πίστις των μεταγενεστέρων. Πρέπει δε να γνωρίζη και τους αρχαίους θρύλους περί της Αιγύπτου και του Δαναού και την επιβουλήν κατά τον γάμον.
45. Η Λακεδαίμων παρέχει όχι ολίγας τοιαύτας υποθέσεις, όπως η ιστορία του Υακίνθου και της αντιζηλίας Απόλλωνος και Ζεφύρου, ο φόνος του νέου δια του δίσκου και το ανθός το οποίον εφύτρωσεν εκ του αίματος του, και η επιγραφή η οποία υπήρχεν εις τα φύλλα του άνθους και εμοιρολόγει τον Υάκινθον, η ανάστασις του Τινδάρεω και η δια τούτο οργή του Διός κατά του Ασκληπιού. Προσέτι η αποδημία του Πάριδος και η αρπαγή της Ελένης, μετά την διά του μήλου κρίσιν. 46. Πρέπει δε να συνδεθή η Σπαρτιατική ιστορία με την Τρωικήν, η οποία είνε μεγάλη και περιέχει απειρίαν προσώπων. Εκάστου των πεσόντων προ της Ιλίου ο θάνατος αποτελεί δράμα κατάλληλον δια την ορχηστρικήν παράστασιν. Και πρέπει να ενθυμήται αυτά πάντοτε, μάλιστα ευθύς από της αρπαγής της Ελένης μέχρι των συμβάντων κατά την εκ της Τρωάδας επάνοδον των Ελλήνων, τας περιπλανήσεις του Αινείου και τον έρωτα της Διδούς,
προς τα οποία δεν είνε άσχετα και τ' ανδραγαθήματα του Ορέστου εις την Σκυθίαν. Επίσης δεν είνε άσχετα και αταίριαστα προς τα Τρωικά και εκείνα τα οποία προ τούτων συνέβησαν, όπως η διαμονή εις την Σκύρον του Αχιλλέως, ο οποίος εφόρει ένδυμα κόρης, η παραφροσύνη του Οδυσσέως και η εγκατάλειψις του Φιλοκτήτου, όλη εν γένει η ιστορία της περιπλανήσεις του Οδυσσέως, η Κίρκη και ο Τηλέγονος, η διεύθυνσις των ανέμων υπό του Αιόλου και τα αλλά μέχρι της τιμωρίας των μνηστήρων, προ τούτων δε η επιβουλή εναντίον του Παλαμήδους και η οργή του Ναυπλίου, η μανία του Αίαντος και ο θάνατος του άλλου όστις εκεραυνοβολήθη επί των βράχων.
47. Οι καταγινόμενοι εις τον χορόν έχουν ν' αντλήσουν πολλάς υποθέσεις και από την Ήλιδα, όπως την ιστορίαν του Οινομάου, τα περί Κρόνου και Διός και των πρώτων αθλητών των Ολυμπιακών αγώνων.
48. Η μυθολογία δε της Αρκαδίας είνε πλούσια εις τοιαύτας υποθέσεις, εκ των οποίων αναφέρω την καταδίωξιν και την φυγήν της Δάφνης, την μεταμόρφωσιν της Καλλιστούς εις θηρίον,. των Κενταύρων την μανιώδη μέθην, τα γενέθλια του Πανός, τον Έρωτα του Αλφειού και το υποβρύχιον ταξείδι33.
49. Εάν περάσωμεν εις την Κρήτην, έχομεν να εύρωμεν κ' εκεί πάρα πολλά θέματα ορχήσεως, όπως η ιστορία της Ευρώπης, της Πασιφάης, των δύο Ταύρων,34 του Λαβυρίνθου, της Αριάδνης, έπειτα την Φαίδραν, τον Ανδρόγεων, τον Δαίδαλον, τον Ίκαρον, τον Γλαύκον, την μαντικήν του Πολυΐδου και τον Τάλλω, τον χάλκινον άνθρωπον όστις περιεπόλει εις την Κρήτην.
50. Αλλά και εις την Αιτωλίαν εάν περάσωμεν, θα ίδωμεν ότι και απ' εκεί έχει να παραλάβη πολλά η όρχησις, την Αλθαίαν, λ.χ. τον Μελέαγρον, την Αταλάντην, τον δαυλόν, την πάλην μεταξύ ποταμού και Ηρακλέους, την γέννησιν των Σειρήνων και την εμφάνισιν των Εχινάδων και την επ' αυτών εγκατάστασιν του Αλκμέονος μετά την παραφροσύνην του· έπειτα τον Νέσσον και την ζηλοτυπίαν της Δηιανείρας, ήτις έγινεν αφορμή να καή επί της Οίτης ο Ηρακλής.
51. Και της Θράκης η ιστορία περιέχει πολλά τα αναγκαία δια τον χορευτήν, τον Ορφέα και την κατασπάραξιν του και τας περιπετείας της κεφαλής του ήτις έψαλλεν επιπλέουσα ομού με την λύραν, τα περί των ορέων Αίμου και Ροδόπης και την τιμωρίαν του Λυκούργου.
52. Έτι περισσότερα παρέχει η Θεσσαλία· τον Πελλίαν λ.χ., τον Ιάσονα, την Άλκηστιν, την εκστρατείαν των πεντήκοντα νέων και το πλοίον Αργώ με την λαλούσαν τρόπιδα. 53. Εκτός τούτων τα γεγόμενα εις την Λήμνον, τον Αιήτην, το όνειρον της Μηδείας, την κατασπάραξιν του Αψύρτου και όσα συνέβησαν κατά τον πλουν, έπειτα δε τα περί του Πρωτεσίλαου και της Λαοδαμείας.
54. Αν πάλιν περάσης εις την Ασίαν, θα εύρης και εκεί πολλά τα δραματικά· εν πρώτοις εις την Σάμον το πάθημα του Πολυκράτους και την μέχρι Περσίας περιπλάνησιν της θυγατρός του· ακόμη δε αρχαιότερα την ακριτομυθίαν του Ταντάλου και το γεύμα το οποίον προσέφερεν εις τους θεούς, την κατακρεούργησιν του Πέλοπος και τον ελεφάντινον ώμόν του.
55. Εις την Ιταλίαν έχομεν τον Ηριδανόν και τον Φαέθοντα και τας αιγείρους αδελφάς του θρηνούσας και δακρυούσας ήλεκτρον. 56. Πρέπει δε να γνωρίζη ο χορευτής και την ιστορίαν των Εσπερίδων και τα περί του φρουρού δράκοντας του χρυσού μήλου, τον μόχθον του Άτλαντος και την ιστορίαν του Γηρυόνου με την αρπαγήν των βοών εκ της Ερυθείας.
57. Δεν πρέπει δε ν' αγνοή ο επιδιδόμενος εις την όρχησιν και τας διαφόρους μυθικάς μεταμορφώσεις ανθρώπων εις δένδρα, θηρία ή πτηνά και γυναικών εις άνδρας, όπως λέγεται περί του Καινέα, του Τειρεσίου και άλλων.
58. Η Φοινίκη παρέχει εις τον χορευτήν την ιστορίαν του Μύρρα και το διπλούν Ασσυριακόν πένθος. Επίσης πρέπει να γνωρίζη ο χορευτής τα νεώτερα, όσα ο Αντίπατρος μετά την επικράτησιν των Μακεδόνων επεχείρησε και όσα ένεκα του έρωτος προς την Στρατονίκην έπραξεν ο Σέλευκος.
59. Τα αναφερόμενα εις την Αίγυπτον πρέπει ο χορευτής να παραστήση κατά τρόπον συμβολικώτερον, ως αναγόμενα κατά το πλείστον εις τα μυστήρια της Αιγυπτιακής θρησκείας· εννοώ τον Έπαφον και τον Όσιριν και τας μεταμορφώσεις των θεών εις ζώα,
προ πάντων δε τα περί των ερώτων αυτών και αυτού του Διός και των διαφόρων μεταμορφώσεων του. 60. Ανάγκη να γνωρίζη και όλην την τραγωδίαν του Άδου, τας τιμωρίας και τας αφορμάς εκάστης και την μέχρι του Άδου φιλίαν του Πειρίθου και του Θησέως. 61. Εν γένει δεν πρέπει ν' αγνοή τίποτε εκ των αναφερομένων υπό του Ομήρου και Ησιόδου και των αρίστων ποιητών, μάλιστα των τραγικών.
Ταύτα πολύ ολίγα εκ των πολλών ή μάλλον των απειροπληθών σου αναφέρω, εκλέξας τα κυριώτερα και αφήνων τα αλλά τα οποία ψάλλουν οι ποιηταί και παριστούν οι ορχησταί και τα οποία δύνασαι κατ' αναλογίαν των ειρημένων να εύρης και μόνος. Ο ορχηστής πρέπει πάντα ταύτα να έχη πρόχειρα και αποταμιευμένα, δια να τα μεταχειρίζεται εις πάσαν ευκαιρίαν.
62. Επειδή δε η τέχνη τoυ είνε να μιμήται και επαγγέλλεται να εκφράζη δια κινήσεων όσα άδονται, πρέπει, όπως οι ρήτορες, να επιμελήται ώστε να είνε αι παραστάσεις του σαφείς και παν ό,τι παριστά να εννοήται χωρίς ανάγκην εξηγητών. Όπως ο Πυθικός χρησμός είπε, πρέπει ο βλέπων όρχησιν να εννοή και ν' ακούη και όταν ο χορεύων σιωπά.
63. Κάτι τι σχετικόν λέγεται ότι συνέβη εις τον Δημήτριον τον Κυνικόν. Και αυτός, όπως συ, κατηγορεί την ορχηστρικήν και έλεγεν ότι είνε προσθήκη περιττή εις την μουσικήν των αυλών, των συρίγγων και των κυμβάλων και ότι ο χορευτής ουδέν προσθέτει εις την εντύπωσιν, αλλά κάνει κινήσεις παραλόγους και ματαίας, χωρίς κανέν νόημα, ότι δε οι ανθρώποι εγοητεύοντο υπό του πλουσίου ιματισμού του, υπό των ήχων του αυλού και της αρμονίας των τραγουδιστών και απέδιδαν την γοητείαν εις τον ορχηστήν, ενώ αυτός ουδόλως συνετέλει εις την εντύπωσιν. Τότε κάποιος ορχηστής, περίφημος κατά τους χρόνους του Νέρωνος, ο οποίος, ως λέγεται, διεκρίνετο όχι μόνον δια την γνώσιν της ιστορίας και το κάλλος της ορχήσεώς του, άλλα και δια την νοημοσύνην του, έκαμε προς τον Δημήτριον μίαν λογικωτάτην πρότασιν, να τον ίδη ορχούμενον και έπειτα να τον κατηγορή· υπεσχέθη δε να χορεύση χωρίς συνοδείαν αυλού και ασμάτων.
Και ούτω έπραξε· διέταξε τους κυμβαλιστάς και αυλητάς και τους τραγουδιστάς να σιωπήσουν και μόνος παρέστησε δια του χορού την ερωτικήν συνέντευξιν του Άρεως και της Αφροδίτης· έπειτα πως τους επρόδωσεν ο Ήλιος, πως τους επαγίδευσεν ο Ήφαιστος και τους εδέσμευσεν ομού και πως εκάλεσε τους θεούς να τους ιδούν, και η μεν Αφροδίτη εντρέπετο, ο δε Άρης εταράχθη και ικέτευε, και όλα τα σχετικά με την ιστορίαν αυτήν. Τόσον δε κατεγοητεύθη υπό του θεάματος ο Δημήτριος, ώστε απηύθυνε τον μέγιστον των επαίνων προς τον ορχηστήν και ενθουσιασμένος του είπε· Δεν βλέπω μόνον, έξοχε άνθρωπε, αλλά και ακούω τας κινήσεις σου και μου κάνεις την εντύπωσιν ότι και με τα χέρια σου μιλείς.
, 64. Αφού δε ευρισκόμεθα εις τους χρόνους του Νέρωνος, θα είπω και τι συνέβη μεταξύ ενός βαρβάρου και του ιδίου ορχηστού, το οποίον αποτελεί μέγιστον έπαινον δια την ορχηστρικήν. Ένας βάρβαρος ηγεμών των περί τον Πόντων χωρών είχε μεταβή εις την Ρώμην δια να επισκεφθή κατά καθήκον τον Νέρωνα. Και συνέβη να ίδη τον χορευτήν εκείνον να χορεύη τόσον εκφραστικώς, ώστε αυτός, καίτοι δεν ενόει τα αδόμενα, διότι ατελώς εγνώριζε την ελληνικήν, εκατάλαβε τα πάντα. Όταν δε επρόκειτο να επιστρέψη εις την χώραν του, ο δε Νέρων τον απεχαιρέτα και του έλεγε να ζητήση ό,τι ήθελε και υπέσχετο να του το δώση. Τον χορευτήν εκείνον, είπε, αν μου δώσης, τα μέγιστα θα μ' ευχαρίστησης. Και εις τί δύναται να σου χρησιμεύση; ηρώτησεν ο Νέρων. Έχω γείτονας βαρβάρους, οι οποίοι ομιλούν άλλην γλώσσαν και δεν μου είνε εύκολον να ευρίσκω διερμηνείς δια να συνεννοούμαι μετ' αυτών. Οσάκις λοιπόν θα έχω ανάγκην να έλθω εις συνεννόησιν με αυτούς, ο χορευτής θα δύναται να διερμηνεύη δια νευμάτων όσα θέλω να είπω. Τοιαύτη ήτο η εντύπωσίς του εκ της σαφήνειας και της εκφραστικότητας των μιμητικών κινήσεων του ορχηστού εκείνου.
65. Κυριωτέρα δε φροντίς και ο σκοπός της ορχηστρικής, ως είπα, είνε η υπόκρισις, την οποίαν οι ορχησταί επιτηδεύουν, όπως οι ρήτορες και μάλιστα οι απαγγέλλοντες τας λεγομένας μελέτας· διότι ο ρήτωρ τότε προ πάντων επιτυγχάνει όταν τα λεγόμενα προσαρμόζονται εις τα πρόσωπα, περί των οποίων πρόκειται, και δεν είνε ανάρμοστα εις τους ήρωας ή πένητας ή γεωργούς, εις τους οποίους ο λόγος αναφέρεται, άλλα περί εκάστου παρουσιάζουν ό,τι χαρακτηριστικόν και εξαίρετον.

67. Ουχί αλόγως δε οι κατοικούντες εις την Ιταλίαν αποκαλούν τον ορχηστήν παντόμιμον, λαμβάνοντες αφορμήν εκ των έργων του. Είναι δε καλή και χρήσιμος εις τον ορχηστήν και η παραίνεσις του ποιητού· “Τέκνον μου, να μιμηθής το θαλάσσιον ζώον, το οποίον προσκολλάται εις τας πέτρας και έπειτα φρόντισε να επισκεφθής όλας τας πόλεις και να γνωρίσης τα ήθη των”. Ομοίως ο ορχηστής πρέπει να προσκολλάται και να εξοικειούται προς έκαστον εκ των θεμάτων τα οποία υποκρίνεται.
Εν γένει δε η όρχησις επαγγέλλεται να υποκρίνεται και παριστά χαρακτήρας και πάθη, τώρα μεν τον έρωτα, έπειτα δε την οργήν, άλλοτε δε την παραφροσύνης και άλλοτε την θλίψιν και πάντα ταύτα εις τους διαφόρους αυτών βαθμούς. Και το θαυμασιώτερον είνε ότι παρουσιάζεται εντός της αυτής ημέρας οτέ μεν Αθάμας μαινόμενος, οτέ δε Ινώ φοβουμένη, άλλοτε Ατρεύς ο ίδιος και μετ' ολίγον Θυέστης, έπειτα Αίγισθος ή Αερόπη. Και όλους τούτους τους χαρακτήρας μόνον είς άνθρωπος υποδύεται.
[68] Τα άλλα θεάματα και ακούσματα επιδεικνύουν έκαστον μίαν πράξιν, είτε μουσική αυλού ή κιθάρας είνε, είτε άσμα ή τραγική δραματουργία, είτε κωμωδία· ο ορχηστής όμως περιλαμβάνει τα πάντα και η σύνθεσίς του είνε ποικίλη, και ανάμικτος από όλας τας τέχνας και τα μέσα της τέχνης, από τον αυλόν, την σύριγγα, τον κτύπον των ποδών, του κυμβάλου τον κρότον, του ηθοποιού την απαγγελίαν και των τραγουδιστών την αρμονικήν πολυφωνίαν.
[69] Ενώ δε τα αλλά είνε έργα τα, μεν της ψυχής, τα δε του σώματος, εις την όρχησιν το ψυχικόν και το σωματικόν στοιχείον αναμιγνύονται· διότι τα γινόμενα εκδηλούν σκέψεις και συγχρόνως επιδεικνύουν της σωματικής ασκήσεως την ενέργειαν, η δε τελειότης της ορχήσεως συνίσταται εις την σοφίαν των χειρονομιών και εις το να μη γίνεται καμμία κίνησις άνευ λόγου. Δια τούτο ο Λεσβώναξ ο Μυτιληναίος, άνθρωπος σοφός και χρηστός, απεκάλει τους ορχηστάς χειροσόφους και μετέβαινε να τους. βλέπη με την πεποίθησιν ότι θα επέστρεφεν εκ του θεάτρου καλλίτερος. Ο δε Τιμοκράτης, ο διδάσκαλος του, όταν ποτέ κατά τύχην είδεν ένα ορχηστήν χορεύοντα, Οποίον θέαμα, είπε, μ' έχει στερήση ο προς την φιλοσοφίαν σεβασμός.
[70] Εάν δε είνε αληθή εκείνα τα οποία περί ψυχής λέγει ο Πλάτων, ο ορχηστής εκδηλώνει καλώς τα τρία μέρη αυτής, το θυμικόν, όταν υποκρίνεται οργιζόμενον, το επιθυμητικόν, όταν παριστά ερωτευμένους, και το λογικόν, όταν χαλιναγωγή τα διάφορα πάθη· το τελευταίον δε τούτο είνε κατεσπαρμένον εις όλα τα μέρη της ορχήσεως, όπως η αφή είνε διανεμημένη εις όλας τας αισθήσεις. Όταν δε τόσον φροντίζη περί του κάλλους και της αρμονίας των σχημάτων, τί άλλο πράττει παρά πραγματοποιεί το λεχθέν υπό του Αριστοτέλους, όστις επαίνων το κάλλος το θεωρεί ως εν εκ των τριών τα οποία αποτελούν την ευτυχίαν;35 Ήκουσα και κάποιον όστις, θέλων να εξάρη εμφαντικώτερον την σιωπήν των προσώπων του ορχηστικού δράματος, έλεγεν, ότι και αυτή συμβολίζει έν εκ των δογμάτων του Πυθαγόρου36.
[71] . Ενώ δε εκ των άλλων έργων τα μεν υπόσχονται το τερπνόν, τα δε το χρήσιμον, μόνον η όρχησις παρέχει και τα δύο· είνε δε το χρήσιμον πολύ ωφελιμώτερον όταν συνοδεύεται υπό του τερπνού. Πόσον τωόντι πλέον ευχάριστον είνε να βλέπη τις χορόν παρά νέους πυγμαχούντας και καθημαγμένους, των οποίων το αίμα τρέχει, και άλλους παλαίοντας και κυλιόμενους εις τον κονιορτόν, πράγματα τα οποία η όρχησις πολλάκις εκτελεί κατά τρόπον ακριβέστερον, ωραιότερον και τερπνότερον. Η συνεχής κίνησις του χορού, αι συστροφαί και αι περιστροφα! αυτού, τα πηδήματα και του σώματος οι υπτιασμοί δια μεν τους θεατάς είνε τερπνά, δια δε τους χορεύοντας υγιεινότατα· διότι εκ των ασκήσεων εκείνην εγώ τουλάχιστον θεωρώ ως την ωραιοτέραν και ευρυθμοτέραν, η οποία μαλάσσει το σώμα και το λυγίζει και το ελαφρώνει και του δίδει την ευκολίαν εις την αλλαγήν στάσεων και συγχρόνως του παρέχει όχι μικράν δύναμιν.
[72]Πώς λοιπόν να μη είνε κάτι το παναρμόνιον η όρχησις, η οποία οξύνει την ψυχήν και εξασκεί το σώμα, τέρπει τους βλέποντας και διδάσκει πολλά εκ των παλαιών συμβάντων δια των αυλών και των κυμβάλων και της ευρυθμίας των μελών, δια της γοητείας των οφθαλμών και της ακοής;
Αλλα και αν θέλης ν' ακούσης μίαν ωραίαν φωνήν, που αλλού δύνασαι να εύρης συναυλίαν πολυφωνοτέραν και αρμονικωτέραν; Αλλ' εάν περισσότερον σου αρέσουν οι ήχοι του αυλού και της σύριγγας, και τούτους δύνασαι αφθόνως ν' απόλαυσης εις την όρχησιν. Παραλείπω ότι ο χαρακτήρ σου θα βελτιωθή εις αυτά τα θεάματα, όταν θα βλέπης τους θεατάς να εκδηλούν μίσος κατά των κακών πράξεων και να δακρύουν δια τ' αδικήματα. Εν γένει το θέαμα είνε ηθοπλαστικόν δια τους θεατάς.
73. Αλλ' ο μεγαλείτερος έπαινος δια τον χορόν είνε ότι κατορθώνει να δίδη εις τα μέλη συγχρόνως ευκαμψίαν και δύναμιν, πράγμα τόσον παράδοξον, ως εάν τις κατώρθωνε να ενώση εις εν σώμα την δύναμιν του Ηρακλέους και την αβρότητα της Αφροδίτης.
Τώρα δε θα προσπαθήσω να σου υποδείξω δια του λόγου και οποίος πρέπει να είνε ο άριστος ορχηστής κατά τε την ψυχήν και το σώμα. Αλλ' όσον άφορα την ψυχήν, ανέφερα ήδη τα περισσότερα· ότι πρέπει να έχη μνημονικόν, να είνε ευφυής και νοήμων και οξύς είς την αντίληψιν και, προ πάντων, ταχύς εις το ν' αυτοσχεδιάζη, προσέτι δε να δύναται να κρίνη ποιήματα και άσματα, να διακρίνη τας καλλίτερος μελωδίας και να διορθώνη τα πλημμελή και ελαττωματικά.
75. Το δε σώμα του νομίζω ότι πρέπει να σου παρουσιάσω σύμφωνον προς τον κανόνα του Πολυκλείτου. Ούτε πάρα πολύ υψηλός πρέπει να είνε, ούτε πάρα πολύ μικρόσωμος και νανώδης, αλλ' εντελώς σύμμετρος, ούτε πολύσαρκος — πράγμα ανάρμοστον εις την όρχησιν και τας υποκρίσεις αυτής — ούτε καθ' υπερβολήν ισχνός, το οποίον ενθυμίζει τους σκελετούς και τους νεκρούς.

77. Έπειτα, πρέπει πάντως να είνε ευκίνητος ο χορευτής, να έχη το σώμα χαλαρόν και συγχρόνως στερεόν, ούτως ώστε να λυγίζεται όταν είνε ανάγκη και να στέκεται αλύγιστον οσάκις πρέπει. 78. Ότι δε η όρχησις δεν στερείται και των αθλητικών κινήσεων, αλλ' έχει και τας ωραιότερας αθλητικός στάσεις του Ερμού, του Πολυδεύκους και του Ηρακλέους, δύνασαι να το ίδης αν προσέξης εις εκάστην των ορχηστικών μιμήσεων. Κατά τον Ηρόδοτον, πλέον αξιόπιστος είναι η όρασις από την ακοήν· αλλ' εις την όρχησιν και η όρασις και η ακοή είνε αναγκαίαι.
79. Τόσην δε επίδρασιν έχει εις την ψυχήν η όρχησις, ώστε, αν μεταβή κανείς ερωτευμένος εις το θέατρον, σωφρονίζεται βλέπων ποία κακά αποτελέσματα έχει ο έρως· εάν δε κατέχεται υπό λύπης, αναχωρεί εκ του θεάτρου φαιδρότερος, ως να έπιε φάρμακον το όποιον δίδει την λήθην ή όπως ο ποιητής το λέγει, νηπενθές και άχολον.37 Απόδειξις δε ότι η όρχησις αναπαριστά τα αισθήματα των ανθρώπων και ότι οι θεαταί αναγνωρίζουν έκαστος τα αισθήματα του εις τα παριστώμενα, είναι ότι οι βλέποντες δακρύουν πολλάκις, οσάκις ο χορός παριστά τίποτε θλιβερόν. Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνειθίζεται και εκτιμάται προ πάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είνε σατυρική, τόσον έχει υποδούλωση τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ωρισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχουμένους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται δια τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά δια τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα.


81. Εν γένει δε ο χορευτής πρέπει να καταβάλλη πάσαν φροντίδα, ώστε παν ό,τι εκτελεί να είνε εύρυθμον, εύσχημον, σύμμετρον, συνεπές προς εαυτό, μη δυνάμενον να παρερμηνευθή και κατακριθή, χωρίς καμμιάν έλλειψιν και αποτελούμενον εκ των αρίστων ασκήσεων· ο ίδιος δε να έχη την μνήμην οξείαν, να έχη γνώσεις μεγάλας και βαθείας και να γνωρίζη μεγάλως την ανθρωπίνην ψυχήν. Τότε ο έπαινος των θεατών θα είνε εντελής, όταν έκαστος εκ των παρακολουθούντων την όρχησιν αναγνωρίζει εις αυτήν τα αισθήματα του και ως εις καθρέπτην βλέπει τον εαυτόν του εις τον ορχηστήν και όσα πάσχει και όσα συνειθίζει να πράττη. Όταν οι θεαταί βλέπουν έκαστος τας κινήσεις της ψυχής των και αναγνωρίζουν εαυτούς, αισθάνονται τόσην τέρψιν, ώστε δεν δύνανται να κρατηθούν, αλλ' επαινούν και επευφημούν ενθουσιωδώς· διότι αποτέλεσμα του θεάματος εκείνου είνε το Δελφικόν “Γνώθι σεαυτόν”· απέρχονται δε εκ του θεάτρου, αφού έμαθαν ποία πρέπει να προτιμούν και ποία ν' αποφεύγουν και εδιδάχθησαν όσα προηγουμένως δεν εγνώριζαν...........................
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

Ἐπιστροφὴ στην Φιλοσοφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 2 ἐπισκέπτες

cron