ΛΑΘΟΣ Ο ΟΡΟΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΙ

Συζήτηση γιὰ διάφορα θέματα

Δημοσίευσηἀπό ΦΟΥΡΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ » Τρί 16/05/2006 02:38

Καί τίς τελευταίες ήμέρες, είς πολλές Ίστοσελίδες καί πολλά έντύπα γίνονται έντονες συζήτησεις καί άναφορές, είς τούς έχοντες κυριαρχήσει είς τίς όθόνες τών τηλεοράσων Πόρνων, τούς όποίος όν ομάζουν Όμοφυλοφίλους.

Μ΄άφορμή κι αύτές τίς συζητήσεις άπό τό ¨ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ" τών: ΠΑΠΕ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ, ΠΑΣΣΟΒ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ καί ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ έκδοθέντος τό 1897 θά έν άντιγράψω τρία λήμματα. Αύτά τά άντιγράφω προκειμένου νά έννοήσωμε πώς ό όρος όμοφυλόφίλος είναι λάθος καί ό σωστός ( περί τής έτυμολογικής καί έννοιλογικής έννοιας τού όποίου θά άναφερθώ άργότερα) είναι Πόρνος.

Α.Όμοφύλία, ή όμοιότης τής φυλής, συγγένεια έθνος Στραβων !,2, 34.

Β. Όμο-φύλιος . όμόφυλος.

Γ. Όμό-φύλος:2 (φύλο), ό έκ τής αύτής φυλής, τού αύτού έθνους, συγγενής.-φιλία Εύριπ. Ήροδοτος μ. 1200. θούμόφυλον =τό όμοιον γένος Ι.Τ. 346 - όρνιθες = τού αύτού είδους ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ 1,2,39. έν γένει, ό συγγενής, 8,7,20 Ζεύς όμόφυλος. Πλάτωνος Νόμοι 8.843, έχει εύρυτέρα έννοια τού όμοεθνή, "οί γειτνιώντες καί όμόφυλοι βάρβαροι" ΗΡΩΔΙΑΝΟΣ .6.2,10.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
Τό αύτό λεξικό, είς τό λήμμα έτερο-φύλος, γράφει: Έτερο-φύλος , άλλοεθνή, άλλογενής, έτερότροπος,
Άντέγγραψα καί τό λήμμα τούτου καί διότι: Έάν καταφύγουμε είς τό Λεξικό Μπαμπινιώτη καί είς τά λήμματα του: Όμοφυλία . Όμόφυλος.καί Όμοφιλόφιλος θά διαβάσωμε:

α. Όμοφυλία :(ή) [μτγν.] {χωρ. πληθ} 1. ή ταυτότητα ή όμοιότητα φυλής, γένους ΣΥΝ συγγέννεια΄ΑΝΤ. έτεροφυλίας 2. ( συνεκδ.) όμάδα φυλών , έθνών, πού έχουν κοινή καταγωγή καί συγγενεύουνεταξύ τους :άραβική -ΣΥΝ. όμοεθνία 3. (κατ΄ έπέκτ.) τάξη όμοειδών πραγμάτων, πού έχουν κοινή καταγωγή, προέλευση: ρομανική γλώσσα -( τό σύνολο τών ν εωτέρων γλωσσών πού προήλθαν άπό τήν λατινική. λ.χ. ή Ίταλική, ή Γαλλική, ή Ρουμανική, ή Ίσπανική κ.ά,).

β. Όμόφυλος:, ή,-ό [άρχ.]1. αύτός πού άνήκει στήν ίδια φυλή, στό ίδιο έθνος: -πληθυσμοί ΣΥΝ. όμογενής, όμόεθνής ΑΝΤ. άλλόφυλος, άλλογενής, άλλοεθνής. 2 αύτός πού άνήκει στό ίδιο φύλο( άνδρικό ή γυναικείο) μέ άλλο/άλλους ΑΤ. έτερόφυλος.

γ. Όμοφυλόφιλος :, ή,-ό 1. αύτόπού έχει σεξουαλική προτίμηση πρός άτομο τού ίδιου φύλου. 2. Όμοφυλόφιλος (ο)/όμοφυλόφιλη (ή) άνδρας/γυναίκα πού συνάπττει έρωτικές σχέσεις μέ άτομα τού ίδιου φύλου ΣΥΝ. κίναιδος, (οίκ.) άδελφή, συκιά,(!) άφυλος ΑΝΤ. έτεροφυλόφιλος.

Έάν προσέξουμε καλά μόνό τήνα άπό τόν Κύριον Μπαμπινιώτη άποδειδόμενη έννοια τού :έτεροφυλόφιλος, θά έπισημάνουμε τήν παραποίησιν της. Διότι έάν ήθελε νά δώσει σωτά τήν έννοια, τή όποίαν τού δίδει θά έπρεπε τούλάχιστον τά νά γράψει: έτεροφυλόφυλος. Δηλαδή καί τό δεύτερο φί ν ά τό γράψει μέ υ ( ύψιλον ) καί όχι ι (γιώτα).
Όσο δέ άφορά τήν ταύτησιν τού έτερόφυλου μέ τόν Κιναίδο καί αύτή ν είναι έντελώς λανθασμέν. Τό διατί όταν θά
άντιγραφούν τά λήμματα Κίν αιδος καί Πόρνος.
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΦΟΥΡΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
 
Δημοσ.: 808
Ἐγγραφή: Δευ 02/09/2002 22:27

Ἐπιστροφὴ στην Γενικά



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 0 ἐπισκέπτες

cron