«Ο ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ» ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ

«Ο ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ» ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ

Δημοσίευσηἀπό ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ » Κυρ 15/11/2009 18:43

«Ο ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ» ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ: Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ
Δοκιμή ψυχαναλυτικής προσέγγισης

Το διήγημα «Ο Μοσκώβ-Σελήμ» είναι ένα ψυχογράφημα ενός αντιπροσωπευτικού Τούρκου, που επιλέγει ο Βιζυηνός να τον καταστήσει κεντρικό ήρωα της ιστορίας του, ασκώντας συστηματική σπουδή της τουρκικής ψυχής και νοοτροπίας. Με τη συγγραφή του «Μοσκώβ-Σελήμ» γκρεμίζει τα τείχη του φυλετικού μίσους και οικοδομεί την αγάπη και τη φιλία που μπορεί να αναπτύσσεται σε πρόσωπα, ανεξάρτητα από τη φυλή και το θρήσκευμά τους. Ο αφηγητής λέει κάποια στιγμή περιγράφοντας τη συνάντηση με τον ήρωα: «Καλά λοιπόν το λέγουν πως δύο άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο ξένοι μεταξύ τους και όμως οι ψυχές τους να είν’ αδέλφια!» (212).

Πρόκειται για την ιστορία ενός Τούρκου της επαρχιακής αριστοκρατίας, τρίτο αγόρι της οικογένειάς του, που γνωρίζει την αδικία στο οικογενειακό του περιβάλλον και στην κατοπινή του ζωή, όταν υπηρετεί την πατρίδα του στους αλλεπάλληλους πολέμους στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Η αιχμαλωσία του από τους Ρώσους, τους εχθρούς των Τούρκων, θα του δώσει την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι αυτοί που παρουσιάζονται εχθροί του τουρκικού έθνους, είναι άνθρωποι με καλοσύνη που τιμούν την ανδρεία των εχθρών τους και συμπεριφέρονται με ανθρωπιά στους αιχμαλώτους τους. Προβαίνει έτσι σε συγκρίσεις και φτάνει μάλιστα στο σημείο, Τούρκος αυτός, να εύχεται την κατάληψη της πατρίδας του από τους Ρώσους πιστεύοντας πως θα είναι πιο δίκαιοι από τους ομοεθνείς του. Στην κρίσιμη όμως ώρα που του δίνουν την (ψεύτικη) πληροφορία ότι οι Ρώσοι κατεβαίνουν και πάλι στη Βαλκανική, αυτός ο νοσταλγός και θαυμαστής των Ρώσων, έρχεται σε φοβερή εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στα φιλορωσικά του αισθήματα και στο καθήκον του απέναντι στην πίστη του, την πατρίδα και τον Σουλτάνο και μη μπορώντας να βαστάξει αυτή τη μεγάλη πίεση πεθαίνει από εγκεφαλική συμφόρηση.

Πριν από τη δικιά μας προσπάθεια να σκιαγραφήσουμε το ψυχολογικό πορτρέτο του ήρωα, θεωρούμε ότι θα ήταν σκόπιμο να παρουσιάσουμε τις ψυχολογικές παρατηρήσεις του αφηγητή. Οι ψυχολογικές παρατηρήσεις του αφηγητή θα είναι ο οδηγός μας στην προσπάθειά μας να ανιχνεύσουμε τα ατομικά και ομαδικά στοιχεία της ψυχοσύνθεσης του Μοσκώβ-Σελήμ, με σκοπό την σκιαγράφηση του ψυχολογικού πορτραίτου του ήρωα:

Περίεργον ψυχολογικόν τραύμα, έλεγον κατ’ εμαυτόν, εν τῳ ανθρώπῳ τούτῳ, αι κακοπάθειαι του οποίου υπερβαίνουν πάσαν γνωστήν αφήγησιν περί καρτερίας και αντοχής των Τούρκων στρατιωτών. Φύσει γενναίος και φιλόσοφος, αλλά σκαιώς παρεγνωρισμένος υπό του πατρός αυτού, ερρίφθη εις τον πόλεμον άμα ηνδρώθη, επιλήσμων όχι μόνον της εν τῳ χαρεμίῳ θηλυπρεπούς αυτού αγωγής, αλλά και της ατυχούς εκείνης μητρός, ήτις τόσῳ τρυφερώς τον ηγάπησεν, ώστε δεν ηδυνήθη να επιζήσῃ μετά τον χωρισμόν αυτού τον αιφνίδιον. Παράδοξος και η πλάνη των γονέων ως προς τα φρονήματα και τα αισθήματα των τέκνων των. Προσηλωμένοι εις την εξωτερικήν ομοιότητα μόνον, έκριναν αμφότεροι προληπτικώς× ο πατήρ ιδίᾳ εγένετο αίτιος διά τούτο της προρρίζου καταστροφής του οίκου του. Αληθώς ειπείν, ο Σελήμ συνήνου εν εαυτῴ παν ό,τι καλόν και αγαθόν υπήρχε μεμερισμένον εν τῃ ιδιοσυγκρασίᾳ των γονέων αυτού× το απτόητον και ανδρικόν του χαρακτήρος, η φιλοτιμία και υπερηφάνεια αυτού τι άλλο ήσαν ειμή αι αρεταί του πατρός του; Αλλ’ ενῴ τας αρετάς ταύτας διέφθειρεν εν τῃ ψυχῄ του γέροντος μόνη η σκαιότης του πνεύματος, το απανθρώπως σκληρόν, το ασυνέτως αυστηρόν αυτού ήθος, την φυσικήν σύνεσιν, την υπομονήν, την αγαθότητα της καρδίας, εγένετο προσωπικότης επιβάλλουσα το σέβας και την εκτίμησιν. (247).

Ο αφηγητής εντυπωσιάζεται από την αξιοθαύμαστη καρτερία και αντοχή που επιδεικνύει ο ήρωας στα δεινά του πολέμου, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη θηλυπρεπή αγωγή που του επέβαλλε η μητέρα του μέσα στο χαρέμι έως τα 12 χρόνια του. Η απορία είναι εύλογη, καθώς μια ανατροφή με τέτοιους όρους (γυναικεία ρούχα, μακιγιάζ, χαρέμι), θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην αποβολή όλων των αντρικών χαρακτηριστικών που απαιτούνται για μια επιτυχημένη στρατιωτική θητεία. Στην προκειμένη περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη αποτρέπεται, γιατί, όπως θα ’λεγε και η ψυχανάλυση, το υπερεγώ του υποκειμένου με τους συγγενείς σχηματισμούς του, το Ιδεώδες Εγώ (Moi ideal) και το Ιδεώδες του Εγώ (ideal du Moi) βρίσκει υποστηρίγματα, δηλαδή υποκατάστατα στο μορφοείδωλο (imago) του πατέρα κι όχι στο μορφοείδωλο της μητέρας. Δηλαδή, εδώ το υποκείμενο χτίζει το ιδανικό του Εγώ με τις προβολές του πάνω στον πατέρα και το ανδρικό του όργανο, και αυτή η επιλογή ακυρώνει οποιοδήποτε ευνουχιστικό αποτέλεσμα στην ψυχοσύνθεση του Μοσκώβ-Σελήμ. Ανάλογο ευνουχιστικό αποτέλεσμα παρατηρούμε στη μορφή του παππού από «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», ο οποίος, εξαιτίας της θηλυπρεπούς αγωγής κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, έζησε όλη του τη ζωή κάτω από μια γυναίκα γενίτσαρο (προέκταση της φαλλικής και απορριπτικής μητέρας) .

O μικρός Σελήμ, εγκλωβισμένος σε μια μορφή που απεχθάνεται, θαυμάζει τον απτόητο και ανδρικό χαρακτήρα του πατέρα, τη φιλοτιμία και υπερηφάνεια του, δηλαδή όλες εκείνες τις αρετές του πατέρα, τις εμποτισμένες με εθνικό εγωισμό και θρησκευτικό φανατισμό: «Εγώ μέσα μου τον ελάτρευα× κ’ επιθυμούσα να γίνω σαν εκείνον, ωπλισμένος καβαλάρης, τόσῳ θερμότερα, όσῳ περισσότερον επέμεναν να με κρατούν εις το χαρέμι!» (214). Σ’ όλη του τη ζωή διακατέχεται από την αγωνιώδη επιθυμία να φανεί αντάξιος του πατέρα, κερδίζοντας έτσι το σεβασμό και την αγάπη του: «Διότι η μόνη μου επιθυμία ήτο να μ’ αγαπήσῃ ο πατέρας μου (216). Ο πατέρας απέρριπτε το μικρό του γιο εξαιτίας της θηλυπρεπούς αμφίεσης και της εξωτερικής ομοιότητάς του με τη μητέρα. Η απόρριψη του πατέρα από τη μια βέβαια πληγώνει τον ψυχισμό του παιδιού, από την άλλη όμως συμβάλλει θετικά στην αναχαίτιση της ευνουχιστικής διαδικασίας που θα μπορούσε να τροχοδρομήσει η αναγκαστική θηλυπρεπής αγωγή.

Μ’ άλλα λόγια ο Σελήμ περνάει επιτυχώς το λεγόμενο στάδιο του καθρέφτη (stade du miroir) του Lacan. Σύμφωνα με τον Lacan το Στάδιο του καθρέφτη είναι η προοιδιπόδεια φάση του φαντασιακού (imaginaire), κατά την οποία το παιδί στερείται ατομικότητας και υποκειμενικότητας και «δεν βλέπει στον άλλον, στην εικόνα του καθρέφτη ή στη μητέρα του παρά έναν όμοιο με τον οποίο συγχέεται και ταυτίζεται» . Είναι όμως αναγκαίο ¾για την αποφυγή μεταγενέστερης ψύχωσης¾ να παρέμβει ο πατέρας ο οποίος θα καταργήσει αυτό το ναρκισσικό συμφυρμό παιδιού-μητέρας, που είναι αιμομικτικός, και θα παίξει το ρόλο του συμβολικού νόμου, που απαγορεύει την ένωση (union) με τη μητέρα και εισάγει το παιδί στην τριαδική σχέση, δηλαδή στον οικογενειακό αστερισμό καθώς και στον κόσμο και στην τάξη των συμβόλων. Χάρη στο νόμο του πατέρα (La loi du père) λέει ο Lacan, o άνθρωπος δεν μένει δεμένος στην αιμομικτική ένωση με τη μητέρα. Η πρωτογενής αυτή προσκόλληση, που διασπάται εξαιτίας της παρέμβασης του πατέρα, απωθείται στο ασυνείδητο και στη θέση της μένει για πάντα η επιθυμία «που αναπαράγει τη σχέση του υποκειμένου με το χαμένο αντικείμενο» . Για να συμβεί όμως αυτή η προσχώρηση του παιδιού στην τριαδική σχέση, είναι απαραίτητο η μητέρα να έχει προαποδεχτεί τον πατέρα ως φορέα του νόμου, που απαγορεύει και απωθεί στο ασυνείδητο του παιδιού την ένωσή του με τη μητέρα του. Η απωθημένη ενόρμηση αντικαθίσταται από το σύμβολο. Ο Lacan λέει: «Ο πατέρας δεν είναι για το παιδί παρών παρά διαμέσου του νόμου του, που είναι λόγος κι αυτό δεν συμβαίνει παρά στο μέτρο που ο λόγος του (ο λόγος του πατέρα) έχει αναγνωριστεί από τη μητέρα, για να πάρει αξία Νόμου. Αν η θέση του πατέρα τίθεται υπό αμφισβήτηση, το παιδί μένει υποταγμένο στη μητέρα του» . Μ’ άλλα λόγια το αρσενικό παιδί, σύμφωνα πάντα με τη λακανική θεωρία, για να κατακτήσει την ταυτότητα του φύλου του, πρέπει να ταυτιστεί με το αντικείμενο της επιθυμίας του πατέρα κι όχι με το αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας που είναι ο φαλλός. Επομένως, είναι καθοριστικός παράγοντας για την αναπτυξιακή διαδικασία ενός παιδιού, η από μέρους του αποδοχή του Νόμου του Πατέρα (La loi du Père), και προς αυτήν την κατεύθυνση η μητέρα πρέπει να παίζει το ρόλο λειτουργικής διαμεσολάβησης.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στις οικογενειακές δομές της τουρκικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, ο νόμος και λόγος του πατέρα είναι αδιαφιλονίκητος. Τα δεδομένα και οι όροι της συμβίωσης των δύο φύλων ανάγονται σε πρωταρχικά μοτίβα και αρχέγονες λειτουργίες. Οι άντρες και οι γυναίκες τοποθετούνται αμετάκλητα σε προκατασκευασμένες θέσεις και προσχεδιασμένες καταστάσεις. Οι γυναίκες πρέπει να προσαρμόζονται σε πρότυπες, αυστηρά καθορισμένες και υποταγμένες συμπεριφορές. Το αντρικό μοντέλο της δομής εκείνης της κοινωνίας υιοθετεί την ιδεολογία της «κατωτερότητας», αλλά και την ίδια την υποτέλεια των γυναικών. Ο λόγος περί ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων αυτών είναι περισσότερο λόγος «περί εξουσίας» και λιγότερο περί οτιδήποτε άλλου. Ο άντρας-αφέντης ανάγεται σε αδιαμφισβήτητο αρχέτυπο.

Στο διήγημα ο πατέρας είναι ο αδιαφιλονίκητος αφέντης του σπιτιού που μπαινοβγαίνει στο χαρέμι, στο χώρο δηλαδή που οι γυναίκες του (η πολυγαμία ήταν αποκλειστικά αντρικό προνόμιο) είναι περιορισμένες και έτοιμες πάντα να δεχτούν τις ορέξεις του αφέντη, ο οποίος σπανίως τους απευθύνει το λόγο: «Τον πατέρα μας τον έβλεπα πολύ σπανίως× ήταν υπερήφανος, αυστηρός άνθρωπος και δεν ωμιλούσε πολύ εις το χαρέμι […]. Ήταν όμως και παλληκαράς άνθρωπος× αγαπούσε πολύ τα άλογα και τα όπλα και επερίπαιζε τα γυναικίστικα πράγματα» (214). Μια τέτοια εικόνα φαλλικού και αυστηρού πατέρα βοηθάει τελικά το παιδί της δυαδικής σχέσης (δηλαδή το μικρό Σελήμ) να κάνει αποδεχτό το νόμο του πατέρα μέσα από το λόγο του, που έχει ήδη προαποδεχτεί διαμεσολαβητικά η μητέρα. Έτσι ίσως εξηγείται η ανδροπρεπής προσωπικότητα του Σελήμ και η εύκολη αποβολή όλων των γυναικείων χαρακτηριστικών της θηλυπρεπούς αγωγής του. Παράλληλα όμως κρατάμε μία επιφύλαξη για το τελικό αποτύπωμα αυτής της παιδικής εμπειρίας στο ασυνείδητο του ήρωα. Η διάσταση φύλου-γένους της παιδικής ηλικίας ίσως προοιωνίζει τις δύο αντικρουόμενες φάσεις της ενήλικης ζωής, που τις αναλύουμε παρακάτω δίνοντας το στίγμα της εξωστρεφούς και της εσωστρεφούς συμπεριφοράς του ήρωα.
Συνδέοντας την ταυτότητα του φύλου του ήρωα με την ερωτική του συμπεριφορά, αλλά και αναζητώντας τα κεκανονισμένα και κανονιστικά πρότυπα ερωτικής και σεξουαλικής συμπεριφοράς της συλλογικής συνείδησης στην οποία ανήκει ο ήρωας παρατηρούμε τα εξής: Τα παραπάνω πρότυπα καθώς στηρίζονται ιδεολογικά και πραγματικά πάνω στις κοινωνικές συνειδήσεις και στα μέλη της κοινωνίας, εξοβελίζουν κάθε άλλο πρότυπο συμπεριφοράς έξω από τα όρια των παραδεδεγμένων ηθών. Τη στιγμή που ο πατέρας του ήρωα απεκδύεται το αυστηρό του προσωπείο ¾την αντρική persona που του επέβαλλε η συλλογική ιδεολογία¾ στη σχέση του με τη δεύτερη γυναίκα του, καθίσταται ανυπόληπτος, καταστρέφεται οικονομικά και χάνει την κοινωνική του θέση. Από την άλλη, ο Σελήμ νιώθει υποχρεωμένος να παντρευτεί τη Μελέϊκα, χωρίς έρωτα, μόνο για να ικανοποιήσει την επιθυμία της μητέρας του: «Αλλά, η μητέρα μου ήταν αγία γυναίκα ¾να γίνῃ μόσχος και άμβρα το χώμα όπου κείται¾, αφού έδωκε το δαχτυλίδι μου εις την Μελέικα, θα ειπῄ πως ήταν το «κισμέτι» μου» (234).

Έχει αναλυτικά διατυπωθεί η άποψη ότι στην παραδοσιακή κοινωνία ο γάμος τυπικά δεν καθιέρωνε καθόλου μια σχέση ερωτική αλλά ήταν μια υπόθεση που αφορούσε την οικογένεια: ένα συμβόλαιο που διεκπεραίωναν μια γυναίκα και ένας άνδρας όχι για την ικανοποίηση των ερωτικών τους επιθυμιών, αλλά για τις επιθυμίες των οικογενειών τους και μέσα στα πλαίσια αυτών. Για να μπορέσουν οι δυο σύζυγοι να περάσουν όλη τη ζωή τους μαζί, έπρεπε να υπάρχει ένας κανόνας της συζυγικής ζωής, που ήταν υποχρεωμένος κανείς να εφαρμόζει ο ίδιος και να κάνει και τον άλλον να τον εφαρμόζει. Άλλωστε ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ποτέ μόνοι τους. Προλήψεις, κανόνες, προκαταλήψεις, απαγορεύσεις, ηθικοί κώδικες ¾με δυο λόγια: φορτισμένη συλλογική ιδεολογία¾ παρεμβάλλονται και στην ουσία δομούν την όποια σχέση (φανταστική ή πραγματική) ανάμεσά τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο Μοσκώβ-Σελήμ δεν έζησε ποτέ τον έρωτα στο πλάι της τουρκάλας Μελέικα. Τον έρωτα τον αντίκρισε για πρώτη φορά, όπως λέει και ο ίδιος, στο καθάριο και ευθυτενές βλέμμα της ρωσίδας Παυλόφσκα, μιας γυναίκας που ανήκε στο έθνος των προαιώνιων εχθρών: «΄Ηταν ωραία η Μελέϊκα, η γυναίκα μου, ωραία και καλή, μα ¾Τι να σε ειπώ; Στα σπίτια τα δικά μας οι γυναίκες οι πιο καλές είναι ωσάν τα πρόβατα. Έζησα τόσα χρόνια με την Μελέικά μου και είχαμε τρία παιδάκια. Πιστεύεις; Ποτέ δεν είδεν εις τα μάτια μου όπως η Παυλόσκα. Το βλέμμα της
Παυλόσκας δεν εταπεινώθη εμπρός εις το δικό μου ωσάν δούλος οπού κλίνει το κεφάλι δια να τον προστάξῃ ο αφέντης του, ή να τον μαλώσῃ» (241).

Ο έρωτας είναι το πιο απελευθερωτικό συναίσθημα στον άνθρωπο, και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Μοσκώβ-Σελήμ τον βιώνει σε μια χρονική στιγμή που συντελείται η σταδιακή του απελευθέρωση. Η καθήλωση συντελείται από όλους εκείνους τους ομαδικούς παράγοντες που βασίζονταν σε προκαταλήψεις επιβλαβείς για την ατομικότητα, και που χαρακτήριζαν την τουρκική κοινότητα του 19ου αιώνα. Το ερωτικό συναίσθημα μπορεί ν’ ανθίσει μόνο σ’ ένα περιβάλλον εξατομίκευσης , γιατί το μεγαλείο του έρωτα δεν είχε ποτέ καμιά σχέση με την υποταγή στη συμβατικότητα, αλλά, αντίθετα, με την ελευθερία απ’ αυτήν. Ο έρωτας είναι ένας παράλογος παράγοντας που μοιραία αναγκάζει τον άνθρωπο να χειραφετηθεί από τη μάζα και από τα γνωστά της μονοπάτια. Ο ερωτευμένος άνθρωπος νιώθει πως πρέπει να υπακούσει στο δικό του νόμο σαν να είναι ένας δαίμονας που του επιβάλλει ψιθυριστά νέες και παράξενες ιδέες: «Το ένοιωθα πως έμβαινεν ωσάν γλυκειά φωνή μέσα εις την καρδιά μου και την εφώτιζε και την εζέσταινε και την εξεμάργωνε και την εφτέρωνε και την έκαμνε να πετάξῃ από την χαρά και την ευτυχία της έως εις τα ουράνια […], μα δια τούτο ίσα-ίσα ένοιωθα πως ελαλούσε (το τραγούδι της Παυλόφσκα) μεσ’ στα φυλλοκάρδια μου» (241). Οι νέες όμως ιδέες που έρχονται σ’ αντίθεση με τις παλιές θα ταλανίσουν ακόμα για πολύ τον ήρωά μας: «Μα η Μελέικά μου είχε το δαχτυλίδι οπού της έδωκε η μητέρα μου. Δεν εγίνετο να την αφήσω. Κ’ αιμάτωνε η καρδιά μου […], τότε το εννόησα πως δεν ημπορούσα να παγαίνω απ’ εκεί χωρίς ν’ αφήσω ένα κομμάτι της ψυχής μου εις την Ρουσσία!…» (242).

Ο Μοσκώβ-Σελήμ, σ’ αυτήν τη χρονική στιγμή, δηλαδή κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρωσία είναι ακόμη δέσμιος, ως ένα βαθμό, της καταγωγής του. Η απελευθερωτική δύναμη του έρωτα δημιουργεί αναμφισβήτητα ένα αίσθημα ευφορίας στον ήρωα, ταυτόχρονα όμως αποδιοργανώνει το κέντρο της συνείδησής του. Οι νέες και παράξενες ιδέες που ο έρωτας εμφυσά στη συνείδησή του δεν προέρχονται από τα περιεχόμενα του συνειδητού νου και γι’ αυτό είναι ελέγξιμες ως προς την εγκυρότητά τους. Αντίθετα, είναι καρποί μιας αυτόνομης, ανεξάρτητης, νοητικής λειτουργίας, που ποτέ πριν δεν την ήξερε, ή δεν την είχε ζήσει. Δεν μπορεί να προέρχονται από το συνειδητό, γιατί το συνειδητό δεν περιέχει παραστάσεις που να μπορούν να εξηγήσουν ή να αφομοιώσουν τις ολότελα παράξενες και ανώμαλες ιδέες. Όμως, ακόμα και η πιο παράξενη ιδέα πρέπει να έχει την προέλευσή της μέσα στον ανθρώπινο νου, να ξεφυτρώνει από κάποια κρυφή ρίζα ή έδαφος. Στην περίπτωση του Μοσκώβ-Σελήμ, αυτή η κρυφή ρίζα είναι η έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να ερωτεύεται χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Η ερωτική συγκίνηση είναι ενστικτώδης, ακούσια αντίδραση που ανατρέπει τη λογική τάξη του συνειδητού με τις στοιχειακές εκρήξεις της. Η ερωτική συγκίνηση δεν παράγεται σκόπιμα από το συνειδητό. Αντίθετα, εμφανίζεται ξαφνικά, ξεπηδώντας από μια μη συνειδητή περιοχή. Στο Συμπόσιο ο Πλάτων -με το στόμα του Αγάθωνος, κάνοντας μια βαθιά ψυχολογική παρατήρηση- λέει ότι ο έρωτας μπαίνει μέσα μας και μας κυριεύει χωρίς να το καταλάβουμε, λαθραία. Όπως λέει και ο ήρωας: «Μήπως καταλαβαίνεται η γλώσσα τ’ αηδονιού;» (242). Γι’ αυτό ξαφνιαζόμαστε κάθε φορά που κάτι ξεπετάγεται πίσω από την πλάτη μας ή πέφτει στο κεφάλι μας από το κενό, αλλάζοντας ριζικά το σχέδιο της ατομικής ή της κοινωνικής μας ζωής. Αυτή η έκπληξη αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας περιγράφει τον έρωτά του για την Παυλόφσκα (241-242). Ακόμα όμως δεν έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για την αποδέσμευση του ήρωα (αν έγινε ποτέ) από τα καλούπια σκέψης και πράξης που έχει καθορίσει η φυλετική του ομάδα (ήθη, έθιμα, προκαταλήψεις). Η Μελέϊκα παραμένει η αδιαμφισβήτητη γυναίκα του, αν και αυτό συνεπάγεται την παραίτησή του από τον έρωτα. Η ερωτική εμπειρία της Ρωσίας συμβάλλει βέβαια αποφασιστικά στην πορεία της εξατομίκευσης του ήρωα.
Παρενθετικά θίξαμε τη σχέση του Μοσκώβ-Σελήμ με το γάμο και τον έρωτα, αφού πρόκειται για δύο κεφάλαια της ζωής που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, εξαιτίας της προβολής σ’ αυτά ψυχικών περιεχομένων (ατομικών ή ομαδικών) του συνειδητού ή του ασυνειδήτου. Επανερχόμαστε όμως στις ψυχολογικές παρατηρήσεις του αφηγητή για τον παράξενο φίλο του. Ο αφηγητής καταλήγει:

Κωμική ιδιοτροπία της φύσεως μοι εφαίνετο ότι ο πολεμικός, ο μεγαλόψυχος Σελήμ, εκληρονόμησε παρά της ηπίας και ειρηνικής αυτού μητρός όχι μόνον την εν τισιν εξαίρετον της καρδίας αδυναμίαν, αλλά και έκτακτόν τινα ζωηρότητα φαντασίας εξυπηρετικήν της αδυναμίας εκείνης. Ο Σελήμ εδημιούργησεν εαυτῴ ρωσσικόν εν τῃ ελληνικῄ εκείνῃ χώρᾳ βίον, διότι η ζωηρά αυτού φαντασία, δεκαζομένη υπό της ρωσσικής αδυναμίας, συνεπλήρου τας ελλείψεις του βίου εκείνου [..]
Τοιουτοτρόπως καθ’ όλον το διάστημα της οδού ενησχολούμην ανευρίσκων εν τῳ χαρακτήρι του Σελήμ εν προς εν τα ψυχολογικά αυτού στοιχεία προϋπάρξαντα ήδη χωριστά εντός των αντιθέτων φύσεων των γονέων του. Ότι ο εθνικός εγωϊσμός, ο φανατισμός της θρησκείας όχι μόνον εξηφανίσθη ανεπιστρεπτεί εκ της συνειδήσεως του από τοιούτων γονέων γεννηθέντος, αλλά και εις φρονήματα εκ διαμέτρου αντίθετα είχε μεταπέσει, μοι εφαίνετο αφ’ εαυτού εννοούμενον. Ύστερον από τας θυσίας όσας προσέφερεν υπέρ του αρχηγού του έθνους και της θρησκείας, και ύστερον από τα φρικτά ψυχικά τραύματα όσα έλαβε παρά των εδικών του απέναντι αυτών εκείνων των υπερανθρώπων θυσιών, πάσα ηθική προς αυτούς υποχρέωσις του φίλου μου μοι εφαίνετο δια παντός εξωφλημένη. (247-248).


Στο παραπάνω απόσπασμα (αλλά και στο προηγούμενο, βλ. σ. 162) παρατηρούμε ότι ο αφηγητής επικεντρώνει το ενδιαφέρον των ψυχογραφικών του διαπιστώσεων σε δυο σημεία: Πρώτον, ο Σελήμ έχει κληρονομήσει τον εξωτερικό χαρακτήρα του πατέρα του, αλλά τον εσωτερικό της μητέρας του. Αυτό το τελευταίο μάλιστα ο αφηγητής το συνδυάζει με την επιλογή του ήρωα να προβάλλει το ρωσικό μοντέλο ζωής σ’ έναν ελληνικό τόπο, αναπληρώνοντας έτσι τις «ελλείψεις του βίου του». Δεύτερον, ο Σελήμ έζησε δύο φάσεις στη ζωή του, τόσο αντίθετες μεταξύ τους, όσο και τα στοιχεία που κληρονόμησε από τις αντίθετες φύσεις των γονέων του. Στην πρώτη φάση ο εθνικός εγωισμός και ο φανατισμός της θρησκείας είναι οι δυο κινητήριοι μοχλοί της δράσης του ήρωα. Στη δεύτερη φάση, ο Σελήμ όχι μόνο διαγράφει από τη συνείδησή του τα προαναφερθέντα φρονήματα, αλλά υιοθετεί πλέον τα εκ διαμέτρου αντίθετα. Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε μια πιο διεισδυτική ματιά στην ποιότητα του εξωτερικού και εσωτερικού χαρακτήρα του ήρωα, εντοπίζοντας ταυτόχρονα τους ατομικούς και ομαδικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις δυο αντικρουόμενες φάσεις της ζωής του. Το μοντέλο του Jung θεωρούμε ότι προσφέρει κατάλληλα ψυχολογικά στοιχεία για μια τέτοια προσέγγιση. Πριν απ’ αυτό όμως, πρέπει να διευκρινίσουμε καλύτερα κάποιους όρους.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Jung η persona είναι το κοινωνικώς αποδεκτό προσωπείο που φορούν οι άνθρωποι, δηλαδή είναι η μορφή της γενικής ψυχικής στάσης του ατόμου προς τον εξωτερικό κόσμο. Η persona είναι μέρος του εγώ, εκείνο το τμήμα του που στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο. Ο Jung δίνει τον εξής ορισμό: «Η persona είναι ένα σύμπλεγμα από λειτουργίες που δημιουργείται για λόγους προσαρμογής ή για κάποιο αναγκαίο βόλεμα, αλλά δεν είναι καθόλου ταυτόσημη με την ατομικότητα. Το λειτουργικό σύμπλεγμα της persona ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τη σχέση προς το αντικείμενο», δηλαδή τον εξωτερικό κόσμο.

Τη σχέση του ατόμου προς το εξωτερικό αντικείμενο πρέπει να τη διαχωρίσουμε σαφώς από τη σχέση του προς το υποκείμενο. Λέγοντας υποκείμενο ο Jung εννοεί όλα εκείνα τα αόριστα, θαμπά σκιρτήματα, συναισθήματα, σκέψεις και αισθήσεις που δεν στρέφονται προς το αντικείμενο από τη συνεκτικότητα της συνειδητής εμπειρίας, αλλά αναβλύζουν από τα σκοτεινά, μύχια, βάθη, από το υπέδαφος του συνειδητού, σαν μια επίδραση, άλλοτε ενοχλητική και και άλλοτε ευεργετική. Στο σύνολό τους, συνιστούν την αντίληψη της μη-συνειδητής ζωής του ανθρώπου. Το υποκείμενο, εννοούμενο ως «εσωτερικό» αντικείμενο, είναι το ασυνείδητο σε σχέση με το εξωτερικό αντικείμενο. Το εξωτερικό αντικείμενο υπαγορεύει μια εξωτερική στάση που όλοι την αντιλαμβάνονται άμεσα, ενώ το εσωτερικό αντικείμενο υπαγορεύει μια εσωτερική στάση που εξαιτίας της πολύ οικείας και απρόσιτης φύσης της, είναι πολύ λιγότερο αντιληπτή. Η καθημερινή πείρα μας επιτρέπει να μιλάμε για μια εξωτερική προσωπικότητα. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να εικάσουμε την ύπαρξη μιας εσωτερικής προσωπικότητας. Η εσωτερική προσωπικότητα είναι ο τρόπος που συμπεριφέρεται κανείς στις εσωτερικές ψυχικές διεργασίες. Είναι η εσωτερική στάση, ο χαρακτήρας που στρέφεται στο ασυνείδητο. Την εξωτερική στάση ή τον εξωτερικό χαρακτήρα ο Jung την ονομάζει persona, την εσωτερική στάση anima (στους άντρες) ή animus (στις γυναίκες). Η anima είναι η θηλυκή ψυχή στους άντρες και η animus αντίστοιχα είναι η αρσενική ψυχή στις γυναίκες.

Η anima έχει μια αντισταθμιστική σχέση προς τον εξωτερικό χαρακτήρα. Όταν η persona είναι διανοητική, η anima είναι συναισθηματική, και αντίστροφα. Μια πολύ θηλυκιά γυναίκα έχει ανδρική ψυχή (διανοητική) κι ένας ανδροπρεπής άντρας, θηλυκιά (συναισθηματική). Αυτή η αντίθεση στηρίζεται στο ότι ένας άντρας, π.χ. δεν είναι σε όλα εντελώς άντρας, αλλά έχει επίσης ορισμένα θηλυκά χαρακτηριστικά. Όσο πιο ανδροπρεπής η εξωτερική του στάση, τόσο περισσότερο επισκιάζονται τα γυναικεία στοιχεία του. Αυτά εμφανίζονται τότε στην anima. Αυτό εξηγεί το γιατί εκείνοι που υποκύπτουν περισσότερο σε αδυναμίες είναι οι πολύ ανδροπρεπείς άντρες. Ο αποκλεισμός των θηλυκών γνωρισμάτων από την εξωτερική αντρική στάση τα μεταβάλλει σε ιδιότητες της ψυχής. Η στάση των αντρών απέναντι στο ασυνείδητο έχει μια γυναικεία αδυναμία και γι’ αυτό οι εντυπώσεις που δέχεται το ασυνείδητο επενεργούν πιο δραστικά. Για να κατανοήσουμε την anima ενός άντρα, θα πρέπει λογικά να μιλήσουμε και για τον animus της γυναίκας, αν θέλουμε να δώσουμε στη γυναικεία ψυχή το σωστό της νόημα. Ενώ η εξωτερική στάση του άντρα διέπεται συνήθως από τη λογική και την αντικειμενική πραγματικότητα ή τουλάχιστον τις θεωρεί ως ιδεώδες, η γυναίκα κυριαρχείται από το συναίσθημα. Εσωτερικά, όμως, οι σχέσεις αντιστρέφονται. Εκεί, ο άντρας αισθάνεται και η γυναίκα σκέπτεται. Γι’ αυτό ο άντρας ρέπει προς την πλήρη απόγνωση, ενώ η γυναίκα σχεδόν πάντα βρίσκει παρηγοριά κι ελπίδα. Επομένως, ο άντρας έχει περισσότερες αυτοκτονικές τάσεις απ’ ότι η γυναίκα. Η απόγνωση οδηγεί τον ανδροπρεπή Μοσκώβ-Σελήμ στην παραίτηση από τη ζωή και την παράνοια. Όσο κι αν η γυναίκα τείνει να πέσει θύμα των κοινωνικών συνθηκών, ο άντρας πέφτει εξ ίσου θύμα σε παρορμήσεις από το ασυνείδητο που παίρνουν τη μορφή του αλκοολισμού και άλλων παθών . Ο αυστηρός πατέρας του Σελήμ από απόγνωση για το χαμό του πρωτότοκου γιου ¾που επήλθε μετά από δικιά του καταγγελία λιποταξίας¾ γίνεται έρμαιο του αλκοόλ, της λαγνείας και της δεύτερης γυναίκας του. Αυτή η τελευταία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναίκας με αρσενική ψυχή (animus): «Εις τέτοιο βαθμό του είχε καταστρέψει το πιοτό τον ανδρικό του χαρακτήρα» (233).

Όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής η εξωτερική προσωπικότητα του πατέρα έχει τα εξής χαρακτηριστικά: «αυστηρός», «απανθρώπως σκληρός» «φιλότιμος», «υπερήφανος», «με απτόητον και ανδρικόν χαρακτήρα»(214,247)× με λίγα λόγια, είναι ένας απόλυτα ανδροπρεπής άντρας. Η εξωτερική προσωπικότητα της μητέρας αντίστοιχα έχει όλες εκείνες τις θηλυκές αρετές που χαρακτηρίζουν έναν αγαθό άνθρωπο: «πράο ήθος», «φυσική σύνεση», «υπομονή», «αγαθότητα της καρδίας», «φαντασία» (247-248). Βέβαια, εύλογα γεννάται το ερώτημα ποια είναι τα αρσενικά χαρακτηριστικά αυτής της αγαθής γυναίκας. Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μας, η αδιαλλαξία, η ισχυρογνωμοσύνη, η διάθεση επιβολής και η επιμονή που επέδειξε στην ανατροφή του Σελήμ [επέμενε να βάφει και να ντύνει τον ανδροπρεπή γιο της σαν θυγατέρα και να τον κρατάει στο χαρέμι, ενώ γνώριζε την «αηδία» (214) του για όλ’ αυτά× επέβαλε τη Μελέικα στον Σελήμ για γυναίκα του].
Η περίπτωση της μητέρας είναι πιο υγιής σε σχέση μ’ αυτή του πατέρα, γιατί η αρσενική της ψυχή δεν μένει αδιαφοροποίητη, δηλαδή τα εσωτερικά της στοιχεία δεν μένουν απωθημένα και καταπιεσμένα, αλλά εκδηλώνονται ¾στο βαθμό βέβαια που της το επιτρέπουν οι οικογενειακές δομές της τουρκικής κοινωνίας. Αντίθετα, ο πατέρας ταυτίζεται διαρκώς με την persona ¾ιδιαίτερα σε μια στάση που δεν αντιστοιχεί στο αληθινό εγώ¾ καθώς η persona σκληρύνεται και ταυτίζεται με το εγώ. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όλα τα εσωτερικά στοιχεία της προσωπικότητας παραμένουν απωθημένα, καταπιεσμένα, αδιαφοροποίητα και φορτισμένα με ένα απειλητικό δυναμικό. Η διαρκής ταύτιση με την persona οδηγεί πάντα, ιδιαίτερα κατά τη μέση ηλικία, σε διαταραχές που παίρνουν τη διάσταση σοβαρής ψυχικής κρίσης και ανωμαλίας. Έτσι ο πατέρας κάποια δεδομένη χρονική στιγμή χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και της εστίας του.
Ο Μοσκώβ-Σελήμ είναι ένας ανδροπρεπής άντρας, ακριβώς όπως ο πατέρας του, αλλά λιγότερο απόλυτος. Η persona του Moσκώβ-Σελήμ αντλεί στοιχεία από την persona του πατέρα του, ενώ η anima του έχει όλες τις γυναικείες αρετές της μητέρας του: «Αληθώς ειπείν, ο Σελήμ συνήνου εν εαυτῴ παν ό,τι καλόν και αγαθόν υπήρχε μεμερισμένον εν τῃ ιδιοσυγκρασίᾳ των γονέων αυτού» (247). Ο πατέρας, ευσυγκίνητος γέρος πια και παραδομένος στα πάθη του ¾δηλαδή σε μια κατάσταση που το εγώ του είναι διαφοροποιημένο από την persona του, έχοντας συνειδητή σχέση με
τις διεργασίες του ασυνειδήτου¾ λέει συχνά στο γιο του: «’Εσύ μοιάζεις της καλής μου της γυναίκας! [...] είσαι το παιδί της ψυχής μου!» (233). Η μητέρα είναι πάντοτε ο πρώτος φορέας της εικόνας της ψυχής. Ο Jung επιμένει: «Όπως ακριβώς ο πατέρας ενεργεί προστατευτικά εναντίον των κινδύνων του έξω κόσμου και κατ’ αυτόν τον τρόπο χρησιμεύει στον γιο του σαν πρότυπο προσωπείου, έτσι και η μητέρα τον προστατεύει από τους κινδύνους που τον απειλούν από τα σκοτάδια της ψυχής του» .

Στην περίπτωσή του Σελήμ το πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός ότι η persona του συντίθεται αποκλειστικά από χαρακτηριστικά τα οποία εγκρίνονται από το εξωτερικό σύνολο, δηλαδή διαθέτει την persona του μαζικού ανθρώπου. Το ιδεώδες εγώ, δηλαδή η επιθυμητή εικόνα που φέρει εντός του (η εικόνα του εθνικιστή πατέρα του), σύμφωνα με τα πρότυπα της οποίας θα ήθελε να διαπλάσει το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του δεν περιλαμβάνει μόνο ψυχικές ιδιότητες, αλλά και μορφές κοινωνικής, εθνικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς. Οι εκπρόσωποι της συλλογικής συνείδησης, ο Σουλτάνος (ο αρχηγός του έθνους), ο Σερασκέρης (ο αρχηγός του στρατού), ο ιμάμης (ο θρησκευτικός αρχηγός), ασκούν μια έλξη στον Σελήμ η οποία τείνει να διογκώνει την προσωπικότητά του.

Πέρα όμως από το εγώ δεν βρίσκεται μόνο η συλλογική κοινωνική συνείδηση, αλλά και το συλλογικό ασυνείδητο, που στα βάθη του παρόμοια διαθέτει ελκυστικές εικόνες. Αν το άτομο εμπλακεί με τις μορφές του συλλογικού ασυνειδήτου, είναι δυνατόν να παρασυρθεί, δηλαδή να καταβροχθισθεί από τη συλλογική συνείδηση. Ταυτιζόμενο με κάποια εσωτερική εικόνα, υποφέρει από αυταπάτες μεγαλοπρέπειας ή μηδαμινότητας. Θεωρεί τον εαυτό του ήρωα, σωτήρα της ανθρωπότητας, εκδικητή, μάρτυρα, απόβλητο, κλπ. Ο κίνδυνος να υποκύψει σε τέτοιες «εσωτερικές μορφές» αυξάνεται καθώς η persona σκληρύνεται και ταυτίζεται με το εγώ. Τελικά, μ’ αυτούς τους όρους, ο Μοσκώβ-Σελήμ δεν μπορεί ν’ αποφύγει τη σοβαρή ψυχική κρίση κατά τη μέση ηλικία, ακριβώς όπως ο πατέρας του.
Οι κοινωνικές συνθήκες και οι εθνικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καθορίζουν τη συλλογική συνείδηση της τουρκικής κοινότητας του 19ου αιώνα. Ο Σελήμ είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της συνείδησης, και ο κοινωνικός του χαρακτήρας, από τη μια καθορίζεται από τις προσδοκίες ή υποχρεώσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, και από την άλλη από τους προσωπικούς κοινωνικούς του σκοπούς και προσπάθειες. Η προσωπική βούληση πάντα παραμένει παρούσα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τη συμπεριφορά του αδερφού του Χασάν.

Ο Jung με τον όρο συλλογική συνείδηση εννοεί το σύνολο των παραδόσεων, των κανόνων συμπεριφοράς, των εθίμων, των προκαταλήψεων, των κανόνων και των τύπων του ανθρώπινου συνόλου, που δίνουν στη συλλογική συνείδηση της ομάδας μια γενική κατεύθυνση, σύμφωνα με την οποία τα άτομα αυτής ζουν συνειδητά, αλλά δίχως ατομική σκέψη. Ο αφηγητής περιγράφει με ψυχολογική ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της συνείδησης του τουρκικού έθνους:

…Eσκέφθην όμως πάλιν εν ακαρεί, ότι ο λαλών προς εμέ ήτο Τούρκος× ανήκε δηλαδή εις το Έθνος εκείνο, του οποίου ιδιαίτατον χαρακτηριστικόν είναι η βαθεία περιφρόνησις παντός ό,τι δεν συμφωνεί προς την θρησκείαν και τας παραδόσεις αυτού, η μετά τυφλού φανατισμού προσήλωσις εις εκείνας προ πάντων τας προλήψεις, ων αντικείμενον είναι η θεραπεία της εθνικής φιλαυτίας και φιλοτιμίας, και προ πάντων η μετά στωικής απαθείας αποδοχή των της τύχης περιπετειών εν τε τοις εθνικοίς και τοις ιδιωτικοίς πράγμασι. (213).

Ο κοινωνικός χαρακτήρας του Σελήμ, καθώς και ο βαθμός της διάβρωσής του από τη συλλογική συνείδηση και από τις εικόνες του συλλογικού ασυνειδήτου καταγράφονται με σαφήνεια στις παρακάτω δηλώσεις του:

Τους κόπους και τες στερήσεις και τες κακουχίες τες έχω κάμει “χαλάλι” εις τον Σουλτάνο, χαλάλι και το αίμα όσον μου εχύθηκεν εμπρός εις την Σιλιστρίαν× χαλάλι του το έκαμα, καθώς καμν’ η μάνα στο τέκνο της χαλάλι το γάλα που το βύζαξε. […] Εμείς και οι ιδικοί μας, η ζωή και η περιουσία μας, είναι κτήμα του αφέντη μας του Σουλτάνου και είναι χαΐρι και ευτυχία όταν εξοδεύωνται εις την υπηρεσίαν του. […] σ’ αυτήν την κόρην έδωκεν η μητέρα σου το δαχτυλίδι, αυτή θα είναι το “κισμέτι” σου. Μα δεν ηξεύρεις πώς μου ήλθε όταν ήκουσα τον πόλεμο. Θα πάγω να ζητήσω το “κισμέτι” μου μέσα εις τον καπνό και τη φωτιά της μάχης ακόμη μια. Η σπιτική ζωή, η ευτυχία της οικογένειας δεν έγινε γραφτή δι’ εμένα. Κ’ επήγα. […] δεν μ’ εχωρούσαν τα ρούχα μου, όταν εσυλλογιζόμην πως γίνετ’ εναντίον του Σουλτάνου πόλεμος. […] Βιος και γυναίκα και παιδιά είναι κτήμα του Σουλτάνου, και όταν πολεμούμε με τον Μόσκοβο, επτά ζωές να έχω, και τες επτά τες χάνω εις τον πόλεμο δια να νικήσῃ ο εφέντης μας! […] καθένας των (εννοεί τους Ρώσους) μ’ εφαίνετο εφτά φορές κακώτερος από τον διάβολο! Aρχιεχθρός του γένους, π’ ανάθεμά τον! έλεγα, όταν μ’ ετύχαινε κανένας πληγωμένος αβοήθητος, και τον αποτελείωνα κ’ εκείνον με θηριώδη ευχαρίστησι. […] τότε ο ενθουσιασμός μου δεν είχε πλέον όρια. Η κάθε σφαίρα που τους εστέλλαμε, την αισθανόμουν πως έπαιρνεν από την καρδιά μου δύναμι για να χτυπήσῃ όπου πάγει βαθύτερα, να καταστρέψῃ φαρμακερώτερα. Και όπου ήτανε δουλειά δια μπαγιονέτα και σπαθί, εκεί δεν ήμουν τελευταίος. Μα το γραφτό είναι γραφτό, κανένας δεν τ’ αλλάζει. (222, 223, 232, 234, 235, 236-237).

Από τις παραπάνω δηλώσεις του ήρωα είναι εμφανές ότι το εγώ του βρίσκεται σε μια απόλυτη ταύτιση με την persona του. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του η persona του εμφανίζεται τόσο άκαμπτη ώστε ο ίδιος να είναι τελείως αποκομμένος από τη φυσική και ενστικτώδη ζωή του, από την εικόνα της ψυχής του. Κυριαρχείται τόσο πολύ από το προσωπείο που αναπόφευκτα η anima παραμένει στο «σκοτάδι», δηλαδή παραμένει αρχαϊκή και αδιαφοροποίητη. Ο Σελήμ, που περιγράφεται από τον αφηγητή ως ένας άνθρωπος με «πράο ήθος», «φυσική σύνεση» και «αγαθότητα καρδιάς» (247), αντλεί «θηριώδη ευχαρίστηση» από τον ανθρώπινο πόνο.
Σ’ αυτό το σημείο είναι διαφωτιστική η άποψη του Jung:

Η ταυτότητα με την persona προκαλεί αυτόματα μια μη συνειδητή ταύτιση με την anima ή τον animus, επειδή όταν το υποκείμενο ή το εγώ δεν είναι διαφοροποιημένο από την persona, δεν μπορεί να έχει συνειδητή σχέση με τις διεργασίες του ασυνειδήτου. Επομένως είναι αυτές οι διεργασίες. Είναι ταυτόσημο μ’ αυτές. Ο άνθρωπος που είναι απόλυτα ταυτισμένος με τον εξωτερικό του ρόλο, παραδίδεται έτσι απόλυτα στις εσωτερικές διεργασίες, δηλ. θα εμποδίσει ακόμα και τον εξωτερικό του ρόλο, από μεγάλη εσωτερική ανάγκη, μειώνοντάς τον μέχρι παραλογισμού (εναντιοδρομία). Έτσι, αποκλείεται μια σταθερή εμμονή στην ατομική γραμμή και η ζωή του περνάει μέσα σε αναπόφευκτες αντιθέσεις. Πρόσθετα, σε μια τέτοια περίπτωση, η anima ή ο animus προβάλλεται πάντα σ’ ένα αντίστοιχο, πραγματικό αντικείμενο, απ’ όπου εξαρτάται σχεδόν απόλυτα. Κάθε αντίδραση απ’ αυτό το αντικείμενο, αιχμαλωτίζει άμεσα το εσωτερικό του υποκειμένου. Έτσι, συχνά δημιουργούνται τραγικοί δεσμοί.

Στην περίπτωση του Μοσκώβ-Σελήμ το αντίστοιχο, πραγματικό αντικείμενο στο οποίο προβάλλεται η anima του είναι η Ρωσία. Ο ήρωας, αιχμάλωτος στη Ρωσία, διαπιστώνει την πλάνη των πεποιθήσεών του. Όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής, οι Ρώσοι από πολιτική οπισθοβουλία ¾αν και κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα¾ περιέβαλαν τους Τούρκους αιχμαλώτους με απίστευτες περιποιήσεις. Ο Σελήμ, δέκτης πλέον μιας συμπεριφοράς πρωτόγνωρης γι’ αυτόν από τον προαιώνιο εχθρό, και με δεδομένη την ταπείνωση και την αδικία που γνώρισε στους κόλπους του τουρκικού στρατού, ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό του και τον κόσμο: «Δεν είναι πράγμα εύκολο για μένα […] να περιγράψω τι συνέβηκε μέσ’ στην καρδιά μου από τώρα κ’ ύστερα. […] Ήμουν τρελλός έως τότε, προσέθετεν ο Σελήμ× δι’ αυτό σε είπα πως η Πλεύνα έβαλε τον νουν μου εις τον τόπο του» (238-239, 240).
Η επάνοδός του στην πατρίδα σταθεροποιεί τον φιλορωσισμό του, και τα γεγονότα που ακολουθούν τον οδηγούν σταδιακά στην αποκήρυξη της εθνικής του ταυτότητας και τελικώς στην παράνοια. Στην Κωνσταντινούπολη γίνεται μάρτυρας της αχαριστίας των τουρκικών αρχών απέναντι στους εξαντλημένους στρατιώτες, και ο ίδιος γίνεται θύμα σωματικής και πνευματικής κακοποίησης. Όταν τελικά επιστρέφει στη γενέτειρά του βρίσκει καμένο το σπίτι του, και την οικογένεια του ξεκληρισμένη. Κανείς δεν ήταν εκεί να την υπερασπιστεί, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο ίδιος βρισκόταν πολύ μακριά, υπερασπιζόμενος «του κράτους την τιμή και τη σημαία της θρησκείας» (223). Το παράπονο του Σελήμ δικαιολογημένα ξεχειλίζει: «Μπροστά εις τον θρόνον του Σουλτάνου, ανέκραξε, που τον επροστάτευσα τόσες φορές με τη ζωή μου, ξεψύχησαν τρία παιδιά και μια γυναίκα, πριν έλθῃ το “ετζέλι” τους, κι αυτά ήταν δικά μου… ήταν το μόνο που μου έμεινεν εις αυτόν τον κόσμο!» (246).

Μετά απ’ όλες αυτές τις περιπέτειες ο ήρωας καταλήγει μισότρελος στην Καϊνάρτζα της Ανατολικής Θράκης, όπου τον συναντά ο συγγραφέας. Ο παλιός ατρόμητος πολεμιστής έχει μετατραπεί σε γραφική φιγούρα. Η αμφίεσή του ανταποκρίνεται στο όνομα του μ’ όλα αυτά τα ρωσικής και τουρκικής προέλευσης ενδύματα που δημιουργούν ένα σύνολο παράδοξο και κωμικό συγχρόνως. Ο Μοσκώβ-Σελήμ, πενηντάρης πια και αποκομμένος από τις ρίζες του, οχυρώνεται σ’ έναν φαντασιωτικό κόσμο, περιμένοντας τους Ρώσους να περάσουν ξανά τον Δούναβη για να ενωθεί μαζί τους.
Ο ήρωας υιοθετώντας μια συμπεριφορά ηθικά και κοινωνικά διαφοροποιημένη από το σύνολο γίνεται περίγελος των ομοεθνών του: «Οι Τούρκοι πάλι έρχονται εδώ και τρώγουν και πίνουν και διασκεδάζουν μ’ αυτόν και τον περιπαίζουν» (205). Τελικά η ταύτιση με την ομάδα ή η πρόθεση να διαχωρίσει κανείς τον εαυτό του τελείως από την ομάδα έχει καταστροφικές συνέπειες. Μερικές φορές οδηγεί στη νόσο. Ο Μοσκώβ-Σελήμ «είναι τρελλός άνθρωπος» (205) θα επαναλάβουμε μαζί με το συνοδό του αφηγητή. Η παράνοια, άλλωστε, δεν είναι παρά αποκοπή του ανθρώπου από την εξωτερική πραγματικότητα μαζί με μια απορρύθμιση της εσωτερικής του πραγματικότητας. Ο Μοσκώβ-Σελήμ, αποκομμένος από τον έξω κόσμο γιατί κάπου τον έχει αρνηθεί, υποκύπτει στα αυτόνομα φαντάσματά του, νικημένος από έναν κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε.

* * *

«Η προβολή», λέει ο Jung «δεν κατασκευάζεται ποτέ× συμβαίνει». Την ορίζει ως «προέκταση της υποκειμενικής διαδικασίας σε ένα αντικείμενο». Σύμφωνα με τη διαλεκτική του Jung, αν δεν είναι θεμελιωμένη σταθερά η συνείδηση ¾ή δεν είναι αρκετά δυνατό το κέντρο της προσωπικότητας για να αφομοιώνει, να κατανοεί και να επεξεργάζεται τα ασυνείδητα περιεχόμενα και τις προβολές τους¾ είναι δυνατόν να κατακλυστεί και μάλιστα να βυθιστεί από ενεργοποιημένα και διογκωμένα ασυνείδητα υλικά. Σε αυτή την περίπτωση τα ψυχικά περιεχόμενα όχι μόνο παίρνουν χαρακτήρα πραγματικότητας, αλλά εκφράζουν τη σύγκρουση με μια πρωτόγονη ή μεγαλοποιημένη μυθολογική μορφή και ο δρόμος είναι ανοιχτός. Οι δυσκολίες και οι συγκρούσεις του ατόμου στη σχέση του με τον εξωτερικό κόσμο μπορούν να κατανοηθούν μόνο σαν αντανάκλαση των ενδοψυχικών διαδικασιών του.

Ο Μοσκώβ-Σελήμ, λοιπόν, κάτω από την ένταση εξωτερικών ερεθισμάτων και εσωτερικών διεργασιών, προβάλλει στη «Ρωσία» όλα εκείνα τα ψυχικά περιεχόμενα που ήταν απωθημένα και καταπιεσμένα στο ασυνείδητο. Ο ήρωας, ερχόμενος σε επαφή με τις ιδιότητες της εσωτερικής του προσωπικότητας, δηλαδή της anima (ηθικότητα, σύνεση, καλοσύνη, αγαθότητα, ευπρέπεια, δικαιοσύνη) τις προβάλλει στη «Ρωσία», που γι’ αυτόν δεν είναι πλέον μια χώρα εχθρική, αλλά
το αντικείμενο της προβολής του. Με την αποσύνθεση του προσωπείου αποδεσμεύονται χαρακτηριστικά της anima, και πολλές φορές το άτομο υιοθετεί μια συμπεριφορά τελείως ασυμβίβαστη με το αρχικό μεγαλείο του προσωπείου. Ο Σελήμ την ώρα που ριχνόταν στη μάχη για να υπερασπιστεί «του κράτους την τιμή και την σημαία της θρησκείας» (223), ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάποτε θα συντασσόταν με τον εχθρό. Η ζωή άλλωστε δεν ακολουθεί γραμμές που είναι ίσες και προβλέψιμες. «Η αλήθεια ελίσσεται» λέει ο Nietzsche.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο αντικρουόμενες φάσεις στη ζωή του Μοσκώβ-Σελήμ. Τα όρια καθορίζονται από την περίοδο της αιχμαλωσίας του στη Ρωσία. Kαι στις δυο φάσεις ο ήρωας, εξαιτίας των επιλογών του, συντρίβεται από τη συλλογική ψυχή.

Στην πρώτη φάση, ο ήρωας είναι ταυτισμένος με τον εξωτερικό ρόλο που του ανέθεσε η ομάδα, και γι’ αυτό τον πρώτο ρόλο στη ζωή του τον παίζει η αντικειμενική αξία, ως αποφασιστικός παράγοντας του συνειδητού του. Ο προσανατολισμός του είναι προς το αντικείμενο και τα αντικειμενικά γεγονότα και οι αποφάσεις και πράξεις του καθορίζονται, όχι από υποκειμενικές αξίες, αλλά από αντικειμενικές. Φυσικά, δεν του λείπουν οι υποκειμενικές αξίες, αλλά
έχουν λιγότερη σημασία από τις εξωτερικές, αντικειμενικές καταστάσεις. Η εσωτερική του ζωή υποτάσσεται στην εξωτερική αναγκαιότητα. Τα ενδιαφέροντά του ακολουθούν τα αντικειμενικά συμβάντα και ο ίδιος βρίσκει αρκετό και κατάλληλο έδαφος για να κινηθεί μέσα στα πλαίσια της αντικειμενικής κατάστασης. Δεν έχει καμία τάση να υπερβεί αυτά τα όρια× αντίθετα γοητεύεται από τις δυνατότητες που του παρέχει η ισχύουσα πραγματικότητα του πολέμου. Οι ηθικοί νόμοι που διέπουν τις πράξεις του συμφωνούν με τις αντίστοιχες απαιτήσεις της κοινωνίας, δηλαδή με την γενικά έγκυρη ηθική άποψη, μία άποψη που μπορεί να είναι και ανήθικη από καθαρά ανθρωπιστική σκοπιά. Αν θέλαμε να δώσουμε έναν τίτλο σ’ αυτή την πρώτη φάση της ζωής του ήρωα θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε: Η εξωστρεφής φάση.
Στη δεύτερη φάση που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε εσωστρεφή, ο ήρωας αποποιείται τον εξωτερικό του ρόλο, ανταποκρινόμενος στις επιταγές της εσωτερικής του φωνής, με την πρόθεση της απόλυτης διαφοροποίησης από την ομάδα. Στο συνειδητό του πλέον, την ανώτερη θέση την κατέχει ο υποκειμενικός παράγοντας× αυτό προϋποθέτει μια κατωτερότητα του αντικειμενικού παράγοντα και έτσι ο Μοσκώβ-Σελήμ δεν δίνει στην αντικειμενική πραγματικότητα, τη σημασία που της ανήκει πραγματικά. Αυτό έχει ως συνέπεια το εξής: Όσο περισσότερο ο ίδιος προσπαθεί να εξασφαλίσει κάθε δυνατή ελευθερία, ανεξαρτησία και απαλλαγή από τις δεσμεύσεις της ομάδας στην οποία ανήκει, τόσο περισσότερο σκλαβώνεται από την αντικειμενική άποψη.

Όταν του δίδεται η (ψεύτικη) πληροφορία ότι ήλθαν οι Ρώσοι παθαίνει εγκεφαλική συμφόρηση από λύπη κι όχι από χαρά όπως νομίζει ο γιατρός. Μπροστά στο μεγάλο δίλημμα να πάει ή όχι με τους Ρώσους, «μία νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά του» (251). Οι προσπάθειές του αναχαιτίζονται από τους συντριπτικούς όρους της πραγματικότητας που συνεχώς του επιβάλλεται, χωρίς τη θέλησή του. Η εθνική του καταγωγή προκαλεί μέσα του τα πιο δυσάρεστα και επίμονα συναισθήματα, κυνηγώντας τον και στοιχειώνοντάς τον. Η εσωτερική πάλη είναι αναπόφευκτη, καθώς αναζητεί μια εικόνα που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά που την έχει απλώς φανταστεί:

Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήσαν ισλάμ… Εγώ κι όλοι οι οσμανλήδες κτήμα του Σουλτάνου… Το αίμα καμμιά φορά νερό γίνεται;… Πως ν’ αρνηθώ το αίμα μου!… Αυτή η φοβερή ιδέα μ’ εβασάνισε μια νύχτα, όλη νύχτα… Μια νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά μου… Επάνω στα ξημερώματα… από τη λύπη μου, από τη συλλογή μου, μ’ αποφάνηκε… (251).

Στον επίλογο του διηγήματος, όταν ο ήρωας μαθαίνει από τον αφηγητή ότι ούτε ήλθε, ούτε θα ξανάρθει πλέον Ρώσος στη χώρα του Σουλτάνου, παθαίνει δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο ¾από τη χαρά του αυτή τη φορά ¾ και πεθαίνει, καθώς σύμφωνα με τον αφηγητή: «Ο Τούρκος έμεινε Τούρκος» (252). Εμείς εδώ μπορούμε μόνο να πούμε μαζί με τον Jung ότι «ο εαυτός αντιπροσωπεύει την πληρέστερη έκφραση εκείνου του μοιραίου συνδυασμού που ονομάζουμε ατομικότητα, δηλαδή την πλήρη άνθιση όχι μόνο του ξεχωριστού ατόμου αλλά και της ομάδας, στην οποία ο καθένας προσθέτει το δικό του μερίδιο» .

Ο Μοσκώβ-Σελήμ, όπως άλλωστε και όλοι οι ήρωες του Βιζυηνού, ζει μόνιμα μέσα σε δύο πραγματικότητες. Η μία είναι αυτό που βλέπει να γίνεται γύρω του και θεωρεί σαν αντικειμενική πραγματικότητα γιατί όλα τα πράγματα έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις και όγκο, και μια πραγματικότητα εσωτερική που είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης ψυχολογικής διαδικασίας, στην οποία βασικό ρόλο παίζει η ψυχολογική του υποδομή, η λειτουργική δράση
του συνειδητού και του ασυνειδήτου, η φαντασία και ο προσωπικός του συμβολικός κώδικας. Ο Μοσκώβ-Σελήμ ζει πράγματα που δεν υπάρχουν, καθώς οι φαντασιώσεις και οι ονειροπολήσεις, κυριολεκτικά, τον συντηρούν δίνοντάς του σκοπούς και διεξόδους, όταν οι εξωτερικοί περιορισμοί τον πνίγουν.

Τελικά, αν επιχειρούσαμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα από τη ζωή και το θάνατο του Μοσκώβ-Σελήμ, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής: Η συλλογική ψυχή, καθώς είναι η βάση που στηρίζει κάθε προσωπικότητα, πολλές φορές προκαλεί τη συντριβή και την ταπείνωση της προσωπικότητας. Η ψυχολογία του κάθε ατόμου είναι τόσο ατομική όσο και συλλογική. Τα κριτήριά μας δεν είναι επαρκή για να χαρακτηρίσουμε ένα δεδομένο χαρακτηριστικό ως καθαρά ατομικό ή συλλογικό. Η ταύτιση με την ομάδα ή η πρόθεση να διαχωρίσει κανείς τον εαυτό του τελείως από την ομάδα έχει καταστροφικές συνέπειες. Μερικές φορές οδηγεί στη νόσο. Γι’ αυτό ο Jung προτείνει (ίσως και ο συγγραφέας): «Κάθε άτομο πρέπει να προσπαθεί να ικανοποιεί εξίσου τις ατομικές και τις συλλογικές απαιτήσεις».

Τέλος, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η επιλογή μας να κινηθούμε γύρω από τον άξονα του ατομικού-συλλογικού, προβάλλοντας το ατομικό στοιχείο στο συλλογικό και αντίστροφα, δεν διεκδικεί καμιά αξίωση εξαντλητικής παρουσίασης του διηγήματος. Άλλωστε αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει και εξαιτίας της περιοριστικής οπτικής που επιβάλλει ένα θέμα που κινείται ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόλους. Ο συγκεκριμένος διπολικός άξονας δεν ορίζεται μόνο από ένα παιχνίδι της δικιάς μας φαντασίας αλλά και από ενδοκειμενικούς παράγοντες. Όσο για την ψυχαναλυτική διάσταση του θέματος, νομίζουμε ότι δικαιώνεται από την ψυχογραφική ταυτότητα του διηγήματος.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για την αφηγηματική τεχνική του «Μοσκώβ-Σελήμ» βλ. Π. Μουλλάς, Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Αθήνα 1980, σσ. ρκγ-ρκε΄, και Μ. Χρυσανθόπουλος, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Αθήνα 1994, σσ. 131-163.
2. Το Ιδεώδες Εγώ είναι ένας ενδοψυχικός σχηματισμός, τον οποίο ορισμένοι συγγραφείς (όπως ο Lacan) διαφοροποιούν από το Ιδεώδες του Εγώ και ορίζουν ως ένα ιδεώδες ναρκισσιστικής παντοδυναμίας, που συγκροτείται με πρότυπο τον παιδικό ναρκισσισμό. Σύμφωνα με τον Lacan, το ιδεώδες εγώ είναι ένας βασικά ναρκισσιστικός σχηματισμός, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από το στάδιο του καθρέπτη και εντάσσεται στο πεδίο του εικονικού-φαντασιακού. Βλ. J. Laplanche και J. -B. Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Αθήνα 1996, σσ. 162-163.
Το Ιδεώδες του Εγώ είναι ένα ψυχικό σύστημα της προσωπικότητας, που προκύπτει από τη σύγκλιση του ναρκισσισμού (εξιδανίκευση του εγώ) και των ταυτίσεων με τους γονείς, με τα υποκατάστατά τους και με τα συλλογικά ιδεώδη. Ως διαφοροποιημένο ψυχικό σύστημα, το ιδεώδες του εγώ αποτελεί το πρότυπο με το οποίο το υποκείμενο προσπαθεί να συμμορφωθεί. Βλ. J. Laplanche και J. -B. Pontalis, ό.π., σσ. 270-271.
Mε τη λέξη μορφοείδωλο μεταφράζει ο Δημήτριος Κουρέτας (από τους πρωτεργάτες της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα) το λατινικό όρο imago που χρησιμοποίησε το 1911 (Μεταμορφώσεις και σύμβολα της libido) ο Jung, αναφερόμενος σε ασυνείδητα πρωτότυπα, με τα οποία το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον άλλον.
3. Βλ. Θ. Τζούλης, «Ο Βιζυηνός και το όνομα του πατέρα», Γ. Βιζυηνός, Η ζωή και το έργο του (Περιφερειακό Συνέδριο Κομοτηνής, 2,3 και 4 Απριλίου 1993), Κομοτηνή 1997, σ. 93. Ο Θ. Τζούλης στη συγκεκριμένη ανακοίνωση, προβάλλει «Το στάδιο του καθρέφτη» του Lacan στη μορφή του παππού από «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» και στο συγγραφέα.
Για το «στάδιο του καθρέφτη» βλ. J. Lacan, «Le stade du miroir comme formateur de la fonction du Je, telle qu’ elle nous est révélé dans l’ expérience psychanalytique», Revue française de Psychanalyse, Paris 1949, ΧΙΙ, 4, σσ. 449-455, και Θ. Τζούλης, ό.π., σσ. 85-94. Σ’ αυτό το στάδιο της ψυχαναλυτικής μας προσέγγισης θεωρήσαμε απαραίτητο να επικαλεστούμε τη θεωρία του Lacan, με σκοπό την καλύτερη διερεύνηση της παιδικής ηλικίας του ήρωα.
4. Bλ. Anika Lemaire, Jacques Lacan, Bruxelles 1977, σ. 136.
5. Bλ. J. Lacan, Écrits, Paris 1966, σ. 852.
6. Βλ. Anika Lemaire, ό.π., σ. 253.
7. Βλ. J. Lacan, «Les formations de l’ inconscient», séminaires de l’ annèe 1956-1957, Bulletin de Psychologie, 1956-1957, σ. 33.
Βλ. J.-L. Flandrin, «La vie sexuelle des gens mariés× dans l’ ancienne société», και τον P. Ariés, «L’ amour dans le mariage» (βλ. Comunications, ειδικό τεύχος 1982, αντίστοιχα σσ. 102-115 και 116-122). Η άποψη αυτή έχει βέβαια διατυπωθεί σε σχέση με τις «δυτικές» κοινωνίες, και ειδικότερα τη γαλλική κοινωνία. Νομίζουμε όμως ότι μπορεί, με όλες τις διαφορές, να ισχύει στη γενικότητά της για κάθε παραδοσιακή κοινωνία.
Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ν. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Προκαπιταλιστικές ιδεολογίες του άνομου και του νόμιμου έρωτα», Η Δυναμική των Σημείων, εκδ. «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 165-185.
Για το νόημα της εξατομίκευσης βλ. C. G. Jung, H Ολοκλήρωση της Προσωπικότητας, μτφρ. Σ. Αντζάκα, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 11-43.
8. Βλ. Πλάτων, Συμπόσιο 196 α.
9. Για τις έννοιες persona και anima βλ. C. G. Jung, Ψυχολογικοί Τύποι, μτφρ. Σ. Άντζακα, Θεσσαλονίκη 1991, τόμ. 2, σσ. 722-731.
10. Αυτ. σσ. 728-730.
11. Βλ. Jolande Jacobi, Βασικές αρχές της ψυχολογίας του C. G. Jung, μτφρ. Κ. Καλογερόπουλος, Αθήνα 1995, σσ. 44-49.
12. Βλ. C. G. Jung, Αναλυτική Ψυχολογία, μτφρ. Π. Ιερομνήμονος, χ.χ., σ. 187.
13. Βλ. Jolande Jacobi, ό.π., σ. 48.
14. Βλ. C. G. Jung, Ψυχολογικοί Τύποι, ό.π., τόμ. 2, σσ. 730-731.
15. Βλ. Jolande Jacobi, ό.π., σ.119-120.
16. Σύμφωνα με τον Jung, όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερο καλύπτεται ο εξωτερικός κόσμος που χάνει σταθερά το χρώμα του, και τόσο περισσότερο μας καλεί ο εσωτερικός κόσμος.
17. Βλ. Jolande Jacobi, ό.π., σ. 179.
Το ομολογουμένως το λόγω ζην ισοδυναμεί με το ομολογουμένως τη φύσει ζην
ΖΑΝΕΚΑ ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ
Μέλος
Μέλος
 
Δημοσ.: 51
Ἐγγραφή: Τετ 07/05/2008 00:40
Τοποθεσία: ΧΡΥΣΗ ΑΚΤΗ

Ἐπιστροφὴ στην Λογοτεχνία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης

cron