Κατσαντώνης

Κατσαντώνης

Δημοσίευσηἀπό πρώην μέλος » Δευ 03/10/2011 02:48

Εἰκόνα

Εσείς όπου τον είδατε ψηλά στα κορφοβούνια ,
σταυραετοί και πέρδικες, ξηφτέρια, χελιδόνια,
ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.
Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου, κλάψτε.
Ένας παπάς τον πρόδωκε! Μαχαίρι να του γένει,
η κοινωνιά που το 'βαψε τ' αφορεμένο στόμα,
θηλιά κι αστρίτης στον λαιμό τ' άγιο του πετραχήλι
να μην βρεθεί πνευματικός να τον ξεμολογήσει
κι αγαπημένα δάχτυλα τα μάτια του να κλείσουν!

Το γκαρδιακό τ' αδέρφι του, ο Γιώργος ο Χασώτης,
έξυπνος ακουρμαίνεται, κοιμάτ' ο Κατσαντώνης.
Η ευλογιά τον έψησεν, η θέρμη τον ανάφτει.

-Ξύπν' αδερφέ μου, ξύπνησε, στον ώμο να σε πάρω,
πλακώσανε οι Λιάπηδες και θα μας πιάσουν σκλάβους.
-Τρέχ' αδερφέ μου, γλύτωσε, μη με ψυχοπονιέσαι.
Κι αν μ' αγαπάς και πιθυμάς να πάω φχαριστημένος,
κόψε μου το κεφάλι μου, μη μου το πάρ' ο Αράπης
και φέρ' το πάνω στ' Άγραφα και διάλεξ' ένα βράχο
και δώσ' του το να το φορεί, κορφή του να το κάμει,
να το φορεί, να το βαστά σαν περικεφαλαία.
Έλ' αδερφέ μου γλήγορα, γλήγορα να με κόψεις,
να πάγω εκεί ψηλά - ψηλά, να φύγω δώθε μέσα,
να 'ρχονται μαύρα σύγνεφα, να 'ρχοντ' αστροπελέκια,
να μου θυμάνε τον καπνό, να μου θυμάν τη λάμψη
του τουφεκιού μου π' ορφανό, στα χέρια σου θα μείνει.
Να τ' αγαπάς να το φιλείς, να το 'χεις σαν αδέρφι.

Ο Γιώργος το κατάλαβε πως τ' ανεβαίν' η θέρμη,
τον άρπαξε στον ώμο του κι απ' τη σπηλιά πετιέται.
Επήρε τον ανήφορο, στο ξάγναντο προβαίνει,
εξήντα βλέπει Τσάμηδες, που τον εκυνηγούσαν.
Κάθε φορά που σίμωναν, έστενε μετερίζι
του Κατσαντώνη το κορμί κι άδειαζε τ' άρματά του.
Χαρά στη μάνα πώκανε, παιδιά τέτοια λιοντάρια!
Έτσι κυνηγηθήκανε τα δυο πιστά τ' αδέρφια,
όσο που βγήκε ο Αυγερινός κι αχνίσανε τ' αστέρια.
Τότε λαβώθηκε βαριά ο Γιώργος στο ποδάρι
και τους επιάσαν ζωντανούς, στα Γιάννινα τους φέραν.

Και μιαν αυγή στον πλάτανο που από μικρό κλωνάρι
εχόντρυνε κ' επλάτυνε, βυζαίνοντας το γαίμα,
την ώρα τους την ύστερη βαριά σιδερωμένα
του Βάλτου, του Ξερόμερου τα δυο θεριά προσμένουν.
Χίλιων λογιώνε σύνεργα, δαυλιά, σφυρί κι αμόνι
σκόρπια στο χώμα βρίσκονται κ' εκείνοι τα τηράνε.
Ο Γιώργος σαν κ' εδάκρυσε για το γλυκό του αδέρφι.
Του Κατσαντώνη μια ματιά κ' εστρέφεψε το δάκρυ.
Κ' εκεί που διηγούντανε, το 'να τ' αδέρφι στ' άλλο
τα περασμένα νιώτα τους, την κρύα τη βρυσούλα,
το φόβο του Αλήπασα, του Γκέκα τη λαχτάρα,
έξαφν' αστράφτ' ένα σπαθί και γέρν' ένα κεφάλι.
"Χριστός Ανέστη, πλάκωσα!", φωνάζ' ο Κατσαντώνης
κ' ένα φιλί, στερνό φιλί, από μακριά του ρίχνει.
Μες στα κλαριά του πλάτανου, μες στα χλωρά τα φύλλα,
σαν να 'ταν στο λημέρι της, εκρύφτηκ' η ψυχή του
κ' εκοίταζε τον αδερφό που τόνε μαρτυρεύουν.

Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ' αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί, να τόνε πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,
νεύρα κομμένα, κρέατα σέρνονται σαν ξεσκλίδια
και κειός τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:

"Χτυπάτε, πελεκάτε με,
σκυλιά τον Κατσαντώνη,
δεν τον τρομάζει Αλήπασας,
φωτιά, σφυρί και αμόνι".

Μιαν ώρα πελεκούσανε, τα χέρια τους δειλιάζαν,
οι γύφτοι βαρεθήκανε και το λαιμό του κόβουν.
Ανοιγοκλούσ' ο λάρυγγας, μαύρο πετά το γαίμα
και μες στον κόκκινό του αφρό, μες στη βραχνή γαργάρα,
μισοκομμέν' ακούγονται του τραγουδιού τα λόγια:

"Χτυπάτε, πελεκάτε με,
σκυλιά τον Κατσαντώνη,
δεν τον τρομάζει Αλήπασας,
φωτιά, σφυρί και αμόνι".

Ο πλάτανος σαν ένοιωσε στις ρίζες του το γαίμα,
αλαίμαργα το ρούφηξε, να μην το πιει το χώμα
κ' εστοίχειωσε κ' εθέριεψε κι άπλωσε τα κλωνάρια
τόσο χοντρά κι ατάραγα και τόσο φουντωμένα,
που τα 'βλεπε ο Αλήπασας τη νύχτα στ' όνειρό του
κ' εφώναζε κ' ελάμπαζε, μην έλθ' εκείνη η μέρα
και τα κλαριά του πλάτανου, την Πόλη θα πλακώσουν.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
πρώην μέλος
 

Ἐπιστροφὴ στην Ποίηση



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 0 ἐπισκέπτες