Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Παραδόσεις, θρύλοι, ἤθη, ἔθιμα τοῦ τόπου μας

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 19/03/2012 01:06

Η νηστεία στην Ορθοδοξία
είναι αποτέλεσμα μιας μακράς
διαδικασίας που περιλαμβάνει
πολλές συζητήσεις και
διαφωνίες και άρχισε
από τους πρώτους
χριστιανικούς χρόνους.
Επιβάλλει την αποχή από
ορισμένα είδη τροφών και
ποτών και όχι πλήρη αποχή
από κάθε τροφή όπως
σε άλλες θρησκείες
και πολιτισμούς.

Αικατερίνη Πολυμέρου-
Καμηλάκη
Διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης
της Ελληνικής Λαογραφίας
της Ακαδημίας Αθηνών
Ευάγγελος Καραμανές
Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης
της Ελληνικής Λαογραφίας
της Ακαδημίας Αθηνών
Εἰκόνα
Λιτό μοναστηριακό γεύμα. Μονή Κασταμονίτου (Κωνσταμονίτου), Άγ. Όρος.
...........................
Οι επικλήσεις για επιστροφή σε
διατροφικές συνήθειες και κώδικες της
αγροτικής κοινωνίας και η προβολή «το-
πικών» προϊόντων και της παραγωγής
αυτών με τρόπο φιλικό προς το φυσικό
περιβάλλον («βιολογικά προϊόντα»), ως
αποτέλεσμα του τροφικού κορεσμού
των αστών και της εμπορικής προώθη-
σης ειδών διατροφής με τη δημιουργία
σχετικών χώρων διάθεσης, ανεξάρτητων
ή μέσα σε μεγάλα καταστήματα τροφί-
μων, αποτελεί ένα σύνθετο αντικείμενο
μελέτης για τη λαογραφία. Ο μεγάλος
αριθμός άρθρων στον ημερήσιο και πε-
ριοδικό Tύπο, οι τηλεοπτικές εκπομπές,
οι πάσης φύσεως εκδόσεις και βεβαίως
το σχετικά πρόσφατο επιστημονικό
ενδιαφέρον διεθνώς επιβεβαιώνουν τη
σημασία που αποδίδεται στην παραδο-
σιακή διατροφή.
Συχνά τα προβαλλόμενα ως «αγνά»
και «παραδοσιακά» προϊόντα τοπο-
θετούνται σε ελκυστικές βιτρίνες δι-
ακοσμημένες με αντικείμενα λαϊκής
τέχνης. Έτσι η αναβίωση ικανοποιεί για
τους παλαιότερους μια ανάγκη, έστω
και ως ψευδαίσθηση, επιστροφής στα
παιδικά χρόνια με τις γνώριμες αγαπη-
μένες –πλην απούσες πλέον– γεύσεις
και για τους νεότερους την αναφορά σε
ένα εξιδανικευμένο παρελθόν που δεν
γνώρισαν. Ο φολκλορισμός στο ζήτημα
της διατροφής κινεί και μια ιδιαίτερα
ευαίσθητη χορδή, εκείνη της υγείας του
δεινά χειμαζόμενου σύγχρονου ανθρώ-
που, καθώς ευρίσκεται συνεχώς εκτεθει-
μένος στους σύγχρονους διατροφικούς
κινδύνους των βιομηχανοποιημένων
τροφίμων.
Η Ελλάδα είναι χώρα με πολύπλοκο
γεωγραφικό διαμελισμό. Περιλαμβάνει
ορεινά συγκροτήματα οικισμών, νησιά,
παραλιακούς και νησιωτικούς οικισμούς
και παραγωγικές πεδιάδες. Ανάλογη ποι-
κιλία παρουσιάζει η παραγωγή και συνα-
κόλουθα η διατροφή. Στο χώρο αυτό δη-
μιουργήθηκε ένας κώδικας διατροφικών
συνηθειών που εξασφάλιζε το ελάχιστο
των απαραίτητων για τον οργανισμό θρε-
πτικών συστατικών, την περίφημη από
την αρχαιότητα ακόμη «λιτότητα» του
Έλληνα. Βάση της διατροφής αποτελούν,
όπως είναι γνωστό, οι φυτικές τροφές,
αυτούσιες ή μεταποιημένες και ελάχιστα
οι ζωικές, συνυπολογιζομένων και των
γαλακτοκομικών προϊόντων. Ο ίδιος ο
λαός, παραγωγός και καταναλωτής της
τροφής του, διαμόρφωσε εμπειρικά την
απαραίτητη γνώση για τις ιδιότητες των
τροφών και τη θρεπτική τους αξία. Προ-
ϊόντα όπως το λάδι, το κρασί ή το σιτά-
ρι-ψωμί τα θεωρεί ιερά, επειδή γνωρίζει
ότι προσδίδουν στον οργανισμό δύναμη-
ενέργεια και η έλλειψή τους αποδυναμώ-
νει το σώμα, λόγος για τον οποίο τα εν
λόγω είδη έχουν συνδεθεί με σημαντικές
λατρευτικές συνήθειες (προσφορές, θεία
Κοινωνία, νηστεία κ.λπ.).
Η τροφή είναι ένα από τα πιο σταθε-
ρά στοιχεία στην αγροτική παραδοσιακή
κοινωνία, στη διαχρονική της διάσταση,
ως συνισταμένη πολλών παραγόντων,
όπως η οικονομία, οι κοινωνικές δομές, η
πολιτισμική ανάπτυξη, που μεταβάλλο-
νται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Αυτό
δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν χαρακτη-
ριστικές περίοδοι και τομές, τις οποίες η
εθνολογική και ιστορική έρευνα κατα-
βάλλει προσπάθεια να προσδιορίσει. Βε-
βαίως η ένταξη κάθε φορά της διατροφής
στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιό
της είναι το ζητούμενο. Η διαμόρφωση
του διαιτολογίου στο πλαίσιο της παρα-
δοσιακής κοινωνίας εγγράφεται, όπως
ήδη αναφέρθηκε, στη μακρά ιστορική
διάρκεια και η κατανάλωση διατροφικών
αγαθών περιορίζεται κυρίως στην αυτάρ-
κεια και την ανταλλαγή. Ο αγροτοποιμε-
νικός χαρακτήρας της καθόριζε τα υλικά
και τους τρόπους παρασκευής και κατα-
νάλωσης των τροφών. Για παράδειγμα,
οι ποιμενικοί πληθυσμοί καταναλώνουν
λιγότερα γαλακτοκομικά προϊόντα και
κρέας, επειδή τα διαθέτουν στο εμπόριο
για να εξασφαλίσουν άλλα είδη διατρο-
φής, όπως το σιτάρι ή το καλαμπόκι, τα
όσπρια κ.λπ. Η οικονομική πρακτική
μιας ποιμενικής οικογένειας στοχεύει
συχνά στην εμπορευματοποίηση της πα-
ραγωγής με σκοπό την αγορά και άλλων
απαραίτητων ειδών για τη λειτουργία του
οικογενειακού προϋπολογισμού και την
εκπλήρωση υποχρεώσεων (προίκα κορι-
τσιών, πληρωμή ενοικίων σε γαιοκτήτες,
πρόστιμα κ.λπ.). Στην ορεινή Αργιθέα,
όπου καλλιεργούνταν η πατάτα, η κατα-
νάλωσή της ήταν ελάχιστη από τους κα-
τοίκους, επειδή προοριζόταν για τις πε-
δινές περιοχές, όπου ανταλλασσόταν με
το καλαμπόκι, τις ελιές το λάδι κ.ά. Ήταν
πολύ γνωστό εξάλλου ότι οι γυναίκες στα
χωριά στερούσαν από τα παιδιά τα αβγά,
τα οποία πουλούσαν κυρίως σε πλανόδι-
ους μικρεμπόρους για να εξασφαλίσουν
απαραίτητα είδη του νοικοκυριού. Στους
γεωργούς μετά το ψωμί, για τον νησιωτι-
κό και παράλιο χώρο, έρχεται το λάδι και
ακολουθούν τα λαχανικά, τα φρούτα, οι
ελιές και τα όσπρια. τα ζυμαρικά, το ρύζι
και τα γεώμηλα (πατάτες) συμμετέχουν
σε μικρότερες αναλογίες. Στις εύθραυ-
στες ισορροπίες των τοπικών οικονομιών
ο υποσιτισμός παραμένει τις περισσότε-
ρες φορές μια ορατή απειλή για μεγάλο
μέρος του πληθυσμού.
Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να τοπο-
θετηθεί η νηστεία, η οποία συνδέεται
επιπλέον με το σύνθετο θέμα της θρη-
σκείας και το θρησκευτικό εορτολόγιο.
Η νηστεία είναι συνάρτηση του θρησκευ-
τικού βιώματος του αγροτικού πληθυ-
σμού. τον 14ο αι. ο περιηγητής Johann
Shiltberger γράφει ότι οι Έλληνες «τις
τετάρτες δεν τρώνε ποτέ κρέας. την
Παρασκευή τρώνε μόνο ψάρι και λάδι.
Οι επίσκοποι νηστεύουν το κρέας όλο
το έτος. Και στις νηστήσιμες μέρες δεν
τρώνε τίποτε που να έχει αίμα. το ίδιο και
οι ιερείς. Κληρικοί και λαϊκοί νηστεύουν
πενήντα μέρες τη Σαρακοστή, σαράντα
πριν από τα Χριστούγεννα, τριάντα για
τους δώδεκα Αποστόλους και δεκαπέ-
ντε για την Κοίμηση της Θεοτόκου».
1
Ο Πουκεβίλ στο βιβλίο του Ταξίδι στο
Μοριά (1805) περιλαμβάνει ολόκληρο
κεφάλαιο για το διαιτολόγιο στην Πε-
λοπόννησο, στο οποίο παρατηρεί ότι
ουσιαστικά αυτό δεν διαφέρει από εκεί-
νο των άλλων Ελλήνων, και αναφέρεται
στη νηστεία: «Επειδή από θρησκευτική
αρχή, υποβάλλονται σε πολύ μακριές
νηστείες, τον περισσότερο χρόνο βλέπει
κανείς το τραπέζι τους γεμάτο από ισχνά
φαγητά. Πρόκειται, συνήθως, για τα πιο
κοινά χορταρικά που φιγουράρουν στην
κουζίνα τους. το λάδι και το βούτυρο
αποτελούν τη βάση των φαγητών και τα
κυριότερα καρυκεύματα είναι το πιπέρι,
η μέντα, η ρίγανη, οι πιπεριές και τα πιο
δυνατά αρωματικά. Είδα, σε όλα σχεδόν
τα γεύματα, να σερβίρουν μαύρες και
αλατισμένες ελιές της Κορώνης, χαβιά-
ρι και καμιά φορά και πουτάργκα [αβγά
κέφαλου ξεραμένα, αλατισμένα και κα-
ρυκευμένα, ταραμά]. Έπειτα παρουσιά-
ζουν μικρές πίττες όλων των ειδών. Αυτή
όμως η κουζίνα δεν είναι η κουζίνα της
αρχαιότητας και κανένας καλοφαγάς δεν
θα μπορούσε να μας δώσει το ιστορικό
της πίττας, που παρουσιάζεται στο τρα-
πέζι. Ω παρακμή των τεχνών, τάφος των
ταλέντων! τι θα ’λεγε ένας σύγχρονος
Απίκιος, βλέποντας μια πίττα καμωμέ-
νη με μερικές παπαρούνες με μάραθο
και με μαρούλια;».
2
Στη συνέχεια κάνει
λόγο αρκετά αναλυτικά για τα φαγητά, τα
ποτά, τα γλυκίσματα και τα φρούτα της
τοπικής δίαιτας.
Στον ελληνικό παραδοσιακό πολιτι-
σμό, σύμφωνα με το λαϊκό εορτολόγιο,
παρασκευάζονται και καταναλώνονται
συγκεκριμένες τροφές καθ’ όλη τη διάρ-
κεια του έτους. Η χριστιανική νηστεία,
όπως αυτή έχει καθιερωθεί και τηρείται
κατά τους τελευταίους αιώνες με τον
ακριβή χρονικό προσδιορισμό των κανό-
νων της στον κύκλο του έτους, είναι απο-
τέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας, που
ξεκινά από τους πρώτους χριστιανικούς
χρόνους, όταν μέσω των ιουδαίων χρι-
στιανών μεταδόθηκε και στη χριστιανική
Εκκλησία, και έχει προκαλέσει πολλές
συζητήσεις και διαφωνίες για τα επιμέ-
ρους χαρακτηριστικά της.
Όπως παρατηρούν πολλοί ερευνητές,
η νηστεία, όπως την εννοούμε σήμερα,
είναι αποχή από ορισμένα είδη τροφών
αλλά και ποτών, δηλαδή τρόπον τινά μια
τροποποίηση των διατροφικών συνηθει-
ών και όχι πλήρης αποχή από κάθε τρο-
φή, για συγκεκριμένο διάστημα χρόνου,
όπως ήταν και στην αρχαιότητα και όπως
δηλώνει και η ετυμολογία της λέξεως.
το γεγονός αυτό, όπως και η ευρύτερη
αποδοχή και επιβολή της και η ένταση
του θρησκευτικού βιώματος κατά την
τήρησή της, την καθιστά ιδιαίτερα ση-
μαντική ως πολιτισμικό φαινόμενο για
τη διατροφή του λαού.
3
Στο πλαίσιο των ημερών της εβδομά-
δας τηρείται νηστεία κατά την τετάρτη
και την Παρασκευή, η οποία καθιερώθη-
κε κατ’ αναλογίαν και κατ’ αντίθεσιν προς
εκείνη των ιουδαίων. Αντί της δευτέρας
και Πέμπτης καθιερώθηκε η νηστεία της
τετάρτης σε ανάμνηση της προδοσίας
του ιούδα και της Παρασκευής για τη
σταύρωση του Χριστού. Η νηστεία αυτών
των ημερών καταλύεται μόνο κατά την
πρώτη εβδομάδα των Απόκρεω (από την
Κυριακή του τελώνου και του φαρισαί-
ου έως την Κυριακή του Ασώτου), οπότε
έχουμε κατανάλωση όλων των τροφών.
Για το λόγο αυτόν η εβδομάδα αυτή είναι
γνωστή ως αμολυτή ή άρτζι-μπούρτζι, δη-
λαδή εβδομάδα πλήρους διατροφικής
αταξίας. Κατά την τρίτη εβδομάδα των
Απόκρεω (από την Κυριακή των Από-
κρεω έως την Κυριακή της τυρινής)
έχουμε αποχή από το κρέας, ενώ κατα-
ναλώνονται τα τυροκομικά-γαλακτερά,
τα αβγά και τα ψάρια. Επίσης η νηστεία
καταλύεται κατά το δωδεκαήμερο των
Χριστουγέννων (πλην της 5ης ιανουαρί-
ου, παραμονής των Θεοφανείων).
Η νηστεία των Χριστουγέννων
(μικρή Σαρακοστή)
Η νηστεία των Χριστουγέννων, διάρκει-
ας 40 ημερών, είναι γνωστή και ως μικρή
Σαρακοστή (από 15 νοεμβρίου έως την
παραμονή των Χριστουγέννων). Επι-
τρέπεται η κατανάλωση ιχθύων από 15
νοεμβρίου έως 17 δεκεμβρίου, εκτός
τετάρτης και Παρασκευής. το σαραντα-
ήμερο από του αγίου φιλίππου (14 νοεμ-
βρίου) μέχρι τα Χριστούγεννα νήστευαν
για να κοινωνήσουν. « Ήταν και ο καιρός
της νηστείας. Είχαμε τις πολλές βροχές.
τότε βγάζαμε κάτι ραδίκια πράσινα από
τ’ αμπέλια μας με κάτασπρη γούλα. νη-
στεύαμε για να κοινωνήσουμε του Χρι-
στού» σύμφωνα με μια μικρασιάτικη
καταγραφή.
4
Σύμφωνα με τοπική μαρ-
τυρία, «το βάσανο της Σαρακοστής [πριν
τα Χριστούγεννα στη Β. Ήπειρο] ήταν
αβάσταγο. Η γριά Σαρακοστή κρατούσε
με τα λιπόσαρκα χέρια της μια ψηλή από
φρόκαλα σκούπα κι εσκούπιζε τα σπίτια
μέσα κι έξω από κάθε καλό φαγώσιμο
σαράντα ολόκληρες μέρες».
5
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Η νηστεία είναι ωστόσο το κύριο χαρα-
κτηριστικό της μεγάλης τεσσαρακο-
στής που προετοιμάζει τους πιστούς για
τη μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάστα-
ση. την πρώτη ημέρα, δηλαδή την Κα-
θαρά δευτέρα, δεν καταναλώνονται τα
υπόλοιπα της τυρινής. «Καθαρίζονταν
ακόμη και τα πιατικά» και τα υπόλοιπα
φαγητά δίνονταν παλιότερα σε όσους
δεν νήστευαν, όπως ήσαν οι τσιγγάνοι
(γύφτοι). Η έννοια αυτή της αλλαγής το-
νίζεται και με την έξοδο στη φύση, όπου
καταναλώνονται νηστήσιμα φαγητά και
ψωμί άζυμο (λαγάνα), χωρίς δηλαδή
προζύμι. Στον τύρναβο της Θεσσαλίας
την Καθαρά δευτέρα μαγειρεύουν και
σήμερα το μπουρανί (χορτόσουπα αλά-
δωτη από σπανάκι, ρύζι και λίγο ξίδι),
ενώ τραγουδούν άσεμνα αποκριάτικα
τραγούδια. τέτοιες εκδηλώσεις αποτε-
λούν προέκταση της αποκριάς και δεν
παραπέμπουν στην αυστηρή σαρακοστή
και νηστεία που αρχίζει. Βεβαίως στις
αγροτικές παραδοσιακές κοινωνίες αλλά
και στα αστικά κέντρα, πριν από μερικές
δεκαετίες ακόμη, δεν καταναλώνονταν
όλες αυτές οι νηστήσιμες λιχουδιές που
θα ζήλευε η οποιαδήποτε αρτύσιμη κου-
ζίνα. Κρεμμύδια φρέσκα, ραπανάκια,
ταραμάς, χαλβάς και θαλασσινά, όπου
μπορούσαν να τα μαζέψουν επιτόπου,
βρασμένα και αλατισμένα μόνο όσπρια
(χωρίς λάδι), αυτά ήταν τα εδέσματα της
Σαρακοστής. Έτσι έχουν νόημα όσα
σκωπτικά λέγονταν, όταν αποχαιρετού-
σαν την αποκριά: Εμείς ετούτον κλαίομεν,
εμάς ποιός θα μας κλάψει, / Όπου το σκορ-
δοκρέμμυδο τ’ άντερα θα μας κάψει (Κρή-
τη). Κι ακόμη: Ο Λαζανάς ψυχομαχεί κι
ο Μακαρούνης κλαίει / Κι ο Κρόμμυδος
σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι.
6
Η αποχή, λοιπόν, από το κρέας, τα
γαλακτοκομικά, τα αβγά και γενικά από
ουσίες που επιβαρύνουν τον ήδη κατα-
πονημένο από το χειμώνα οργανισμό, θα
διατηρηθεί μέχρι το Πάσχα με κατανά-
λωση ψαριών μόνο του Ευαγγελισμού
(25 μαρτίου) και του λαζάρου.
Η νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής
ήταν αυστηρότατη. νήστευαν ακόμη
και οι έγκυες, οι άρρωστοι και τα παιδιά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Σαρακοστή
παριστάνεται ως γυναίκα ξερακιανή,
αυστηρή, χωρίς στόμα, γιατί δεν πρέ-
πει να τρώει, με επτά πόδια, όσες και οι
εβδομάδες μέχρι το Πάσχα (εικ. 6). την
έφτιαχναν από ζυμάρι ή πανί παραγεμι-
σμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν
από το ταβάνι. Κάθε βδομάδα που περ-
νούσε έκοβαν και από ένα πόδι, κι έτσι
προχωρούσε ο χρόνος και πλησίαζε το
Πάσχα. Οι Πόντιοι μάλιστα για να ανα-
γκάσουν τα παιδιά να νηστέψουν χρησι-
μοποιούσαν ένα σκιάχτρο που το λέγανε
Κουκαρά (εικ. 5). το σκιάχτρο αυτό ήταν
ένα μεγάλο κρεμμύδι, μαυρισμένο με κα-
πνιά και σχεδιασμένα με κιμωλία μάτια
και στόμα. Γύρω στην κοιλιά του κρεμ-
μυδιού έμπηγαν επτά μεγάλα φτερά κό-
τας, όσες εβδομάδες έχει η Σαρακοστή,
και το κρεμούσαν από το κοτσάνι στην
οροφή του σπιτιού τα μεσάνυχτα της
Κυριακής προς την Καθαρά δευτέρα.
τα παιδιά το πρωί έκπληκτα έβλεπαν
πάνω από το κεφάλι τους το παράξενο
αυτό πουλί, που θα τους τιμωρούσε, αν
έτρωγαν λιπαρά φαγητά. Κάθε Κυριακή
η μητέρα έβγαζε και ένα φτερό του Κου-
καρά χωρίς να τη δουν τα παιδιά, ώσπου
τη μεγάλη Εβδομάδα έμενε γυμνός και
εξαφανιζόταν μια νύχτα, αφού εκπλή-
ρωσε την αποστολή του. τα παιδιά τότε
όλο χαρά φώναζαν: « Έφυεν ο Κουκα-
ράς, έφυεν ο Κουκαράς!». Αλλά και οι
μητέρες για να τα έχουν με διαρκή φόβο
για κάθε παρεκτροπή, έλεγαν: « Έφυεν
και θα έρται του χρόν’».
7
Προ πάντων νήστευαν αυστηρά κατά
την πρώτη ημέρα της μ. Σαρακοστής,
την Καθαρά δευτέρα, αλλά και τις πρώ-
τες τρεις ημέρες. Κατά το τρίμερο, τη λε-
γόμενη «καθαρήν νήστεια(ν), δεν τρώνε
τίποτε, μόνο το βράδυ μετά τον εσπερινό
παίρνουν αντίδωρο, πίνουν ένα φλυτζάνι
του καφέ νερό και την τρίτη μέρα μετα-
λαβαίνουν».
8
μάλιστα οι ηλικιωμένες
9
«το είχον σε καλό να κρατούν τριήμερον
και μαζί με αυτάς και τα εγγονάκια με την
υπόσχεσιν ότι θα βάλουν χρυσό δοντάκι
ή θα εύρουν περδικοφωλιά! Εκείνοι που
βαστούσαν τριήμερον νηστείαν μετέβαι-
νον την πρωίαν της τετάρτης εις την εκ-
κλησίαν, ελάμβανον μέγαν αγιασμόν και
ακολούθως επιστρέφοντες εις την οικίαν
των κατέλυον την νηστείαν».
10
την Κα-
θαροδευτέρα άρχιζαν τη νηστεία με χόρ-
τα, κρεμμυδάκια, σκόρδα, κάρδαμο, με
λειψή πίτα, και βρεκτοκούκια: Πέρασαν
οι αποκριές με λύρες, με παιχνίδια, / κ’ ήλθ’
η σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια.
11
Θεωρείται αμάρτημα και ασέβεια η
μη τήρηση της νηστείας: Μέσα στη Σα-
ρακοστή, / άρχοντες τσαι προεστοί, / ξετσοι-
λιάζονται με ρούφια / τσαι πετούν ψηλά τη
σκούφια. / Μέσα στη Σαρακοστή / τσαι μας
βγαίνουν τσαι σωστοί.
12
τη Σαρακοστή θεωρούνταν αμαρ-
τία ακόμη και η προσφορά κρέατος ή
γάλακτος. Όταν καμιά φορά αγόραζαν
κρέας ή γάλα, αυτό γινόταν κρυφά. «Αν
ψωνίζαμε κρέας τον καιρό της νηστείας
το κρύβαμε... την τελευταία απόκρια
θα ’χαμε αβγά βρασμένα και μακαρόνι
κι απέ πια ξανατρώγαμε μόνο το Πάσχα.
Γι’ αυτό λέγαμε, μ’ αβγό το κλείσαμε, μ’
αβγό θα τ’ ανοίξουμε».
13
τιμούσαν ιδιαίτερα τη μεγάλη Εβδο-
μάδα,
14
κατά τη διάρκεια της οποίας νή-
στευαν ακόμη και τα μικρά παιδιά και
οι έγκυες. μόνο σε εξαιρετικές περι-
πτώσεις κατέλυαν τη νηστεία, όπως σε
σοβαρές αρρώστιες. Οι λεχώνες επιτρε-
πόταν να φάνε λάδι και καμιά φορά να
πιουν γάλα. Οι γέροι συνήθως ήταν πιο
εγκρατείς και αυστηροί. Σύμφωνα με μια
καταγραφή από τη Σάμο, όταν συμπέσει
πάνδημος εορτή τη Σαρακοστή, τότε το
προσφερόμενο φαγητό είναι νηστήσιμο.
Αντί δηλ. κρέατος βράζουν ρεβίθια, λάδι,
κρεμμύδια και σιτάρι κομμένο, τα οποία
γίνονται πολτός, το νηστήσιμο κεσκέκ’.
15
την εορτή, για παράδειγμα, των τεσ-
σαράκοντα μαρτύρων,
16
που συνήθως
συμπίπτει με τη Σαρακοστή, όσοι ήταν
κεχαγιάδες (κτηνοτρόφοι) τη γιόρταζαν
ξεχωριστά. Έκαναν πίττα «ανεβάτιστη»
(δηλ. χωρίς μαγιά), φάβα, ντολμαδάκια,
λαδερά, έπαιρναν «γκάιντες» και πήγαι-
ναν στις μάντρες και γλεντούσαν.
του Ευαγγελισμού και των Βαΐων
επιτρέπεται η κατανάλωση ψαριών.
Ωστόσο και αυτά ήταν λίγα και δύσκολη
η προμήθειά τους. δεν υπήρχαν ψυγεία,
ούτε πάγος και κατέφευγαν στον παστό
μπακαλιάρο, που φρόντιζαν να προμη-
θευτούν από πριν. τον έκαναν γιαχνί,
βραστό ή τηγανητό και καμιά φορά εί-
χαν συμπλήρωμα τα αλίπαστα, σαρδέ-
λες, κολιούς, παλαμίδες, και λακέρδες.
Αυτός που έτρωγε ψάρι των Βαΐων θα
κοινωνούσε την ημέρα της λαμπρής.
το δίστιχο λέει: Βάγια, Βάγια των Βαγιών,
φάε ψάρι και κολιό / και την άλλη Κυριακή
φάε κόκκινο αυγό.
17
το ξίδι, το αλάτι, το
πιπέρι, η ρίγανη και όλα τα μυριστικά
συνοδεύουν το λιτό εδεσματολόγιο,
που αποτελείται από φυτικές κυρίως
τροφές. Έτσι οι γεύσεις της Σαρακο-
στής είναι συνδεδεμένες με τα πικρά
ραδίκια, τις ξιδάτες ελιές, τα καυτερά
πρασσοκρέμμυδα και τα σκόρδα. Όλα
ερεθίζουν το πεπτικό σύστημα και πα-
ράλληλα το απαλλάσσουν από τα λίπη
και τις ζωικές τοξίνες.
Στα αστικά και ημιαστικά κέντρα
η νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής,
πολυήμερη και αυστηρή, δημιουργούσε
προϋποθέσεις για ένα ιδιότυπο εποχια-
κό εμπόριο τροφίμων, που ήταν και είναι
εξαιρετικά προσοδοφόρο. Οι ασχολού-
μενοι με αυτό αγόραζαν ελιές, σύκα,
σταφίδες, λεμόνια, πορτοκάλια και τα
πουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα
προϊόντα, όπως αβγά, κότες, μαλλιά κ.ά.
τα οποία μεταπωλούσαν. το εμπόριο αυτό
κρατούσε ως τη μ. Εβδομάδα.
18
τα μπα-
κάλικα πουλούσαν ταραμά και ταχίνι.
19
Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων
Η τελευταία εβδομάδα του ιουνίου είναι
η περίοδος νηστείας των Αγίων Αποστό-
λων (Πέτρου και Παύλου στις 29 και η
Σύναξις των Αποστόλων στις 30 ιουνί-
ου). Ήταν η νηστεία του καλοκαιριού,
όπως την έλεγαν, ή η νηστεία του ροβιού,
επειδή τότε άρχιζε σε ορισμένες περιο-
χές, ο θερισμός του ροβιού. Από τότε και
μέχρι του αγίου ιωάννη του ριγολόγου
(29 Αυγούστου) ακολουθεί ένα δίμηνο
καλοκαιρινό με υπαίθρια θρησκευτι-
κά πανηγύρια, τα οποία παλαιότερα
συνοδεύονταν από ζωοπανηγύρεις και
εμποροπανηγύρεις, δημοτελείς θυσίες,
συνεστιάσεις και χορούς. Η νηστεία προ-
ηγείται της γιορτής και διαρκεί μόνο μία
εβδομάδα. Οι περισσότεροι παλαιότερα
κοινωνούσαν των Αγίων Αποστόλων για
να φάνε πλέον στο πανηγύρι. τη νηστεία
αυτή, που δεν θεωρούνταν «αλαφριά»,
τηρούσαν περισσότερο οι ηλικιωμένοι.
Η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου
και της Αποτομής της κεφαλής
του Προδρόμου (29 Αυγούστου)
Ο Αύγουστος αρχίζει και τελειώνει με
νηστεία. Η νηστεία για την εορτή της
Κοιμήσεως της Θεοτόκου τον δεκαπε-
νταύγουστο (1-14 Αυγούστου) θεωρείται
αυστηρή. διακόπτεται από κατανάλω-
ση ιχθύων στις 6 Αυγούστου, εορτή της
μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Στις 29
του ίδιου μήνα, κατά την εορτή του Αγίου
ιωάννου του Αποκεφαλιστή
20
ή ριγολό-
γου ή Θερμαστή, προστάτη των ασθενών
από την ελονοσία, δεν τρώνε καρπούζι
ή μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο
21
και ό,τι
θυμίζει αίμα. Ακόμη δεν πιάνουν μαχαίρι
στο χέρι, ούτε σπάζουν καρύδι. Η αναλο-
γική σκέψη του λαού οδηγεί σε παρόμοι-
ες ενέργειες. Η παράδοση αναφέρει ότι
η θέρμη ήρθε στον κόσμο από τότε που
αποκεφαλίστηκε ο άγιος ιωάννης. ταρά-
χτηκε το κεφάλι του και έπαθε παροξυ-
σμό γι’ αυτό και λέγεται και Παροξυσμός
ή Κρυαδίτης ή Θερμολόγος. λόγω της
αυστηρής νηστείας της γιορτής του ονο-
μάζεται και νηστευτής και νηστικός. Σε
πολλές περιοχές δεν τρώνε ούτε λάδι –
εκτός από εκείνους που έχουν πανηγύρι
στο χωριό.
22
Στη λέσβο κρατούν νηστεία
ιδιαίτερα όσοι λυτρώθηκαν από πυρετούς
με τη βοήθεια του αγίου: «Ούτε σταφύλι
μαύρο δεν τρώνε, γιατί θα βγάλουν μαύ-
ρες (= καλογέρους). Παλαιότερον συνή-
θιζαν ακόμη να μην κόβουν τίποτε με το
μαχαίρι, διότι κείνη τη μέρα έκοψαν το
κεφάλι του αγίου, αφού ακόμη και υπό
των τούρκων εφυλάσσετο τούτο (Κιράν
καρπούζ’ πανηγυρά). Σύμφωνα με την
παράδοση κατά την στιγμήν του αποκε-
φαλισμού οι παρευρισκόμενοι έπαθαν
παροξυσμό. Όσοι λοιπόν παλαιότερον
έπασχον από θέρμη πήγαιναν στην εκ-
κλησία και άφηναν μετά την προσευχή
τους τρίχες του κεφαλιού των, κουρελάκι
από πάνω των, ή κάρφωναν και κρομμύδι
στον πρίνο (=πουρνάρι) του αγίου ιωάν-
νου, σ’ Θριμπιρή. Όλα αυτά γινόταν μετά
το άναμμα των κανδηλιών και το θύμια-
σμα κατά την ώραν της αναχωρήσεως,
για ν’ αφήσουν το κακό πίσω τους. Επει-
δή παλαιότερον η ελονοσία μη υπαρχό-
ντων σχετικών φαρμάκων κατέληγεν εις
φθίσιν υπήρχε και σώζεται κατάρα: «να
σι δω στ’ αγιού Γιαννιού τουν πρίνου».
23
Σε πολλές περιοχές του ελληνικού
χώρου γίνονται πανηγύρια στα οποία
μοιράζεται μαγειρεμένο νηστήσιμο φα-
γητό, όπως φάβα ή όσπρια.
Η νηστεία του Σταυρού
(14 Σεπτεμβρίου)
Η Ύψωση του τιμίου Σταυρού αποτε-
λεί σημαντική θρησκευτική γιορτή και
ημέρα νηστείας. δεν τρώνε σύκα και
σταφύλια μαύρα που θυμίζουν το αίμα
του Χριστού στο Σταυρό (Θεσσαλία). τα
φαγητά τους πρέπει να είναι αλάδωτα
(ανήλαδα). Η μπογάτσα ή οι σταυρόπιτ-
τες, ψωμιά που μοιράζονταν στον κόσμο
αποτελούν, μαζί με την ευλογία του σπό-
ρου, προσφορές για την αρχή της σποράς
και για την καλή εσοδεία της επόμενης
χρονιάς.
Εκτός των νηστειών στον κύκλο του
χρόνου, σύμφωνα με το εορτολόγιο
νηστεία επιβάλλεται και σε περιπτώ-
σεις θανάτου συγγενούς. Συνηθίζεται η
αποχή από κρέας σαράντα ημέρες μετά
το θάνατο συγγενούς. νηστήσιμα είναι
επίσης τα νεκρόδειπνα και τα φαγητά
στα μνημόσυνα και στα συλλείτουργα.
Στην Αρτοτίνα φωκίδας, για παράδειγ-
μα, «του συλλείτουργου γίνιτι μαναχά μι
σ’τάρ. Η μιγάλ’ λειτουργιά γίνιτι τ’ς μιγά-
λις Σαρακουστάδις κι το δικαπινταύγου-
στου. Βράζνι σταρ’, φκειάν’νι ψυχούδια,
βράζ’νι φασούλια (αν γίν’ Πασκαλιά η
μιγάλ’ λειτουργιά, γιατ’ γένιτι σπάνια, κι
τότι ψέν’νι κι κριάς). Όλα αυτάνα, νια τσί-
τσα μι κρασί, ένα παούρ’ μι ρακί, τα πάνι
κι τ’ αφήν’νι μπρουστά ’ς του Χριστό. του
στάρ’ το βάν’νι σε κανίστρα, τα ψυχούδια
σι σακκί, τα φασούλια σι σακκούλ’ γιατ’
είναι βριχτάρια».
24
μία ή δύο εβδομάδες
έπρεπε να νηστέψουν και όσοι ήθελαν να
κοινωνήσουν σε έκτακτη περίσταση, τα-
ξίδι ή γάμο.
Η προσέγγιση εκ νέου των παραδο-
σιακών κωδίκων διατροφής που στηρί-
ζονται στην τοπική παραγωγή αποτελεί
ζητούμενο και υπαγορεύεται από την
ανάγκη για την προστασία της υγείας
των πληθυσμών από την υπερκατανά-
λωση βλαβερών τροφών και τα σύγχρο-
να οικολογικά αδιέξοδα. Ειδικά για τους
Έλληνες, των οποίων η ένταξη στον σύγ-
χρονο τρόπο διατροφής έχει γίνει μόλις
τις τελευταίες δεκαετίες, ήδη έχει γίνει
κατανοητό ότι είναι η μόνη ίσως διέξοδος
για την εξασφάλιση της υγείας και της
ισορροπίας στο ισοζύγιο διατροφής. Η
συνειδητοποίηση των αρχών στις οποίες
στηρίχτηκε στη μακρόχρονη ιστορία του
ο λαός μας καθώς και άλλοι παραδοσι-
ακοί πολιτισμοί, ίσως συμβάλλει στην
αντιμετώπιση του θέματος του επισιτι-
σμού και της εξάντλησης των πόρων που
προσφέρει το περιβάλλον.
Η σύντομη αυτή περιγραφή των τρο-
φών της νηστείας στην ελληνική παρα-
δοσιακή διατροφή συνηγορεί προς την
κατεύθυνση της ενίσχυσης της έρευνας,
λαογραφικής, ανθρωπολογικής και δια-
τροφολογικής, της παραδοσιακής δια-
τροφής. Η υποστήριξη της ανάπτυξης
της καλλιέργειας των τοπικών προϊό-
ντων χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατόν να
υποστηριχθεί σοβαρά μια διατροφή με
ισχυρή τοπική ταυτότητα αποτελεί επιτα-
κτικό ζητούμενο στην παρούσα ιστορική
συγκυρία. Η θετική συμβολή αυτής της
προσπάθειας στο πεδίο της ποιότητας
της διατροφής και της εθνικής οικονο-
μίας καταγράφεται από προσεγγίσεις
πολλών επιστημονικών κλάδων όπως
επίσης και η αντίθετη πραγματικότητα
που σήμερα έχει σχεδόν κυριαρχήσει:
εγκατάλειψη της τοπικής αγροτικής
παραγωγής και διάλυση του κοινωνικού
ιστού που την εξασφάλιζε, εισαγωγή
προϊόντων διατροφής, συχνά επισφα-
λών από μακρινές χώρες, γενικευμένη
ανασφάλεια και καχυποψία του κοινού
απέναντι στα διατροφικά προϊόντα, κα-
ταστρατήγηση του παραδοσιακού δια-
τροφικού κώδικα που διαμορφώθηκε
μέσα στη μακρά ιστορική διάρκεια.
25
Εἰκόνα
Προετοιμασία φαγητού σε χύτρα και πανέρι με άρτους. Οκτάτευχος, 12ος αι. Μονή Βατοπεδίου, Άγιον Όρος, κώδ. 602, φ. 417α.
Σημειώσεις
1 Κυρ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην
Ελλάδα, τόμ. Α΄ (333-1700), σ. 274.
2 Ο Πουκεβίλ εκπλήσσεται, όπως και
πολλοί άλλοι ξένοι ταξιδιώτες που
περιμένουν να βρουν στη Σπάρτη τον
μέλανα ζωμό. Ωστόσο οι παρατηρήσεις
του για την παραδοσιακή διατροφή είναι
ακριβείς. Fr. Pouqueville, Ταξίδι στο Μοριά,
Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1980, σ. 325-326.
3 Στεφ. Δ. Ήμελλος, Ζητήματα παραδοσιακού
υλικού βίου (Ενδεικτικές επισημάνσεις),
Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων
Βιβλίων, Αθήνα 1993, σ. 91-93· Μ.
Μηλίγκου-Μαρκαντώνη, Δένδρα, φυτά,
άνθη στον λαϊκό πολιτισμό των νεωτέρων
Ελλήνων, Αθήνα 2006, σ. 470-476. Επίσης
Αναστάσιος Σιναΐτης, «Περί των αγίων
τριών τεσσαρακοστών. Πόθεν
παρελάβομεν φυλάττειν αυτάς και ότι οι
ταύτας παραβαίνοντες παρανομούσι»,
στο Γ. Α. Ράλλη / Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των
θείων και ιερών κανόνων, Αθήνησιν 1854,
τόμ. 4· Κ. Μ. Ράλλης, «Νηστεία», Μεγάλη
Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 18, Πυρσός,
Αθήναι 1932, σ. 263-265; Χρ. Μ.
Ενισλείδης, Ο θεσμός της νηστείας, Αθήναι
1959· Σπ. Μακρής, «Νηστεία», Ηθική και
Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 9, 1966,
σ. 448-450. Για τις χώρες της Δυτικής
Ευρώπης, Philippe Walter, Mythologie
Chretienne. Fêtes, rites et mythes du Moyen
Âge, Imago, Παρίσι 2005.
4 Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ),
φάκ. Α25, σ. 40 (Μαραδιέ Μαγνησίας,
1961).
5 Αλεξ. Χ. Μαμμοπούλου, «Τελευταία
Χριστούγεννα στην Ήπειρο», εφημ.
Ηπειρωτικό Μέλλον, Αθήναι, αρ. 631, 21
Δεκεμβρίου 1967, σ. 1.
6 Λαζανάς, από το λαζάνι, ζυμαρικό. Με την
ίδια έννοια και Μακαρούνης (< μακαρόνι).
7 Γεώργ. Λαμψίδης, «Λαογραφικά της
Σαρακοστής, Χαλδίας και Τραπεζούντος»,
Αρχείον Πόντου 17 (1952), σ. 221. Ελευθ.
Ευστ. Ελευθεριάδης, Λαογραφικά
Λαραχανής της Ματσούκας του Πόντου,
Αθήνα 1992, σ. 163.
8 Χ. Ι. Παπαδημητρίου, «Λαογραφικά
Σύμμεικτα Ρόδου», Λαογραφία 21 (1963),
σ. 196· Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής
Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών
(ΚΛ), χφ. 3517, σ. 16 (Αστακός
Ξηρομέρου, 1970).
9 « Όποια έπιανε Τρίμερο, έτρωγε
αλιπανάβατο ψωμί ή αλιπανάβατη πίττα
τρεις μέρες. Οι φτωχοί δεν έτρωγαν
καθόλου όλη τη σαρακοστή, οι πλούσιοι
νήστευαν μόνο την πρώτη βδομάδα. Στα
παιδιά τους δίναν κι έτρωγαν», Ελπ.
Σταμούλη-Σαράντη, Από την Ανατολική
Θράκη. Η Σηλυβρία με τα γύρω της χωριά,
τόμ. Β΄, Αθήναι, 1958, σ. 211.
10 Απ. Σιταράς, Η Μάδυτος, πόλις της θρακικής
χερσονήσου επί του Ελλησπόντου
(ιστορία-λαογραφία-ηθογραφία-γλωσσικόν
ιδίωμα-αναμνήσεις), Αθήνα 1971, σ.
186-187.
11 Σταμούλη-Σαράντη, ό.π., σ. 211.
12 Γ. Ι. Γιαννάκης, Το Πυργί της Χίου με τους
λαογραφικούς θησαυρούς του, Χίος 1980, σ.
56-57.
13 ΚΜΣ, φάκ. Α4, σ. 553 (Αϊβαλί, 1937,
Δέσπ. Μαζαράκη).
14 Δημ. Γρ. Σπανός, Ο Εγρηγόρος της Χίου
(Ιστορικά, τοπωνυμικά, λαογραφικά,
γλωσσικά), Αθήναι 1980, σ. 100· Αναστ.
Καραναστάση, «Ποιμενικά της Κω»,
Λαογραφία 16 (1956), σ. 88· Γ. Μ. Καζαβή,
Νισύρου Λαογραφικά, Ν. Υόρκη 1940, σ.
194· Δημ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της
Ρούμελης, 1938, σ. 174.
15 Νικ. Ι. Ζαφειρίου, Αρχείον Σάμου, τόμ. 5
(Αθήναι 1956) σ. 177-178.
16 ΚΛ, χφ. 3532, σ. 29 (Αποστ. Ψαθάς,
Βασιλική Μητρακλή-Ψαθά, Σκούταρι
Αδριανουπόλεως, Αν. Θράκης,
πρόσφυγες στο Σκούταρι Σερρών, 1971).
17 Γιαννάκης, ό.π., σ. 52.
18 Αγγ. Γερμίδης, «Τα Γανόχωρα Ανατ.
Θράκης», Θρακικά 46 (1972-1973), σ.
222.
19 ΚΜΣ, φάκ. Α24, σ. 112 (Αλ.
Κυριστόπουλος, Κόλντερε Μαγνησίας,
1962).
20 Του Αποκεφαλισθέντος ή Κοψοκέφαλου
(Καστοριά), ή Κουτσοκεφαλιστή, του
Γονατιστή (Χίος) επειδή γονατίζουν στη
γιορτή του, του Βουδομμάτη (Χίος), του
Νηστευτή ή Κεσκεσή (Εύβοια) και
Νηστιμάρη (Ικαρία).
21 ΚΛ, χφ. 1888, σ. 30 (περ. Αιγιαλείας,
1953).
22 ΚΛ, χφ. 2135, σ. 100 (περ. Αργολίδας,
1954).
23 ΚΛ, αρ. 2332, σ. 388-389 (Λέσβος, 1960).
24 Δημ. Λουκόπουλος, «Σύμμεικτα αιτωλικά
λαογραφικά», Λαογραφία 8 (1921), σ. 32.
25 Για τα θετικά αποτελέσματα της νηστείας
στον ανθρώπινο οργανισμό με βάση τη
μελέτη ενός δείγματος 120 ατόμων οι
μισοί από τους οποίους τηρούσαν τις
νηστείες και οι άλλοι μισοί όχι στην
περιοχή Ηρακλείου Κρήτης, βλ. Katerina
Sarri / Nikolaos Tzanakis / Manolis
Linardakis / George Mamalakis /
Anthony Kafatos, «Effects of Greek
Orthodox Christian Church Fasting on
Serum Lipids and Obesity», BiomedCentral
Public Health 3/16 (2003) (www.
biomedcentral.com/1471-2458/3/16)
Πηγές εικόνων
01, 02, 07 Gerhard Trumler, Άθως, το Άγιον
Όρος, Εκδόσεις Αδάμ, Αθήνα 1993, σ.
112, 46 και 47 αντίστοιχα.
03 Ώρες Βυζαντίου: Έργα και Ημέρες στο
Βυζάντιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη- Μυστράς,
ΥΠΠΟ, Αθήνα 2001, σ. 101, εικ. 116.
04 Δήμητρα Παπανικόλα-Μπακιρτζή
(επιμ.), Βυζαντινών Διατροφή και Μαγειρίαι,
Πρακτικά ημερίδας Περί της διατροφής
στο Βυζάντιο», ΤΑΠΑ, Αθήνα 2005, σ.
143, εικ. 13.
05 Λαϊκή παράδοση και τοπική ιστορία,
διαδικτυακό ημερολόγιο, http://
popular-dimotikosxoleioportarias.
blogspot.com/2009/04/blog-post.html,
επίσκεψη 15.7.2010.
06 Πόντος έν’, άστρον φωτεινόν, διαδικτυακό
ημερολόγιο, http://mavropouloskostas.
wordpress.com, επίσκεψη 15.7.2010.
Βιβλιογραφία
Ήμελλος Στέφ. Δ., Ζητήματα παραδοσιακού
υλικού βίου (Ενδεικτικές επισημάνσεις),
Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων
Βιβλίων, Αθήνα 1993.
Ήμελλος Στέφ. Δ. / Αικ. Πολυμέρου-
Καμηλάκη, Παραδοσιακός υλικός βίος του
Ελληνικού λαού (ερωτηματολόγιο), Κέντρον
Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της
Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1983.
Μέγας Γ. Α., Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής
λατρείας, Αθήναι 1963.
Μηλίγκου-Μαρκαντώνη Μ., Δένδρα, φυτά, άνθη
στον λαϊκό πολιτισμό των νεωτέρων Ελλήνων,
Αθήνα 2006.
Λουκάτος Δημ. Σ., Πασχαλινά και της Άνοιξης,
Αθήνα 1980.
Λουκάτος Δημ. Σ., Συμπληρωματικά του Χειμώνα
και της Άνοιξης, Αθήνα 1985.
Λουκόπουλος Δημ., Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη
και τροφαί, εν Αθήναις 1925.
Πολυμέρου-Καμηλάκη Αικ., Ελληνικά Επώνυμα
Τοπικά Προϊόντα, έκδοση του Ελληνικού
Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών
(ΟΠΕ), σε τρεις γλώσσες (ελληνική,
αγγλική, γαλλική), [ Έρευνα σε
συνεργασία με τους οικονομολόγους
Δημ. Σύριγγα και Βασιλική Μπουγά],
Αθήνα 2000.
Πολυμέρου-Καμηλάκη Αικ., Ωδή στην Ελιά,
Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής
Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών /
Γενική Γραμματεία Ολυμπιακών Αγώνων,
Αθήνα 2004.
Sarri Katerina / Nikolaos Tzanakis / Manolis
Linardakis / George Mamalakis /
Anthony Kafatos, «Effects of Greek
Orthodox Christian Church Fasting on
Serum Lipids and Obesity», BiomedCentral
Public Health 3/16 (2003) (www.
biomedcentral.com/1471-2458/3/16)
Walter Ph., Mythologie Chretienne. Fêtes, rites et
mythes du Moyen Âge, Imago, Παρίσι
2005 (1η εκδ. 2003).

Νηστήσιμα αλλά όχι άνοστα...
Μουσταλευριά (η): Από μούστο, από ζου-
μό βρασμένων σύκων και από μελόκρασο,
βρασμένα με άσπρο αλεύρι κάνανε ένα είδος
κρέμας στην οποία πρόσθεταν και κοπανισμέ-
νη αμυγδαλόψιχα. την έκαναν τη μεγάλη
Σαρακοστή, απαραίτητα δε την τετάρτη της
πρώτης εβδομάδας.
1
με μούστο την κάνα-
νε τον Αύγουστο. Στην επαρχία Ερμιονίδος
«παίρνουν μούστο και τον βράζουν σ’ ένα
καζάνι όπου βάζουν κι ασπρόχωμα με στάχτη
σ’ ένα πανί». Στη Σωζόπολη εφτιάνανε μου-
σταλευριά και μουστολαμπάδες. «Εσπάνανε
καρύδια και διαλέγανε μεγάλες σκελίδες, τις
μπουρλιάζανε σε σπάγγο κι εκάνανε κάμποσες
μπρουλιές. Εβάνανε το μούστο με το νισεστέ
μέσα σε καζανάκι, τον εβάνανε στη φωτιά κι
ικάνανε τη μουσταλευριά. Κρεμάζανε πά σ’ ένα
κοντάρι τις μπρουλιές με τα καρύδια και τις πε-
ρεχούσανε πο τη μουσταλευριά. την άλληνα
που ’πόμνισκε τήνε φκιέρωνανε μέσα σε πιά-
τα, τήνε κούκκιζανε ’πο πάνου με κανέλα και
κοπανισμένα καρύδια και την ετρώγανε. την
άλλη την ημέρα έκανανε άλλη μουσταλευριά
και περιχούσανε πάλε τις μουστολαμπάδες
και πάλε κείνην απού ’πόμνισκε, την έβανανε
μέσ’ στα πιάτα. Κι έτσι κάθε μέρα με καινούργια
μουσταλευριά περεχούσανε τις μουστολαμπά-
δες όσο να χορτάσουνε».
«Σιουτσούκον»: Στην Κύπρο φτιάχνουν
με τον «παλουζέν» (πετιμέζι) και καρύδια τον
«σιουτσούκον».
• τα σύκα συμπεριλαμβάνονταν στα νηστήσι-
μα της Σαρακοστής ως τακτική τροφή και ως
γλύκισμα. Καλοδιαλεγμένα καούρια (σχιστά)
ψήνονταν για λίγο στο φούρνο και μπαίνανε στα
πιθάρια που σφραγίζονταν για να ανοιχτούν τη
Σαρακοστή. Κάνανε επίσης τα πατητά, διαλεγ-
μένα καρόσυκα και τα κολάτα που βουτιόντου-
σαν στο βραστό νερό, που είχε μέσα αρωματικά
βότανα, όπως η δάφνη και όταν στεγνώνανε,
μπαίνανε σε σακούλια, που βάζανε πάνω σ’
αυτά βάρος για να πατηθούνε. Έτσι μέχρι τη
Σαρακοστή ζαχαρώνανε.
2
• «τα γουμίδια είναι ένα πολύ νόστιμο και
πρόχειρο φαγητό. Υλικά: διάφορα άγρια
χόρτα ανάμεσα εις τα οποία φύλλα από χλωρά
κρεμμύδια και σκόρδα, μυρωδιές και άλλα μυ-
ρωδικά φαγώσιμα χόρτα, λάδι, πιπέρι κόκκινο.
τρόπος παρασκευής: Αφού καθαρισθούν και
πλυθούν καλά τα χόρτα κόβονται ψιλά-ψιλά.
τοποθετούνται μέσα στο τηγάνι με ελάχιστο
νεράκι και αυτά αρχίζουν να ξεροβράζουν.
Αφού βράσουν αρκετά ρίχνομε μέσα λάδι και
πιπέρι κόκκινο και αυτά τηγανίζονται. Αφού
τηγανισθούν είναι έτοιμα προς βρώσιν. το φα-
γητό αυτό είναι συνηθέστατο και σήμερα και
συγκαταλέγεται ανάμεσα στα νόστιμα φαγητά.
Παρασκευάζεται σχεδόν καθημερινώς κατά
την περίοδο της μεγ. τεσσαρακοστής».
3
τα κρίταμα είναι χόρτο που βγαίνει στους
βράχους των ακρογιαλιών του Αιγαίου. τρώ-
γονται φρέσκα, βρασμένα ή αφού παραμεί-
νουν αρκετές μέρες μέσα στο ξύδι. Συνήθως
προσφέρονται στις νηστείες (Σαραντάμερο,
μ. Σαρακοστή, νηστεία Αγ. Αποστόλων και
δεκαπενταύγουστο).
4
Μαέρεμα (το): Ψιλοκομμένη φάβα ή αρα-
κάς, που το άφηναν μετά το βράσιμο να πήξει
σε μια συμπαγή μάζα. το άρτιζαν με λάδι και
λεμόνι και συνήθως το τρώγανε σαν νηστήσιμο
φαγητό τη μεγάλη Σαρακοστή και τη μεγα-
λοβδομάδα. το πολύ κίτρινο μαγείρεμα γινότα-
νε από το «παρθενικό φάβας»: « Έλα να φας
μαέρεμα από παρθενικό φάβας».
5
• «τ’ν Καθαρή διφτέρα, εβράζ’ χόχλους [σα-
λιγκάρια]. τσ’ ούλου του προυτουτέτραδου
τσ’ Σαρακοστής πιρνούσαμε χουρίς μαγείρεμα
[...]. Αποβραδίς [παραμονή Καθαράς δευτέ-
ρας] ετοίμαζαν (οι νοικοκυρές) τα νηστήσιμα
φαγητά, έβαζαν τα κουκιά στο νερό τα “βουρ-
τουκούτσα”, ετοίμαζαν την ταραμοσαλάτα, τα
τουρσιά, τις ελιές, το κάρδαμο, τις ρόκες και
μαζί με τα θαλασσινά του κόλπου μας [κόλ-
που Καλλονής] έκαναν στο ύπαιθρο Καθαρή
δευτέρα».
6
• «την Καθαροδευτέρα συνηθίζανε οι παλιοί
την αρμιά και τα τουρσιά».
7
«το κορκότι είναι σιτάρι άβραστο που το
πάνε στον όρμο και το τρίβουν με τα ορμοχέρια.
Άμα το τρίψουν του παίρνουν την τσούπουρη
και το φυλάγουν για τον χειμώνα».
8
• «Το κορκοτοφάι. Παίρνουν κορκότι και
το χερομυλίζουν, κατόπιν το κοσκινίζουν και
βάζουν τ’ αλεύρι χωριστά. το κοσκινισμένο
κορκότι το βράζομε με νερό κατόπιν καίμε
κρομμύδι σε λάδι, βάζομε και ψιλοτριμμένο
δυόσμο και τσελεγανίζομε το βρασμένο κορ-
κότι. Αυτό είναι το κορκοτοφάι και το τρώμε
ιδία τη σαρακοστή».
9
• «δυο λογιών λαγκίτες (τηγανίτες) έφκιαναν:
λαγκίτες στην πλάκα και λαγκίτες στο τηγάνι.
Οι λαγκίτες στην πλάκα ήταν οι πιο πρόχειρες
και λιτές. τη Σαρακοστή τις έτρωγαν άβρεχες,
πασπαλισμένες με τριμμένα καρύδια. την πα-
ραμονή των Χριστουγέννων έφκιαναν λαγκίτες
στην πλάκα πιο απλωτές και μεγαλύτερες, που
τις έλεγαν σπάργανα του Χριστού».
10
• «τρώγαμι ακόμα κι τσ’ μανίτις (μανιτάρια).
11
Οι μανίτις βγαίν’νι του Σαραντάημερου σαπέ-
ρα, άμα βγάλει ήλιου, μιτσ’ ιλιές μαζί. Είνι μι
αυτές πουλύ ουραίους μιζές. Έχει κόκκινις κι
άσπρις μανίτις. Οι κουμαρένιις είνι κόκκινες,
οι πιπιρένιις είνι άσπρις».
• «Κατά την Καθαράν δευτέραν […] αι νοι-
κοκυραί συνεκέντρωνον εις την αυλήν όλα τα
μαγειρικά σκεύη της οικίας […] και τα έπλυναν,
έβραζαν με σταχτόνερον (καταστιαλαήν), διά να
μη μείνη ίχνος λίπους επάνω εις αυτά και μο-
λυνθούν κατά την περίοδον της νηστείας της
μεγάλης τεσσαρακοστής. Εν συνεχεία εκα-
θάριζαν το σιτάρι, έβραζαν τη φλούδα του και
το έβραζαν διά να έχουν έτοιμο την τετάρτην,
ότε οι νηστεύοντες, κυρίως νέες, θα το έτρωγαν
μετά την απόλυσιν της εκκλησίας καμωμένον
με καρύδια, καθώς και τα “κοσιάφα” δηλ.
κομπόστες από ξηρά δαμάσκηνα, τζιρνίκια,
σταφίδες κ.λπ. μουστόπιττες και ταχινόπιτ-
τες με χόρτα, αφού το βράδυ της Αποκριάς,
ολόκληρη δευτέρα και τρίτη, μέχρι σχεδόν το
μεσημέρι της τετάρτης δεν έβαζαν τίποτε στο
στόμα των, κρατώντας το λεγόμενο “τρίμερο”.
τα χόρτα εμαζεύοντο την τρίτην, ότε οι νέες
έβγαιναν στις εξοχές προς τον σκοπόν αυτόν.
μεταξύ των άλλων φαγητών της όλης με-
γάλης τεσσαρακοστής ήσαν τα πετμέζια, οι
σταφυλαρμιές, τα ρετσέλια, τα κοσιάφια, οι
τσουκνιδόπιττες και τα “άναρτα γιαπράκια”
των Αγίων Θεοδώρων».

12
Σημειώσεις
1 Γ. Μ. Σακελλαρίδης, «Δημώδες
γλωσσικό υλικό και λαογραφικά
ανάλεκτα του χωριού Νικιά ή Νικειά της
Νισύρου», Νισυριακά 8 (1982), σ. 137.
2 Γ. Ι. Γιαννάκης, Το Πυργί της Χίου με τους
λαογραφικούς θησαυρούς του, Χίος 1980,
σ. 53.
3 ΚΛ, χφ. 3335, σ. 8 (Φωτεινό Άρτας, 1968).
4 Δημ. Γρ. Σπανός, Ο Εγρηγόρος της Χίου,
(Ιστορικά, τοπωνυμικά, λαογραφικά,
γλωσσικά), Αθήναι 1980, σ. 97.
5 Γ. Μ. Σακελλαρίδης, «Δημώδες
γλωσσικό υλικό και λαογραφικά
ανάλεκτα του χωριού Νικιά ή Νικειά της
Νισύρου», Νισυριακά 8 (1982), σ. 137.
6 Χρ. Ι. Τραγέλη, Τα λαογραφικά της Καλλονής
Λέσβου, Αθήνα 1982, σ. 111.
7 ΚΛ, χφ. 2753, σ. 97 (Δημ. Β.
Οικονομίδης, Τσεπέλοβο Ιωαννίνων,
1963).
8 ΚΛ, χφ. 1151, σ. 35-39, (Μ. Λιουδάκη,
πρόσφυγες Σινώπης, 1938).
9 ΚΛ, χφ. 1151, σ. 36-37, (Μ. Λιουδάκη,
Σινώπη, 1938).
10 Ανδρ. Στεφόπουλος, Οι τροφές στη Χρυσή
Καστοριάς, Ιωάννινα 1981, σ. 37.
11 Λαογραφικό Αρχείο του Σπουδαστηρίου
Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΣΛ), χφ.
3671, σ. 339 (Σάμος, 1984).
12 Μ. Ε. Μαλούτας, Τα Σέρβια,
Θεσσαλονίκη 1956, σ. 159.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

Ἐπιστροφὴ στην Λαογραφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 0 ἐπισκέπτες