ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 18/12/2011 21:08

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΜΕΡΟΣ Α΄
Θα μου επιτρέψουν τα μέλη της ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑΣ ένα μεγαλύτερο από το σύνηθες στις δημοσιεύσεις μου αυτές, αφιέρωμα στον ΄Ελληνα αυτό ποιητή,(με εξαίρεση το αφιέρωμά μου στο Σολωμό), λόγω του γοητευτικού της προσωπικότητός του και της ενδιαφέρουσας και εκκεντρικής ζωής του, πτυχές της οποίας θα προσπαθήσω να φωτίσω , παραθέτοντας σχόλια πνευματικών ανθρώπων, φωτογραφίες , επιστολές , ηχητικά ντοκουμέντα, βίντεο ,και βεβαίως αποσπάσματα του έργου του.Αντί προλόγου, αφήνω τον ίδιο τον ΄Αγγελο Σικελιανό να μας μιλήσει με το ποίημά του ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ από τη συλλογή Ορφικά του 1935, που έχει μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου ,βοηθώντας με να κατανοήσω αρκετά, το πνεύμα και την ψυχή του ποιητή.
Αμαλία Κατσούλα

Εἰκόνα


http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... rVEQa3inI0

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίραἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μουμὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπωςἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοέναβουλιάζει.Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνειν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρααἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμοτὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾ναχέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.Ἡ μία,(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνωμίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθηξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾τανξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεομικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόματοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρατῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνηὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδαςστοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί τηςγυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέταιζωηρά.K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσαἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένεςστὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βίατοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδαμὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλουτοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλο υτοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμαδὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνεςὁ φόρος τῆς ψυχῆς.Τί ἐτούτη ἀκόμαἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.Καὶ σκυμμένοτὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή. Μὰ ὡς, τέλος,ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώνταςξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μουμὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλιτὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπιατοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥραποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,θὰ γιορτάσουν μαζί;»Κι ὡς προχωροῦσα,καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδιαπληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστηὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,ἕνα μούρμουρο,κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:«Θὰ ῾ρτει.»

Ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Ἀθήνα, 19 Ἰουνίου 1951) ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μείζονες Ἕλληνες ποιητές. Τὸ ἔργο του διακρίνεται ἀπὸ ἕναν ἔντονο λυρισμὸ καὶ ἕναν ἰδιαίτερο γλωσσικὸ πλοῦτο.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στὴ Λευκάδα ὅπου καὶ πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια. Ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ γυμνάσιο τὸ 1900 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο γράφτηκε στὴν Νομικὴ Σχολὴ τῆς Ἀθήνας χωρὶς ὡστόσο νὰ ὁλοκληρώσει ποτὲ τὶς νομικές του σπουδές. Τὰ ἐνδιαφέροντά του ἦταν καθαρὰ λογοτεχνικὰ καὶ ἀπὸ νωρὶς μελέτησε Ὅμηρο, Πίνδαρο, Ὀρφικοὺς καὶ Πυθαγόρειους, λυρικοὺς ποιητές, προσωκρατικοὺς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αἰσχύλο ἀλλὰ καὶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ξένους λογοτέχνες ὅπως τὸν Ντ᾿ Ἀννούντσιο. Τὰ ἑπόμενα χρόνια πραγματοποίησε ἀρκετὰ ταξίδια καὶ στράφηκε στὴν ποίηση καὶ τὸ θέατρο. Σημαντικὸ σταθμὸ στὴ ζωὴ τοῦ Σικελιανοῦ ἀποτέλεσε ὁ γάμος του, τὸ 1907, μὲ τὴν Ἀμερικανίδα Eva Parlmer, ἡ ὁποία σπούδαζε στὸ Παρίσι ἑλληνικὴ ἀρχαιολογία καὶ χορογραφία. Ὁ γάμος τους τελέστηκε στὴν Ἀμερικὴ ἐνῷ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἀθήνα τὸ 1908. Ἐκείνη τὴν περίοδο, ὁ Σικελιανὸς ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀρκετοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους καὶ τελικὰ τὸ 1909 δημοσίευσε τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ Ἀλαφροΐσκιωτος, ἡ ὁποία προκάλεσε ἰδιαίτερη αἴσθηση στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους, ἀναγνωριζόμενη ὡς ἔργο σταθμὸς στὴν ἱστορία τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων. Ἀκολούθησε μία περίοδος ἔντονης ἀναζήτησης ποὺ καταλήγει στὴν ἔκδοση τῶν τεσσάρων τόμων τῆς ποιητικῆς συλλογῆς Πρόλογος στὴ Ζωή, Ἡ Συνείδηση τῆς Γῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Φυλῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Γυναίκας (1916) καὶ Ἡ Συνείδηση τῆς Πίστης (1917). Ὁ Πρόλογος στὴ Ζωὴ ὁλοκληρώθηκε ἀργότερα μὲ τὴ Συνείδηση τῆς Προσωπικῆς Δημιουργίας. Ἀκολουθοῦν ἀκόμα τὰ χαρακτηριστικὰ ποιήματα Τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ Μήτηρ Θεοῦ, τῆς περιόδου 1917-1920 καθὼς καὶ διάφορες συνεργασίες του μὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς.
Ἡ ἀρχαιοελληνικὴ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ἀπασχόλησε βαθιὰ τὸν Σικελιανὸ καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέα νὰ δημιουργηθεῖ στοὺς Δελφοὺς ἕνας παγκόσμιος πνευματικὸς πυρήνας ἱκανὸς νὰ συνθέσει τὶς ἀντιθέσεις τῶν λαῶν («Δελφικὴ Ἰδέα»). Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ὁ Σικελιανός, μὲ τὴ συμπαράσταση καὶ οἰκονομικὴ ἀρωγὴ τῆς γυναίκας του, δίνει πλῆθος διαλέξεων καὶ δημοσιεύει μελέτες καὶ ἄρθρα. Παράλληλα, ὀργανώνει τὶς «Δελφικὲς Ἑορτὲς» στοὺς Δελφοὺς μὲ τὶς παραστάσεις τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη (1927) καὶ τῶν Ἱκέτιδων (1930) τοῦ Αἰσχύλου νὰ ἀνεβαίνουν στὸ ἀρχαῖο θέατρο. Ἡ «Δελφικὴ Ἰδέα» ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες παραστάσεις περιελάμβανε καὶ τὴν «Δελφικὴ Ἕνωση», μιὰ παγκόσμια ἕνωση γιὰ τὴ συναδέλφωση τῶν λαῶν, καὶ τὸ «Δελφικὸ Πανεπιστήμιο», στόχος τοῦ ὁποίου θὰ ἦταν νὰ συνθέσει σὲ ἕναν ἑνιαῖο μύθο τὶς παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν. Γιὰ τὶς πρωτοβουλίες αὐτές, τὸ 1929, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀπένειμε στὸ Σικελιανὸ ἀργυρὸ μετάλιο γιὰ τὴ γενναία προσπάθεια ἀναβίωσης τῶν δελφικῶν ἀγώνων. Ἀπὸ τὸ φιλόδοξο αὐτὸ σχέδιο τὸ μόνο ποὺ πραγματοποιήθηκε τελικὰ ἦταν οἱ Δελφικὲς Ἑορτές, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς ὁδήγησαν σὲ οἰκονομικὴ καταστροφὴ καὶ χωρισμὸ τοῦ ζεύγους, ἀφοῦ ἡ Εὔα Πάλμερ ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπέστρεψε μόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ποιητῆ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, ὁ Σικελιανὸς διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν πνευματικὴ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ, μὲ κορυφαία ἐκδήλωση τὸ ποίημα καὶ τὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ τὸ 1943.
Τὸ 1946 ἐξελέγη πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν ἐνῷ τὸ 1949 ἦταν ὑποψήφιος γιὰ τὸ Βραβεῖο Νομπέλ. Ὁ ἐπιφανὴς λυρικὸς ποιητὴς καὶ πεζογράφος Ἄγγελος Σικελιανὸς πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1951 καὶ τάφηκε στοὺς Δελφούς.
Ὁ Σικελιανὸς εἶχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης. Ἐκεῖ ὁ Βασιλεὺς Παῦλος ἐπισκέπτοταν τὸν ποιητὴ κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε στὸ Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηροῦσε ἐπίσης ἐξοχικὴ κατοικία στὴ Συκέα Κορινθίας.
Ἔργο
Ποιήματα

Ὁ ποιητὴς ἐξέδωσε ὁ ἴδιος τὰ ἔργα του σὲ τρεῖς τόμους μὲ τὸν τίτλο Λυρικὸς Βίος(1946 Α καὶ Β, 1947 Γ), ἀφήνοντας ἔξω κάποια ἔργα ποὺ δὲν θεώρησε ἀπαραίτητο νὰ συμπεριλάβει.
Τὸ 1965 ἄρχισε ἡ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» του μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Γ. Π. Σαββίδη. Ἐκδόθηκαν πέντε τόμοι μὲ τὸ ἔργο ποὺ εἶχε δημοσιεύσει ὁ ποιητής (1965-1968) καὶ ἕκτος τόμος (1969) μὲ ὅσα ποιήματα εἶχε ἀφήσει ἐκτὸς τοῦ Λυρικοῦ Βίου.
Πεζὰ κείμενα
Συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων»:
· Πεζὸς Λόγος Α (1978)
· Πεζὸς Λόγος Β (1980)
· Πεζὸς Λόγος Γ (1981)
· Πεζὸς Λόγος Δ (1983)
· Πεζὸς Λόγος Ε (1985)
Τραγῳδίες
· Ὁ Διθύραμβος τοῦ Ρόδου (1932)
· Σίβυλλα (1940)
· Ὁ Δαίδαλος στὴν Κρήτη (1942)
· Ὁ Χριστὸς στὴ Ρώμη (1946)
· Ὁ Θάνατος τοῦ Διγενῆ (1947)
· Ἀσκληπιὸς (ἡμιτελής)
Συγκεντρώθηκαν σὲ τρεῖς τόμους μὲ τὸν τίτλο Θυμέλη, Α καὶ Β 1950, Γ 1954(ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Εἰκόνα

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Αποσπάσματα από το βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη (Ρέθυμνο, 18 Φεβρουαρίου 1909 - Αθήνα, 15 Μαρτίου 1986) Κρητικού, λογοτέχνη και καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) το οποίο εξέδωσε το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, το 1990.


« ΠΡΟΛΟΓΟΣ
.........................
Τον Σικελιανό τον πρωταντάμωσα στις Δελφικές Εορτές του 1927, μέσα στο ιερώτερο τοπίο του κόσμου. Εκείνος ήταν στην ακμή της ηλικίας και ενσάρκωνε την ιδέα του Ποιητή. Εγώ ήμουν ένας άπραγος νέος, με μόνο το θαυμασμό μου ως εφόδιο για να τον πλησιάσω. Με τη γνωστή γενναιοφροσύνη του, μου προσέφερε ευθύς τη φιλία του, που την ανταπέδωσα με ενθουσιασμό. Στα μετέπειτα χρόνια, όσο βρισκόμουν στην ξενιτιά για σπουδές, ανταλλάξαμε μερικά γράμματα, και παρακολούθησα από μακριά τις περιπέτειες του βίου του και την ποιητική δημιουργία του. Η επικοινωνία μας έγινε αμεσώτερη μετά το 1937, όταν είχαμε και οι δυο κατοικία στην Αθήνα. Ο Σικελιανός διατηρούσε ακόμα την ελπίδα ν’ αναστήσει τις Δελφικές Εορτές, και από τη δημόσια θέση που κατείχα του παραστάθηκα στις προσπάθειές του. Στα 1939 μου έκαμε την τιμή να μου αφιερώσει το ποιήμά του «Το Χρονικό μιας Πολιτείας», ως ευλογία στο πρώτο μου πεζογράφημα.
Κατά τον πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, το πατριωτικό μας φρονημα μας έφερε πιο κοντά. Τότε άρχισα να καταγράφω εντυπώσεις και κρίσεις, που γρήγορα αποτέλεσαν ογκώδη φάκελο, με το σκοπό να συντάξω μια πραγματεία για το βίο και το έργο του. Ο φάκελος φέρει ως χαρακτηριστική επιγραφή τους στίχους του Χαίλντερλιν που ο Παυσανίας (ο μαθητής) απευθύνει στον Εμπεδοκλή (Το δασκαλό του)
Ω, μάθε απ’ την αγάπη μου ποιος είσαι
κι αναλογίσου τι ήσουνα και ζήσε.
Το συγγραφικό μου σχέδιο υπήρξε από την αρχή μεγαλεπήβολο, και τούτο στάθηκε η ατυχία του.
Η προθεσή μου δεν ήταν να πλάσω ένα άγαλμα, αλλά να περιγράψω με φιλοδίκαιο πνεύμα τον αγώνα του ποιητή και να ερμηνεύσω το έργο του. Όταν ο θανατός του κατέστησε το βλέμμα μου ευλαβέστερο, ένιωσα πως ο χρόνος που μου έμενε να ζήσω θα ήταν ανεπαρκής για να εκπληρώσω το χρέος μου. Γιατί κάθε μέρα που μας φέρνει πιο κοντά στον τάφο, αυξάνει το συναίσθημα της ευθύνης. Μια νέα απαίτηση ανακόπτει την τόλμη μας. Να συμπεράνεις για ένα ποιητή με το ανάστημα του Σικελιανού, μου φαίνεται σήμερα απερισκεψία. Η μελέτη των καταλοίπων του ενίσχυσε τους δισταγμούς μου. Εδώ εφαρμόζεται το ρητό: «Ο βίος βραχύς, η τέχνη μακρά».
Ευνοϊκές περιστάσεις ωστόσο, με ώθησαν να παρουσιάσω τρία κεφάλαια της βιογραφίας του Σικελιανού, τα δυο από το βήμα της Ακαδημίας, το τρίτο από το βήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο αναγνώστης που θα τα βρει εδώ συγκεντρωμένα, γνωρίζει ήδη απ’ όσα εξέθεσα ότι δεν είναι γεννήματα της μιας ή της άλλης ευκαιρίας, αλλά αποστάγματα μακράς σπουδής και ανεξάλειπτων βιωμάτων. Η εκδοσή τους ας θεωρηθεί ως μνημόσυνο του Ποιητή για τα εκατό χρόνια από τη γεννησή του.
.........................................................................
Ένα άλλο περιστατικό στάθηκε κι εκείνο ικανό να μου καταδείξει την κρισιμότητα του έγου που σχεδίαζα. Ένα πρωί που ο Σικελιανός με επισκέφτηκε στο σπίτι μου (στην οδό Μονής Αστερίου 8), μου διηγήθηκε τ’ ονειρό του της περασμένης νύχτας, όπου είχε δει δυο άλογα, «το μαυροχήτη Αρίωνα και τον ξανθό Δημογοργόνα», να τριποδίζουν στο δρόμο της Ελευσίνας. Το όνειρο δεν είχε ακόμα μετουσιωθεί σε ποίημα. Χωρίς να πω λέξη, πήρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα βιβλίο και του έδειξα το Δυο άλογα του Giorgio de Chirico, το ένα μαύρο, το άλλο λευκό, που βαδίζουν με αναμαλλιασμένες χαίτες στην Ιερά Οδό, με φόντο την Ακρόπολη των Αθηνών. Ο Σικελιανός έμεινε μια στιγμή άναυδος. «Πώς είναι δυνατό; Αυτά ακριβώς τα άλογα είδα στ’ ονειρό μου!» Όπως είναι γνωστό, το ποίημα «Αττικό» που γεννήθηκε υπό αυτές τις περιστάσεις μου έκαμε την τιμή να μου το αφιερώσει. Αναβάτες των αλόγων είναι ο Ποιητής και ο «αδελφός» του.
Δεν θα παρασυρθώ ν’ αφηγηθώ τα περιστατικά που συμβολίζουν την ιερότητα μιας πνευματικής σχέσης όπου «εισπνήλας» υπήρξε ο Ποιητής και «αίτας» ένας θαυμαστής του. Πολλά απ’ όσα αποσιωπώ τα γνωρίζει η Άννα, και πιθανώς θα τα συμπεριλάβει στα Απομνημονεύματα που συντάσσει με ευλάβεια. Θα ήθελα ωστόσο να περισώσω ένα από τα ρήματα του Σικελιανού, επειδή εκφράζει τη ρομαντική του ψυχή. «Όταν γράφω, όλο μου το είναι φιλοτιμείται σα να πρόκειται περί ζωής ή θανάτου» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε. Αυτή η ένταση ιδιάζει πράγματι στο ρομαντικό δημιουργό. Ο κλασικός σταματάει εδώθε από τις δυνατοτητές του και τούτο όχι από ραθυμία, αλλά από ένα είδος ταπεινοφροσύνης, που ισοδυναμεί με αίσθηση του μέτρου.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σικελιανός αναγνωρίστηκε ως «ρομαντικός» από την ώρα που δημοσίευσε τον Αλαφροϊσκιωτο.
«Τι είναι ο Αλαφροϊσκιωτος; Αναρωτήθηκε ο Βλάσης Γαβριηλήδης.
–Είναι η νέα ποίησις (...), Δροσοβολούσα και μυροβολούσα και ακάθεκτος και ακανόνιστος και παλαβή (...), ένα όμορφο χάος παρθένου νεοελληνικής ψυχής από το οποίον κάποιος ήλιος θα ξεκαμπίσει μια μέρα.»
Η φυσική εμφάνιση του Σικελιανού ομολογούσε προς τον εσωτερικό του κόσμο. Σε παλιότερο κείμενό μου, έγραφα κατά την έκτη επέτειο του θανάτου του: Οι αυριανοί θιασώτες της ποιησής του θα σκύψουν δίχως άλλο πάνω στις προσωπογραφίες του και θ’ αναζητήσουν το συναίσθημα του θαυμασμού που εμείς δοκιμάζαμε όταν τον αντικρίζαμε. Αυτό το υψηλό καθαρό μέτωπο, που τον κάνει να μοιάζει τον Προφήτη Ιωήλ του Μιχαηλάγγελου, θα υποβάλλει πάντα την ιδέα της μεγαλοφυϊας. Ο τρόπος που κρατούσε το κεφάλι του πάνω στο στιβαρό του λαιμό. Το ιερατικό του παράστημα Το χαμόγελο που αποτυπώθηκε στη νεκρική προσωπίδα του – όλα αυτά θα μαρτυρούν συναίσθημα, εκείνο που θα τον ξαναφέρει ανάμεσά τους με όλο τον παλμό της ζωής, οι μεταγενέστεροι θα έχουν να το αναζητήσουν μέσα στην ίδια την ποίησή του: στην έξαρσή της, στη μεγαλοδωρία της, ακόμα και στην αναπνοή που απαιτεί η εκφώνησή της. Η ποίηση του Σικελιανού θα τους μεταδώσει κάποτε και την αίσθηση από τη φυσική επιβολή του: στα ποιήματα λ.χ «Το βρέφος» και « Ελληνικός νεκρόδειπνος», ο Σικελιανός αυτοπαρουσιάζεται να άρχει σε μια τελετή και σ’ ένα συμπόσιο και να τολμά πράξει –σύμβολα, όπως την ώρα εκείνη που έβαλε τον ώμο του κάτω από το φέρετρο του Παλαμά. Την ανάμνηση του Σικελιανού την διατρέχει ο ήχος της φωνής του. Ο ίδιος θεωρούσε τη φωνή του ανθρώπου ως το καθαυτό σήμα της παρουσίας του. Είχε φωνή καθαρή και ισχυρή, όπως απαιτούσαν στην αρχαιότητα από τον Ελευσίνειο ιεροφάντη
Λαμπρή η φωνή μου και μεστή κι ολοένα πιο ψηλώνει,
Αλλά η αχώ του θόλου Σου βροντή τη μεγαλώνει!
Η αυτοπεποίθηση και ο πόθος του να εξουσιάζει το ακροατήριό του, τον έκαναν συχνά να δείχνει τα φυσικά δώρα του. Ήτανε μια απόλαυση να τον ακούς ν’ απαγγέλει τα ποιήματά του, αισθησιακή και πνευματική. Αισθησιακή, γιατί το στήθος του παλλόταν σαν την καμπάνα της «Παναγίας της Σπάρτης», πνευματική, γιατί στα χείλη του οι λέξεις αποχτούσαν μεγαλύτερο βάρος και μεστότερο νόημα.
Με την απαγγελία του, η ποίησή του αποκάλυπτε την ίδια την ψυχή της γλώσσας μας και κατ’ ακολουθία την ίδια την ψυχή του λαού μας. Ο ενθουσιασμός και η αγαλλίαση συνεπαίρναν τότε το ακροατήριο, ακόμα και σε περιστάσεις που απαιτούσαν τη σιωπή. Ποιος θα λησμονήσει τα χειροκροτήματα που σκέπασαν την τελευταία στροφή από τον επικήδειο χαιρετισμό του Μαλακάση μέσα στην εκκλησία του Α΄ Νεκροταφείου; Αγκαλά ο λαός μας, ο εραστής του ωραίου, είχε προσφέρει και στο Διονύσιο Σολωμό την ίδια επιδοκιμασία όταν είχε εκφωνήσει τον επιμνημόσυνο λόγο του για το Φώσκολο στην εκκλησιά των Λατίνων στη Ζάκυνθο.
Το γενναίο πνεύμα που φανερωνόταν με την απαγγελία του Σικελιανού, ήτανε το πνεύμα που κατοικούσε μέσα του. Η ποιητική δημιουργία ισοδυναμούσε για κείνον με εκπλήρωση φυσικής επιταγής. Η ανάλυση των σκοπών της ποίησης και μεθόδων της ποιητικής που επιχειρούσαν οι νεώτεροι, μολονότι τραβούσε το ενδιαφέρο του και κάποτε τον μαγνήτιζε με τα ευρήματά της, κατά βάθος του φαινόταν στενόκαρδη και ματαιόσπουδη. Η αυθόρμητη φύση του απόστεργε τον προγραμματισμό και την περιτέχνηση:
«Ένα μονάχα μένει Δαίδαλε...Να νοιώθεις
τη δυναμή Σου, όπως ετούτη τη σφραγίδα,
βαθιά να μπαίνει μες στη σάρκα των πραγμάτων...»
Μίλησα για ένα Σικελιανό που προσφερόταν στην κοινή θέα. Αλλά το κύριο βιωμά του, που υπήρξε ο έρωτας, δε φανερώθηκε παρά σε προνομιούχους αποδέκτες. Ο έρωτας είναι το μεγάλο μυστικό που ο άντρας παραδίδει στη γυναίκα της εκλογής του, ενώ για όλους τους άλλους το εμφανίζει μεταμφιεσμένο. Ο λόγος μας θα ήταν ελλιπής αν δεν αγγίζαμε αυτό το βασικό θέμα. Ο Σικελιανός λυτρωνόταν με τον έρωτα όσο τουλάχιστο με την ποίηση. Ο έρωτας ήτανε για κείνον όργανο ολικής γνώσης, μέσο υπέρβασης της μοίρας των θνητών και πρόσβασης στη θεότητα. Ο έρωτας για το θήλυ δεν αντιβάλλεται εδώ προς τον έρωτα της δημιουργίας. Οι δυο έρωτες έχουν κοινή ρίζα. Από τη συλλειτουργία τους μέσα στην ψυχή του Ποιητή παράγεται η διονυσιακή μέθη που εκμηδενίζει το εγώ και εξισώνει τη ζωή με το θάνατο. Ο Διγενής που πεθαίνει θέλει να πάρει μαζί του στον Κάτω Κόσμο τη Βδοκιά του.

Ο μεγαλοφυής άνθρωπος που αναπολούμε και που δε δίσταζε ν’ αυτονομάζεται «θεός», λαβώθηκε μέσα στην καρδιά γύρω στα εξήντα του χρόνια. Ώρες-ώρες έχανε το φως του, μια σκοτεινή δύναμη καταπονούσε το πνεύμα του. «Είδα το απόλυτο μαύρο» είπε μια μέρα σ’ ένα επισκέπτη του. Ο έμπιστος του κοσμικού θελήματος, ο θυρσοφόρος του διονυσιακού οργίου, ο ερμηνευτής των δελφικών χρησμών δεν υπόφερε λιγότερο από τον κοινό άνθρωπο. Αλλά την ποιητική δημιουργία δεν την εγκατέλειψε. Στο Διγενή και στον Ασκληπιό μεθερμήνευσε με περιώδυνη προσπάθεια τη δοκιμασία του. Η καρδιά του έπασχε, αλλά η θέλησή του παρέμεινε ακαταδάμαστη. Η έννοια «θυσία των ταγών» που είχε ανέκαθεν απασχολήσει το πνεύμα του, έπαιρνε στα ύστερα χρόνια του συγκεκριμένη μορφή από ειρωνεία της Μοίρας. Όσοι είχαν το προνόμιο να τον επισκέπτονται εκείνα τα δίσεχτα χρόνια καταθέτουν από χρέος τη μαρτυρία τους για τον αγώνα του να σταθεί άξιος του πεπρωμένου του.
Ο Σικελιανός είχε το προαίσθημα ότι συχνά η υγεία «τελειούται εν ασθενεία». Στην πρώτη του ομιλία για τον Παλαμά (Στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 3 Απριλίου 1936, ημέρα αλησμόνητη) είχε πει:
«Η ασθένεια είναι το κέντρισμα προς μιαν ανώτερη συνολική ισορρόπηση της έννοιας και της αίσθησης της ζωής. Είναι οι κνησμοί και οι αγωνίες και τα οιδήματα, είναι οι φλογεροί ιδρώτες και τα ρίγη που, κατά τον απόλογο του Πλάτωνα, προηγούνται απ’ το ξεφύτρωμα των ζωντανών και αυθεντικών φτερών στους ώμους της ψυχής».
Στη δεύτερη ομιλία του για τον Παλαμά (στο Θέατρο Κυβέλης, στις 25 Μαίου 1943), όταν είχε ήδη προσβληθεί από την καρδιοπάθεια, επανέλαβε τα ίδια ακριβώς λόγια. Ο Σικελιανός ήθελε να βλέπει την αρρώστια του ως κρίση αναγέννησης, ως θεοδικία απαραίτητη για το πλήρωμα του μεγαλείου του.
Τούτο ακριβώς μ’ έκαμε να προσέξω μια παράγραφο στις Συνομιλίες του Γκαίτε με τον Έκκερμαν. Τη μετάφρασα και την έγραψα καθαρά σ’ ένα φύλλο χαρτί:

«Ενώ οι κοινοί άνθρωποι δεν είναι νέοι παρά μια μονάχα φορά, τα εξαιρετικά πνεύματα έχουν το προνόμιο μιας δεύτερης εφηβείας. Κάθε εντελέχεια είναι τμήμα αιωνιότητας, και τα λίγα χρόνια που διαβιώνει μέσα στο θνητό ένδυμα ενός γήινου σώματος δεν την κάνουν να γεράσει. Αν η εντελέχεια είναι μέτρια από φυσικού της, η νεότητά της δεν κατορθώνει να νικήσει τη φθορά του σώματος που γερνά. Αν, αντιθέτως, είναι ανωτέρου τύπου, όχι μονάχα ασκεί ζωογόνο επίδραση στον οργανισμό που εμψυχώνει, αλλά και προσπαθεί ώστε να υπερισχύσει, σ’ ένα σώμα που το έχουν προσβάλει τα γερατιά, το προνόμιο της αιώνιας νεότητας, που είναι η μοίρα της. Έτσι βλέπουμε στους εξαιρετικούς ανθρώπους, ακόμα και στα γερατιά τους, να αναβιώνουν εποχές μοναδικής παραγωγικότητας...»
Παράδωσα το χαρτί στον άρρωστο Σικελιανό, και κείνος, αφού το διάβασε με φανερή συγκίνηση, το δίπλωσε και το έβαλε στην αριστερή τσέπη του σακακιού του, πάνω στην καρδιά του, σα φυλαχτό.
Εκεί ακριβώς το βρήκε η Άννα μετά την τελευτή του. Το καθαγιασμένο χειρόγραφο το φυλάγω τώρα εγώ σαν κειμήλιο.

Το ποιητικό έργο είναι ο καθαυτό βίος του ανθρώπου που το γέννησε. Επομένως, αυτό που ο μελετητής ποθεί να συλλάβει είναι ο άνθρωπος που λυτρώθηκε με το έργο του και έγινε έργο, δηλαδή ο Λυρικός Βίος του, κατά τον εύστοχο τίτλο του συνόλου της ποιητικής παραγωγής του Σικελιανού. Ο βίος και το έργο του ποιητή συναποτελούν το μοναδικό οντολογικό γεγονός που ο μελετητής αγωνίζεται να εννοήσει, και ακολούθως να εκφράσει στη γλώσσα των ιδεών ό,τι ο νους του συνέλαβε και η καρδιά του αισθάνθηκε. Έπαθλο του αγώνα του είναι η συνολική εικόνα, η «ενότης εν τη πολλότητι».
Στην περίπτωση του Σικελιανού, ο άθλος είναι χαλεπός, επειδή δίπλα στο λυρικό έργο του, όπου η ψυχική του ουσία έχει διαχυθεί χωρίς ενδιάμεσα, υπάρχουν οι τραγωδίες του, όπου ο ποιητής έχει μετουσιώσει τα μύχια βιωματά του σε δρώμενα ζώντων συμβόλων...Παραλείπω να μιλήσω για τα προβλήματα που προκύπτουν από τη φιλολογική έρευνα...
Μακάριος όποιος έχει τον ενθουσιασμό της νεότητας για ν’ αποτολμά τέτοια εγχειρήματα!


Παντελής Πρεβελάκης 14-16 Ιουνίου 1984
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Πέμ 22/12/2011 00:51

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (ΜΕΡΟΣ Β΄)
Υπάρχει αρκετό οπτικοακουστικό υλικό που αφορά τη ζωή και το έργο του Σικελιανού το οποίο μπορεί κανείς ν΄αναζητήσει στο διαδίκτυο..Εδώ, μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα σύντομο πεντάλεπτο περιεκτικό αφιέρωμα της κρατικής τηλεόρασης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... fSNp9Z74Jk

Από την ποίηση του Σικελιανού το πιο αγαπημένο από τους μουσικούς συνθέτες ποίημά του είναι το ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ, το οποίο μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης .Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Εἰκόνα

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

Μερικά αποσπάσματα από την πολύ γνωστή δουλειά του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο Πνευματικό εμβατήριο , μπορούμε να βρούμε εδώ:
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... kxeifAog7k
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... MGmIpJR0oA
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... cGxdMVmIX0
movement III


καθώς και το ακόλουθο του Κώστα Γανωτή σε στίχους του ποιητή,
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... --150r-KyM

Ὄχι, δὲν εἶναι χίμαιρα
νὰ καβαλᾶμε τὸ ὄνειρο
τὴ θείαν ἐτούτη μέρα
ποῦ ὅλα, ὁρατὰ καὶ ἀόρατα,
κι ἐμεῖς κι οἱ ἥρωες καὶ οἱ θεοὶ
στὴν ἴδια ὁρμᾶμε μέσα αἰώνια σφαίρα


Ἀπὸ τὸν Πρόλογο τῆς Συλλογῆς «Ἀντίδωρο», 1943.
"Ἡ εἰκόνα τοῦ παλιοῦ Γνωστικοῦ σφραγιδόλιθου μὲ τὸ σταυρωμένο Ὀρφέα ἀνταποκρίνεται στὴν τελευταία στροφὴ τοῦ ποιήματος «Πρόλογος στὴ Ζωή»:
Ὦ μυστικὰ κατορθωμένο σῶμα,σῶμα τῆς Θυσίας,ἀντίδωρο ἄμετρων ψυχῶν,Ἐσταυρωμένε Βάκχε· ὦ τσακισμένη ἀπὸ τὸ βάρος τῶν τσαμπιῶν ἀθάνατη κληρονομιά
καὶ συμβολίζει πὼς τὸ σῶμα τῆς Ποίησης, ὅσο κι ἂν μεράζεται, δὲν κομματιάζεται οὐσιαστικά, ἀλλὰ ὑπάρχει πάντα ὁλόκληρο μέσα σὲ κάθε της κομμάτι, ὅπως ὁ διαμελισμένος Ὀρφέας ξαναβρίσκεται, κατόπι ἀπ᾿ τὸ διαμελισμό του, ὁλόκληρος, γιὰ τὰ μάτια τῶν μυημένων, πάνω στὸ Σταυρό"

Εἰκόνα
(συνεχίζεται)
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τρί 27/12/2011 00:07

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ)

Εἰκόνα



Το 1907, σε ηλικία είκοσι τριών χρόνων, γράφει «μέσα σε μια βδομάδα», όπως λέει ο ίδιος, το πρώτο μεστό ποιητικό του έργο τον«Αλαφροΐσκιωτο» καταλαμβάνοντας το δικό του χώρο στην ελληνική ποίηση. **Υπάρχει μια ιστορία για τον Σικελιανό που -αν είναι αληθινή- τα λέει σχεδόν όλα για εκείνον τον μανιασμένο Απόλλωνα. Την καταγράφει (αν την καταγράφει) ο Καζαντζάκης στην Αναφορά του στον παππούλη κρητικό του Τολέδο.
Κάποτε, στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν από το ταξίδι τους στο όρος ο Σικελιανός και οΚαζαντζάκης έμεναν στο ίδιο σπίτι. Η γυναίκα του Άγγελου Εύα Πάλμερ – Σικελιανού του στέλνει ένα γεμάτο φέρετρο.«Βουδάκι μου, ο γείτονάς μας ο ράφτης πέθανε και σου τον στέλνω να τον αναστήσεις.»
Ο Καζαντζάκης έστησε μάτι κι αυτί: τώρα θα φανεί αν είναι ένας θεατρίνος ή πραγματικά πιστεύει. Άραγε θα τολμήσει την συντριβή του ή θα κάνει πίσω;
«Όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα’ κι ευθύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει.»
Το πρωί ο Καζαντζάκης αντίκρισε έναν Σικελιανό αμίλητο και κάτωχρο – σαν φάντασμα. Είχε παλέψει να αναστήσει τον νεκρό σαν τον προφήτη Ελισσαίο, ξαπλώνοντας γυμνός απάνω του και φυσώντας του πνοή στο σώμα. Του κάκου.
Ο Καζαντζάκης τον πήρε με το ζόρι για βόλτα στην ακροθαλασσιά για να τον ηρεμήσε. Κάποτε ο Σικελιανός μίλησε: «Ντρέπουμαι. Η ψυχή, λοιπόν, δεν είναι παντοδύναμη».

*** Το 1941 ο Σικελιανός εντάσσεται στοΕθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με τα«Ακριτικά» του, πέντε χειρόγραφα ποιήματα, που κυκλοφορούν παράνομα. Παράλληλα δημοσιεύει συνεχώς ποιήματα σε διάφορα έντυπα του ΕΑΜ για το «Νέο Εικοσιένα»όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του«Ανάσταση» (1942).



Εἰκόνα
Τότε έγραψε και τα σπουδαία θεατρικά του έργα μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα» με αντιστασιακό περιεχόμενο. Και δεν κάνει αγώνα καθισμένος στο σπίτι του. Διακινδυνεύει. την κηδεία του Παλαμά το 1943 χτυπά με τους στίχους του την καμπάνα του αγώνα και σε εκδήλωση στο Ηρώδειο τον Αύγουστο του 1944 απαγγέλλει με την βροντώδη κρυστάλλινη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του.
***Μια άλλη ιστορία με το Σικελιανό στο κέντρο της, είναι ήδη μέρος της νεοελληνικής μυθολογίας – ένα από τα αστραφτερότερα διαμάντια της.
Στις 28 του Φλεβάρη του 1943, ημέρα Κυριακή, οι σκλαβωμένοι και ρημαγμένοι από την πείνα Έλληνες κήδεψαν τον Κωστή Παλαμά στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας. Ο Σικελιανός, ίδιος με αρχαίο Θεό, έχει γράψει ποίημα για να το διαβάσει πάνω από τον ανοιχτό τάφο. Ηχήστε σάλπιγγες. Καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα. Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή: Όσοι βρέθηκαν κοντά του εκείνη τη στιγμή -και δεν ήσαν λίγοι- είδανε έναν άνθρωπο πέρα από τον εαυτό του, να στηρίζει την Ελλάδα, ή ό,τι λογάριαζε εκείνος για Ελλάδα, σε ένα φέρετρο. Ήτανε τόσο μανιασμένος, τόσο έμπυρος που το κατάφερε.
Εἰκόνα

Ουσιαστικά η κηδεία του Παλαμά ήταν η μεγαλύτερη αντικατοχική συγκέντρωση μαζί με τη συγκέντρωση διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση και το κάψιμο των καταλόγων του υπουργείου εργασίας των Ελλήνων που θα πήγαιναν στη Γερμανία.

**Ο Σεφέρης θυμόταν μια επίσκεψή του στο νοσοκομείο, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, κάπου στα 1950: «Είδα το μαύρο, ήταν απόλυτα ωραίο» του είπε ο Σικελιανός***Ο Ελύτης καταγράφει το καιριότερο: Ένα μεσημέρι του καλοκαιριού του 1946 πήγε στο ψηλοτάβανο σπίτι του Σικελιανού για να του αφήσει βιβλία σχετικά με τον Υπερρεαλισμό. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, η Άννα Σικελιανού έλειπε: «…Τότε αντίκρισα μιαν εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη: ο Σικελιανός, όρθιος, ξιπόλητος, με ένα μακρύ νυχτικό που έπεφτε σαν αρχαία χλαμύδα επάνω του, έτρωγε ένα τσαμπί σταφύλι! Κάθε τόσο το ύψωνε από το ανιχτό παράθυρο και το καμάρωνε στο φως. Να τος. Αυτός ήταν. (…) Αυτός που τον έλεγαν θεατρίνο, και που τον είχα τσακώσει σε μια στιγμή που κανένας θεατής δεν υπήρχε, κι όμως ίδιον, ολόιδιον, όπως τον ξέραμε από τα ποιήματά του, φυσικά μεγαλόπρεπο και αυτάρκη μέσα στη θεϊκή του απλότητα.»
***Υπάρχουν πολλές ακόμη ιστορίες για τον Σικελιανό
αναρρίθμητες. Οι χυδαιότερες αφορούν τον τρόπο που διάφοροι "δεξιοί παράγοντες" τον απέκλεισαν από την Ακαδημία Αθηνών,
ή τον τρόπο που οι ίδιοι "παράγοντες" τηςΑκαδημίας Αθηνών, με αρχηγό τον Σπύρο Μελά, πάλεψαν να μην δοθεί τον Νόμπελ της Λογοτεχνίας σε έναν«ύποπτο αναρχοκομμουνιστή».
Εἰκόνα*** Από τις σημαντικές σχέσεις του Σικελιανού ήταν η πολύ στενή φιλία του με τονΝίκο Καζαντζάκη, για την οποία έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί πολλά, που άρχισε το 1914και κράτησε, με κάποια διαλείμματα, χρόνια – μέχρι που έγιναν κουμπάροι-, όταν το 1945 η Εύα και ο Άγγελος –παρόλο που είχαν χωρίσει πριν 12-13 χρόνια και ο Σικελιανός είχε ξαναπαντρευτεί- πάντρεψαν την Ελένη και τον Νίκο (που συζούσαν από το 1926). ΕἰκόναΜαζί (Σικελιανός και Καζαντζάκης) συμπορεύτηκαν σε ιδέες και ταξίδια, μαζί είχαν προταθεί για ακαδημαϊκοί, μαζί και για το Νόμπελ, χωρίς να αξιωθούν ούτε το ένα ούτε το άλλο – «θαμμένοι» από ντόπιες πολιτικές και ομότεχνους. Ιδού μερικές γραμμές από το πορτρέτο του Σικελιανού, που φιλοτεχνεί ο Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο»:

«Ηταν πολύ ωραίος, και το ‘ξερε. Ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ‘ξερε. Είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό -ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική- δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών – με το τίναγμα των φτερών έφτανε στην κορυφή [...] Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος». ***Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ. **Ο Άγγελος Σικελιανός εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο Λυρικός Βίος (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δεν θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβειΤο 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του όπου ολόκληρο το έργο του συγκεντρώθηκε σε 14 τόμους 1965-1985: Λυρικός Βίος 6 τόμοι , Πεζός Λόγος 5 τόμοι, Θυμέλη 3 τόμοι*** Ὁ Σικελιανὸς είχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης
Μαζί (Σικελιανός και Καζαντζάκης) συμπορεύτηκαν σε ιδέες και ταξίδια, μαζί είχαν προταθεί για ακαδημαϊκοί, μαζί και για το Νόμπελ, χωρίς να αξιωθούν ούτε το ένα ούτε το άλλο – «θαμμένοι» από ντόπιες πολιτικές και ομότεχνους. Ιδού μερικές γραμμές από το πορτρέτο του Σικελιανού, που φιλοτεχνεί ο Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο»:

***Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ. **Ο Άγγελος Σικελιανός εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο Λυρικός Βίος (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δεν θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβειΤο 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του όπου ολόκληρο το έργο του συγκεντρώθηκε σε 14 τόμους 1965-1985: Λυρικός Βίος 6 τόμοι , Πεζός Λόγος 5 τόμοι, Θυμέλη 3 τόμοι*** Ὁ Σικελιανὸς είχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης

Εἰκόνα
Εκεί ὁ Βασιλεὺς Παύλος ἐπισκέπτοταν τὸν ποιητὴ κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηρούσε επίσης εξοχικὴ κατοικία στη Συκέα Κορινθίας. ***Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε - στις 19 Ιούνη 1951, στην κλινική "Παμμακάριστος" της Αθήνας, σ' ηλικία 67 ετών- μετά από πολύχρονο πρόβλημα που αντιμετώπιζε στην καρδιά.

Άγγελος και Εύα και Δελφικές Γιορτές
Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά τον Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών ("Δελφική Ιδέα"). Για το σκοπό αυτό, ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα.
Παράλληλα, οργανώνει τις "Δελφικές Εορτές"στους Δελφούς με τις παραστάσεις του"Προμηθέα Δεσμώτη" (1927) και των "Ικέτιδων"(1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο Ελληνικό Θέατρο. Η "Δελφική Ιδέα" εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την"Δελφική Ένωση", μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών, και το "Δελφικό Πανεπιστήμιο", στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, ηΑκαδημία Αθηνών απένειμε στο Σικελιανό αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητήΤο 1927 ο Σικελιανός με την γυναίκα του Εύα πραγματώνει το όραμά του για την Δελφική Ιδέα με την αναβίωση των «Δελφικών Εορτών» που αποσκοπούσαν στην αδελφοσύνη και ειρήνη των λαών. Η Εύα στρατεύτηκε διά βίου στοσικελιανικό όραμα μιας σύγχρονης παγκόσμιας αμφικτιονίας με κέντρο τους Δελφούς και όχημα την τέχνη, και για τις Δελφικές Γιορτέςανέλαβε τη χρηματοδότηση από την προσωπική της περιουσία, τη σκηνοθεσία, τη διδασκαλία της μουσικής και της όρχησης, την ύφανση των κοστουμιών, τις επαφές, τη διεκπεραίωση.Μόχθος τιτάνιος. Από τότε καθιερώθηκε για πρώτη φορά να παίζονται τα έργα των κλασικών τραγωδών σε αρχαία θέατρα. Ο Σικελιανός όμως δεν ήβρε την απαιτούμενη συμπαράσταση από το επίσημο κράτος, αλλά και η προσέλευση των θεατών, αν εξαιρεθούν οι προσκεκλημένοι, τόσο στις πρώτες όσο και στις δεύτερες γιορτές ήταν ελάχιστη. Το όραμά του δεν είχε συνέχειαΜαρτυρία της Εύας Σικελιανού
Αποκαλυπτικό είναι ένα χειρόγραφο της Εύας Σικελιανού, για τις πρώτες «Δελφικές Εορτές». Γράφει:
«Τα καράβια είχαν έρθει γιομάτα κόσμο. Και τα αυτοκίνητα ερχόντουσαν από την Αθήνα και την Ιτέα. Οι ξένοι ανταποκριτές είχαν φτάσει κι ο Σικελιανός ήταν μαζί τους. Την προηγούμενη είχαμε μια φοβερή μπόρα που είχε χαλάσει ένα μέρος από τη δοκιμή μας. Όλοι οι άλλοι είχαν χάσει το κέφι τους από τη δυνατή βροχή, αλλά ο Σικελιανός ήταν ατάραχος. "Ο καιρός" είπε "θα 'ναι έκτακτος". Και ήταν. Κατέβηκα στην έκθεση και καταγοητεύτηκα. Κάθε σπίτι από τις δυο πλευρές του δρόμου του χωριού ήταν γιομάτο από διάφορους όμορφους θησαυρούς, όλους καμωμένους από τους χωρικούς. Σε κάθε σπίτι μια ηλικιωμένη κυρία ήταν επικεφαλής και φορούσε το τοπικό κοστούμι της επαρχίας που αντιπροσώπευε, εκεί όπου είχαν ζήσει οι πρόγονοί της. Όλη η Ελλάδα ήταν μαζεμένη σ' αυτή τη χειροτεχνική επίδειξη που έγινε από τέλειους τεχνίτες. Ένα όνειρο είχε πραγματοποιηθεί».
Εἰκόνα
«Αλλά γυρίζοντας σπίτι, μόλις και κατόρθωσα να αναρριχηθώ στο λόφο προς την αετοφωλιά μας. Πώς, λοιπόν, τα πόδια μου θα μπορούσαν να με σύρουν ως το θέατρο; Και πώς θα έντυνα όλες τις Ωκεανίδες μου; Όλα ήταν έτοιμα, αλλά ήταν απίστευτα δύσκολο να πας από κάτω από τη σκηνή στο ακροατήριο. Σα σε όνειρο παρακολουθούσα τον "Προμηθέα". Το Κράτος, η Βία και ο Ήφαιστος ήταν καλοί. Και μιλούσαν καλά. Και άρεσαν στο ακροατήριο. Αλλά να που κι οι Ωκεανίδες μου προχώρησαν κι αμέσως ένιωσα σα να ζωντάνευαν. Εκινούντο με απόλυτη άνεση κι ήταν απόλυτα ωραίες. Ήμουνα πανευτυχής. Το μεγάλο κοινό ήταν με το Χορό. Καταλάβαινα πως ήμουνα πραγματικά στο κατώφλι του ελληνικού δράματος. Έπειτα τα τηλεγραφικά σύρματα βούιζαν συνεχώς. Τα πρώτα νέα περνούσαν στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα. Όλη κείνη τη νύχτα η Αθήνα ήταν σε διαρκή υπερδιέγερση».
«Την επομένη μέρα τα μαγαζιά ήταν κλειστά κι ο κόσμος φιλιόνταν στους δρόμους, όπως συνηθίζουν για τη Λαμπρή. Όλη η Ελλάδα είχε ξυπνήσει. Και τα νέα εξακολουθούσαν να καταφθάνουν από τους Δελφούς. Ύστερα από τις πρώτες σύντομες σημειώσεις, οι εκτενείς περιγραφές. "Το δράμα", έλεγαν, ξαναζεί στη γνήσια γη της γέννησής του. Και οι Έλληνες ανταποκριτές ήταν θαυμάσιοι. "Πήγαν να περιπαίξουν κι έμειναν να προσευχηθούν". Επί μήνες οι ελληνικές εφημερίδες σε ολόκληρες σελίδες δεν είχαν τίποτα άλλο από το φεστιβάλ. Και μου είπαν, πολύ αργότερα, πως το κοινό δεν ήθελε άλλα νέα».
«Το άλλο πρωί στο στάδιο δίσκοι και ακόντια γυάλιζαν στον ήλιο. Έτρεχαν, πηδούσαν με βάρη, η πάλη ήταν με λαμπερές πανοπλίες και οι άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν. Στο τέλος του "Προμηθέα Δεσμώτη» είχαν κατέβει από την κορφή του Παρνασσού αετοί και περικύκλωσαν το κεφάλι του ήρωα. Και στη μέση των αθλημάτων, ξανάρθαν και πετούσαν χαμηλά στο στίβο. Όλη η φύση έπαιρνε μέρος στη σκηνοθεσία». Η Δελφική Ιδέα, που ένωσε το ζευγάρι σ’ έναν διά βίου και εντέλει μοιραίο δεσμό (η Πάλμερ πέθανε λίγο μετά τον Σικελιανό και ενταφιάστηκε δίπλα του στους Δελφούς), βρίσκεται στο κέντρο και του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Εύας "Ιερός πανικός", το οποίο σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση τυπώνεται εκ νέου, αναθεωρημένο και συμπληρωμένο, από τις εκδόσεις Μίλητος. Οπως παρατηρεί στην εισαγωγή του ο φιλόσοφος και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας John Ρ. Anton, που υπογράφει τη μετάφραση, η Εύα άρχισε να συντάσσει την αυτοβιογραφία της, με προτροπή του Σικελιανού, το 1938, για να την ολοκληρώσει το 1942. Σε οποιαδήποτε σελίδα της αυτοβιογραφίας κι αν σταθούμε, ακόμη κι αν την ξεφυλλίσουμε κατά εντελώς τυχαίο τρόπο, θα δούμε ολοζώντανο το δελφικό όραμα, να πάλλεται ασυγκράτητο από τη θέρμη της πίστης του, ακόμη κι όταν όλα τριγύρω του δείχνουν να έχουν πέσει για πάντα στον γκρεμό.
Εἰκόνα
(το φωτογραφικό υλικό του τρίτου αυτου μέρους και τα σχόλια είναι από την ιστοσελίδα ΄Ελλη ,να ένα μήλο..)

Από τα διάφορα αφιερώματα στις Δελφικές γιορτές του ζεύγους Σικελιανού , αξίζει να παρακαλουθήσετε το ακόλουθο:
Εἰκόνα

ΔΕΛΦΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... YgrTo8YmDA

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... OE43IZ6cok

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... lo4pOAVnwo
Εἰκόνα
Εἰκόνα
Εἰκόνα
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 08/01/2012 15:11

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971)
Εἰκόνα
Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό όνομα του Γεωργίου Σεφεριάδη) γεννήθηκε το 1900 στη Σμύρνη, στη μικρασιατική, ελληνική πέρα ως πέρα μεγαλούπολη. Οι Σεφεριάδηδες έφυγαν το 1914 για την Αθήνα, όπου ο ποιητής τελείωσε το γυμνάσιο και εξακολούθησε τις νομικές του σπουδές στο Παρίσι (1918-24). Τα γόνιμα χρόνια λοιπόν, από τα 18 ως τα 25 του, τα ζει σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα που αλλάζουν την υφή της λογοτεχνίας στα χρόνια αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Εκεί τον φτάνει και ο αντίχτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής ( και της καταστροφής της Σμύρνης, της γενέθλιας πόλης του), και η μνήμη αυτή θα μείνει έμμονα ριζωμένη μέσα του. Ακολουθάει το διπλωματικό στάδιο και εργάζεται σαν Ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, Πρόξενος, Πρέσβης, Σύμβουλος πρεσβειών, Διευθυντής Τύπου, κ.λ.π. Το1963 Τιμήθηκε με το βραβείο NOBEL Λογοτεχνίας. Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ Πανεπιστημίων του εξωτερικού.

Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή " του εναντίον της δικτατορίας. Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό. Πέθανε το Σεπτέμβριο του 1971.

Ποιητικές Συλλογές

Εἰκόνα
Η απονομή του Νόμπελ
· 1932 "Στροφή" ( Αρνηση )
· 1932 "Η Στέρνα"
· 1935 "Το μυθιστόρημα"
· 1940 " Τετράδιο Γυμνασμάτων" ( Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές )
· 1940 "Ημερολόγιο καταστρώματος Α' "
· 1944 "Ημερολόγιο καταστρώματος Β' "
· 1947 "Κίχλη"
· 1955 " ...Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν"
· 1966 "Τρία κρυφά Ποιήματα"


Δοκίμια


· 1939 "Διάλογος πάνω στην ποίηση"
· 1944 "Δοκιμές"
· 1946 "Ερωτόκριτος"
Ταξιδιωτικά


· 1953 "Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας"
Μεταφράσεις


· 1936 Τ.Σ.'Ελιοτ
· 1940 "Η έρημη χώρα" του Τ.Σ. ΄Ελιοτ
· 1965 "Αντιγραφές" (Yeats, Gide, Valery, κ,ά)
· 1965 "Ασμα Ασμάτων"
· 1966"Η Αποκάλυψη του Ιωάννη"

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα εξής έργα
· 1973 "Οι ώρες της κυρίας Ερσης" (δοκίμιο για το ομώνυνυμο έργο του Ν.Γ.Πεντζίκη με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός)
· 1973 "Εξι νύχτες στην Ακρόπολη" (μυθιστόρημα)
· 1975 "Αλληλογραφία" (Γ.Θεοτοκάς-Γ.Σεφέρης 1930-1966)

και τα ημερολόγια :
· 1972 "Χειρόγραφο Σεπτ. '41"
· 1973 "Μέρες του 1945-51"
· 1975 "Μέρες Α'" (16-2-1925 ως 17-8-1931)
· 1975 "Μέρες Β'" (24-8-1931 ως 12-2-1934)
· 1977 "Μέρες Γ'" (16-4-1934 ως 14-12-1940)

ΕΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα· εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:
Κλείνουν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη, για τα οποία πολέμησε ὁ κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.
Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι᾿ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».
Γιώργος Σεφέρης, 28 Μαρτίου 1969

Εἰκόνα
Η κηδεία του Σεφέρη

Από τα ποικίλα αφιερώματα στη ζωή και το έργο του Σεφέρη, επιλέγω ένα βίντεο από την εκπομπή «Η ΔΕ ΠΟΛΙΣ ΕΛΑΛΗΣΕΝ» όπου παρουσιάζει το ιερό των ΔΕΛΦΩΝ, μέσα από τη ματιά του Έλληνα Νομπελίστα Ποιητή. Ο φακός μας ξεναγεί στους πρόποδες του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, στο υποβλητικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα στους δύο θεόρατους βράχους, τις ΦΑΙΔΡΙΑΔΕΣ και στον αρχαιολογικό χώρο των ΔΕΛΦΩΝ. Επίσης, προβάλλονται τα σημαντικότερα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου των ΔΕΛΦΩΝ, όπως ο ΗΝΙΟΧΟΣ, ο ΟΜΦΑΛΟΣ, η ΣΦΙΓΓΑ των Ναξίων, οι δύο κούροι ΚΛΕΟΒΙΣ και ΒΙΤΩΝ. Ο Ηθοποιός ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ διαβάζει το κείμενο «ΔΕΛΦΟΙ» από τις ΔΟΚΙΜΕΣ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ καθώς και απόσπασμα από τα ΕΠΙΝΙΚΙΑ του ΠΙΝΔΑΡΟΥ ωδή ΠΥΘΙΑ.
Ο Ποιητής απαγγέλλει το Γ ποίημα «ΜΕΜΝΗΣΟ ΛΟΥΤΡΩΝ ΟΙΣ ΕΝΟΣΦΙΣΘΗΣ» (ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΤΟΥΤΟ ΚΕΦΑΛΙ), το Κ «ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ» της ποιητικής συλλογής του «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» καθώς και το «είπατε τω βασιλήι. . . απέσβετο και λάλον ύδωρ που θεωρείται ο τελευταίος χρησμός του Μαντείου των ΔΕΛΦΩΝ».

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... k3Oshjt7T8



Το έργο του μελοποιήθηκε από τους πιο αντιπροσωπευτικούς μουσικούς των τελευταίων δεκαετιών όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Δήμος Μούτσης , ο Γιάννης Μαρκόπουλος….Τα τραγούδια αυτά αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από πλήθος κόσμου τις προηγούμενες δεκαετίες γιατί κουβαλούν στο στίχο τους την Ελληνική ψυχή…


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ …..
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... XWzPZj0amQ

Λίγο ακόμα,
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
Λίγο ακόμα,
θα ιδούμε τα μάρμαρα να λάμπουν,
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα…

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... YxzApTeJWc

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση τ
ου φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές
και τ' ασφοδίλια το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά
τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή του βραδιάζει
Κράτησα τη ζωή μου στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου τάχα να υπάρχουν στην άμμο του
περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί που φύσεξε ο βοριάς
καθώς ακούω γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα περπατώντας
σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές
ο χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος
τίποτε δε ρωτούν μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια
μήτε τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι σαν την ανάσα
του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη σαν την ανθρώπινη φωνή
της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια σαν την ανάμνηση της
φωνή σου λέγοντας "ευτυχία"
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός
πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του,
γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα,
στο πρόσωπό σου μέσα στον άδειο κήπο,
στάλες στην ακίνητη δεξαμενή βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό
μέσα στα κάτασπρα φτερά του δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα
Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή,
όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους που χάθηκαν
μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες
να σκύψουν κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί που στάθηκε μια
αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου
Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων

ΑΡΝΗΣΗ
Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... HOpgJFc5rw

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι•
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της•
Ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή .

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Εἰκόνα
Στο σπίτι του Κώστα Ταχτσή 1970

ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Τετραλογία
Συνθέτης: Δήμος Μούτσης
Ποιήση: Κώστας Καβάφης- Κώστας Καρωτάκης
Γιάννης Ρίτσος- Γιώργος Σεφέρης
Τραγουδούν: Μανώλης Μητσιάς - Άλκηστης Πρωτοψάλτη - Χρήστος Λεττονός

Εδώ η ΄Αλκηστις Πρωτοψάλτη τραγουδά με το Χρήστο Λεττονό

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... hHTrAXAEs8

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα,
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια,
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.

Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.




Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Δίσκος: "Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους και άλλα τραγούδια" – 1973
Εκτέλεση Βασιλική Λαβίνα, Τάσος Χαλκιάς και χορωδία
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... YdrHgmbFzY

Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνά που έχουνε σκεπή
τον χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.

Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.

Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε
να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.

Και οι γάμοι μας,
τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.

Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές.
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.
Στα λιμάνια την Κυριακή
σαν κατεβούμε ν ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται
στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
απο ταξείδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν αγαπήσουν.



ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΛΑΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... TRESfJgE3s

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.


ΑΓΙΑΝΑΠΑ
Απ' το έργο του Ηλία Ανδριόπουλου "Αργοναύτες", το οποίο περιέχει μελοποιημένη ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Μάνου Ελευθερίου και του Νίκου Γκάτσου. Το ποίημα αυτό είναι απ' την αφιερωμένη στην Κύπρο, ποιητική συλλογή του Σεφέρη "Ημερολόγιο καταστρώματος Γ,'", του 1995. Η Αγία Νάπα, απ' όπου και ο τίτλος του ποιήματος, είναι μια μικρή πόλη, με ομώνυμο μοναστήρι, στην επαρχία της Αμμοχώστου. Η πρώτη ερμηνεία του τραγουδιού ήταν του Νίκου Ξυλούρη. Στο έργο Αργοναύτες συμμετέχει και ο Μανώλης Μητσιάς.
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 7tk2RIhCAg

Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
τρελός ο αγέρας έπαιζε
με τα πουλιά με τα κλωνιά
και δε μας έκραινε.

Ώρα καλή σου ανάσα της ψυχής
ανοίξαμε τον κόρφο μας
έλα να μπεις έλα να πιεις
από τον πόθο μας.

Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
ο αγέρας σηκώθη κι έφυγε
κατά τα κάστρα του βοριά
και δε μας έγγιξε.

Θυμάρι μου και δεντρολιβανιά,
δέσε γερά το στήθος σου
και βρες σπηλιά και βρες γωνιά
κρύψε το λύχνο σου.

Δεν είναι αγέρας τούτος του Βαγιού
δεν είναι της Ανάστασης
μα είναι της φωτιάς και του καπνού
της ζωής της άχαρης.

Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
στεγνός ο αγέρας γύρισε
οσμίζουνταν παντού φλουριά
και μας επούλησε.


ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΠΛΗΓΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΑΛΙ
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... tbuRDguMoY

Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι

ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου

ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;

Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;

Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι

δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,

βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων

κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.
Εἰκόνα
Στο σπίτι της οδού Κυδαθηναίων 1938

ΚΙ΄ΑΝ Ο ΑΓΕΡΑΣ ΦΥΣΑ
Μουσική Δήμος Μούτσης
Ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 56EIsa6LQ4

Κι αν ο αγέρας φυσά,
δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός
κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά
Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν
Κι αν ο αγέρας φυσά,
δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός
κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά


Ο ΥΠΝΟΣ ΣΕ ΤΥΛΙΞΕ

Μουσική Μ. Θεοδωράκη
Ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά
από το δίσκο "Τρεις Κύκλοι" Lyra 1979
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... GC6fMxc-LU

Ο ύπνος σε τύλιξε
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Σαν ένα δέντρο
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Μέσα στο ήσυχο φως
μέσα στη διάφανη πηγή
κοίταξα τη μορφή σου

Κλεισμένα βλέφαρα
και τα ματόκλαδά σου
χαράζαν το νερό

ΕΛΕΝΗ
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς
Απόσπασμα από το ποίημα, το οποίο παραθέτω εδώ, ολόκληρο…

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... _uzG4T8OX8

Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

Εἰκόνα
Ιορδανία 1953

Και κάποιες νεότερες μελοποιήσεις..

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μουσική: Βαγγέλης Μαρκαντώνης
Πρώτη εκτέλεση: Ανοιχτή Θάλασσα
Μελοποιημένο απόσπασμα από τον "Ερωτικό Λόγο" του Γιώργου Σεφέρη
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 5Z_OqMV2rQ


Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός..


Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ
Εκτέλεση Μελίνα Κανά
Μουσική του ταλαντούχου αλλά όχι πολύ γνωστού, παλαιού συμφοιτητή μου Νίκου Πλάτανου που εγκατέλειψε τη νομική για τη μουσική.
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... IZWNV_ZcRA

Στην πέτρα της υπομονής
Κάθισες προς το βράδυ
Με του ματιού σου το μαυράδι
Δείχνοντας πως πονείς

Κι είχες στα χείλια τη γραμμή
Που είναι γυμνή και τρέμει
Σαν την ψυχή γίνεται ανέμη
Και δέουνται οι λυγμοί

Κι είχες στο νου σου το σκοπό
Που ξεκινά το δάκρυ
Κι ήσουν κορμί που από την άκρη
Γυρίζει στον καρπό

Μα της καρδιάς σου ο Σπαραγμός
Δε βόγκηξε κι εγίνει
Το νόημα που στον κόσμο δίνει
Έναστρος ουρανός

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ
Μουσική: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας
Πρώτη εκτέλεση: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... c10HenHOKQ

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
Το ξάφνιασμά σου μου απομένει
Ωραία γυναίκα αγαπημένη,
Το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα
Και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι
Και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη...
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
Λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό πρώην μέλος » Παρ 03/02/2012 06:34

Aμαλία σε συγχαίρω για την δύναμη, το μεράκι σου και την προσφορά σου...
Η επανάληψη κάποιων ποιημάτων όπως ο Υμνος στην Ελευθερία πάντα με κάνει να αισθάνομαι ρίγος, απερίγραπτες εικόνες δια-χρονικές να περνούν από το μυαλό, όπως και να αντλώ δύναμη στις δυσκολίες που περνάμε και πρέπει να είμαστε ισοροπημένοι, ήρεμοι και έτοιμοι...
Να 'χουμε το νου μας δηλαδή...
Να είσαι καλά!
πρώην μέλος
 

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 04/02/2012 23:30

Να΄σαι καλά και συ Γεράσιμε ,
Ευχαριστώ για το σχόλιό σου.
Η αληθινή ποίηση έχει αυτή τη δυνατότητα.Δηλαδή να μας παιδαγωγεί, να μας ταξιδεύει και να μας ανοίγει δρόμους σκέψης και δράσης.Αν συνδυάζεται με την κατάλληλη μουσική , τότε γκρεμίζει τείχη , χτίζει πυραμίδες και ανοίγει πύλες. Αρκεί να κατανοήσουμε και να εκφέρουμε σωστά τον ήχο....
Αμαλία Κατσούλα
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 25/02/2012 23:23

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ (1909- 1990 )

Εἰκόνα

Γιάννης Ρίτσος - Βιογραφικὰ στοιχεῖα
Ἀπὸ τὴν Βικιπαίδεια, τὴν ἐλεύθερη ἐγκυκλοπαίδεια, http://el.wikipedia.org

Κορυφαῖος Ἕλληνας ποιητής. Γεννήθηκε στὴ Μονεμβάσια τὴν Πρωτομαγιὰ τοῦ 1909 καὶ πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1990. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ ποιητικὲς συλλογὲς καὶ συνθέσεις, ἐννέα πεζογραφήματα (μυθιστορήματα τὰ ὀνομάζει), τέσσερα θεατρικά, ὅπως καὶ μελέτες γιὰ ὁμοτέχνους συγκροτοῦν τὸ κύριο σῶμα τοῦ ἔργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις, χρονογραφήματα καὶ ἄλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ δημιουργοῦ.
Ὁ πατέρας του ἦταν κτηματίας, ἀλλὰ ἔχασε τὴν περιουσία του καὶ πολὺ νωρὶς ὁ ποιητὴς δυστύχησε οἰκονομικά.
Γρήγορα τὸ ἐνδιαφέρον του στράφηκε στὴν ποίηση καὶ στὰ μεγάλα κοινωνικοπολιτικὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς του. Οἱ νέες ἰδέες του ἦσαν μαρξιστικές. Αὐτὲς οἱ ἰδέες στάθηκαν ἀφορμὴ γιὰ περιπέτειες. Φυλακίστηκε, ἐξορίστηκε καὶ ἐκτοπίστηκε πολλὲς φορές. Τόποι ἐξορίας του ὑπῆρξαν ἡ Μακρόνησος καὶ ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος παλιά, ἡ Γυάρος, ἡ Λέρος καὶ ἡ Σύρος στὴν ἑπταετία τῆς χούντας. Ἡ ζωὴ τοῦ ποιητῆ ὑπῆρξε ταραγμένη καὶ περιπετειώδης. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀσθένειες καὶ πολιτικὲς διώξεις. Σίγουρα ὅλη αὐτὴ ἡ ἔνταση, ἐπηρέασε τὴν ποίησή του.
Τὸ 1921 ἄρχισε νὰ συνεργάζεται μὲ τὴ «Διάπλαση τῶν Παίδων». Πολλὰ ἀπὸ τὰ νεανικά του ποιήματα δημοσιεύτηκαν στὸ φιλολογικὸ παράρτημα τῆς «Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας» τοῦ Πυρσοῦ.
Γιὰ νὰ ἀνταπεξέλθει στὶς βιοτικὲς ἀνάγκες ἐργάσθηκε ὡς χορευτὴς σὲ ἐπιθεωρησιακὸ μπαλέτο (1930) ἀφοῦ φοίτησε στὴ σχολὴ Μοριάνοφ. Ἐπίσης, ὁ Ρίτσος ἀσχολήθηκε ἐρασιτεχνικὰ μὲ τὴ ζωγραφικὴ καὶ τὴ μουσική.
Τὸ 1934 ἐκδόθηκε ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογή του μὲ τίτλο «Τρακτέρ», ἐνῶ ἄρχισε καὶ τὴ συνεργασία του μὲ τὸ «Ριζοσπάστη», μὲ τὰ «Γράμματα γιὰ τὸ Μέτωπο». Τὸ 1935 κυκλοφοροῦν οἱ «Πυραμίδες», τὸ 1936 ὁ «Ἐπιτάφιος» καὶ τὸ 1937 «Τὸ τραγούδι τῆς ἀδελφῆς μου». Ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση, ἐνῶ κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 1948-1952 ἐξορίστηκε σὲ διάφορα νησιά. Τὸ 1956 τιμήθηκε μὲ τὸ Α´ Κρατικὸ Βραβεῖο Ποίησης γιὰ τὴ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος».
Τὸ 1968 προτάθηκε γιὰ τὸ βραβεῖο Νόμπελ ἀπὸ 75 Γάλλους ἀκαδημαϊκούς, συγγραφεῖς καὶ νομπελίστες, τὸ 1975 ἀναγορεύτηκε ἐπίτιμος διδάκτορας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ τὸ 1987 τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Εἰκόνα

Διακρίθηκε ὅμως καὶ μὲ πολλὰ ξένα βραβεῖα. «Μέγα διεθνὲς βραβεῖο ποίησης» (Βέλγιο, 1972), διεθνὲς βραβεῖο «Γκεόργκι Δημητρώφ». (Βουλγαρία, 1975), μέγα βραβεῖο ποίησης «Ἀλφρὲ ντὲ Βινύ» (Γαλλία, 1975), διεθνὲς βραβεῖο «Αἴτνα-Ταορμίνα» (Ἰταλία, 1976), «βραβεῖο Λένιν γιὰ τὴν εἰρήνη» (ΕΣΣΔ, 1977), διεθνὲς βραβεῖο «Μποντέλο» (1978).
Ποιὸς εἶναι λοιπὸν ὁ Ρίτσος; Ὁ βάρδος τῶν λαϊκῶν ἀγώνων ἢ ὁ μοναχικὸς σκεπτικιστής, ὁ «ἀπαρηγόρητος παρηγορητὴς τοῦ κόσμου»; Ὁ αἰσθησιακὸς ποὺ ρουφάει μὲ ὅλους τοὺς πόρους του τοὺς χυμοὺς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ κλείνει μέσα στ᾿ ἀνθρώπινο σῶμα τὸν φυσικὸ κόσμο καί, ἀντίστροφα, μεταμορφώνει τὸ σύμπαν σε παλλόμενη σάρκα; Ὁ ἐρωτικός, ποὺ σκιρτᾶ σ᾿ ὅλα τὰ ἀγγίγματα τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀγαλμάτων, ἢ ὁ ἀσκητὴς ποὺ «ἀπωθεῖ» καὶ «θεώνεται»; Ἢ μήπως ὁ φύσει ὑπαρξιακὸς ποὺ ἐκθέτει τὴν ἀγωνία του στὸν ψιθυριστὸ διάλογό του μὲ τὸ χρόνο καὶ τὸ θάνατο; Ὁ «διχασμένος καὶ διπλός», μᾶς λέει ὁ ἴδιος, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν ὑπερβατικὸ λόγο τῆς ποίησης.
Καὶ μία ἁπλὴ καταγραφὴ τοῦ τεραστίου σὲ ὄγκο ἔργου του (πάνω ἀπὸ 100 ποιητικὰ βιβλία, 4 θεατρικά, πεζά, δοκίμια, μεταφράσεις) θ᾿ ἀπαιτοῦσε πολλὲς σελίδες. Ἂς ἀρκεστοῦμε σὲ μιὰ συνοπτικὴ παρακολούθηση τῆς ποιητικῆς πορείας.
1934-36: Μέσα ἀπὸ τὸν παραδοσιακὸ στίχο, στὶς παράλληλες συλλογὲς Τρακτὲρ (1930-1934), Πυραμίδες (1930-35), ἐκφράζει τοὺς νέους προσανατολισμούς του ἐπιχειρώντας μία ρήξη, ποὺ ἀποδεικνύεται ὅμως ἀρκετὰ ἐπώδυνη.
Τὸν Μάιο τοῦ 1936, ἡ αἱματηρὴ καταστολὴ τῆς διαδήλωσης τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν στὴ Θεσσαλονίκη, τοῦ ἐμπνέει τὸν Ἐπιτάφιο, αὐτὸ τὸ μοιρολόι τῆς μάνας μπροστὰ στὸ σῶμα τοῦ σκοτωμένου γιοῦ της, ποὺ μετατρέπεται σὲ κοινωνικὴ διαμαρτυρία καὶ ἐξέγερση. Στὸν ὁμοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο μετακενώνεται ἡ δημοτικὴ καὶ λόγια παράδοση, φορτίζοντας τὸ σύγχρονο δράμα, ἐνῶ ἡ ἀνάκληση τοῦ χριστιανικοῦ μύθου εὐαγγελίζεται μίαν ἄλλη ἀνάσταση. Ὁ Ἐπιτάφιος παραδόθηκε στὴν πυρὰ ἀπὸ τοὺς δικτάτορες τῆς 4ης Αὐγούστου.
1937-43: Εἶναι ἡ περίοδος τῆς λυρικῆς ἔκρηξης. Ἕνας μοντέρνος λυρισμός, σὲ ἐλεύθερο στίχο, ὅπου ἡ μουσικὴ ροὴ καὶ τὰ ἐνσωματωμένα στοιχεῖα τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ πειθαρχοῦν στὸν εἱρμὸ τοῦ αἰσθήματος καὶ τοῦ στοχασμοῦ. Ὁ ὑπαίθριος χῶρος εἰσβάλλει μὲ τολμηρὲς φωτεινὲς καὶ ὀνειρικὲς εἰκόνες. Ὀργιώδης φαντασία ποὺ ξέρει νὰ γειώνεται ἀκουμπώντας πάντα στὰ ἁπλὰ πράγματα.
Τὸ 1937, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ψυχικὴ ἀσθένεια τῆς ἀδερφῆς τοῦ Λούλας, ποὺ ὁδηγεῖται στὸ Δαφνί, γράφει Τὸ τραγούδι τῆς ἀδελφῆς μου. (Σημειωτέον ὅτι στὸ ἴδιο ἵδρυμα βρίσκεται ὁ πατέρας ἀπὸ τὸ 1932). Εἶναι τὸ ποίημα ποὺ θὰ τοῦ χαρίσει τὸ «χρίσμα» τοῦ γέρου Παλαμᾶ: «Παραμερίζουμε, ποιητή, γιὰ νὰ περάσεις».
Ἡ Ἐαρινὴ συμφωνία (1937-1938) ἔρχεται νὰ ἐπουλώσει πληγές: ψυχικὴ ἀνάταση καὶ θάμβος μπροστὰ στὸ θαῦμα τοῦ πρωτοφανέρωτου ἔρωτα. Στὸ Ἐμβατήριο τοῦ ὠκεανοῦ, (1939-1940), τὸ ὄνειρο τοῦ μεγάλου ταξιδιοῦ τρέφεται μὲ μνῆμες τοῦ μονεμβασιώτικου βράχου. Ἀναπόληση μέσα στὴν ἄξενη πολιτεία ὅπου προβάλλεται κιόλας ἡ ἐφιαλτικὴ εἰκόνα τῆς ναζιστικῆς θηριωδίας: «Οἱ ἄνθρωποι ἑτοιμάζουν σκάλες μὲ ἀνθρώπινα κόκαλα γιὰ ν᾿ ἀνέβουν».
Τὴν ἔντονη μουσικότητα διαδέχεται ἕνας ὑπόγειος ρυθμὸς στὴν Παλιὰ μαζούρκα σὲ ρυθμὸ βροχῆς (Μακρινὴ ἐποχὴ τῆς ἐφηβείας), 1942, καὶ στὴ Δοκιμασία (1935-1943), ὅπου θὰ εἰσχωρήσουν προοδευτικὰ συμβολικὲς ἀναφορὲς στὴν κατοχικὴ καταπίεση. Ὁ στίχος ἐκτείνεται, καὶ τὸ ὕφος πλησιάζει «τὸ πρότυπο τῆς ἁπλῆς συνομιλίας», τὴ χαρακτηριστικὴ φωνὴ τοῦ Ρίτσου.
1944-53: Σ᾿ ὅλη τη διάρκεια τῆς κατοχῆς ὁ ποιητῆς εἶναι καθηλωμένος στὸ κρεβάτι ἀπὸ μία σοβαρὴ ὑποτροπὴ τῆς ἀρρώστιας. Συμμετέχει στὸ καλλιτεχνικὸ τμῆμα τοῦ ΕΑΜ. Πολλὰ ἀπὸ τὰ γραφτά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων κι ἕνα μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στὰ Δεκεμβριανά. Στὸν ἐμφύλιο, ἐξορίζεται στὴ Λῆμνο (1948), στὴ Μακρόνησο (1949), στὸν Ἅη Στράτη (1950). Ἀπελευθερώνεται τὸ 1952.
Ἀπὸ τὴν Τελευταία Π.Α. ἐκατονταετία (1942), ποὺ γράφεται παράλληλα μὲ τὴ Δοκιμασία, ἀρχίζει μία καινούργια περίοδος, ἡ ὁποία καλύπτει αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια. Σχεδὸν ἀποκλειστικά, ποιήματα τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ἐξορίας, πού, ἂν καὶ διαφέρουν μορφικὰ μεταξύ τους, τὰ συνδέει ἡ θεματικὴ συνάφεια καὶ ἡ μεταφορὰ τῆς νωπῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας:
Ἡ κοινότητα τοῦ πόνου θὰ ἐκφραστεῖ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ χορικοῦ (Τρία χορικά, 1944-1947). Τὴν ἐποποιία τῆς Ἀντίστασης ζωντανεύουν τὰ δίδυμα ἔργα Ρωμιοσύνη, Ἡ Κυρὰ τῶν ἀμπελιῶν (1945-1947): Κλέφτες τοῦ ῾21 κι ἀντάρτες πολεμοῦν μαζὶ τὸν κατακτητή. Σὲ ἀντιστοιχία, ἡ ἀναβίωση τῆς παράδοσης μὲ δημοτικοὺς ρυθμοὺς καὶ παραστάσεις γονιμοποιεῖ τὸν μοντέρνο, κάποτε ὑπερρεαλίζοντα, στίχο στὶς ἐπικολυρικὲς αὐτὲς συνθέσεις. Στὸν Πέτρινο Χρόνο (1949), ἀντίθετα, ὁ λόγος ἀπογυμνώνεται, γίνεται κραυγὴ ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς Μακρονήσου. Συμπύκνωση, ἐξομολογητικότητα στὰ ἀπέριττα Ἡμερολόγια ἐξορίας, ἐνῶ, παράλληλα, κυλάει ἕνα ποίημα ποταμὸς (5.500 στίχοι), Οἱ γειτονιὲς τοῦ κόσμου (1949-1951), τὸ «χρονικό» τῆς δεκαετίας 1940-1950. Μὲ πολλὰ ἐνδιάμεσα στάδια, ὅπου ἡ προσπάθεια νὰ συντηρηθεῖ ἡ φλόγα τῆς πίστης ἀποκαλύπτει τὰ ρήγματα τῆς ἥττας τῆς Ἀριστερᾶς, ὁ κύκλος κλείνει μὲ τὴ συγκλονιστικὴ Ἀνυπόταχτη Πολιτεία (1952-1953): Συνειδητοποίηση τοῦ βάθους τῆς ἥττας μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὴ μουδιασμένη καὶ «ἐκσυγχρονιζόμενη» Ἀθήνα. Προσπάθεια ἐπανένταξης κι ἐσωτερικὸς ἀγώνας γιὰ τὴν ἀνάκτηση τῶν χαμένων ἐλπίδων.
1954-67: Τὸ 1954 ὁ Ρίτσος παντρεύεται μὲ τὴ γιατρὸ Φαλίτσα Γεωργιάδη. Τὰ χρόνια ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι μία ἀνάπαυλα εἰρήνης καὶ γαλήνης στὸ σπιτικὸ περιβάλλον. Ἡ γέννηση τῆς κόρης του Ἔρης τοῦ χαρίζει τὸ εὐφρόσυνο Πρωινὸ ἄστρο (1955). Ἡ ἐποχὴ αὐτὴ θὰ φέρει μία καινούργια καρποφορία. Ἐσωτερικὲς διεργασίες κι ἀντικειμενικὲς συνθῆκες (σχετικὴ ὕφεση τοῦ ψυχροῦ πολέμου καὶ κάποια φιλελευθεροποίηση καὶ στὸν τομέα τῆς αἰσθητικῆς μετὰ τὸ 20ό σοβιετικὸ συνέδριο) ἀποδεσμεύουν μία πολύτιμη ὕλη ποὺ θὰ ὁδηγήσει τὸ ἔργο του στὴν αἰχμὴ τῆς σύγχρονης ποίησης. Εἶναι ἡ περίοδος τῶν ὑψηλῶν συλλήψεων καὶ τῶν εὐρηματικῶν μορφικῶν τρόπων τῆς Τέταρτης Διάστασης, ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὴν κλασικὴ στὴν οἰκονομία της καὶ τὴν ὑποβλητική της γοητεία Σονάτα τοῦ σεληνόφωτος (1956, Α´ κρατικὸ βραβεῖο ποίησης).
Στὰ πολύστιχα αὐτὰ ποιήματα (δραματικοὶ μονόλογοι τὰ περισσότερα), ὁ Ρίτσος μέσα ἀπὸ διαφορετικὲς περσόνες, σύγχρονες ἢ μυθολογικές, θὰ πραγματοποιήσει καταβυθίσεις στὸ σκοτεινὸ πηγάδι τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ὑποσυνειδήτου, θὰ μιλήσει γιὰ τὴ μοναξιά, τὴν ἐρωτικὴ στέρηση, τὸ γήρασμα τοῦ σώματος καὶ τῶν πραγμάτων (Σονάτα..., Τὸ νεκρὸ σπίτι, 1959, Κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τοῦ βουνοῦ, 1960), θὰ ἀναδείξει τὴν ἀξία τῆς ἁπλῆς ζωῆς ὅπου συντελεῖται τὸ θαῦμα, ἀποενοχοποιώντας τὸν ἀντιήρωα (Ἰσμήνη, 1966-71), θὰ ἀνατάμει τὶς συνειδησιακὲς συγκρούσεις τοῦ ἀτόμου - φορέα τῆς κοινωνικῆς πράξης (Ὀρέστης, 1962-1966, Φιλοκτήτης 1963-1965). Κι ἀκόμα θὰ ἐπιχειρήσει μία δυναμικὴ ἀνακατάκτηση τοῦ χρόνου μέσα ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ καὶ ἱστορικὴ μνήμη (Ὅταν ἔρχεται ὁ Ξένος, 1958).
Οἱ ἀρχαιόθεμοι μονόλογοι ἀντλοῦν ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν Ἀτρειδῶν, τῶν Λαβδακιδῶν καὶ τὸν τρωικὸ κύκλο. Ὁ μύθος συγχωνεύεται μὲ τὶς κοινωνικό-ἱστορικὲς ἐμπειρίες ὅπως καὶ μὲ τὴν ἱστορία τῆς ἐπίσης τραγικῆς μονεμβασιώτικης οἰκογένειας. Τὰ ἑτερόκλητα στοιχεῖα ὀργανώνονται μέσα σὲ μιὰ ἰδιότυπη, ἐρεθιστικὴ συγχρονία. Ὁ σχεδὸν δοκιμιακὸς στοχασμὸς καλύπτεται ἀπὸ τὴ σεμνότροπη ἐξομολογητικότητα τῆς καθημερινῆς κουβέντας.
Παράλληλα μὲ τὶς συνθέσεις τῆς Τ.Δ., καλλιεργεῖται συστηματικὰ τὸ ὀλιγόστιχο ποίημα, ποὺ σὰν νὰ συμπυκνώνει τοὺς πληθωρικοὺς μονολόγους. Λιτό, συχνὰ αἰνιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τὶς ἐλάχιστες χειρονομίες, τοὺς ψυχικοὺς κραδασμούς, καθηλώνει τὸ φευγαλέο καθαγιάζοντας τὴν καθημερινότητα. Ὁ ποιητὴς διαλέγεται μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων (ἔπιπλα, σκεύη, ἐργαλεῖα τῆς δουλειᾶς), αὐτῶν τῶν «ἁπλῶν, ἁπτῶν, ἀδιανόητων καὶ κατευναστικῶν ἀντικειμένων, αὐτῶν τῶν μικρῶν συσσωρευτῶν τῆς χρήσιμης ἀνθρώπινης ἐνέργειας», καθὼς λέει ὁ ἴδιος σχολιάζοντας τὶς Μαρτυρίες (1957-1965). Τὰ ἀντικείμενα, ὅπως ὅλα τὰ ζῶντα ἢ ἄψυχα τοῦ σύμπαντος, βρίσκονται σὲ συνεχὴ ἀνταπόκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο. Κι αὐτὴ ἡ ποιητικὴ ὅραση ποὺ νοηματοδοτεῖ τὸν κόσμο εἶναι ἴσως ἡ μεγαλύτερη χάρη καὶ δωρεὰ τοῦ ριτσικοῦ ἔργου.
1967-72: Ἀμέσως μετὰ τὸ πραξικόπημα τοῦ 1967, ὁ Ρίτσος ὁδηγεῖται πάλι στὶς ἐξορίες: Γιάρος, Λέρος, καί, στὴ συνέχεια, τίθεται σὲ κατ᾿ οἶκον περιορισμὸ στὴ Σάμο, ὡς τὸ τέλος τοῦ ῾70. Μαζί με τοὺς δυνάστες, τὸ φάσμα τοῦ θανάτου εἶναι συνεχῶς παρὸν (νοσηλεύεται στὸν Ἅγιο Σάββα φρουρούμενος). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ διάσπαση τοῦ ΚΚΕ καὶ ἡ ἐπέμβαση στὴν Τσεχοσλοβακία δὲν ἦρθαν νὰ τονώσουν τὸ ἠθικό του. Κι ὅμως ἡ ζοφερὴ ἑπταετία ἦταν ἡ πιὸ παραγωγική του περίοδος. Τὸ πλῆθος τῶν βραβείων καὶ τῶν τιμητικῶν διακρίσεων στὸ ἐξωτερικὸ ἐξάλλου, ὅπως καὶ οἱ μεταφράσεις σὲ διάφορες γλῶσσες, μαρτυροῦν τὴ διεθνὴ ἀπήχηση τοῦ ἔργου του ποὺ θὰ αὐξάνεται ὁλοένα.
Οἱ δραματικὲς συνθῆκες ποὺ σφράγισαν ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδό μας ἐπιβάλλουν νὰ τὴν ξεχωρίσουμε ἀπὸ τὴν προηγούμενη, μολονότι κι ἐδῶ καλλιεργοῦνται οἱ ἴδιες ποιητικὲς μορφές. Ἡ ἀλλαγὴ ὀπτικῆς καὶ διάθεσης - ὄχι διαθεσιμότητας - ὑπαγορεύει καὶ ἀλλαγὲς στὸ ὕφος καὶ στὴ γραφή: εἰσχωρεῖ ὁ σαρκασμὸς καὶ ἡ εἰρωνεία, προπάντων τὸ στοιχεῖο τοῦ παραλόγου.
Ἡ τριπλὴ συλλογὴ Πέτρες, Ἐπαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1968-1969) ἐκδόθηκε δίγλωσση στὴ Γαλλία: Καταγγελία τοῦ καθεστῶτος ἀλλὰ καὶ ἔκφραση πικρίας - ἕνα αἴσθημα «ἀπορφανισμοῦ», ὕστερα ἀπὸ τὴν κρίση στὶς σοσιαλιστικὲς χῶρες. Χωρὶς νὰ λείπει ἡ ἀντιστασιακὴ δόνηση, ὅπως π.χ. στὸ χορικὸ Ὁ ἀφανισμὸς τῆς Μῆλος (1969) ἢ στὰ Δεκαοχτὼ λιανοτράγουδα τῆς πικρῆς πατρίδας (1968), τὸ κύριο σῶμα τῶν ποιημάτων αὐτῶν τῶν χρόνων διαποτίζεται ἀπὸ μία αἴσθηση ματαιότητας καὶ θανάτου. Σὲ συλλογὲς ὅπως Ὁ τοῖχος μέσα στὸν καθρέφτη (1967-71), Διάδρομος καὶ σκάλα (1970), Γραφὴ τυφλοῦ (1972-1973), εἰσβάλλει ὁ κόσμος τοῦ «ἡμερινοῦ καὶ νυχτερινοῦ ἐφιάλτη». Ἕνας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός
Εἰκόνα

Ἀλλὰ καὶ σὲ μονολόγους τῆς Τέταρτης Διάστασης, ὅπως ὁ Ἀγαμέμνων, ἡ Χρυσόθεμις, ἡ Ἑλένη (1970), Ἡ ἐπιστροφὴ τῆς Ἰφιγένειας (1971-1972), τὸ κέντρο βάρους μετατίθεται στὸ ὑπαρξιακὸ πεδίο. Εἶναι ἡ ὥρα τῶν ἀπολογισμῶν: Ὁ Τρωικὸς πόλεμος, ἡ θυσία τῆς Ἰφιγένειας, ἡ (σὲ προηγούμενη φάση, στὸ ποίημα Ὀρέστης) καθαρτήρια μητροκτονία, θέτουν τώρα τὸ τραγικό, ἀναπάντητο ἐρώτημα: «πρὸς τί;». Ἡ ἔλλειψη νοήματος, τὸ «μέγα τίποτα» κυριαρχεῖ. Ἡ ἱστορία εἶναι μία ἀέναη ἐπανάληψη παθῶν, καὶ ὁ ζωοποιὸς λόγος αὐτοακυρώνεται. Μένει ὁ ἡρωικὸς πεσιμισμὸς τῆς Ἑλένης: «... Ὡστόσο - ποιὸς ξέρει - ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποὺ λέμε, κι ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου...» Κι ὅμως μέσα στὴ δικτατορία θ᾿ ἀκουστοῦν αἰφνίδια συνθέσεις ἐξόδου ποὺ προοιωνίζονται μία εὔφορη δημιουργία, ἐνδεικτική της ἐγρήγορσης, τῆς θεληματικότητας καὶ τῆς μανίας τοῦ ἀκατάβλητου ποιητῆ.
1972-83: Τὸ Κωδωνοστάσιο καὶ ἡ Γκραγκάντα (1972) εὐαγγελίζονται τὴν ἐξέγερση ποὺ ἦταν νά ῾ρθει, ἀλλὰ καὶ ἐγκαινιάζουν νέους ἐκφραστικοὺς τρόπους. Μετα-ὑπερρεαλιστική, ἐξπρεσιονιστικὴ γραφή, ἀμάλγαμα λόγιας καὶ λαϊκῆς γλώσσας. Ἕνας κόσμος ρευστός, ὅπου ἄνθρωποι, ζῶα, πράγματα συνδιαλέγονται ἀπειθάρχητα: «... Καὶ τὰ λόγια διασταυρούμενα, ἀνταποκρίσεις, ἀπομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαῖες συνέχειες - τὸ πιότερο μονόλογοι - λόγια ἀσυνάρτητα, ἀσήμαντα, ἐρευνητικά, ἀναπάντητα, ἀπαραίτητα...», σχολιάζει ὁ ἴδιος. Ἕνα ἀλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στὴν ἀστείρευτη φαντασία. Ἴσως αὐτὸ νὰ σημαίνει Γίγνεσθαι (συγκεντρωτικὸς τόμος ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1977), σὲ σχέση μ᾿ ἕνα προηγούμενο «εἶναι». Τὰ Ἐπινίκια, ἐπίσης συγκεντρωτικὸς τόμος ποὺ περικλείει συνθέσεις ἀπὸ τὸ 1977 ὡς τὸ 1983, ἀνακαλοῦν ἐπικὲς μνῆμες ποὺ προβάλλονται στὸ μέλλον. Ἐνοραματικὲς συλλήψεις τοῦ ὑπερώριμου Ρίτσου, ὁ ὁποῖος ἐπενδύει ἀξιωματικὰ μ᾿ ὅλη του τὴν ποιητικὴ σκευὴ καὶ τὸν παράφορο λυρισμό του, ἄλλη μιὰ φορά, στὸ ἱστορικὸ στοίχημα.
Προέκταση τῆς ποίησής του, ἡ πεζὴ ἐννεαλογία Εἰκονοστάσιο ἀνώνυμων ἁγίων (1983-1986), σύντηξη ἀτομικῶν ὅπως καὶ κοινωνικῶν βιωμάτων καὶ ἐρωτικῶν φαντασιώσεων. Διάφορα προσωπεῖα τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἐκφράσει μύχιες σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες μὲ δραματικοὺς ἢ παιγνιώδεις τρόπους, μὲ μιὰ τολμηρή, κάποτε ἐλευθεριάζουσα γλώσσα.
Ὁ Γιάννης Ρίτσος πέθανε στὶς 11 Νοεμβρίου 1990, ἀφήνοντας 50 ἀνέκδοτες συλλογὲς ποιημάτων. Μὲ τὸ ἔργο του εἰσῆλθε σ᾿ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, ἄντλησε ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου καὶ τὸ πλάτος τοῦ κοινωνικοῦ χώρου. Ἐκμεταλλεύθηκε δυναμικὰ τὸν ἀστείρευτο πλοῦτο τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας. Συμφιλίωσε τοὺς ἀγῶνες γιὰ τὰ καίρια προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βίωση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀναζήτηση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης. Στὶς μείζονες συνθέσεις καὶ στὰ μικρὰ ποιήματα, ὅπως καὶ στὰ δοκίμιά του, ἀνέδειξε μία σύγχρονη εὐαισθησία, προσαρμόζοντας τὴ φωνή του στοὺς χαμηλοὺς τόνους τῆς βαθιᾶς ἐπικοινωνίας καὶ τῆς ἐξομολογητικότητας.
Εἰκόνα
Ο τάφος του Ρίτσου στη Μονεμβασιά

Οἱ συλλογὲς ποὺ ἐκδόθηκαν ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του μὲ τὸν τίτλο Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα εἶναι ἡ ὕστατη χειρονομία του. Προδομένος ἀπὸ τὸ ὅραμά του, κοιτάζει κατάματα τὸ θάνατο μεταγγίζοντας καὶ τὶς τελευταῖες στιγμές του στὸ λόγο. «Γεύση βαθιὰ τοῦ τέλους προηγεῖται τοῦ ποιήματος. Ἀρχή».
«Βαθὺ Καρλοβασίτικο φεγγάρι πάνω ἀπ᾿ τὶς κραυγὲς τῶν ἐραστῶν βατράχων»
Εἰκόνα


10ΛΕΠΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΤΣΟΥ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... l-u8S6YaLM


ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ..
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... M3OHTDf3so

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης


Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος

Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ' τη βροχή και την από στάση
Η ανάσα τους είν' ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει

Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες...
Πιο κοντά, πιο κοντά

ΜΙΚΡΟΣ ΛΑΟΣ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... AktzEo6hqw

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής
από τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας - 1973
Άλλες ερμηνείες: Μαρία Δημητριάδη, Γιώργος Νταλάρας

Μικρός λαός και πολεμά
δίχως σπαθιά και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί
το φως και το τραγούδι

Κάτω απ' τη γλώσσα του κρατεί
τους βόγγους και τα ζήτω
κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
ραγίζουν τα λιθάρια


ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... mimvEuvRjc

Στίχοι: Γιάννης ΡίτσοςΜουσική: Μίκης ΘεοδωράκηςΠρώτη εκτέλεση: Γιώργος ΝταλάραςΆλλες ερμηνείες: Μαρία Δημητριάδη

Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
Νάτη πετιέται απο ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου


ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... kpHAFjZpQw

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Άλλες ερμηνείες:
Γιώργος Νταλάρας


Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως. 2x

O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. 2x

ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 2bUzLdPsmc


Στίχοι: Γιάννης ΡίτσοςΜουσική: Μίκης ΘεοδωράκηςΠρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Νταλάρας

Όταν σφίγγουν το χέρι ]
ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο ]
Όταν χαμογελάνε ]
ένα μικρό χελιδόνι
φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γένια τους ]
Όταν σκοτώνονται,
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες και με ταμπούρλα


BAΘΥ-ΒΑΘΥ ΤΟ ΠΕΣΙΜΟ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... wrR63ODkHM
Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Θωμαΐδης σε υπέροχη στιγμή , με ιδανική ερμηνεία.
Βαθύ βαθύ το πέσιμο
βαθύ βαθύ το ανέβασμα
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ`ανοιχτά φτερά του
Βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα
ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού.
Βαθύ βαθύ το πέσιμο
Βαθύ βαθύ το ανέβασμα.


ΠΡΩΙΝΟ ΑΣΤΡΟ( στη νεογέννητη κόρη του ποιητή)

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... wAaqU6LgvI

Μουσική:Σάκης Τσιλίκης
Ποίηση:Γιάννης Ρίτσος
Ερμηνεία Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σ ένα μαξιλάρι-φεγγαράκι
το παιδί μου αποκοιμήθηκε.
Όλη η πλάση στις μύτες των ποδιών
κοιτάζει απ το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Όλα τα αστέρια
μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια
μπρος στο παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Ο θεός των σπουργιτιών και των παιδιών
πίσω από μια κουρτίνα λουλουδένια
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Σιγά, μανούλα,
σιγά.
θα το ξυπνήσεις.

Τι θόρυβο που κάνει
η πορτούλα της καρδιάς σου
καθώς ανοιγοκλείνει
στον κήπο της χαράς.



ΑΊΝΤΕ ΚΑΙ ΝΤΕ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... Uc2DRyqbfo


Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος


Άιντε και ντε
άιντε και ντε
άιντε και ντε
άιντε ντε
άιντε και ντε

Άιντε το τραίνο πήγαινε
όρθιος ο μηχανοδηγός
με το κασκέτο του στραβά
καλό τιμόνι κουμαντάριζε
μες στη καπνιά
μες στη βραδιά
με μπλούζα σα λυκοπροβιά
ασίκης μηχανοδηγός
με το μικρό μουστάκι του
καλό τιμόνι οδήγαγε
το τραίνο για τον ουρανό
άιντε και ντε...

Κι όλο στον ουρανό το τραίνο πήγαινε
άιντε και νύχτωνε
πίσω του δάσος ορφανό
άφηνε μιαν ουρά καπνό
στο ματωμένο δειληνό
άιντε ντε

Άιντε και ντε...
μες στην πετσέτα το ψωμί και το κρομμύδι
ώρα για σχόλασμα παιδιά
ένας σπουργίτης μοναχά
τα ψίχουλα τσιμπολογά
άιντε και ντε...

Άιντε και ντε...
άιντε τα τραίνα βούλιαξαν
ένα μονάχο καταμόναχο
έξω απ' τις ράγες πήγαινε
με τους νεκρούς του θερμαστές
και τους νεκρούς εισπράκτορες
μια μαλακιάν ουρά καπνό
άφηνε μες στον ουρανό
μεγάλο δάσος ορφανό
μια μαλακιάν ουρά καπνό
στο μαραμένο δειληνό
άιντε και ντε...

Άιντε και ντε...
κάψα και σίδερο

Να μια, να δυο, να κι άλλη μια
λοστοί ξηνάρια και σφυριά
κι ο δυναμίτης στη βραχόπετρα
στα μάτια σου πέτρα μουγκή
στα μάτια σου πέτρα σκληρή
σπίτι δεν έχτισες εσύ
με τη δουλειά σου τη βαριά
χτίσ' το λοιπόν με την βαρυά
- να δυο, να τρεις να κι άλλη μια
κι ο κόκορας λαλεί μακρυά
άιντε και ντε...


ΚΑΙ ΝΑ ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... OMc4d8rIew
Στίχοι: Γιάννης ΡίτσοςΜουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Ξυλούρης ( Ντουέτο )
Άλλες ερμηνείες: Θανάσης Γκαϊφύλλιας & Λήδα Χαλκιαδάκη ( Ντουέτο )

Και να αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:"Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα".
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε,
αδελφέ μου,απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

ΕΔΩ ΤΟ ΦΩΣ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 8hliBm-TSc

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας


Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού
και στ' αγεριού το πόδι

Εδώ το φως εδώ ο γιαλός
χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν
τα σίδερα μασάνε



ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ

http://www.youtube.com/watch?list=PLF8A ... PlQEi81gwY

(Δυστυχώς στο You tube σώζεται μία μόνο ερασιτεχνική ηχογράφηση από το ΖΥΓΟ στις 13/11/1973 με τη Βίκυ Μοσχολιού)

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη


Ύστερα από την πανωλεθρία των Αθηναίων
στους Αιγός ποταμούς
και λίγο αργότερα
μετά την τελική μας ήττα
Πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες
πάει πια κι η Περίκλεια αίγλη
Ήρθε βαριά σιωπή στην αγορά
κι η ασυδοσία των τριάντα τυράννων

Τα πάντα γίνονταν ερήμην μας
-και τα πιο δικά μας -
χωρίς την δυνατότητα μιας έστω τυπικής
διαμαρτυρίας
Στη φωτιά τα χαρτιά και τα βιβλία
Κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια

Κι αν γινόταν ποτέ να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα
κάποιον παλιό μας φίλο
Αυτός δεν θα δεχότανε από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας
Με το δίκιο του ο άνθρωπος

Γι'αυτό καλά είναι εδώ
Μπορεί και να αποκτήσουμε
μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα
ένα κομμάτι θάλασσα
τις πέτρες τα χορτάρια
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα
βαθύ βιολετί συγκινημένο

Κι ίσως μια μέρα βρεθεί ένας νέος Κίμωνας
Μυστικά οδηγημένος απ' τον ήλιο τον αετό
να σκάψει και να βρει
την σιδερένια αιχμή απ' το δόρυ μας
σκουριασμένη λιωμένη κι αυτή
Και να την κουβαλήσει επίσημα
σε πένθιμη δοξαστική πομπή
με μουσική και στεφάνια στην Αθήνα

ΚΥΚΛΟΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... bnLSFncChA


Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Άλλες ερμηνείες: Νανά Μούσχουρη

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα ‘ν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας


Από το ιστολόγιο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ ,φωτογραφικό αφιέρωμα
Φωτογραφικό αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο
Αν και το παρόν θέμα δεν αποτελεί με την στενότερη έννοια ιστορικό άρθρο, ωστόσο πιστεύουμε ότι ο Γιάννης Ρίτσος δεν είναι μονάχα ένας ακόμα μεγάλος Έλληνας ποιητής. Έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο ευαίσθητο στις πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες της εποχής του που έλαβε μέρος στην αιχμή του δόρατος των αγώνων του λαού. Έναν άνθρωπο αγωνιστή του θεάτρου, της ποίησης και της Εθνικής Αντίστασης. Έναν άνθρωπο που πέρασε μέσα από φωτιά και σίδερο σε ξερονήσια και φυλακές. Στο σημείο αυτό λοιπόν, θα αφιερώσουμε, στον πολύπλευρο και πολυσύνθετο Γιάννη Ρίτσο αυτό το μικρό άρθρο με μερικές από τις πιο άγνωστες φωτογραφίες της ζωής του.
Εἰκόνα

Το γυμνάσιο Γυθείου όπου φοίτησε ο Γιάννης Ρίτσος (Μουσείο Μπενάκη) Οι δάσκαλοί του τον τιμωρούσαν συχνά γιατί έγραφε και μίλαγε στην δημοτική

" Τα τετράδιά μου των μαθηματικών ήταν γεμάτα ήλιους και λουλούδια". Έλεγε ο ίδιος " Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβύνοντας τους αριθμούς". Κι ακόμα " Σαν να μου άρεσε πάντα να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Σήμαινε πως δεν είχαν καμιά κλίση. Νομίζω ότι ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απαγορεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση ξεπερνώντας τες"
Εἰκόνα
Ο πύργος του Χατζάλαγα στην Μονεμβάσια όπου η οικογένεια Ρίτσου περνούσε αρκετά από τα καλοκαίρια της

Εἰκόνα
Το σπίτι της οικογένειας στις Βέλιες της Μονεμβάσιας (Αρχείο Ε)
Το κτήμα στις Βέλιες πωλήθηκε έναντι 13.000 δραχμών, χρήματα που ο πατέρας του του εμπιστεύθηκε στην αδελφή του Λούλα για κάθε περίπτωση ανάγκης. Τον χειμώνα του 1926 ο Γιάννης Ρίτσος κάνει για πρώτη φορά αιμόπτυση. Ο οικογενειακός γιατρός τους, του σύστησε μιαν επίσκεψη μακράς διαρκείας στην Μονεμβάσια. Ο Γιάννης Ρίτσος μετέβη εκεί και το Ιούλιο του ίδιου έτους επέστρεψε στην Αθήνα με τις δύο ποιητικές συλλογές "Στο παλιό μας σπίτι" και " Δάκρυα και χαμόγελα".
Εἰκόνα
Το οικογενειακό σπίτι στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας "Αρχείο Αφοί Αναγνωστόπουλοι

Το 1934 ο ποιητής γίνεται μέλος του ΚΚΕ οργανωμένος από τον ηθοποιό Ρένο Βρεττάκο και εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Τρακτέρ".Δύο χρόνια μετά, ο ποιητής θα γίνει μέλος και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών πέρνοντας μέρος σε πολλά μουσικά θεάματα επιθεωρήσεις και κωμωδίες. Το 1940 και μετά από ήδη μια νοσηλεία σε σανατόριο, ο ποιητής εκδίδει την συλλογή " Εμβατήριο του Ωκεανού". Παράλληλα ξεκινά η κατοχή και το σπίτι της Μονεμβάσιας των Ρίτσων λεηλατείται από τα κατοχικά στρατεύματα. Αργότερα, ο ποιητής θα ενταχθεί στο μορφωτικό τμήμα του ΕΑΜ και θα γράψει κείμενα και άρθρα για τον αντιστασιακό τύπο της εποχής. Κατά τα Δεκεμβριανά, ο Γιάννης Ρίτσος, πηγαίνει κάθε μέρα στις μάχες της Καισαριανής και αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη. Το 1945 φυγαδεύεται με το "Θέατρο του λαού της Αθήνας" στην επαρχία για να δημιουργήσει με άλλους ηθοποιούς και καλλιτέχνες θίασο για τους μαχητές του ΕΛΑΣ.
Εἰκόνα

Κοζάνη 1945, Ο Γιάννης Ρίτσος (όρθιος στην μέση) με το Θέατρο του λαού της Αθήνας του ΕΑΜ,
που ανέβασε το έργο για την εθνική αντίσταση " Η Αθήνα στα άρματα" (Αρχείο Σγουράκη)


Εἰκόνα
Ο ποιητής ντυμένος πιερότος από κάποια αποκριά (αρχείο Σγουράκη)

Εἰκόνα
Στην παράσταση του "Πρωτομάστορα" το καλοκαίρι του 1944

Το 1948 ο ποιητής θα μεταφερθεί στην εξορία της Λήμνου όπου και σε δύσκολες συνθήκες θα γράψει το "Καπνισμένο τσουκάλι" και τα δύο "Ημερολόγια Εξορίας". Η δουλειά του θα καταφέρει να σωθεί από την μεταγωγή του στην Μακρόνησο σταλμένη στην αδελφή του Νίνα τυλιγμένη σε ένα σακάκι. Ακολουθεί η κόλαση της Μακρονήσου που τον καταντά ένα σωματικό ράκος. Το 1950, μεταφέρεται βαριά άρρωστος στον Αη-Στράτη ενώ ήδη προσωπικότητες όπως ο Νερούδα, ο Πικάσο και ο Αραγκόν ζητούν την απελευθέρωσή του. Το 1952, ο ποιητής επιστρέφει σπίτι του με τον διπλό πάτο της χαρτονένιας του βαλίτσας γεμάτο από τα χειρόγραφα της "Αγρυπνίας" και τις ακουαρέλες του...
Εἰκόνα
Στην Λέρο το 1948 (Μουσείο Μπενάκη)

Το 1956 η ΕΣΣΔ προσκαλεί το ποιητή σε μια ευρύτερη καλλιτεχνική συνάντηση καλλιτεχνών και ακαδημαικών. Η χώρα μετά βίας του εκδίδει διαβατήριο. Επιστρέφοντας, ο ποιητής θα δημοσιεύσει στην "Αυγή" 36 κείμενα με τίτλο "Η ΕΣΣΔ σήμερα"
Εἰκόνα
Ο Ρίτσος στην Μόσχα με ακαδημαικούς και διανοούμενους (Μουσέιο Μπενάκη)

Εἰκόνα
Με την Έφη Πανσελήνου και νεαρή κολχόζνικό

Εἰκόνα
Από την άφιξη του Γιούρι Γκαγκάριν το 1962 (Αρχείο Ε)

Ακολουθούν τα κατάμαυρα χρόνια της Χούντας που θα βρουν τον ποιητή ξανά στον δρομο της εξορίας. Το 1967, ο ποιητής θα συλληφθεί και θα μεταφερθεί μαζί με ακόμα 10000 κομμουνιστές, αριστερούς και δημοκράτες στον ιππόδρομο Φαλήρου. Από εκεί ακολουθεί η μεταγωγή του στην Γυάρο, ενώ η γυναίκα του Φαλίτσα κρατείται σε απομόνωση στο Βαθύ της Σάμου. Η κατάσταση της υγείας του χειροτερεύει ραγδαία και μεταφέρεται στον Άγιο Σάββα και μετά στην Λέρο. Εκεί θα παραμείνει έναν χρόνο περίπου και αργότερα θα απολυθεί με κατ΄οίκον περιορισμό στην Σάμο.
Εἰκόνα
Από την εξορία του ποιητή το 1968 σε κατ΄οίκον περιορισμό στην Σάμο
Εἰκόνα
Εξορία στον Αη-Στράτη (Μουσείο Μπενάκη)

Εἰκόνα
Εξορία στον Αη-Στράτη (Μουσείο Μπενάκη)

Εἰκόνα
Με τον Θάνο Μικρούτσικο κατά την διαδικασία μελοποίησης του έργου του "Γκραγκάντα για την Μακρόνησο" (Αρχείο Θ. Μικρούτσικου
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 02/04/2012 22:11

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ(Α΄ΜΕΡΟΣ)
« Μια στιγμή ακριβείας, η αρετή η Ελληνική» .
Εἰκόνα

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο τουΟδυσσέα Αλεπουδέλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.
Νεανικά χρόνια
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Καλαμιάρης της Μυτιλήνης και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Πάπαδο της Μυτιλήνης.
Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφτηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους τους ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και ο Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Μυτιλήνη και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφτηκε στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά) πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστίακαι τα Ελληνικά Γράμματα.
Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «...μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».
Λογοτεχνία
Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930 εγγράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα "Συμπόσια του Σαββάτου" που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ (τον Παράφωνο αυλό), την συλλογή Στου γλιτωμού το χάζι του Θεοδώρου Ντόρου, τη Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη και τα Ποιήματα(1933) του Νικήτα Ράντου. Με ενθουσιασμό, συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος: "Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν".
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενότερα με τον Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), ο οποίος τον ενθάρρυνε στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντευόταν σχετικά με το αν έπρεπε να δημοσιεύσει τα έργα του, ενώ τον έφερε σε επαφή και με τον κύκλο των Νέων Γραμμάτων (1935-1940, 1944). Το περιοδικό αυτό, με διευθυντή τον Αντρέα Καραντώνη και συνεργάτες παλιούς και νεότερους αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Γιώργος Σεφέρης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Κοσμάς Πολίτης, Άγγελος Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του '30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεoτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.
Νέα Γράμματα
Εἰκόνα
Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα«Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.
Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού. Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο "Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης" στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.
Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλοΠροσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.
Αλβανικό μέτωπο
Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».
Το Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ο πόλεμος του '40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την Καλωσύνη στις Λυκοποριές, την Αλβανιάδακαι την ανολοκλήρωτη Βαρβαρία. Την περίοδο 1945-1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σχετική σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Συνεργάστηκε επίσης με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», όπου δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια, την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου διατήρησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.
Ευρώπη
Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ' έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ' έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές,στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l'Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d' Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.
Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.
Επιστροφή στην Ελλάδα
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος τηςΕυρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.
Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.
Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.
To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απήχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ, ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το "Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας" που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκό.
Βραβείο Νομπέλ
Εἰκόνα
Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου "για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία" σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νομπέλ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο "Έδρα Ελύτη", στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.
Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.
Έργο
Εἰκόνα

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενησημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος". Το έργο του έχει επανηλειμμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).
Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.
Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή» Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (197 , στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.
Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.
Εργογραφία
Ποιήματα

· «Προσανατολισμοί», (1940)
· «Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943)
· «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946)
· «Το Άξιον Εστί», (1959)
· «Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960)
· «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1972)
· «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», (1971)
· «Το Μονόγραμμα», (1972)
· «Τα Ρω του Έρωτα», (1973)
· «Τα Ετεροθαλή», (1974)
· «Σηματολόγιον», (1977)
· «Μαρία Νεφέλη», (197
· «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982)
· «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984)
· «Ο Μικρός Ναυτίλος», (198
· «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991)
· «Δυτικά της λύπης», (1995)
· «Εκ του πλησίον»
· «Η ποδηλάτισσα»
· «Ήλιος ο πρώτος», (1943)
Πεζά, δοκίμια
· «Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
· «2χ7 ε» (συλλογή μικρών δοκιμίων)
· «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», (1973)
· «Ανοιχτά χαρτιά» (συλλογή κειμένων), (1973)
· «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», (1977)
· «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», (1975)
· «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά», (1990)
· «Ιδιωτική Οδός», (1990)
· «Εν λευκώ» (συλλογή κειμένων), (1992)
· «Ο κήπος με τις αυταπάτες», (1995)
Μεταφράσεις
· «Δεύτερη γραφή»
· «Σαπφώ»
· «Η αποκάλυψη», (1985)
Πηγή: wikipedia.gr

Απόσπασμα από το αρχείο Γιώργου και Ηρούς Σγουράκη.
Εκπομπή "Προσωπικά δεδομένα" του Κώστα Μαρδά.
"bluesky tv" 15-2-2009. Ο ΕΛΥΤΗΣ απαγγέλλει,
ΝΑΟΙ ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ Τ΄ΟΥΡΑΝΟΥ απ΄το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... zNJaC73Z7I

Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε! Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε! Φύγανε φύγανε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά. Φύγανε και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα! Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα. Τείχισε τις πλευρές του κόσμου και από το μέρος τ' ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους. Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα. Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε! Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε! Φύγανε φύγανε ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά. Φύγανε και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας χαλίκι μαύρο και βροντές, η οργή των νεκρών και αργά στον άνεμο τρίζοντας εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά φοβερά, των βράχων τ' αγάλματα!


O ποιητής μιλά για τη μεταφυσική του φωτός στην ποίηση
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... Iq8z-Nt-NU

O ποιητής Οδυσσέας Ελύτης ασχολήθηκε από νωρίς με το κολάζ. Ο ίδιος εξηγεί: “Σκοπός μου δεν ήταν να παίξω. Ήταν να μεταγράψω την ποιητική μου σ' ένα επίπεδο αποσπασμένο από τους ήλους του σταυρού της γλώσσας. Και μου φάνηκε, με το πείραμα που έκανα, ότι κρατούσα ίσως στα χέρια μου το κατάλληλο κλειδί. Πολλές παλιές μου ορέξεις άρχισαν σιγά – σιγά, με άλλου είδους απαιτήσεις, ν' ανεβαίνουν από τον βυθό των ποιημάτων μου στην επιφάνεια” (Το δωμάτιο με τις εικόνες, Ίκαρος 1986, σ. 8).
Το κολάζ για τον Ελύτη δεν ήταν, λοιπόν, παιχνίδι, αλλά μια άλλη θέαση της ποίησης. Και ίσως κολάζ και ποιήματα ήσαν συγκοινωνούντα δοχεία.


Ο ΄Αγγελος της Αστυπάλαιας
Εἰκόνα

Η προσφορά
Εἰκόνα

το μήνυμα
Εἰκόνα
Το σπίτι το ακατοίκητο
Εἰκόνα
Στη θαλασσοσπηλιά
Εἰκόνα
Θήλυς άγγελος
Εἰκόνα
Εἰκόνα


Τα μελοποιημένα ποιήματα του Ελύτη είναι κυριολεκτικά ατελείωτα και τα περισσότερα αξιόλογα κι΄αγαπημένα

Από την εποχή του Νέου κύματος τρεις αγαπημένες μελωδίες του Λίνου Κόκοτου:

Τα τζιτζίκια
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... aYtsRwdKTY

Μουσική: Λίνος ΚόκοτοςΠρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Βιολάρης
Η Παναγιά τα πέλαγα
κρατούσε στην ποδιά της.
Την Σίκινο, την Αμοργο
και τ' άλλα τα παιδιά της.
Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ' αποκρίνονται μαζί.
Ζει και ζει και ζει .....ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.
Απο την άκρη του καιρού
και πίσω απ' τους χειμώνες
άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες.
Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ' αποκρίνονται μαζί.
Ζει και ζει και ζει .....
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.
Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ' αρμυρίκια
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:
Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ' αποκρίνονται μαζί.
Ζει και ζει και ζει .....
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Το δελφινοκόριτσο
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... VgQNBXzrXM

Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Βιολάρης


Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν' το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται

Άιντε μωρό μου...

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου...

Το θαλλασινό τριφύλλι
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... YHA-TBtoaQ

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Ρένα Κουμιώτη


Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.

Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.


Tου μικρού Βοριά

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης από το δίσκο Μικρές Κυκλάδες
Πρώτη εκτέλεση: Ντόρα Γιαννακοπούλου

Άλλες ερμηνείες:
Μαρία Φαραντούρη
Σούλα Μπιρμπίλη

Εδώ με τη Σούλα Μπιρμπίλη ,στην καλύτερη κατά τη γνώμη μου εκτέλεση
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... uUabWaEKmc

Του μικρού βοριά παράγγειλα, να 'ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι
Γιατί στο σπίτι π' αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει
και μες στα μάτια την κοιτώ, που μόλις ανασαίνει

Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές
Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
Γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί

Με πνίγει το παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα
τα καλοκαίρια τα 'χασα κι έπεσα στον χειμώνα
Σαν το καράβι π' άνοιξε τ' άρμενα κι αλαργεύει
βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει

Το τριζόνι
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Ντόρα Γιαννακοπούλου

Άλλες ερμηνείες:
Σούλα Μπιρμπίλη
Τάνια Τσανακλίδου

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... foTu1LLt4Q

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων τον χρυσό γιαλό

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:

-Έννοια σου λέει έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού

Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι:

-Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις ΑΠΌ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΙΚΟ
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ψαριανός

Άλλες ερμηνείες:
Άνεμος
Σπύρος Σακκάς
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 1wU5imkT3E


Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Μαρίνα
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, από τις Μικρές Κυκλάδες
Ερμηνεία Ντόρα Γιαννακοπούλου
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... UWLwAN4P2w

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.



(συνεχίζεται)
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τρί 17/04/2012 00:45

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β΄)

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

http://portal.kathimerini.gr
«Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Λίγο πριν τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε κάν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά.
Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960.

Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Κατράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο επικός τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.
Εἰκόνα

Ωστόσο το ποίημα αυτό έμελλε να τραγουδηθεί όσο λίγα από τους ΄Ελληνες, να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και να ερμηνευθεί ακόμη και από...Γερμανούς.

Η ΓΕΝΕΣΙΣ
Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη
που τα χειλη ακομη στον πηλο
δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου
Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι
Πανωραια στον υπνο της απλωσε και η θαλασσα
γαζες αιθερος τις αλευκαντες
κατω απο τις χαρουπιες και τους μεγαλους ορθιους φοινηκες
Εκει μονος αντικρισα
τον κοσμο
κλαιγοντας γοερα
Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα
Ειδα τοτε θυμαμαι
τις τρεις Μαυρες Γυναικες2.
vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη
Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος που αφηναν
λιγο-λιγο σβηνοντας
δεξια Και φυτα σχηματων αλλων
Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα μου
πολυαχτιδος ολος που καλουσε Και
αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε
πανω απο το λικνο μου
ιδια η μνημη γιναμενη παρον
τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:
"Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος
και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι
Διαβασε και προσπαθησε
και πολεμησε" ειπε
"Ο καθεις και τα οπλα του" ειπε
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι αλγηδονα3 και ευφροσυνη.
Πρωτα συρθηκαν με δυναμη
και ψηλα πανω απο τα μπεντενια ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας
οι Εφτα Μπαλταδες
κατα πως η καταιγιδα
στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει
απ' αρχης παλι ενα πουλι
καθαρο παλιννοστουσε το αιμα
και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου
Τοσο ευλογο το Ακατανοητο
Υστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας μου εφτασαν
τ' αγορια με τα φουσκωμενα μαγουλα
και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες
και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι οστρακοδερμοι γενειοφοροι
Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και αυτο παλι στα τεσσερα
και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο Βορρα
Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και αγερωχος ο μεγας Κούλες4
Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε
ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο Αχειροποιητος
με το δαχτυλο εσυρε τις μακρινες
γραμμες
ανεβαινοντας καποτε ψηλα με οξυτητα
και φορες πιο χαμηλα οι καμπυλες απαλες
μια μεσα στην αλλη
στεριες μεγαλες που ενιωσα
να μυριζουνε χωμα οπως η νοηση
Τοσο ηταν αληθεια
που πιστα μ' ακολουθησε το χωμα
εγινε σε μεριες κρυφες πιο κοκκινο
και αλλου με πολλες μικρες πευκοβελονες
Υστερα πιο νωχελικα
οι λοφοι οι κατωφερειες
αλλοτε και το χερι αργο σε αναπαυση
τα λαγκαδια οι καμποι
κι αξαφνα παλι βραχοι αγριοι και γυμνοι
δυνατες πολυ παρορμησεις
Μια στιγμη που εσταθηκε να στοχαστει
κατι δυσκολο ή κατι το υψηλο:
ο Ολυμπος, ο Ταϋγετος
"Κατι που να σου σταθει βοηθος
και αφου πεθανεις" ειπε
Και στις πετρες μεσα τραβηξε κλωστες
κι απ' τα σπλαχνα της γης ανεβασε σχιστολιθο
ενα γυρο σ' ολη την πλαγια τα πλατια στερεωσε σκαλοπατια
Εκει μονος απιθωσε
κρηνες5 λευκες μαρμαρινες
μυλους ανεμων
τρουλους ροδινους μικρους
και ψηλους διατρητους περιστεριωνες
Αρετη6 με τις τεσσερις ορθες γωνιες
Κι επειδη συλλοστηκεν ωραια που ειναι στην αγκαλια ο ενας του αλλου
γεμισαν ερωτα οι μεγαλες γουρνες
αγαθα σκυψανε τα ζωα μοσκαρια και αγελαδες
σα να μη ητανε στον κοσμο πειρασμος κανενας
και να μη ειχαν γινει ακομη τα μαχαιρια
"Η ειρηνη θελει δυναμη να την αντεξεις" ειπε
και στροφη γυρω του κανοντας μ' ανοιχτες παλαμες εσπειρε
φλομους κροκους καμπανουλες
ολων των ειδων της γης τ' αστερια
τρυπημενα στο ενα φυλλο τους για σημειο καταγωγης
και υπεροχή και δυναμη
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας! ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη
που κινουσα σε ξαγναντο να βγω
(μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα
με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)
παλευα τα σεντονια Ηταν αυτο που γυρευα
και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας
και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ' ουρανου
Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλλο
Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα
και ειδα και θαυμασα
Και στη μεση της εσπειρε κοσμους μικρους κατ' εικονα και ομοιωση μου:
Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη
και γαληνιοι αμφορεις
και λοξες δελφινιων ραχες
η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος
"Καθε λεξη κι απο 'να χελιδονι
για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος" ειπε
Και πολλα τα λιοδεντρα
που να κρησαρουν7 στα χερια τους το φως
κι ελαφρο v' απλωνεται στον υπνο σου
και πολλα τα τζιτζικια
που να μην τα νιωθεις
οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου
αλλα λιγο το νερο
για να το 'χεις Θεο και να κατεχεις τι σημαινει ο λογος του
και το δεντρο μοναχο του
χωρις κοπαδι
για να το κανεις φιλο σου
και να γνωριζεις τ' ακριβο του τ' ονομα
φτενο στα ποδια σου το χωμα
για να μην εχεις που ν' απλωσεις ριζα
και να τραβας του βαθους ολοενα
και πλατυς επανου ο ουρανος
για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
"ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις"
ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα
γρηγορωτερα τρεχοντας κι απο βροχη
τα χιλιαδες απατητα στρεμματα
Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες
Η σιγη που εκχερσωνα για ν' αποθεσω
γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα
Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου
τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο
άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:
Να το σπαραγγι να ο ριθιος
να το σγουρο περσεμολο
το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι
ο στυφνος και το μαραθο
Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν' αρθρωσω
"Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις
και πολλα μελλει να μαθεις
αν το Ασημαντο εμβαθυνεις
Και μια μερα θα 'ρθει βοηθους ν' αποκτησεις
Θυμησου:
τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι
τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια"
Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια
Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας
αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια
και μικρα και τετραγωνα
με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο
Κατω απ' την κληματαρια
ωρες εκει ρεμβασα
με μικρα-μικρα τιτυβισματα
κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:
Να το πιπινι να το λελεκι
να το γυφτοπουλι
ο νυχτοπατης και η νεροκοτα
ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας
Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιοκαι παλι οι δυο θαλασσες
και η τριτη αναμεσα - λεμονιες κιτριες μανταρινιες -
και ο αλλος μαϊστρος με τ' απανω του υψηλο μπογαζι9
αλλοιωνοντας τ' οζονιο10 τ' ουρανου
Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα
η τριβίδα η λεια
τ' αυτακια των ανθων
κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
Υστερα και το φλοισβο ενοησα και τον μακρυ ατελειωτο ψιθυρο των δεντρων
Ειδα πανω στο μολο αραδιασμενα τα κοκκινα σταμνια
και πιο σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
λαλησε πιο δυνατα ο βοριας
Και ειδα
Κορες ομορφες και γυμνες και λειες ωσαν το βοτσαλο
με το λιγο μαυρο στις κοχες των μηρων
και το πολυ και πλουσιο ανοιχτο στις ωμοπλατες
να φυσουν ορθιες μεσα στην Κοχυλα
και αλλες γραφοντας με κιμωλια
λογια παραξενα, αινιγματικα:
ΡΩΕΣ; ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ,
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ; ΥΕΛΤΗΣ11
μικρες φωνες πουλιων και υακινθων
ή αλλα λογια του Ιουλιου
Σημαινοντας οι εντεκα
πεντε οργιες του βαθους
περκες γοβιοι σπαροι
με πελωρια σβαραχνα12 και κοντες πρυμναιες ουρες
Ανεβαινοντας εβρισκα σπογγουςκαι σταυρους θαλασσης
και λιγνες αμιλητες ανεμωνες
και πιο ψηλα στα χειλη του νερου
πεταλιδες τριανταφυλλιες
και μισανοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
"Ακριβα λογια, μου ειπε, ορκοι παλαιοι
που εσωσε ο Καιρος και η σιγουρη ακοη των μακρυνων ανεμων"
Και σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
δυνατα στο στηθος μου εσφιξα το μαξιλαρι
και τα ματια μου δακρυα γιοματα
Ημουν στον εκτο μηνα των ερωτων
και στα σπλαχνα μου σαλευε σπορος ακριβος
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
"ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημια και θα της δωσεις το δικο σου νοημα, ειπε
Πριν απο την καρδια σου 'θα 'ναι αυτη
και μετα παλι αυτη θ' ακολουθησει
Τουτο μονο να ξερεις:
Ο,τι σωσεις μες στην αστραπη καθαρο στον αιωνα θα διαρκεσει"
Και ψηλα πολυ πανω απ' τα κυματα
εστησε τα χωρια των βραχων
Εκει σκονη εφτανε ο αφρος
άπλερη γιδα ειδα να γλειφει τις ρωγμες
με το ματι λοξο και το λιγο κορμι σα χαλαζιας
Εζησα τις ακριδες και τη διψα και τα τραχια στις αρμοσιες τους δαχτυλα
χρονους τακτους οσους η Γνωση οριζει
Στα χαρτια σκυφτος και στα βιβλια τ' απυθμενα
με σκοινι λιανο κατεβαινοντας
νυχτες και νυχτεςτο λευκο αναζητησα ως την υστατη ενταση
του Μαυρου Την ελπιδα ως τα δακρυα
Τη χαρα ως την ακρα απογνωση
Να σταλθει βοηθεια τοτε κριθηκε η στιγμη
και ο κληρος επεσε στις βροχες
κελαρυσανε ολη μερα ρυακια
ετρεξα σαν τρελος
στις πλαγιες εσχισα σχινο και πολυ μυρτο μες στη φουχτα μου εδωσα
να δαγκασουνε οι πνοες
"Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη
στις πλαγιες το ιδιο και στα σπλαχνα σου"
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
γεροντας γνωστικος Θεος για να πλασει μαζι πηλο και ουρανοσυνη
Λιγο μολις πυραχτωσε τις κορφες
αλλ' αδαγκωτο πρασινο στις ρεματιες το χορτο καρφωσε
μεντα λεβαντα λουιζα
και μικρες πατημασιες αρνιων
ή αλλου παλι απο τα υψη πεφτοντας
οι ψιλες κλωστες το ασημι, δροσερα μαλλια κοπελας που ειδα και που εποθησα
Υπαρκτη γυναικα
"Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη"
και γεματος λαχταρα χάιδεψα το σωμα
φιλια δοντια με δοντια· υστερα ενας μεσ στον αλλο
Τρικυμισα
οπως καβος πατησα βαθεια
που αερα πηρανε οι σπηλιες
Ηχω με το λευκο σανταλι περασε μια στιγμη
γοργα κατω απο τα νερα η ζαργανα
και ψηλα το λοφο εχοντας ποδι Και τον ηλιο κεφαλι κερασφορο13
ν' ανεβαινει Αβαδιστος ειδα Ο Μεγας Κριος
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πλολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στην φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
ψιθυρισε οταν ρωτησα:
-Τι το καλο; Τι το κακο;
- Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ' αυτο πανω ισορροπεις και υπαρχεις
κι απ' αυτο πιο περα ταραχη και σκοτος
κι απ'αυτο πιο πισω βρυγμος των αγγελων
-Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ' αυτο μπορεις απεραντα να προχωρησεις
ή αλλιως τιποτε δεν υπαρχει πια
Και ο ζυγος που, ανοιγοντας τα χερια μου, εμοιαζε
να ζυγιαζει το φως και το ενστικτο ητανε
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας !
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω
Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
"Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε
Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
"Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ' αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα"
Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
μιας νυχτος που εσιμωνε ισωςη φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ' αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα14 με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων15
Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιου16 δρομο ν' ανεβαινει
μια φοραν ακομη
Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος17
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
"Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν' ανεβει στο φως"
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας
τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
Και η Νυχτα πανσες
παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης
με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την ακακη ευωδια της κοπρου
πηρε μερος μεσα μουΔιαστασεις αλλαξε στα προσωπα· μοιρασε αλλιως τα βαρη
Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους
οπου ηχος αλλος κανεις
μονο γδουποι γοοι και κοπετοι
και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη
Ποιας φυλης ο γονος νά 'μουν
τοτε μονο εννοησα
που η σκεψη του Αλλου
διαγωνια σαν ακμη γυαλιου
και Ορθον ως περα με χαραζε
Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι
με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες
τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι
και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους
αμιλητοι
δυο δαχτυλα πανω στη λαβη
εδω και αιωνες.
"Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα
και δε γινεται μ' Αυτους χωρις, Εσυ
Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και αναγκη πασα να τους αντικρισεις
η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να 'ναι
και να μεινη αυτη.
Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο
και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων
και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου
οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι18 και οι Νεοκονδορες
ορμαθος19 και αριθμος των ακρων του σταυρου
της Τετρακτιδος.
Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,
η ζωη σου θ' αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
Περασε μεσα μου Εγινε
αυτος που ειμαι
Η ωρα τρεις της νυχτας
λαλησε μακρια πανω απ' τα παραπηγματα
ο πρωτος πετεινος
Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα
και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια
Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου
ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον
και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας

ΤΑ ΠΑΘΗ
Ιδού εγώ λοιπόν / Ερμηνεία Ανδρέας Κουλουμπής και χορωδία
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... ZWFeP_s8FI


Α'
Ιδου εγω λοιπον,
ο πλασμενος για τις μικρες Κορες και τα νησια του Αιγαιου·
ο εραστης του σκιρτηματος των ζαρκαδιων
και μυστης των φυλλων της ελιας·
ο ηλιοποτης και ακριδοκτονος.
Ιδου εγω καταντικρυ
του μελανου φορεματος των αποφασισμενων
και της αδειας των ετων, που τα τεκνα της αμβλωσε,
γαστερας, το αγκρισμα!
Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
Μοιρα των αθωων, παλι μονη, νά σε, στα Στενα !
Στα Στενα τα χερια μου αδειασα
κι αλλα πλουτη δεν ειδα, κι αλλα πλουτη δεν ακουσα
παρα βρυσες να τρεχουν
Ρόδια ή Ζεφυρο ή Φιλιά.
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπα:
Στα Στενα τα ροδια μου θ' ανοιξω
Στα Στενα φρουρους τους ζεφυρους θα στησω
τα φιλια τα παλια θ' απολυσω που η λαχταρα μου αγιασε !
Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
Μοιρα των αθωων, εισαι η δικη μου η Μοιρα !

Β'
ΤΗ γλωσσα μού δωσαν ελληνικη·
το σπιτι φτωχικο στις αμμουδιες του Ομηρου.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου στις αμμουδιες του Ομηρου.
Εκει σπαροι και περκες
ανεμοδαρτα ρηματα20
ρευματα πρασινα μες τα γαλαζια
οσα ειδα στα σπλαχνα μου ν' αναβουνε
σφουγγαρια, μεδουσες
με τα πρωτα λογια των Σειρηνων
οστρακα ροδινα με τα πρωτα μαυρα ριγη.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου με τα πρωτα μαυρα ριγη.
Εκει ρόδια, κυδωνια
θεοι μελαχρινοι, θειοι και εξάδελφοι
το λαδι αδειαζοντας μες στα πελωρια κιουπια·
και πνοες απο τη ρεματια ευωδιαζοντας
λυγαρια και σχινο
σπαρτο και πιπεροριζα
με τα πρωτα πιπισματα των σπινων,
ψαλμωδιες γλυκες με τα πρωτα-πρωτα Δοξα Σοι !
Εκει δαφνες και βαγιαθυμιατο και λιβανισμα
τις πάλες ευλογωντας και τα καριοφιλια.
Στο χωμα το στρωμενο με τ' αμπελομαντιλα
κνισες21, τσουγκρισματα
και Χριστος Ανεστη
με τα πρωτα σμπαρα των Ελληνων.
Αγαπες μυστικες με τα πρωτα λογια του ΥΜΝΟΥ22.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου, με τα πρωτα λογια του Υμνου !

α'
Στον πηλο το στομα * μου ακομη και σε ονομαζε
Ροδινο νεογνο * στικτή πρωτη δροσια
Κι απο τοτε σού πλαθε * βαθια χαραματα
Τη γραμμη των χειλιων * και τον καπνο της κομης
Την αρθρωση σού 'δινε * και στο λαμδα και στο εψιλον23
Την αερινη ασφαλτη * περπατηξια
Κι απ' την ιδια εκεινη * στιγμη μεσα μου ανοιγοντας
Αγνωστη φυλακη * φαια κι ασπρα πουλια
Στον αιθερα εριζοντας * ανεβηκαν κι ενιωσα
Πως για σενα τα αιματα * για σενα τα δακρυα
Στους αιωνες το παλεμα * το φριχτο και το υπεροχο
Η σαγηνη για σενα και * η ομορφια
Στα πνευστα των δεντρων * και κρουοντας ο πυρριχιος
Δορατα και σπαθια * να λες ακουσα Εσυ
Μυστικα προσταγματα * και παρθενοβιωτα
Με την εκλαμψη πρασινων * αστερων λογια
Και πανω απ' την αβυσσο * αιωρουμενη γνωρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Απαγγελία Μάνος Κατράκης
http://www.youtube.com/watch?v=UOIh6b5EPpo

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε
τη διαταγη να κινησουμε παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν
εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να πιασουμε τις
γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα
ως Τεπελενι. Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη
μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον οι μισοι και δεν
αντεχανε αλλο.

Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια.
Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι μας παλι στα γλυκα τριξιματα
της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου ή τον
αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να
γυρισουμε στο μονο αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ
των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των πολυβολων.

Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω
απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο
τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη
το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη
μας. Και τις λιγες φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε,
μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι σοβαροι κι αμιλητοι,
φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.
Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και
ξυνομασταν με λυσσα ωρες πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα.
Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο κι απ' την
κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η
σφυριχτρα, σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε
μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου ξημερωσει και μας βαλουνε
στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή
τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε
το φως.

Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το
μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε ονειρα. Και τα πουλια μάς
θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες,
μ' αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα
να 'ναι.

Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει
σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω
που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, και δειλα
συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο,
να που τη δευτερη τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη
πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι.
Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις
γενιες και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων,
πού 'χαν λευκανει απ' τα περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το
κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή του 12, μπαλτατζηδες
βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και
σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών.
Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι,
διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε.
Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους
ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το
λεν Γραμμενο ή Μοιρα - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ'
αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε Ανταρα ή Συννεφο. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους
δρομους εξω καθως μες στην ψυχη μας.

Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες
και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς, μητε φτωχους και πλουσιους,
το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο
και το βαρυ των κανονιων, το ξερο και το γρηγορο των πολυβολων.
Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους.
Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο
στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το
κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο
που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που ανεβαιναν,
καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου","
όι, όι μανα μου", και καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο
ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο ρογχος του θανατου.

Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις
πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα γιουρουσια που κάναν τα περιπολα.
Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα ή σοκολατες.
Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.

Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες
β'
Νεος πολυ και γνωρισα των εκατο χρονω φωνες
Οχι του δασους μια στιγμη στα στέρνα ο πευκινος τριγμος
Μονο του σκυλου που αλυχτα στα βουνα τ' ανδροβαδιστα
Των χαμηλων σπιτιων καπνοι και κεινων που ψυχορραγουν
Η ανομολογητη ματια του κοσμου του αλλου η ταραχη
Οχι που αργουν στον ανεμο των πελαργων μικρες κρωξιες
Πεφτει η γαληνη σα βροχη και γρουζουν τα κηπευτικα
Μονο του ζωου που σπαρταρα τα πνιχτα κι ασυλλαβιστα
Της Παναγιας δυο φορες ο μαυρος γυρος των ματιων
Στην πεδιαδα της ταφης και στην ποδια των γυναικων
Μονο της θυρας χτυπημα κι οταν ανοιξεις πια κανεις
Μητε σημαδι καν χεριου στη λιγη παχνη των μαλλιων
Χρονους πολλους κι αν καρτερω γαληνεμο δεν ελαβα
Στων αδερφων τη μοιρασια μου δοθη ο κληρος ο λειψος
Η πετροκολλητη σαγη24
και το ζακονι25 των φιδιων
Γ'
ΤΟΝ πλουτο δεν εδωκες ποτε σε μενα
τον ολοενα ερημουμενο απο τις φυλες των Ηπειρων
κι απ' αυτες παλι αλαζονικα, ολοενα, δοξαζομενο!
Ελαβε τον Βοτρυ26 ο Βορρας
και τον Σταχυ ο Νοτος
τη φορα του ανεμου εξαγοραζοντας
και των δεντρων τον καματο δυο και τρεις φορες
ανοσια εξαργυρωνοντας.
Αλλο εγω,
παρεξ θυμαρι στην καρφιδα του ηλιου δεν εγνωρισα
και παρεξ
τη σταγονα του νερου στ' ακοπα γενια μου δεν ενιωσα
μα τραχυ το μαγουλο εθεσα στο τραχυτερο της πετρας
αιωνες και αιωνες.
Εκοιμηθηκα πανω στην εγνοια της αυριανης ημερας
οπως οστρατιωτης επανω στο ντουφεκι του.
Και τα ελεη της νυχτας ερευνησα
οπως ο ασκητης το Θεο του.
Απο τον ιδρωτα μου εδεσαν διαμαντι
και στα κρυφα μου αντικαταστησανε την παρθενα του βλεμματος.
Εζυγισανε τη χαρα μου και τη βρηκανε, λεει, μικρη
και την πατησανε χαμου σαν εντομο.
Τη χαρα μου πατησανε και στην πετρα την κλεισανε
και στερνά την πετρα μού αφησανε,
την τρομερη ζωγραφια μου.
Με πελεκι βαρυ τη χτυπουν, με σκαρπελο σκληρο την τρυπουν,
με καλεμι πικρο τη χαραζουν, την πετρα μου.
Κι οσο τρωει την υλη ο καιρος, τοσο βγαινει πιο καθαρος
ο χρησμος απ' την οψη μου:
ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Δ'
Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
πουθενα, ποτε, να μου κρατεις το χερι
στη βοη των γκρεμων και των αστρων τον κυκεωνα μου !
Πηραν αλλοι τη Γνωση και αλλοι την Ισχυ
το σκοταδι με κοπο χαραζοντας
και μικρες προσωπιδες, τη χαρα και τη θλιψη,
στη φθαρμενη την οψη αρμοζονζας.
Μονος, οχι εγω, προσωπιδες δεν αρμοσα,
τη χαρα και τη θλιψη μου πισω εριξα,
γενναιοδωρα πισω μου εριξα,
την Ισχυ και τη Γνωση.
Τις ημερες μου αθροισα κι εμεινα μονος.
Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι αυτος να κατοικησει
το σπιτι με τις γλαστρες και τη λευκη μνηστη.
Αλογα τα πυρρα και τα μαυρα μου αναψαν γινατι γι' αλλες, πιο λευκες Ελενες !
Γι' αλλη, πιο μυστικην αντρεια λαχταρησα
κι απο κει που με μποδισαν, ο αορατος, καλπασα
στους αγρους τις βροχες να γυρισω
και το αιμα πισω να παρω των νεκρων μου των αθαφτων !
Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι εκεινος να γνωρισει
κι εκεινος τη ζωη μεσα στα ματια του αλλου.
Αλλου ματια δεν ειδα, δεν αντικρισα
παρα δακρυα μεσα στο Κενο που αγκαλιαζα
παρα μπορες μεσα στη γαληνη που αντεχα.
Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
και τα οπλα ζωστηκα και μονος βγηκα
στη βοη των γκρεμων και στων αστρων τον κυκεωνα μου !
γ'
Μονος κυβερνησα τη θλιψη μου
Μονος αποικησα τον εγκαταλειμμενο Μάιο
Μονος εκολπωσα τις ευωδιες
Επανω στον αγρο με τις αλκυονιδες
Τάισα τα λουλουδια κιτρινο βουκολισα τους λοφους
Επυροβολησα την ερημια με κοκκινο !
Ειπα: δε θά 'ναι το Αδικο τιμιοτερο απ' το αιμα !
Το χερι των σεισμων το χερι των λιμων
Το χερι των εχτρων το χερι των δικων
Μου, εφρενιασαν εχαλασαν ερημαξαν αφανησαν
Μια και δυο και τρεις φορες
Παραδοθηκα κι απομεινα στον καμπο μονος
Παρθηκα και πατηθηκα σαν καστρο μονος
Το μυνημα που σηκωνα τ' αντεξα μονος !
Μονος απελπισα το θανατο
Μονος εδαγκωσα μες στον Καιρο με τα δοντια πετρινα
Μονος εκινησα για το μακρυ
Ταξιδι σαν της σαλλπιγγας μες στους αιθερες !
ηταν στη δυναμη μου η Νεμεση το ατσαλι κι η ατιμια
Να προχωρησω με τον κορνιαχτο και τ' αρματα
Ειπα: με μονο το σπαθι του κρυου νερου θα παραβγω
Και ειπα: με μονο το Ασπιλο του νου μου θα χτυπησω !
Στο πεισμα των σεισμων στο πεισμα των λιμων
Στο πεισμα των εχτρων στο πεισμα των δικων
Μου, αναντισα κρατηθηκα ψυχωθηκα κραταιωθηκα
Μια και δυο και τρεις φορες
Θεμελιωσα τα σπιτια μου στη μνημη μονος
Πηρα και στεφανωθηκα την αλω μονος
Το σταρι που ευαγγελισα το 'δρεψα μονος !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ

Τις ημερες εκεινες εφτασαν επιτελους υστερα απο τρεις σωστες εβδομαδες
οι πρωτοι στα μερη μας ημιονηγοι. Και ελεγαν πολλα για τις πολιτειες που
διαβηκαν, Δέλβινο, Αγιοι Σαραντα, Κορυτσα. Και ξεφορτωναν τη ρεγγα και
το χαλβα κοιταζοντας να ξετελεψουν μια ωρα αρχυτερα και να φυγουνε.
Οτι δεν ηταν συνηθισμενοι και τους ετρομαζε το βροντισμα στα βουνα και
το μαυρο γενι στη φαγωμενη την οψη μας.
Και συνεβηκε τοτες ενας απ' αυτους να 'χει μαζι του κατι παλιες
εφημεριδες. Και διαβαζαμε ολοι απορημενοι, μ' ολο που το 'χαμε κιολας
ακουστα, πως επανηγυριζαν στην πρωτευουσα και πως ο κοσμος εσηκωνε,
λεει, ψηλα στα χερια τους φανταρους που γυριζανε με αδειες απο τα γραφεια
της Πρεβεζας και της Αρτας. Και σημαινανε ολη μερα οι καμπανες, και το
βραδυ στα θεατρα λεγανε τραγουδια και παριστανανε στη σκηνη τη ζωη μας
για να χειροκροτα ο κοσμακης.
Βαρεια σιωπη επεσε αναμεσο μας, επειδη κι η ψυχη μας ειχε μηνες
τωρα μεσα στις ερημιες αγριεψει, και, χωρις να το λεμε, πολυ λογαριαζαμε
τα χρονια μας. Μαλιστα μια στιγμη δακρυσε ο λοχιας ο Ζωης κι εκανε περα
τα χαρτια με τις ειδησεις του κοσμου, ανοιγοντας τα πεντε δαχτυλα καταπανω
τους. Και οι αλλοι εμεις δε λεγαμε τιποτε, μοναχα με τα ματια του δειχναμε
κατι σαν ευγνωμοσυνη.
Τοτε ο Λευτερης, που τυλιγε παρεκει τσιγαρο, καρτερικα, σα να 'χε
παρει απανω του την ανημπορια ολακερης της Οικουμενης, γυρισε και "Λοχια"
ειπε "τι βαρυγκομας; Αυτοι που 'ναι ταγμενοι για τη ρεγγα και το χαλβα, σ' αυτα
παντοτε θα ξαναγυριζουν. Και οι αλλοι στα δεφτερια τους που δεν εχουνε τελειωμο,
και οι αλλοι στα κρεβατια τους τα μαλακα που τα στρωνουν μα δεν τα οριζουν.
Αλλα κατεχε οτι μοναχα εκεινος που παλευει το σκοταδι μεσα του θα 'χει μεθαυριο
μερτικο δικο του στον ηλιο". Και ο Ζωης : "Τι λοιπον, θαρρεις οτι δεν εχω κι εγω
γυναικα και χωραφια και βασανα της καρδιας που καθομαι και φυλαω δωνα στις
εξοριες;" Του αποκριθηκε ο Λευτερης: "Αυτα που δεν αγαπα κανεις, αυτα λοχια
μου, να φοβαται, τι τα 'χει απο τα πριν χαμενα κι ας τα σφιγγει οσο θελει απανω
του. Αλλά τα πραματα της καρδιας τροπος δεν ειναι να χαθουν, εννοια σου, και
γι ' αυτα οι εξοριες δουλευουν. Αργα-γρηγορα κεινοι που ειναι ναν τα βρουν, θα
τα βρουν". Παλι ρωτησε ο λοχιας Ζωης: "Και ποιος λες ταχα του λογου σου οτι θαν
τα βρει;" Τοτε ο Λευτερης, αργα, δειχνοντας με το δαχτυλο: "Εσυ κι εγω κι οτι αλλο
δειξει, αδερφε μου, η ωρα τουτη που μας ακουει".
Και ευθυς ακουστηκε στον αερα η σκοτεινη σφυριγματια της οβιδας που
εφτανε. Και πεσαμε ολοι καταγης μπρουμυτα, πανω στις σκαρπες, οτι γνωριζαμε
αποξω τα σημαδια του Αορατου, και με τ' αυτι μας οριζαμε απο πριν το μερος οπου
θα 'σμιγε η φωτια το χωμα ν' ανοιξει και να χυθει. Και δεν επειραξε η φωτια κανεναν.
Κατι μουλαρια μοναχα σηκωθηκαν στα πισινα τους ποδαρια και αλλα ταραχτηκαν
και σκορπισαν. Και μεσα στην καπνα που κατακαθιζε θωρουσες να τρεχουνε πισω
τους χειρονομωντας οι ανθρωποι που τα 'χανε φερει με κοπους ισαμε κει. Και τα
προσωπα τους χλωμα, και ξεφορτωναν τη ρεγγα και το χαλβα κοιταζοντας να
ξετελεψουν μια ωρα αρχυτερα και να φυγουνε, οτι δεν ηταν μαθημενοι και τους
ετρομαζε το βροντισμα στα βουνα και το μαυρο γενι στη φαγωμενη την οψη μας.

(συνεχίζεται)
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 21/04/2012 20:43

AΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

δ'
Δοξαστικόν
Παιδική χορωδία Δημητρίου Τυπάλδου
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... 4w04KioLL4


ΕΝΑ το χελιδονι * κι η Ανοιξη ακριβη
Για να γυρισει ο ηλιος * θελει δουλεια πολλη
Θελει νεκρους χιλιαδες * να 'ναι στους Τροχους
Θελει κι οι ζωντανοι * να δινουν το αιμα τους.
Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εχτισες μεσα στα βουνα
Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εκλεισες μες στη θαλασσα!
Παρθηκεν απο Μαγους * το σωμα του Μαγιου
Το 'χουνε θαψει σ' ενα * μνημα του πελαγου
Σ' ενα βαθυ πηγαδι * το 'χουνε κλειστο
Μυρισε το σκοτα * δι κι ολη η Αβυσσο.
Θε μου Πρωτομαστορα * μεσα στις πασχαλιες και Συ
Θε μου Πρωτομαστορα * μυρισες την Ανασταση!
Σαλεψε σαν το σπερμα * σε μητρα σκοτεινη
Το φοβερο της μνημης * εντομο μες στη γη
Κι οπως δαγκωνει αραχνη * δαγκωσε το φως
Ελαμψαν οι γιαλοι * κι ολο το πελαγος.
Θε μου Πρωτομαστορα * μ' εζωσες τις ακρογιαλιες
Θε μου Πρωτομαστορα * στα βουνα με θεμελιωσες!
Ε'
ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος !
S'
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ των νεφων και των κυματων κοιμαται μεσα μου !
Στη θηλή της θυελλας τα σκοτεινα του χειλη
και η ψυχη του παντοτε με της θαλασσης το λαχτισμα
πανω στα ποδια του ορους !
Ξεριζωνει δρυς και δριμυς κατεβαινει ο θρηϊκιος.
Μικρα καραβια στου καβου το γυρισμα
ξαφνου μπαταρουν και χανονται.
Και παλι προβαινουν ψηλα μες στα νεφη
απ' την αλλη μερια του βυθου.
Στις αγκυρες εχουν κολλησει τα φυκια
στα γενια θλιμμενων αγιων.
Ωραιες αχτιδες γυρω στην οψη
την αλω του ποντου δονουν.
Νηστικοι κατα κει τ' αδεια ματια γυριζουν οι γεροντες
Κι οι γυναικες τη μαυρη σκια τους επανω
στον αχραντο ασβεστη φορουν.
Μαζι τους εγω, το χερι κινω
Ποιητης των νεφων και των κυματων !
Στο στενο τενεκε με το χρωμα βουτω
τα πινελα μαζι τους και βαφω:
Τα καινουργια σκαρια
τα χρυσα και τα μαυρα εικονισματα !
Βοηθος και σκεπη μας η Καναρη !
Βοηθος και σκεπη μας η Μιαουλη !
Βοηθος και σκεπη μας Αγιά Μαντω !
Ζ'
ΗΡΘΑΝ
ντυμενοι "φιλοι"
αμετρητες φορες οι εχθροι μου
το παμπαλαιο χωμα πατωντας.
Και το χωμα δεν εδεσε ποτε με τη φτερνα τους.
Εφεραν
το Σοφο, τον οικιστη και το Γεωμετρη,
Βιβλους γραμματων και αριθμων,
την πασα Υποταγη και Δυναμη,
το παμπαλαιο φως εξουσιαζοντας.
Και το φως δεν εδεσε ποτε με τη σκεπη τους.
Ουτε μελισσα καν δε γελαστηκε το χρυσο ν' αρχινισει παιχνιδι·
ουτε ζεφυρος καν, τις λευκες να φουσκωσει ποδιες.
Εστησαν και θεμελειωσαν
στις κορφες, στις κοιλαδες, στα πόρτα
πυργους κραταιους κι επαυλεις
ξυλα και αλλα πλεουμενα,
τους Νομους, τους θεσπιζοντας τα καλα και συμφεροντα,
στο παμπαλαιο μετρο εφαρμοζοντας.
Και το μετρο δεν εδεσε ποτε με τη σκεψη τους.
Ουτε καν ενα χναρι θεου στην ψυχη τους σημαδι δεν αφησε·
ουτε καν ενα βλεμμα ξωθιας τη μιλια τους δεν ειπε να παρει.
Εφτασαν
ντυμενοι "φιλοι"
αμετρητες φορες οι εχθροι μου,
τα παμπαλαια δωρα προσφεροντας.
Και τα δωρα τους αλλα δεν ητανε
παρα μονο σιδερο και φωτια.
Στ' ανοιχτα που καρτερεγαν δαχτυλα
μονον οπλα και σιδερο και φωτια
Μονον οπλα και σιδερο και φωτια.
Η'
ΗΡΘΑΝ
με τα χρυσα σειρητια
τα πετεινα του Βορρα και της Ανατολης τα θηρια !
Και τη σαρκα μου στα δυο μοιραζοντας
και στερνα στο συκωτι μου επανω εριζοντας
εφυγαν.
"Γι ' αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
και για μας της φημης ο καπνος,
αμην."
Και την ηχω σταλμενη απο τα περασμενα
ολοι ακουσαμε και γνωρισαμε.
την ηχω ακουσαμε γνωρισαμε ξανα
με στεγνη φωνη τραγουδησαμε :
Για μας, το ματωμενο σιδερο
και τριπλα εργασμενη προδοσια.
Για μας η αυγη στο χαλκωμα
και τα δοντια τα σφιγμενα ως την ωρα την υστερη
ο δολος και τ' αορατο γαγγαμο27.
Για μας το συρσιμο της γης
ο κρυφος ορκος μες στα σκοτεινα
των ματιων η απονια
κι η ποτε καμια, καμια ποτε Ανταποδοση.
Αδελφοι μάς εγελασαν !
"Γι' αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
και για μας της φημης ο καπνος,
αμην."
Αλλα συ μες στο χερι μας το λυχνο του αστρου
με το λογο σου αναψες, του αθωου στομα
θυρα της Παραδεισος !
Την ισχυ του καπνου στο μελλον βλεπουμε
της πνοης σου παιγνιο
και το κρατος και τη βασιλεια του !
ε'

Ερμηνεία Γρηγόρης Μπιθικώτσης
http://www.youtube.com/watch?v=wdpWyTxi6BE


ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του αστρου * στους ουρανους εβγηκα
Στο αγιαζι των λειμωνων28 * στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
Λυπημενες μυρσινες * ασημωμενες υπνο
Μου ραντισαν την οψη * Φυσω και μονος παω
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
Οδηγε των ακτινων * και των κοιτωνων Μαγε
Αγυρτη που γνωριζεις * το μελλον μιλησε μου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
Τα κοριτσια μου πενθος * για τους αιωνες εχουν
Τ' αγορια μου τουφεκια * κρατουν και δεν κατεχουν
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
Εκατογχειρες νυχτες * μες στο στερεωμα ολο
Τα σπλαχνα μου αναδευουν * Αυτος ο πονος καιει
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
Με το λυχνο του αστρου * στους ουρανους γυριζω
Στο αγιαζι των λειμωνων * στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Απαγγελία Γιάννης Φέρτης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... A8xO0hnRiU

Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα, να βγουν εξω σε πλατειες με
το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει : μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο
πουκαμισο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος
η Ανοιξη.
Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε
καταμπροστα στον ηλιο, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι
νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες. Και ακολουθουσανε αντρες
πολλοι, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες
αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα
σε λιγην ωρα.
Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους, λαβανε την αποφαση να βγουν
εξω σε δρομους και σε πλατειες, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια
πηχη φωτια κατω απ' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου
μητε κλωνος μητε ανθος, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν. Και χτυπουσανε οπου να 'ναι,
σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση. Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην
ητανε αλλος δρομος πανω σ' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα
αυτος, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη
της απελπισιας, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που
τους ελεγαν αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο
και τα δεκανικια.
Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Και θερισανε πληθος τα θηρια,
και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.
ς'

Γρηγόρης Μπιθικώτσης, από συναυλία του Λυκαβητού το 1977
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... ZWFeP_s8FI


ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ηλιε νοητε * και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμοναται τη χωρα μου!
Αετομορφα εχει τα ψηλα βουνα * στα ηφαιστεια κληματα σειρα
και τα σπιτια πιο λευκα * στου γλαυκου το γειτονεμα!
Της Ασιας αν αγγιζει απο τη μια * της Ευρωπης λιγο αν ακουμπα
στον αιθερα στεκει να * και στη θαλασσα μονη της!
Και δεν ειναι μητε ξενου λογισμος * και δικου της μητε αγαπη μια
μονο πενθος αχ παντου * και το φως ανελεητο!
Τα πικρα μου χερια με τον Κεραυνο * τα γυριζω πισω απ' τον Καιρο
τους παλιους φιλους καλω * με φοβερες και μ' αιματα!
Μα 'χουν ολα τα αιματα ξαντιμεθει * κι οι φοβερες αχ λατομηθει
και στον εναν ο αλλος μπαι * νουν εναντιον οι ανεμοι!
Της Δικαιοσυνης ηλιε νοητε * και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη * λησμονατε τη χωρα μου !
Θ'
ΑΥΤΟΣ ειναι
ο παντοτε αφανης δικος μας Ιουδας !
Θυρες επτα τον καλυπτουνε
και στρατιες επτα παχυνονται στην διακονια του.
Μηχανες αερος τον απαγουνε
και βαρυν απο γουνα και ταρταρουγα,
στα Ηλυσια μεσα και στους Λευκους Οικους τον αποθετουνε.
Και γλωσσα καμια δεν εχει, επειδη ολες δικες του -
Και καμια γυναικα, επειδη ολες δικες του -
Ο Παντοδυναμος !
Θαυμαζουν οι αφελεις
και σιμα στη λαμψη του κρυσταλλου χαμογελουν οι μαυροφορεμενοι,
και σκιρτουν των αντρων του Λυκαβητου
οι ημιγυμνες τιγρισσες !
Αλλα πορος κανεις για να περασει ο ηλιος τη φημη του στο μελλον,
Και ημερα Κρισεως καμια, επειδη
εμεις αδελφοι, εμεις η μερα της Κρισεως
και δικο μας το χερι που θ' αποθεωθει -
καταπροσωπο ριχνοντας τα αργυρια !
Ι'
ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλευασαν οι νεοι Αλεξανδρεις:
ιδεστε, ειπαν, ο αφελης περιηγητης του αιωνος !
Ο αναισθητος
που οταν ολοι εμεις θρηνουμε αυτος αγαλια
και οταν ολοι παλι αγαλιουμε
αυτος αναιτια σκυθρωπιαζει.
Στις κραυγες μας μπροστα προσπερνα και αδιαφορει
και τα σε μας αορατα με το αυτι στην πετρα,
σοβαρος και μονος προσεχει.
Ο χωρις φιλον κανενα
μητε οπαδο,
που εμπιστευεται μονον το σωμα του
και το μεγα μυστηριο στ' αγκαθοφυλλα μεσα του ηλιου αναζητει,
αυτος ειναι,
ο αποβλητος απο τις αγορες του αιωνος !
Επειδη νου δεν εχει
και απο ξενα δακρυα κερδος δε βγανει
και στο θαμνο που καιει την αγωνια μας
μοναχα καταδεχεται να ουρει.
Ο αντιχριστος και αναλγητος δαιμονιστης του αιωνος !
Που οταν ολοι εμεις πενθουμε,
αυτος ηλιοφορει.
Και οταν ειρηνη αγγελουμε,
μαχαιροφορει.
Καταπροσωπο μου οι νεοι Αλεξανδρεις εχλευασαν !
ζ'
ΑΥΤΟΣ αυτος ο κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Των ηλιων και του κονιορτου * της τυρβης και του αποδειπνου
Ο υφαντης των αστερισμων * ο ασημωτης των βρυων
Στη χαση του θυμητικου * στο εβγα των ονειρων
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Κυμβαλο κυμβαλο * και ματαιο γελιο μακρινο !
Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Ο σκυλευοντας την ηδονη * ο βιαζοντας τις κρηνες
Ο πανω απ' τους Κατακλυσμους * ο κατω απ' τους Τυφωνες
Ο γαμψος, ο κυφος * ο δασυς, ο πυρρος
Τις νυχτες με τη συριγγα * τις μερες με τη φορμιγγα
Στα σκυρα των πολιτειων * στους αρτεμωνες των αγρων
Αυτος ο πλατυκεφαλος * αυτος ο μακρυκεφαλος
Ο εκουσιος * ο ακουσιος
Ο υιος Αγγειθ * και ο Σολομων
Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
Της Αμπωτης και του οργασμου * των τυψεων και της νεφωσης
Ο ευρέτης των ζωδιακων * ο τολμητιας των θόλων
Στην ακρη της εκλειπτικης * κι οσο που φτανει η Χτισις
Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
Βουκινο βουκινο * και ματαιο νεφος μακρινο !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μερες εκεινου του χειμωνα, ενα πρωι
Σαββατου, σωρος αυτοκινητα και μοτοσυκλετες εζωσανε το μικρο
συνοικισμο του Λευτερη, με τα τρυπια τενεκεδενια παραθυρα και
τ' αυλακια των οχετων στον δρομο. Και φωνες αγριες βγανοντας,
εκατεβηκανε ανθρωποι με χυμενη την οψη στο μολυβι και μαλλια
ολόισα ιδιο αχερο. Προσταζοντας να συναχτουν οι αντρες ολοι στο
οικοπεδο με τις τσουκνιδες. Και ηταν αρματωμενοι απο πανου ως
κατου, με τις μπουκες χαμηλα στραμμενες κατα το μπουλουκι. Και
μεγαλος φοβος επιανε τα παιδια, επειδη τυχαινε, σχεδον ολα, να
κατεχουνε καποιο μυστικο στην τσεπη ή στην ψυχη τους. Αλλα
τροπος αλλος δεν ητανε, και χρεος την αναγκη κανοντας, λαβανε θεση
στη γραμμη, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη, το αχερο στα
μαλλια και τα κοντα μαυρα ποδηματα, ξετυλιξανε γυρω τους το
συρματοπλεγμα. Και κοψανε στα δυο τα συγνεφα, οσο που το
χιονονερο αρχισε να πεφτει, και τα σαγονια με κοπο κρατουσανε
τα δοντια στη θεση τους, μηπως τους φυγουν ή σπασουνε.
Τοτε, απ τ' αλλο μερος φανηκε αργα βαδιζοντας να 'ρχεται
Αυτος με το Σβησμενο Προσωπο, που σηκωνε το δαχτυλο κι οι ωρες
ανατριχιαζαν στο μεγαλο ρολόι των αγγελων. Και σε οποιον λαχαινε
να σταθει μπροστα, ευθυς οι αλλοι τον αρπαζανε και τον εσουρνανε
χαμου πατωντας τον. Ωσπου εφτασε καποτε η στιγμη να σταθει και
μπροστα στον Λευτερη. Αλλα εκεινος δε σαλεψε. Σηκωσε μονο αργα
τα ματια του και τα πηγε με μιας τοσο μακρια - μακρια μεσα στο
μελλον του - που ο αλλος ενιωσε το σκουντημα κι εγειρε πισω με
κιντυνο να πεσει. Και σκυλιαζοντας, εκανε ν' ανασηκωσει το μαυρο
του πανι, ναν του φτυσει καταμουτρα. Μα παλι ο Λευτερης δε σαλεψε.
Πανω σε κεινη τη στιγμη, ο Μεγαλος Ξενος, αυτος που ακολουθουσε
με τα τρια σειρητια στο γιακα, στηριζοντας τα χερια στη μεση του,
καγχασε: οριστε, ειπε, οριστε οι ανθρωποι που θελουνε , λεει, ν'
αλλαξουνε την πορεια του κοσμου ! Και μη γνωριζοντας οτι ελεγε την
αληθεια ο δυστυχης, καταπροσωπο τρεις φορες του καταφερε το
μαστιγιο. Αλλα τριτη φορα ο Λευτερης δε σαλεψε. Τοτε, τυφλος απο τη
λιγη περαση που 'χε η δυναμη στα χερια του, ο αλλος, μη γνωριζοντας
τι πραττει, τραβηξε το περιστροφο και του το βροντησε συρριζα
στο δεξι του αυτι.
Και πολυ τρομαξανε τα παιδια, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην
οψη και τα κοντα μαυρα ποδηματα, κερωσαν. Επειδη πηγανε κ' ηρθανε
γυρω τα χαμοσπιτα, και σε πολλες μεριες το πισσοχαρτο επεσε και
φανηκανε μακρια, πισω απο τον ηλιο, οι γυναικες να κλαινε γονατιστες,
πανω σ' ενα ερμο οικοπεδο, γεματο τσουκνιδες και μαυρα πηχτα αιματα.
Ενω σημαινε δωδεκα ακριβως το μεγαλο ρολόι των αγγελων.

η'
Γυρισα τα ματια δακρυα γιοματα
κατα το παραθυρι
Και κοιτωντας εξω καταχιονισμενα
τα δεντρα των κοιλαδων
Αδελφοι μου, ειπα ως κι αυτα μια μερα
Κι αυτα θα τ ατιμασουν
Προωπιδοφοροι μες στον αλλον αιωνα
τις θηλιες ετοιμαζουν
Δαγκωσα τη μερα και δεν εσταξε ουτε
σταγονα πρασινο αιμα
Φωναξα στις πυλες κι η φωνη μου πηρε
Τη θλιψη των φονιαδων
Μες της γης το κεντρο φανηκε ο πυρηνας
Που ολο σκοτεινιαζει
Κι η αχτιδα του ηλιου γινηκεν, ιδεστε
Ο μιτος του Θανατου
Ω πικρες γυναικες με το μαυρο ρουχο
Παρθενες και μητερες
Ποθ σιμα στη βρυση δινατε να πιουνε
στ' αηδονια των αγγελων
Ελαχε να δωσει και σας ο Χαρος
Τη φουχτα του γεματη
Μες απ' τα πηγαδια τις κραυγες τραβατε
Αδικοσκοτωμενων
Τοσο δεν αγγιζουν η φωτια με το αχτι
Που πενεται ο λαος μου
Του Θεου το σταρι στα ψηλα καμιονια
Το φορτωσαν και παει
Μες στην ερμη κι αδεια πολιτεια μενει
Το χερι που μοναχα
Με μπογια θα γραψει τους μεγαλους στιχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φυσηξεν η νυχτα * σβησανε τα σπιτια
κι ειναι αργα στην ψυχη μου
Δεν ακουει κανενας * οπου κι αν χτυπησω
η μνημη με σκοτωνει
Αδελφοι μου, λεει * μαυρες ωρες φτανουν
ο καιρος θα δειξει
Των ανθρωπων εχουν * οι χαρές μιανει
τα σπλαχνα των τερατων
Γυρισα τα ματια * δακρυα γιοματα
κατα το παραθυρι
Φωναξα στις πυλες * κι η φωνη μου πηρε
τη θλιψη των φονιαδων
Μες στης γης το κεντρο * φανηκε ο πυρηνας
που ολο σκοτεινιαζει
Κι η αχτιδα του ηλιου * γινηκεν, ιδεστε
ο μιτος του Θανατου !
ΙΑ'
ΟΠΟΥ, φωναζω, και να βρισκεστε, αδελφοι,
οπου και να πατει το ποδι σας,
ανοιξετε μια βρυση,
τη δικη σας βρυση του Μαυρογενη.
Καλο το νερο
και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
Δροσερος ο κρουνος θ' αγγαλιασω.
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
μεγαλοφωνα το νου μου ν' απαγγειλει,
ευαναγνωστα να γινουν τα σωθικα μου.
Δεν μπορω,
η αγχονη τα δεντρα μου εξουθενωσε
και τα ματια μαυριζουν.
Δεν αντεχω
και τα σταυροδρομια που ηξερα εγιναν αδιεξοδα.
Σελδζουκοι ροπαλοφοροι καραδοκουν.
Χαγάνοι ορνεοκεφαλοι βυσσοδομουν.
Σκυλοκοιτες και νεκροσιτοι κι ερεβομανεις
κοπροκρατουν το μελλον.
Οπου και να σας βρισκει το κακο, αδελφοι,
οπου και να θολωνει ο νους σας,
μνημονευετε Διονυσιο Σολωμο
και μνημονευετε Αλεξανδρο Παπαδιαμαντη.
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
θ' αναπαυσει το προσωπο το μαρτυριου
με το λιγο βαμμα του γλαυκου στα χειλη.
Καλο το νερο
και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
Οπου και να πατει το ποδι σας, φωναζω,
ανοιξετε, αδελφοι,
μια βρυση ανοιξετε,
τη δικη σας βρυση ανοιξετε,
την δικη σας βρυση του Μαυρογενη !
ΙΒ'
ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ μεσανυχτα, στους ορυζωνες του υπνου
απνοια που με τυρρανα και κακο κουνουπι της Σεληνης !
Τα σεντονια παλευω και τα ματια πηχτα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
συρετε μου στα ματια ενα δελφινι
Στα ματια ενα δελφινι συρετε μου
να 'ναι ταχυ, κι ελληνικο, και να 'ναι η ωρα εντεκα !
Να περνα και να σβηνει την πλακα του βωμου
και ν' αλλαζει το νοημα του μαρτυριου
Οι αφροι του λευκοι να ν' αναπηδουν επανω
τον Ιερακα και τον Ιερεα να πνιξουν !
Να περνα και να λυνει το σχημα του Σταυρου
και στα δεντρα το ξυλο να επιστρεφει
Ο βαθυς τριγμος να μου θυμιζει ακομη
οτι αυτος που ειμαι, υπαρχω !
Η ουρα του η πλατια να μου αυλακωνει
απο το δρομο ανεχαραγο τη μνημη
Και στον ηλιο παλι να με αφηνει
σαν αρχαιο χαλικι των Κυκλαδων !
Τα σεντονια παλευω και τα χερια τυφλα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
στην καρδια μου την Τριαινα χτυπησετε μου
και σταυρωσετε μου την με το δελφινι
Το σημειο που ειμαι αληθεια ο ιδιος
με την πρωτη νεοτητα ν' ανεβω
στο γλαυκο τ' ουρανου - κι εκει να εξουσιασω !

ΙΓ'
ΑΝΟΜΙΕΣ εμιαναν τα χερια μου, πως να τ' ανοιξω;
Κουστωδιες29 γεμισανε τα ματια μου, που να κοιταξω;
Γιοι των ανθρωπων,τι να πω;
Τα φριχτα σηκωνει η γης κι η ψυχη τα φριχτοτερα !
Ευγε πρωτη νεοτης μου και αδαμαστο χειλι
που το βοτσαλο διδαξες της τρικυμιας
και στις μπορες μεσα, της βροντης αντιμιλησες
Ευγε πρωτη νεοτης μου !
Τοσο χωμα στις ριζες μου εριξες, που κι η σκεψη μου χλόισε !
Τοσο φως μες στο αιμα μου, που κι η αγαπη μου πηρε
το κρατος και το νοημα τ' ουρανου.
Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη
και στα χερια του Θανατου αχρηστο σκευος
και στα νυχια των αγροικων λεια κακη.
Γιοι των ανθρωπων, να φοβουμαι τι;
Παρετε μου τη θαλασσα με τους ασπρους βοριαδες,
το πλατυ το παραθυρο γεματο λεμονιες,
τα πολλα κελαηδισματα, και το κοριτσι το ενα
που και μονον αν αγγιξα η χαρα του μου αρκεσε
παρετε μου, τραγουδησα !
Παρετε μου τα ονειρα, πως να διαβασετε;
Παρετε μου τη σκεψη, που να την πειτε;
Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη.
Με το στομα φιλωντας εχαρηκα το παρθενο κορμι.
Τις ιδεες μου ολες ενησιωτησα.
Στη συνειδηση μου εσταξα λεμονι.

ΙΔ'
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... QEXwQB6JKc
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΕΦ

ΝΑΟΙ στο σχημα τ' ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
Φυγανε φυγανε
ο Ιουλιος με το φωτεινο πουκαμισο
και ο Αυγουστος ο πετρινος με τα μικρα του ανωμαλα σκαλια.
Φυγανε
και στα ματια μεσα των βυθων ανερμηνευτος εμεινε ο αστεριας
και στα βαθη μεσα των ματιων ανεπιδοτο εμεινε το ηλιοβασιλεμα !
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Τειχισε τις πλευρες του κοσμου
και απο το μερος τ' ουρανου σηκωσε τις εννεα επαλξεις
και στην πλακα επανω του βωμου σφαγιασε το σωμα
τους φρουρους πολλους εστησε στις εξοδους.
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Ναοι στο σχημα τ' ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
Φυγανε φυγανε
ο Μαϊστρος με το μυτερο του σανταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλογιστος με τα λοξα του κοκκινα πανια.
Φυγανε
και βαθια κατω απο το χωμα συννεφιασε ανεβαζοντας
χαλικι μαυρο
και βροντες, η οργη των νεκρων
και αργα στον ανεμο τριζοντας
εγυρισανε παλι με το στηθος μπροστα
φοβερα, των βραχων τ' αγαλματα ! θ'
ΤΙΣ ΝΕΦΕΛΕΣ αφηνοντας πισω τους * Ταξιδευουν των βραχων τ' αγαλματα
Με το στηθος μπροστα σα ν' αμπωχνουνε * Στους ανεμους μεσα τα μελλοντα
Μην οι γυπες τα παρουν κι αυτα * μυρωδια και χιμηξουν !
Η καμπανα σημαινοντας θανατο * Των χωριων τα κοπαδια κατεβηκαν
Στις πλαγιες που αγναντευουν το πελαγο * Και φωνη τούς ανεμους εταραξεν
Αχ η πεινα μας εχει, παιδια * την ψυχη σκοτεινιασει !
Στων εθνων τα κρυμμενα εργοστασια * Με το σταρι ετοιμαζουνε μεταλλα
Το θεριο που δε θελουνε θρεφουνε * Και το στομα του να γιγαντωνεται
Ωσπου να μη μεινει κανεις * και τα κοκαλα τριξουν !
Αλλα πριν στην κοιλαδα που σειστηκε * Λες και στένων ο Αδης εβοησε
Των σπιτιων οι σκεπες ξεκαρφωθηκαν * Και το θαυμα τ' ανελπιστο φανηκαν
Οι γυναικες ν' ακουν σιωπηλα * στων βρεφων τους το κλαμα !
Η ζωη που το θανατο γευτηκε * Σαν τον ηλιο γυμνη ξαναγυρισε
Και μην εχοντας αχ αλλο τιποτε * Η ζωη που τα παντα σπαταλησε
Στα χαλασματα καρφωσε μια * παπαρουνα που λαμπει !
Αν ποτε το γερακι ξαναδινε * Τη φωνη του προβατου που σπαραξε
Με τ' αυτι στο χορταρι θ' ακουγαμε * Των νεκρων την οργη πως γυμναζεται
Το σκοταδι ν' αρπαξει μεμιας * κι απ' την αλλη να δειξει !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Ειπεν ο λαος μου: το δικαιο που μου διδαξαν επραξα και ιδου αιωνες
αποκαμα ν' απαντεχω εξω απο την κλειστη θυρα της αυλης των προβατων.
Γνωριζε τη φωνη μου το ποιμνιο και στην καθε σφυριγματια μου
αναπηδουσε και βελαζε. Αλλοι ομως, και πολλες φορες ιο ιδιοι που πενευανε
την καρτερια μου, απο δεντρα και μαντρες πηδωντας, επατουσανε πρωτοι
το ποδι αυτοι μες στη μεση της αυλης των προβατων. Και ιδου παντα γυμνος
εγω και χωρις ποιμνιο κανενα, στεναζεν ο λαος μου. Και στα δοντια του
γυαλιζεν η αρχαια πεινα, και η ψυχη του ετριξε πανω στην πικρα της καθως
που τριζει επανω στο χαλικι το αρβυλο του απελπισμενου.
Τοτες αυτοι που κατεχουνε τα πολλα, ν' ακουσουνε τετοιο τριξιμο,
τρομαξαν. Επειδη το καθε σημαδι καταλεπτως γνωριζουνε και συχνα, μιλια
μακρια διαβαζουνε στο συμφερον τους. Παρευθυς λοιπον τα πεδιλα τ'
απατηλα ποδεθηκαν. Και μισοι πιανοντας τους αλλους μισους, απο τό 'να
και τ' αλλο μερος τραβουσανε, τετοια λογια λεγοντας: αξια και καλα τα εργα
σας, και οριστε αυτη αυτη που βλεπετε η θυρα η κλειστη της αυλης των
προβατων. Ασηκωστε το χερι και μαζι σας εμεις, και φροντιδα δικη μας η
φωτια και το σιδερο. Σπιτικα μη φοβαστε, φαμελιες μη λυπαστε, και ποτε
σε γιου ή πατερα ή μικρου αδερφου τη φωνη, πισω μη κανετε. Ειδέ τυχει
κανεις απο σας κι ή φοβηθει κι ή λυπηθει κι ή κανει πισω, να ξερει: επανω
του η φωτια που φεραμε και το σιδερο.
Και το λογο τους πριν αποσωσουν ειχε παρει ν' αλλαζει ο καιρος,
μακρια στο μαυραδι των νεφων και σιμα στο κοπαδι των ανθρωπων. Σα να
περασε αγερας χαμηλα βογγωντας και ν' αποριξε αδεια τα κορμια, διχως
μια σταλα θυμηση. Το κεφαλι μπλαβο και αλαλα αψηλα στραμμενο, μα το
χερι βαθια μεσα στην τσεπη, γραπωμενο απο κομματι σιδερο, της φωτιας
ή απ' τ' αλλα, πό 'χουν τη μυτη σουγλερη και την κοψη αθερα. Και βαδιζανε
καταπανου στον εναν ο αλλος, μη γνωριζοντας ο ενας τον αλλο. Και
σημαδευε κατα πατερα ο γιος και κατ' αδερφου μικρου ο μεγαλος. Που
πολλα σπιτικα πομεινανε στη μεση, και πολλες γυναικες απανωτα δυο και
τρεις φορες μαυροφορεσανε. Και που αν εκανες να βγεις λιγακι παραοξω,
τιποτε. Μονο αγερας βουιζοντας μεσα στα μεσοδοκια και στα λιγα καμενα
λιθαρια μεριες-μεριες οι καπνοι βοσκωντας τα κουφαρια των σκοτωμενων.
Μηνες τριαντα τρεις και πλεον βαστηξε το Κακο. Που τη θυρα
χτυπουσανε ν' ανοιξουνε της αυλης των προβατων. Και φωνη προβατου
δεν ακουστηκε παρεχτος επανω στο μαχαιρι. Και φωνη θυρας ουτε,
παρεχτος στην ωρα που 'γερνε μες στις φλογες τις υστερες να καει.
Επειδη αυτος ο λαος μου η θυρα και αυτος ο λαος μου η αυλη και το
ποιμνιο των προβατων.
ι'
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... QEXwQB6JKc
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Γιάννης Κότσιρας

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα * με πορφυρωσαν
Και χαρες ανειδωτες * με σκιασανε
Οξειδωθηκα μες στην * νιοτια
των ανθρωπων
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Στ' ανοιχτα του πελαγου * με καρτερεσαν
Με μπομπαρδες τρικαταρτες * και μου ριξανε
Αμαρτια μου νά 'χα * κι εγω
μιαν αγαπη
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Τον Ιουλιο καποτε * μισανοιξανε
Τα μεγαλα ματια της * μες στα σπλαχνα μου
Την παρθενα ζωη μια * στιγμη
να φωτισουν
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Κι απο τοτε γυρισαν * καταπανω μου
Των αιωνων οργητες * ξεφωνιζοντας
"Ο πού σ' ειδε, στο αιμα * ζει
και στην πετρα"
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Της πατριδας μου παλι * ομοιωθηκα
Μες στις πετρες ανθισα * και μεγαλωσα
Των φονιαδων το αιμα * με φως
ξεπληρωνω
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
ΙΕ'
ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω
Τη συγγνωμη δεν εδωσα,
την ικεσια δεν εστερξα,
την ερημια την αντεξα σαν το χαλικι.
Τι, τι, τι αλλο μου μελλεται;
Τα κοπαδια των αστρων οδηγω στην αγγαλη σου
κι η Αυγη , πριν προλαβω, στα διχτυα της με παρασυρει,
που συ τη θελησες !
Λοφους με καστρα και πελαγη με καρποφορα
στεριωνω στον ανεμο
κι η καμπανα τα πινει, αργα, του δειλινου,
που συ τη θελησες !
Υψωνω χορτα σα να φωναζω μ' ολα τα φρενα μου
και να τα παλι που καταπεφτουν
απο το καμα του Ιουλιου,
που συ θελησες !
Τι λοιπον, τι αλλο, τι νεο μου μελλεται;
Ιδου που εσυ μιλεις κι εγω αληθευω.
Σφεντοναω την πετρα και βρισκει επανω μου.
Ορυχεια βαθαινω και τους ουρανους εργαζομαι.
Τα πουλια κυνηγω και στο βαρος τους χανομαι.
Θεε μου συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω.
Τα στοιχεια που εισαι,
ημερες και νυχτες,
ηλιοι κι αστερες, θυελλες και γαληνη,
ανατρεπω στην ταξη κι εναντιον τα βαζω
του δικου μου θανατου,
που συ τον θελησες !
ΙS'
ΕΝΩΡΙΣ εξυπνησα τις ηδονες
ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
εκει μονος την εστησα :
Φυσηξες και με κυκλωσαν οι τρικυμιες
ενα-ενα μου πηρες τα πουλια -
Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
Κοιταξα μες στο μελλον τους μηνες και τα χρονια
που ξανα θα γυρισουνε χωρις εμενα
και δαγκωθηκα τοσο βαθια
που αργα το αιμα μου ενιωσα ν' αναβλυζει ψηλα
και να σταζει απ' το μελλον μου.
Εσκαψα μες στο χωμα την ωρα που ημουν ο ενοχος
και τρεμοντας εσηκωσα το θυμα στα χερια μου
και του μιλησα τοσο απαλα που αργα τα ματια του ανοιξαν
και σταλαξανε τη δροσια
στο χωμα που ημουν ο ενοχος.
Εριξα το σκοταδι στο κρεβατι του ερωτα
με του κοσμου τα πραγματα στο νου μου γυμνα
και το σπερμα μου τιναξα τοσο μακρια
που αργα οι γυναικες γυρισαν μες στον ηλιο και πονεσαν
και γεννησανε παλι τα ορατα.
Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
Ενωρις εξυπνησα τις ηδονες
ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
εκει μονος την εστησα:
Φυσηξες και λαχταρησαν τα σωθικα μου
ενα-ενα μου γυρισαν τα πουλια !

ια'
ΘΑ ΚΑΡΩ Μοναχος * των θαλερων πραγματων
Σεμνα θα υπηρετω * την ταξη των πουλιων
Στον ορθρο της Συκιας * απο τις νυχτες θα 'ρχομαι
Καταδροσος * να φερω στην ποδιά μου
Το κυανο * το ροδινο το μωβ
Και τις γενναίες του νερου * ν' αναβω
Σταγονες * ο γενναιοτερος
Εικονισματα θα * 'χω τ' αχραντα κοριτσια
Ντυμενα στου πελα * γους μονο το λινο
Θα δεομαι να πα * ρει της μυρτιας το ενστικτο
Η αγνοτη μου * και τους μυωνες θηριου
Το ποταπο * το δυστροπο το αχνο
Στα σφριγηλα σωθικα * να πνιξω
Για παντα * ο σφριγηλατοτερος
Θα περασουν καιροι * πολλων ανομηματων
Του κερδους της τιμης * των τυψεων του δαρμου
Λυσσωντας θα χιμαει * ο Βουκεφαλας του αιματος
Τις ασπρες μου * λαχταρες να λαχτισει
Την αντρεια * τον ερωτα το φως
Και κραταιές οσφραινοντας * τις να χλι-
μιντρισει * ο κραταιοτερος.
Αλλα τοτε στις έξ * των υψωμενων κρινων
Που η κριση μου θα κα * νει ρηγμα του Καιρου
Η ενδεκατη εντολη * θ' αναδυθει απ' τα ματια μου
θα 'ναι αυτος * ο κοσμος ή δε θα 'ναι
Ο Τοκετος * η Θεωσις το Αεί
Που με τα δικαια της ψυχης * μου θα 'χω
Κηρυξει * ο δικαιοτερος

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

Απαγγελία Μάνος Κατράκης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... X8o0kOkVto

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα
στις εκκλησιες και την ευλογησαν. Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες
αραχνιασμενες τ' ουρανου σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει
ο νους του ανθρωπου. Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα
πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει. Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το
σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη μεγαλη του ηλιου. Που
πρωτα θα κρατησει τις αχτιδες του, σημαδι οτι καιρος να λαβουνε
τα ονειρα εκδικηση. Και μετα θα μιλησει και θα πει: εξοριστε
Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;
-Βλεπω τα εθνη, αλλοτες αλαζονικα, παραδομενα στη σφηκα
και στο ξυνοχορτο.
-Βλεπω τα πελεκια στον αερα σκιζοντας προτομες Αυτοκρατωρων
και στρατηγων.
-Βλεπω τους εμπορους να εισπραττουν σκυβοντας το κερδος των
δικων τους πτωματων.
-Βλεπω την αλληλουχια των κρυφων νοηματων.
Χρονους πολλους μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα
στις εκκλησιες και την ευλογησαν.Αλλα πριν, ιδου θα γινουν οι ωραιοι
που ναρκισσευτηκαν στις τριοδους Φιλιπποι και Ροβερτοι. Θα φορεσουν
αναποδα το δαχτυλιδι τους, και με καρφι θα χτενισουνε το μαλλι τους,
και με νεκροκεφαλες θα στολισουνε το στηθος τους, για να δελεασουν τα
γυναια. Και τα γυναια θα καταπλαγουν και θα στερξουν. Για να εβγει
αληθινος ο λογος, οτι σιμα η μερα οπου το καλλος θα παραδοθει στις
μυγες της αγορας. Και θα αγαναχτησει το κορμι της πορνης μην εχοντας
τι αλλο να ζηλεψει. Και θα γινει κατηγορος η πορνη σοφων και μεγιστανων,
το σπερμα που υπηρετησε πιστα, σε μαρτυρια φερνοντας. Και θα τιναξει
πανουθε την καταρα, κατα την Ανατολη το χερι τεντωνοντας και φωναζοντας:
εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις;
-Βλεπω τα χρωματα του Υμηττου στη βαση την ιερη του Νεου
Αστικου μας Κωδικα.
-Βλεπω τη μικρη Μυρτω, την πορνη απο την Σικινο, στημενη πετρινο
αγαλμα στην πλατεια της Αγορας με τις Κρηνες και τα ορθα Λεονταρια.
-Βλεπω τους εφηβους και βλεπω τα κοριτσια στην ετησια Κληρωση
των Ζευγαριων.
-Βλεπω ψηλα, μες στους αιθερες το Ερέχθειο των Πουλιων.
Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες τ' ουρανου
σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει ο νους του ανθρωπου. Αλλα
πριν, ιδου θα περασουν γενεες το αλετρι τους πανω στη στερφα γης.
Και κρυφα θα μετρησουν την ανθρωπινη πραματεια τους οι Κυβερνητες,
κηρυσσοντας πολεμους. Οπου θα χορταστουνε ο Χωροφυλακας και ο
Στρατοδικης. Αφηνοντας το χρυσαφι στους αφανεις, να εισπραξουν αυτοι
τον μιστό της υβρης και του μαρτυριου. Και μεγαλα πλοια θ' ανεβασουν
σημαιες, εμβατηρια θα παρουν τους δρομους, οι εξωστες να ρανουν με
ανθη το Νικητη. Που θα ζει στην οσμη των πτωματων. Και του λακκου σιμα
του το στομα, το σκοταδι θ' ανοιγει στα μετρα του, κραζοντας: εξοριστε Ποιητη,
στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;
-Βλεπω τους Στρατοδικες να καινε σαν κερια, στο μεγαλο τραπεζι
της Αναστασεως.
-Βλεπω τους Χωροφυλακους να προσφερουν το αιμα τους, θυσια
στην καθαριοτητα των ουρανων.
-Βλεπω τη διαρκη επανασταση φυτων και λουλουδιων.
-Βλεπω τις κανονιοφορους του Ερωτα.
Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει.
Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη
μεγαλη του ηλιου. Αλλα πριν, ιδου θα στεναξουν οι νεοι και το αιμα τους αναιτια
θα γερασει. Κουρεμενοι καταδικοι θα χτυπησουν την καραβανα τους πανω στα
καγγελα. Και θα αδειασουν ολα τα εργοστασια, και μετα παλι με την επιταξη θα
γεμισουν, για να βγαλουνε ονειρα συντηρημενα σε κουτια μυριαδες, και χιλιαδων
λογιων εμφιαλωμενη φυση. Και θα 'ρθουνε χρονια χλωμα και αδυναμα μεσα στη
γαζα. Και θα 'χει ο καθενας τα λιγα γραμμαρια της ευτυχιας. Και θα 'ναι τα
πραγματα μεσα του κιολας ωραια ερειπια. Τοτε, μην εχοντας αλλη εξορια, που
να θρηνησει ο Ποιητης, την υγεια της καταιγιδας απο τ' ανοιχτα του του στηθη
αδειαζοντας, θα γυρισει για να σταθει στα ωραια μεσα ερειπια. Και τον πρωτο
λογο του ο στερνος των ανθρωπων θα πει, ν' αψηλωσουν τα χορτα, η γυναικα στο
πλάι του σαν αχτιδα του ηλιου να βγει. Και παλι θα λατρεψει τη γυναικα και θα την
πλαγιασει στα χορτα καθως του εταχθη. Και θα λαβουνε τα ονειρα εκδικηση, και θα
σπειρουνε γενεες στους αιωνες των αιωνων !
ιβ'
Ερμηνεία Δημήτρης Μπάσης
http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... KkBXCYQB2U

Ανοιγω το στομα μου * κι αναγαλιαζει το πελαγος
Και παιρνει τα λογια μου * στις σκοτεινες του σπηλιες
Και στις φωκιες τις μικρες * τα ψιθυριζει
τις νυχτες που κλαιν * των ανθρωπων τα βασανα.
Χαραζω τις φλεβες μου * και κοκκινιζουν τα ονειρα
Και τσερκουλα30 γινονται * στις γειτονιες των παιδιων
Και σεντονια στις κοπε * λες που αγρυπνουνε
Κρυφα για ν' ακουν * των ερωτων τα θαυματα.
Ζαλιζει τ' αγιοκλημα * και κατεβαινω στον κηπο μου
Και θαβω τα πτωματα * των μυστικων μου νεκρων
Και το λωρο το χρυσο * των προδομενων
Αστερων τους κο * βω να πεσουν στην αβυσσο.
Σκουριαζουν τα σιδερα * και τιμωρω τον αιωνα τους
Εγω που δοκιμασα * τις μυριαδες αιχμες
Κι απο γιουλια και ναρκισ * σους το καινουργιο
Μαχαιρι ετοιμα * ζω που αρμοζει στους Ηρωες.
Γυμνωνω τα στηθη μου * και ξαπολυουνται οι ανεμοι
Κι ερειπια σαρωνουνε * και χαλασμενες ψυχες
Κι απ' τα νεφη τα πυκνα * της καθαριζουν
Τη γη, να φανουν * τα Λιβαδια τα Παντερπνα !
ΙΖ'
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ' ακολουθουν αναλαφρα πλασματα
με τους ιριδισμους του πόλου στα μαλλια
και το πραο στο δερμα χρυσαφισμα.
Μες στα χορτα προβαινω, με το γονατο πλωρη
κι η ανασα μου διωχνει απ' την οψη της γης
τις στερνες τολυπες του υπνου.
Και τα δεντρα βαδιζουν στο πλάι μου, εναντιον του ανεμου.
Μεγαλα μυστηρια βλεπω και παραδοξα :
Κρηνη την κρυπτη της Ελενης.
Τριαινα με δελφινι το σημαδι του Σταυρου.
Πυλη λευκη το ανοσιο συρματοπλεγμα.
Οθε με δοξα θα περασω.
Τα λογια που με προδωσαν και τα ραπισματα εχοντας
γινει μυρτιες και φοινικοκλαρα :
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Ηδονη καρπου βλεπω τη στερηση.
Ελαιωνες λοξους με γαλαζιο αναμεσα στα δαχτυλα
τους χρονους της οργης πισω απ' τα σιδερα.
Και γιαλον απεραντο, απο μαγγανεια31 ωραιων ματιων βρεμενο,
τον βυθο της Μαρινας.
Οπου αγνος θα περπατησω.
Τα δακρυα που με προδωσαν και οι ταπεινωσεις εχοντας
γινει πνοες και ανεσπερα πουλια:
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Σε χωρα μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι. ΙΗ'
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αριτιδωτη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ' ακολουθουν κοριτσια κυανα
κι αλογακια πετρινα
με τον τροχισκο του ηλιου στο πλατυ μετωπο.
Γενεες μυρτιας μ' αναγνωριζουν
απο τοτε που ετρεμα στο τεμπλο του νερου,
αγιος, αγιος, φωναζοντας.
Ο νικησαντας τον Αδη και τον Ερωτα σωσαντας,
αυτος ο Πριγκηπας των Κρινων.
Κι απο κεινες παλι τις πνοες της Κρητης,
μια στιγμη ζωγραφιζομουν.
Για να λαβει ο κροκος απο τους αιθερες δικαιο.
Στον ασβεστη τωρα τους αληθινους μου νομους
κλεινω κι εμπιστευομαι.
Μακαριοι, λεγω, οι δυνατοι που αποκρυπτογραφουνε το Ασπιλο.
Γι αυτων τα δοντια η ρογα που μεθα,
στων ηφαιστειων το στηθος και στο κλημα των παρθενων.
Ιδου, ας ακολουθησουνε τα βηματα μου !
Σε χωρα μακρινη και αρυτιδωτη τωρα πορευομαι.
Τωρα το χερι του Θανατου
αυτο χαριζει τη Ζωη
και ο υπνος δεν υπαρχει.
Χτυπα η καμπανα του ΄μεσημεριου
κι αργα στις πετρες τις πυρρέσ χαραζονται τα γραμματα:
ΝΥΝ και ΑΕΙ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιεν, αιεν και νυν τα πουλια κελαηδουν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τιμημα.

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

http://www.youtube.com/watch?feature=pl ... _0qbu9R6oE
ερμηνεία Θεόδωρος Δημήτριεφ και χορωδία

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρωτη
χαραγμενη στην πετρα ευχη του ανθρωπου
η αλκη32 μες στο ζωο που οδηγει τον ηλιο
το φυτο που κελαηδησε και βγηκε η μερα
Η στερια που βουτα και υψωνει αυχενα
ενα λιθινο αλογο που ιππευει ο ποντος
οι μικρες κυανες φωνες μυριαδες
η μεγαλη λευκη κεφαλη Ποσειδωνος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι της Γοργονας
που κρατα το τρικαταρτο σα να το σωζει
σα να το κανει ταμα στους ανεμους
σα να λεει να τ' αφησει και παλι οχι
Ο μικρος ερωδιος33 της εκκλησιας
η εννια το πρωι σαν περγαμοντο
ενα βοτσαλο απεφθο μεσα στο βαθος
τ' ουρανου του γλαυκου φυτειες και στεγες
ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργουνε
που σηκωνουν το πελαγος σα Θεοτοκο
που φυσουν και αναβουνε τα πορτοκαλια
που σφυριζουν στα ορη κι ερχονται
Οι αγενειοι δοκιμοι της τρικυμιας
οι δρομεις που διανυσαν τα ουρανια μιλια
οι Ερμηδες με το μυτερο σκιαδι
και του μαυρου καπνου το κηρυκειο
Ο Μαϊστρος, ο Λεβαντες, ο Γαρμπης
ο Πουνεντες, ο Γραιγος, ο Σιροκος
η Τραμουντανα, η Οστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξυλινο τραπεζι
το κρασι το ξανθο με την κηλιδα του ηλιου
του νερου τα παιχνιδια στο ταβανι
στη γωνια το φυλλοδεντρο που εφημερευει
Οι λιθιες και τα κυματα χερι με χερι
μια πατουσα που συναξε σοφια στην αμμο
ενας τζιτζικας που επεισε χιλιαδες αλλους
η συνειδηση παμφωτη σαν καλοκαιρι.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το καμα που κλωτσαει
στο γιοφυρι απο κατω τα ωραια κοτρονια
τα σκατα των παιδιων με την πρασινη μυγα
ενα πελαγος βραζοντας και διχως τελος
Οι δεκαεξι νοματοι που τραβουν την τρατα
ο ακαθιστος γλαρος ο αργοπλευστης
οι φωνες οι αδεσποτες της ερημιας
ενος ισκιου μεσα στον τειχο
ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μινιο και με το φουμο
τα νησια με το σπονδυλο καποιανου Δια
τα νησια με τους ερημους ταρσαναδες
τα νησια με τα ποσιμα γαλαζια ηφαιστεια
Στο μελτεμι τα ορτσαροντας με κοντρα-φλοκο
Στο γαρμπη τ' αρμενιζοντας ποντζα-λαμπαντα
εως ολο το μακρος τους τ' αφρισμενα
με λιτριδια μαβια και με ηλιοτροπια
Η Σιφνος, η Αμοργος, η Αλοννησος
η Θασος, η Ιθακη, η Σαντορινη
η Κως, η Ιος, η Σικινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πετρινο πεζουλι
αντικρυ του πελαγους η Μυρτω να στεκει
σαν ωραιο οκτω ή σαν κανατι
με την ψαθα του ηλιου στο ενα χερι
Το πορωδες και ασπρο μεσημερι
ενα πουπουλο υπνου που ανεβαινει
το σβησμενο χρυσαφι μες στους πυλωνες
και το κοκκινο αλογο που δραπετευει
Του κορμου του αρχαιου του δεντρου η Ηρα
ο δαφνωνας ο απεραντος ο φωτοφαγος
ενα σπιτι σαν αγκυρα κατω στο βαθος
η Κυρα-Πηνελοπη με την ηλακατη
Της αντιπερα οχθης των πουλιων ο βοσπορος
ενα κτιριο απ' οπου ο ουρανος εχυθηκε
η γλαυκη ακοη μιση κατω απ' το πελαγος
μακροσυσκιοι ψιθυροι νυμφών και σφένταμων
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορταζοντας τη μνημη
των αγιων Κηρυκου και Ιουλιτης
ενα θαυμα να καιει στους ουρανους τ' αλωνια
ιερεις και πουλια να τραγουδουν το χαιρε :
ΧΑΙΡΕ η Καιομενη και χαιρε η Χλωρη
Χαιρε η Αμεταμελητη με το πρωραιο σπαθι
Χαιρε η που πατεις και τα σημαδια σβηνονται
Χαιρε η που ξυπνας και τα θαυματα γινονται
Χαιρε του παραδεισου των βυθων η Αγρια
Χαιρε της ερημίας των νησων η Αγια
Χαιρε η Ονειροτοκος χαιρε η Πελαγινη
Χαιρε η Αγκυροφορος και η Πενταστέρινη
Χαιρε με τα λυτα μαλλια η χρυσιζοντας τον ανεμο
Χαιρε με την ωραια λαλια η δαμαζοντας τον δαιμονα
Χαιρε που καταρτιζεις τα Μηναια των κηπων
Χαιρε που αρμοζεις τη ζωνη του Οφιουχου
Χαιρε η ακριβοσπαθιστη και σεμνη
Χαιρε η προφητικια και δαιδαλικη

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χωμα που ανεβαζει
μιαν οσμη κεραυνου σαν θειαφι
του βουνου ο πυθμενας οπου θαλλουν
οι νεκροι ανθη της αυριον
Ο χωρις δισταγμους ενστικτος νομος
ο σφυγμος ο ταχυς παικτης του βιου
ο αιματινος θρομβος ο σωσιας του ηλιου
κι ο κισσος ο αλτης των χειμωνων
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ροπτρο-σκαραβαιος34
το παρατολμο δοντι μες στο ψυχος του ηλιου
ο Απριλης που ενιωσε ν' αλλαζει φυλο
της πηγης το μπουμπουκι ο,τι που ανοιγει
Το χειραμαξο γερνοντας με τό 'να πλάι
μια χρυσομυγα που αναψε φωτια στο μελλον
του νερου η αορατη αορτη που παλλει
και γι ' αυτο ζωντανη κρατα η γαρδενια
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικοσιτα της Νοσταλγιας
τα λουλουδια τα νηπια της βροχης που τρεμουν
τα μικρα και τετραποδα στο μονοπατι
Τ' αψηλα στους ηλιους και τα ρεμβοκινητα
Τα σεμνα με την κοκκινη αρρεβωνα
τα κομπαζοντας εφιππα μες στους λειμωνες
τα σε καθαρο ουρανο εργασμενα
τα στοχαστικα και τα χιμαιροποικιλτα
Το κρινο, το Τριανταφυλλο, το Γιασεμι
ο Μενεξες, η Πασχαλια, ο Υακινθος
το Γιουλι, το Ζαμπακι, το Αστρολουλουδο
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το συννεφο στη χλοη
στο βρεμενο αστραγαλο το "φρτ" της σαυρας
το βαθυ της Μνησαρετης βλεμμα
που δεν ειναι αρνιου και αφεση δινει
Της καμπανας ο ανεμος ο χρυσεγερτης
ο ιππεας που παει ν' αναληφτει στη δυση
και ο αλλος ιππεας ο νοητος που παει
της φθορας τον καιρο ν' ανασκολισει
Μιας νυχτος Ιουνιου η νηνεμια
γιασεμια και φουστανια στοπεριβολι
το ζωακι των αστρων που ανεβαινει
της χαρας η στιγμη λιγο πριν κλαψει
Ενας κομπος ψυχης κι ουτε πια λεξη
σαν παραθυρο αδειο η Αρετουσα
και ο ερωτας ελθοντ' εξ' οράνω
πορφυριαν παρθεμενον χλαμυν35
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπιας
τα κοριτσια οι παραπλανημενες Πλειαδες
τα κοριτσια τ' Αγγεια των Μυστηριων
τα γεματα ωσ πανω και τ' απυθμενα
Τα στυφα στο σκοταδι και ομως θαυμα
τα γραμμενα στο φως και ομως μαυριλα
τα στραμμενα επανω τους οπως οι φαροι
τα ηλιοβορα και τα σεληνοβαμονα
Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια
Των ψιθυρων η επωαση μες στα κοχυλια
μια χαμενη σαν ονειρο : η Αριγνώτα36
ενα φως μακρινο που λεει : κοιμησου
σαστισμενα φιλια σαν πληθος δεντρα
Το λιγακι πουκαμισο που τρωει ο αερας
το χνουδακι το χλόινο πανω στην κνημη
του αιδοιου το μενεξεδενιο αλατι
και το κρυο νερο της Πανσεληνου
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινο τραγουδι
ο μυχός της Ελενης με το κυματακι
τα φραγκοσυκα φεγγοντας μες στη μασχαλη
ερειπιωνες37 του μελλοντος και της αραχνης
Τα νυχτερια τ' ατελειωτα μεσα στα σπλαχνα
το ρολόι το άυπνο που δεν φελαει
ενα μαυρο κρεβατι που ολο πλεει
στα τραχια τα παραλια του Γαλαξια
ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα ορθια με το μαυρο ποδι
τα καραβια οι αιγες των Υπερβορειων38
τα βια οι πεσσοι39 του Πολικου και του Υπνου
τα καραβια οι Νικοθόες κι οι Ευαδνες
Τα γεματα βοριαδες και φουντουκι του Ορους
τα μυριζοντας μουργα και χαρουπι αρχαιο
τα γραμμενα στη μασκα τους καθως οι Αγιοι
τα την ιδια στιγμη λοξα και ακινητα
Η Αγγελικα, ο Πολικος, οι Τρεις Ιεραρχαι
Ο Ατρομητος, η Αλκυων, η Ναυκρατουσα
το Μαρακι, το Εχει ο Θεος, η Ευαγγελιστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κυμα που αγριευει
και σηκωνεται πεντα οργιες επανω
τα χυμενα μαλλια στο ορνεο που γυριζει
και χτυπιεται στα τζαμια με την καταιγιδα
Η Μαρινα καθως προτου να υπαρξει
με του σκυλου το καυκαλο και τα δαιμονια
η Μαρινα το κερας της Σεληνης
η Μαρινα ο χαλασμος του κοσμου
Τα μουραγια ξεσκεπαστα στη σοροκαδα
ο παπας των νεφων που αλλαζει γνωμη
τα καημενα τα σπιτια που το ενα στο αλλο
ακουμπουνε γλυκα και αποκοιμιουνται
Της μικρης βροχης το λυπημενο προσωπο
η παρθενα ελια το λοφο ανηφοριζοντας
ουτε μια φωνη στα κουρασμενα συννεφα
της πολιχνης το σαλιγγαρακι που εσπασε
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρος και μονος
ο απο πριν χαμενος εσυ νά 'σαι
Ποιητης που δουλευει το μαχαιρι
στο ανεξιτηλο τριτο του χερι:
ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θανατος και αυτος η Ζωη
Αυτος το Απροβλεπτο και αυτος οι Θεσμοι
Αυτος η ευθεια του φυτου η το σωμα τεμνοντας
Αυτος η εστια του φακου η το πνευμα καιγοντας
Αυτος η διψα η μετα την κρηνη
Αυτος ο πολεμος ο μετα την ειρηνη
Αυτος ο θεωρος των κυματων ο Ιων
Αυτος ο Πυγμαλιων40 πυρος και τερατων
Αυτος η θρυαλλιδα41 που απο τα χειλη αναβει
Αυτος η αορατη σηραγγα που υπερκερα42 τον Αδη
Αυτος ο Ληστης της ηδονης που δε σταυρωνεται
Αυτος ο Οφις που με το Σταχυ ενωνεται
Αυτος το σκοτος και αυτος η ομορφη αφροσυνη
Αυτος των ομβρων του φωτος η εαροσυνη
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γυρισμα του Λυκου
στο ρυγχος του ανθρωπου και αυτο στου αγγελου
τα εννεα σκαλια που ανεβηκε ο Πλωτινος43
το χασμα του σεισμου που εγιομισε ανθη
Το λιγακι που αγγιζοντας αφηνει ο γλαρος
και φωτιζει τα βοτσαλα σαν αθωοτης
η γραμμη που χαραζεται μες στην ψυχη σου
και το πενθος μηνα του Παραδεισου
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασιας
αχερουσιο σαλπισμα και πυρινη ωχρα
το καιουμενο ποιημα και ηχειο θανατου
οι δορυαιχμες λεξεις και αυτοκτονες
Το ενδομυχο φως που ασπρογαλιαζει
κατ' εικονα και ομοιωση του απειρου
τα χωρις εκμαγειο44 βουνα που βγαζουν
απαραλλαχτες οψεις οψεις του αιωνιου
ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οιηση45 των ερειπιων
τα βουνα τα βαρυθυμα, τα μαστοφορα
τα βουνα τα σαν υφαλα μιας οπτασιας
τα κλεισμενα ολουθε και τα σαρανταπορα
Τα γεματα ψιλοβροχο σαν μοναστηρια
τα χωμενα στο πουσι46 των προβατων
τα ηρεμα πηγαινοντας καθως βουκολοι
με το μαυρο ζιμπουνι και με το πανωμαντιλο
Η Πινδος, η Ροδοπη, ο Παρνασσος
ο Ολυμπος, η Τυμφρηστος, ο Ταϋγετος
η Διρφυς, ο Αθως, ο Αινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διασελο που ανοιγει
αιωνιου γαλαζιο οδο στα νεφη
μια φωνη που παραπεσε μες στην κοιλαδα
μια ηχω που σαν βαλσαμο την ηπιε η μερα
Των βοδιων η προσπαθεια που σερνουν
τους ελαιωνες προς τη δυση
ο καπνος ο αταραχος που παει
των ανθρωπων τα εργα να διαλυσει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το περασμα του λυχνου
το γεματο χαλασματα και μαυρους ισκιους
η σελιδα που γραφτηκε κατω απ' το χωμα
το τραγουδι που ειπε η Λυγερη στον Αδη
Τα ξυλογλυπτα τερατα πανω σρο τεμπλο
οι αρχαιες οι λευκες οι ιχθυοφορες
οι ερασμιες Κορες με το πετρινο χερι
ο λαιμος της Ελενης ωσαν παραλια
Τ' ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δεντρα με την ευδοκια
η παρασηματικη ενος αλλου κοσμου
η παλια δοξασια οτι υπαρχει παντα
το πολυ σιμα και ομως αορατο
Η σκια που τα γερνει με το πλάι στο χωμα
ενα κατι του κιτρινου στη θυμηση τους
η αρχαια τους ορχηση πανω απο τους ταφους
η σοφια τους η αδιατιμητη
Η Ελια, η Ροδια, η Ροδακινια
το Πευκο, η Λευκα, ο Πλατανος
ο Δρυς, η Οξυα, το Κυπαρισσι
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται
Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
και το μαλλινο ερημο μεσα στ' αγιαζι
Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος
δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν - και ομως
το "αντιο" στα τσινορα που λιγο λαμπει
και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος
Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
των φονιαδων η αλλη πλευρα η αθεατη
το μικρο "γιατι" που εμεινε αναπαντητο
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει
απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
ποιο το "νυν" και ποιο το "αιεν" του κοσμου :
ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη
ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη
Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη
Νυν των λεπιδοπτερων το νεφος το κινουμενο
Αιεν των μυστηριων το φως το περιιπταμενο
Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια
Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα 47
Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος
Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
Νυν Νυν το μηδεν
και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΠροηγούμενηἙπόμενο

Ἐπιστροφὴ στην Ποίηση



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης