ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 29/09/2012 01:08

Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Ζητήματα. Κριτική εξέτασις των προγενεστέρων θεωριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Σπουδαιότης και δυσκολίαι της ψυχολογίας.— Μέθοδος. — Δεν πρέπει μόνη η του ανθρώπου ψυχή να μελετάται. — Ζητήματα προς λύσιν. — Η ψυχή και το σώμα είναι αχωρίστως ηνωμένα. — Δια τούτο εις τον φυσιολόγον προ πάντων ανήκει η σπουδή της ψυχής.— Αναφοραί της φυσικής, των μαθηματικών και της πρώτης φιλοσοφίας.

1. Μολονότι νομίζομεν, ότι πάσα γνώσις και επιστήμη είναι από τα ωραία και πολύτιμα πράγματα, αλλ' ότι άλλη εκ των επιστημών υπερέχει άλλης ή διά την ακρίβειαν αυτής (ως τα μαθηματικά), ή διότι είναι γνώσις πραγμάτων υψηλοτέρων και θαυμασιωτέρων (ως η αστρονομία), όμως την ψυχολογίαν δυνάμεθα και δια τους δύο τούτους λόγους δικαίως να θέσωμεν μεταξύ των πρώτων επιστημών. Φαίνεται δε ότι η γνώσις της ψυχής είναι μεγάλη συμβολή εις την γνώσιν της όλης αληθείας (της φιλοσοφίας) και μάλιστα της φύσεως (της φυσικής)· διότι η ψυχή είναι τρόπον τινά η αρχή των όντων, τα οποία έχουσι ζωήν. Ζητούμεν λοιπόν να εξετάσωμεν και να μάθωμεν πρώτον την φύσιν και την ουσίαν της ψυχής, έπειτα και πάντα τα συμβεβηκότα και τα φαινόμενα αυτής, από τα οποία άλλα μεν φαίνονται ότι είναι ιδιάζοντα της ψυχής πάθη (1), άλλα δε ότι υπάρχουσι και εις τα ζώα ένεκα της ψυχής (2).

2. Αλλ' οπωςδήποτε είναι βέβαια δυσκολώτατον πράγμα να αποκτήσωμεν αξιόπιστον (θετικήν) γνώσιν αυτής. Διότι, όπως και εις πολλά άλλα πράγματα, ούτω και εδώ προβάλλει το ζήτημα τί είναι η ουσία, τί είναι το πράγμα. Και ήθελε τις νομίσει αμέσως ότι μία μόνη μέθοδος υπάρχει δι' όλα τα πράγματα, των οποίων θέλομεν να γνωρίσωμεν την ουσίαν, όπως μία μόνη υπάρχει απόδειξις των ιδιαιτέρων ποιοτήτων αυτών, και ότι επομένως πρέπει ταύτην να ζητήσωμεν την μέθοδον. Αλλ' εάν δεν υπάρχη μέθοδος μία και κοινή προς γνώσιν του τί είναι τα πράγματα, ακόμη δυσκολωτέρα γίνεται η πραγματεία αύτη. Διότι τότε θα χρειασθή να εξετάσωμεν δι' έκαστον αυτών ποίαν ιδίαν οδόν θα ακολουθήσωμεν και όταν γείνη φανερόν ποία είναι η οδός αύτη, ή απόδειξις (3) ή διαίρεσις (4) ή και άλλη τις μέθοδος, πολλαί ακόμη πλάναι θα υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων· άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών και άλλαι αι των επιπέδων.

3. Πρώτον δε είναι ίσως αναγκαίον να διακρίνωμεν εις ποίον από τα γένη τού είναι ανήκει και τί είναι η ψυχή, αν δηλαδή είναι τούτο το (ατομικόν) πράγμα και ουσία (5) ή είναι ποιόν (6) ή ποσόν (7) ή και άλλη τις από τας αλλαχού αριθμηθείσας κατηγορίας. Προσέτι δε αν είναι εκ των εν δυνάμει όντων ή μάλλον εντελέχεια (εντελής πραγματικότης)· η διάκρισις δε αύτη έχει ουχί σμικράν σπουδαιότητα (8).
4. Πρέπει να εξετάσωμεν και αν η ψυχή διαιρείται εις μέρη ή είναι αμερής (9) και αν είναι πάσαι αι ψυχαί του αυτού είδους ή όχι (10). Και, αν δεν είναι του αυτού είδους, τότε πρέπει να εξετασθή αν αύται είναι διάφορα είδη του αυτού γένους ή διάφορα γένη. Διότι σήμερον οι ομιλούντες και ερευνώντες περί ψυχής φαίνονται, ότι περί μόνης της ανθρωπίνης ψυχής πραγματεύονται.
5. Πρέπει δε να προσέξωμεν και όπως μη μείνη ανεξέταστον, αν είς μόνος ορισμός της ψυχής είναι π. χ. του ζώου εν γένει (11), ή υπάρχει διάφορος εκάστης ψυχής ή εκάστου είδους ζώων, άλλος του ίππου λ. χ., άλλος του κυνός, άλλος του ανθρώπου, άλλος του θεού· διότι το καθόλου ζώον (12) ή ουδέν πραγματικόν είναι ή είναί τι πολύ ύστερον παρά τα καθέκαστα (αφηρημένον). Το αυτό δε λέγομεν και αν εις άλλον (διάφορον του ζώου) κοινόν όρον ήθελεν αποδοθή η ψυχή.
6. Προσέτι, εάν δεν υπάρχωσι μεν πολλαί ψυχαί, υπάρχωσιν όμως πολλά μέρη (δυνάμεις) της ψυχής, τί εκ των δύο πρέπει να μελετήσωμεν, την όλην ψυχήν προ των μερών, ή αντιστρόφως πρότερον τα μέρη. Δύσκολον δε είναι και να προσδιορίσωμεν ποία είναι τα μέρη, τα οποία εκ φύσεως διαφέρουσιν απ' αλλήλων, και αν τα μέρη, καθ' εαυτά πρέπει να εξετάσωμεν πρότερον ή τα έργα, την ενέργειαν των μερών· λ.χ. την νόησιν πρότερον ή τον νουν (13), την αίσθησιν (ενέργειαν) πρότερον ή το αισθητικόν (δύναμιν)· ομοίως δε και περί των άλλων.

7. Εάν δε πρέπη να μελετώνται πρότερον αι ενέργειαι, πάλιν δύναται τις να ερωτήση αν πρέπει πρότερον αυτών να εξετάζωμεν τα αντικείμενα, το αισθητόν ον λ. χ. πρότερον του αισθητικού, το νοητόν προ του νου.

8. Είναι δε φανερόν, ότι ου μόνον η γνώσις του τι είναι τα πράγματα είναι χρήσιμος εις το να ίδωμεν τας αιτίας των συμβεβηκότων των όντων (ως λ.χ. εις τα μαθηματικά πρέπει να γνωρίζωμεν τί είναι το ευθύ και το καμπύλον, ή τί η γραμμή και το επίπεδον, δια να μάθωμεν με πόσας ορθάς είναι ίσαι αι γωνίαι του τριγώνου). Αλλά και τανάπαλιν η γνώσις των συμβεβηκότων συντελεί μεγάλως εις το να γνωρίσωμεν τί είναι το πράγμα. Διότι, όταν δυνάμεθα κατά τας εικόνας των πραγμάτων τας οποίας σχηματίζει η φαντασία να εξηγώμεν τα συμβεβηκότα, ή πάντα ή τα πλείστα, τότε θα δυνάμεθα κάλλιστα να δίδωμεν λόγον και περί της ουσίας. Διότι η ουσία, το τί είναι το πράγμα, είναι η αρχή και βάσις πάσης αποδείξεως, και επομένως εκείνοι εκ των ορισμών, όπου συμβαίνει να μένωσιν αγνώριστα τα συμβεβηκότα
και να μη είναι εύκολον μήτε εικόνα τινά να σχηματίση τις περί αυτών, είναι προφανές ότι άπαντες ελέχθησαν αντιλογικώς και κενολογικώς.

9. Απορίαν δε γεννώσι και τα πάθη της ψυχής, αν είναι πάντα κοινά και του σώματος του έχοντος αυτήν, ή υπάρχει και τι το οποίον ανήκει αποκλειστικώς εις την ψυχήν. Να μάθωμεν τούτο είναι αναγκαίον, αλλ' όχι εύκολον. Είναι όμως φανερόν, ότι κατά τα πλείστα ουδέν πάσχει, ουδέ ενεργεί η ψυχή άνευ του σώματος, ούτε οργίζεται, ούτε θαρρεί, ούτε επιθυμεί, ούτε όλως αισθάνεται άνευ αυτού. Ίδιον δε αυτής φαίνεται προ πάντων η νόησις· εάν δε και η νόησις είναι φαντασία ή δεν δύναται να υπάρχη άνευ φαντασίας (14), τότε ουδ' αυτή θα ηδύνατο να υπάρχη άνευ σώματος.


10. Εάν λοιπόν υπάρχη τι εκ των παθημάτων ή των ενεργειών της ψυχής, όπερ ανήκει αποκλειστικώς εις αυτήν, τότε αύτη θα ηδύνατο να χωρίζηται από του σώματος. Εάν όμως μηδέν ίδιον υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να υπάρξη χωριστή. Αλλά καθώς το ευθύ, καθ' όσον είναι ευθύ (ευθεία γραμμή λ. χ.), δύναται να έχη πολλά συμβεβηκότα, λ.χ. να εφάπτηται της χαλκής σφαίρας είς τι σημείον, αλλ' όμως, εάν χωρισθή το ευθύ (η ευθύτης ως αφηρημένον) από του σώματος, δεν θα εφάπτηται της σφαίρας, διότι το ευθύ δεν υπάρχει χωριστόν, αλλ' είναι πάντοτε μετά τινος σώματος (15), ούτω και πάντα τα πάθη της ψυχής είναι ηνωμένα μετά του σώματος, ο θυμός, η πραότης, ο φόβος, ο έλεος, το θάρρος, η χαρά και η φιλία και το μίσος. Διότι συγχρόνως με τα παθήματα ταύτα της ψυχής συμπάσχει κατά τι και το σώμα. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι άλλοτε μεν, αν και ισχυρά και σαφή παθήματα συμβαίνουσιν είς τινα, ουδόλως ερεθίζεται ούτε φοβείται, ενίοτε όμως συγκινείται υπό μικρών και σκοτεινών παθημάτων, όταν το σώμα εξερεθίζηται και έχη την διάθεσιν τοιαύτην, οποίαν έχει όταν οργίζηταί τις. Έτι δε μάλλον φανερόν γίνεται τούτο εκ των εξής: ενώ δηλ. ουδέν συμβαίνει το προξενούν φόβον, πολλοί όμως περιπίπτουσιν εις πάθη ανθρώπου όστις φοβείται. Και, αν τούτο είναι αληθές, είναι φανερόν, ότι τα πάθη είναι λόγοι ένυλοι (16). Και επομένως εκφράσεις τοιαύται, ως το οργίζεσθαι, σημαίνουσι κίνησιν του εν τοιαύτη διαθέσει όντος σώματος, ή κίνησιν μέρους τοιούτου ή δυνάμεως τοιαύτης υπό τούτου του πράγματος χάριν τούτου του σκοπού.


11. Δια ταύτα είναι έργον του φυσικού να μελετήση την ψυχήν ή όλην ή μερικώς. Άλλως θα ορίση ο φυσικός και άλλως ο διαλεκτικός (φιλόσοφος) έκαστον πάθος της ψυχής, την οργήν λ.χ. Διότι ο μεν θα είπη, ότι η οργή είναι επιθυμία να προξενήση τις λύπην αντί λύπης ή ανάλογόν τι, ο δε ότι είναι βρασμός του αίματος ή της
θερμότητος πέριξ της καρδίας. Εκ τούτων λοιπόν ο μεν αποδίδει την ύλην, ο δε την μορφήν και την έννοιαν. Διότι η έννοια, ο λόγος είναι η μορφή του πράγματος, και είναι αναγκαίον ούτος να υπάρχη εν ύλη τινί ωρισμένη, εάν μέλλη να υπάρχη το πράγμα. Ούτω λ.χ. η μεν έννοια της οικίας είναι τοιαύτη: οικία είναι σκέπασμα, όπερ εμποδίζει την εκ των ανέμων και βροχών και καυσώνων βλάβην ημών. Αλλ' ο μεν (φυσικός) θα είπη ότι είναι λίθοι και πλίνθοι και ξύλα, ο άλλος όμως θα είπη ότι η μορφή της οικίας είναι τοιαύτη και έχει τοιούτον σκοπόν. Τίς λοιπόν τούτων είναι ο φυσικός; άραγε ο ομιλών περί της ύλης, αγνοών δε τον λόγον; ή ο γνωρίζων μόνον τον λόγον (την έννοιαν); ή μάλλον ο συνενών και τα δύο. Αλλά οποίός τις είναι έκαστος εξ αυτών των δύο; Βεβαίως ουδείς εξετάζει τα πάθη της ύλης τα μη χωριστά απ' αυτής και καθ' όσον δεν είναι χωριστά, αλλά ο φυσικός ασχολείται περί πάντων, όσα είναι πάθη και ενέργειαι του τοιούτου ωρισμένου σώματος και της τοιαύτης ωρισμένης ύλης. Όσα δε δεν είναι τοιαύτα, άλλος παρά τον φυσικόν εξετάζει αυτά. Και διά τινα μεν ο άλλος ούτος είναι είς τεχνίτης, καθώς τύχη, τέκτων ή ιατρός. Εκείνα δε τα πάθη, τα οποία δεν είναι χωριστά, ταύτα, καθ' όσον δεν ανήκουσιν εις τούτο το ωρισμένον σώμα και εξετάζονται κατ' αφαίρεσιν, μελετά ο μαθηματικός, καθ' όσον δε θεωρούνται χωρισμένα, μελετά ο πρώτος φιλόσοφος (ο μεταφυσικός). Αλλ' ας επανέλθωμεν εις την αρχήν του λόγου ημών. Ελέγομεν ότι τα πάθη της ψυχής είναι αχώριστα από της φυσικής ύλης των ζώντων, εν τη οποία τα τοιαύτα υπάρχουσι, π.χ. ο θυμός και ο φόβος, και δεν είναι καθώς η γραμμή και το επίπεδον (τα οποία δύνανται να θεωρώνται χωριστά και άσχετα). (17)



Σημειώσεις

1) Πάθη ή συμβεβηκότα τα οποία αποτελούσι την ουσίαν της ψυχής.

2) Διότι η ψυχή είναι η τελική αιτία του σώματος, του φυτού και του ζώου.

3) Μέθοδος Αριστοτελική.

4) Μέθοδος Πλατωνική.

5) Ότι η ψυχή είναι υπόστασις εδίδασκον οι Πυθαγορικοί και ο Πλάτων.

6) Ως έλεγον οι ιατροί οι ισχυριζόμενοι, ότι είναι αποτέλεσμα της κρίσεως.

7) Ως έλεγεν ο Ξενοκράτης ορίζων ότι η ψυχή είναι αριθμός.

8) Διότι πρόκειται να αποδειχθή αν η ψυχή είναι σωματική ή ασώματος, ήτοι καθαρά ενέργεια,

9) Αν η ψυχή είναι μία εις έκαστον ον, ή δύναται να διαιρήται εις πολλάς άλλας ψυχάς.

10) Ο Αριστοτ. διακρίνει 3 ή μάλλον 4 είδη ψυχών, την θρεπτικήν ή φυτικήν, την αισθητικήν (ζωικήν), την κινητικήν και την νοητικήν (λογικήν).

11) Ήτοι ορισμός της εν πάσι τοις ζώοις ψυχής, όπερ φαίνεται αδύνατον, διότι η ψυχή του κυνός, ή του ανθρώπου και η του θεού δεν δύνανται να ορισθώσιν ομοίως.

12) Το αυτόζωον του Πλάτωνος (όρα Τίμαιον).

13) Η νόησις είναι ενεργεία νους, ούτω και τα άλλα.

14) Κατά τον Αριστοτ. δεν υπάρχει φαντασία άνευ της αισθήσεως, αύτη δε δεν υπάρχει άνευ του σώματος· άρα και νόησις δεν υπάρχει άνευ του σώματος.

15) Ούτω και η ψυχή δεν δύναται να είναι χωριστή από του σώματος.

16) Έννοιαι εν τη ύλη έχουσαι την ύπαρξιν αυτών, εκδηλούμεναι εν τω σώματι.

17) Η γραμμή και η επιφάνεια δύνανται να θεωρώνται χωριστά, κατά τρόπον αφηρημένον, και, ούτως εξετάζονται υπό των μαθηματικών. Αλλά τα πάθη της ψυχής πρέπει να θεωρώνται εν ταις αναφοραίς των προς το σώμα, από του οποίου αύτη ουδέποτε χωρίζεται.
Τελευταία ἐπεξεργασία ἀπὸ ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ τὴν Παρ 05/10/2012 17:41, ἐπεξεργάστηκε 1 φορὰ συνολικά.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 01/10/2012 15:54

BIBLION ΠΡΩΤΟΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
Αι περί ψυχής υπό των άλλων παραδεδομέναι δοξασίαι και δια ποίας αιτίας· δια την κίνησιν—δοξασίαι Δημοκρίτου, Λευκίππου, Πυθαγορείων και Αναξαγόρα. Δια την αισθητικότητα και την γνώσιν—δόξαι Δημοκρίτου, Θαλή κ.λ. Εξαίρεσις Αναξαγόρα. Διαφορά θεωριών περί του είδους και του αριθμού των αρχών των πραγμάτων.

1. Επειδή σκοπούμεν να εξετάσωμεν την ψυχήν, είναι αναγκαίον, ενώ συγχρόνως εκθέτομεν τας απορίας, τας οποίας πρέπει να έχωμεν λύσει, πριν ή προχωρήσωμεν, να συμπαραλάβωμεν τας δοξασίας των προγενεστέρων, όσοι είπόν τι περί αυτής, όπως αποδεχθώμεν όσα είπαν καλώς, αποφύγωμεν δε ό,τι δεν είπον καλώς.

2. Η αρχή δε της μελέτης ημών είναι να προτάξωμεν τας ιδιότητας, αίτινες σαφέστατα φαίνονται ότι ανήκουν εις την φύσιν της ψυχής. Το έμψυχον βεβαίως φαίνεται ότι διαφέρει του αψύχου κατά δύο προ πάντων, κατά την κίνησιν και την αίσθησιν. Παρελάβομεν δε και παρά των προγενεστέρων μόνα σχεδόν τα δύο ταύτα διακριτικά περί ψυχής. Τω όντι λέγουσί τίνες, ότι η ψυχή είναι το κατ' εξοχήν και το πρώτον παράγον την κίνησιν· νομίσαντες δε ότι το μη κινούμενον αυτό δεν δύναται να κινή άλλο, υπέλαβον ότι η ψυχή είναι εκ των κινουμένων. Όθεν ο Δημόκριτος λέγει ότι η ψυχή είναι πυρ και θερμόν τι· διότι, ενώ υπάρχουσιν άπειρα σχήματα και άτομα, καλεί πυρ και ψυχήν, τα σφαιροειδή άτομα ομοιάζοντα με τα εν τω αέρι σωμάτια τα καλούμενα ξύσματα, τα οποία φαίνονται εις τας διά των θυρίδων εισερχομένας ηλιακάς ακτίνας. Τα άτομα δε ταύτα διεσπαρμένα πανταχού λέγει ότι είναι στοιχεία της φύσεως. Όμοια εδόξαζε και ο Λεύκιππος. Εκ των ατόμων μόνα τα σφαιροειδή έλεγον ούτοι ότι συνιστώσι την ψυχήν, διότι τα τοιαύτα σωματίδια δύνανται ευχερέστατα να εισδύωσι πανταχού και αυτά κινούμενα να κινώσι τα λοιπά. Διότι επίστευον ότι η ζωή είναι η δίδουσα την κίνησιν εις τα ζώα. Διά τούτο είπον και ότι όρος της ζωής είναι η αναπνοή. Διότι το περιέχον (ο αήρ) συνάγει τα σώματα και ούτως εκθλίβει τα σφαιροειδή κατά το σχήμα άτομα τα δίδοντα την κίνησιν, διότι ουδέποτε ουδ' αυτά ηρεμούσιν εκ τούτου δε επέρχεται μεγάλη βοήθεια εις τα ζώα, διότι έξωθεν επεισέρχονται άλλα όμοια άτομα κατά την αναπνοήν, ταύτα δε εμποδίζουσι τα εν τοις ζώοις υπάρχοντα άτομα από του να εξέρχωνται, διότι βοηθούσι να απωθήται εκείνο όπερ τα συνάγει και πηγνύει. Λέγουσι δε και ότι τα έμψυχα ζώσιν, εφ' όσον χρόνον δύνανται να εκτελώσι τούτο.


4. Φαίνεται δε ότι και το υπό των Πυθαγορείων λεγόμενον έχει την αυτήν έννοιαν. Τινές δηλαδή αυτών έλεγον, ότι ψυχή είναι τα εν τω αέρι σμικρά σώματα, άλλοι δε ότι ψυχή είναι η αιτία η κινούσα αυτά. Είπον δε ούτω περί αυτών, διότι ταύτα φαίνονται πάντοτε κινούμενα, και αν έτι υπάρχη τελεία νηνεμία. Εις το αυτό καταντώσι και όσοι λέγουσιν ότι η ψυχή είναι το κινούν εαυτό. Διότι πάντες ούτοι φαίνονται φρονούντες, ότι η κίνησις είναι οικειότατον χαρακτηριστικόν της ψυχής και ότι τα μεν άλλα πάντα κινούνται υπ' αυτής, αυτή δε κινείται υφ' εαυτής, διότι ουδέν βλέπουσι κινούν, όπερ δεν κινείται και αυτό.



5. Ομοίως δε και ο Αναξαγόρας λέγει, ότι η ψυχή είναι η αιτία της κινήσεως, και εί τις άλλος είπεν ότι το παν ο νους κινεί. Αλλ' όμως η δόξα τούτων δεν είναι εντελώς ομοία με την του Δημοκρίτου. Διότι ούτος λέγει, ότι απολύτως η ψυχή και ο νους είναι το αυτό πράγμα· και ότι το μέτρον του αληθούς είναι το αισθητόν φαινόμενον (1) και δια ταύτα καλώς ο Όμηρος παρέστησε τον Έκτορα ότι κατέκειτο αλλοφρονών, ότε κατέκειτο αναίσθητος (2). Τον νουν δεν θεωρεί ως δύναμίν τινα προς γνώσιν της αληθείας, αλλά λέγει ότι ψυχή και νους είναι το αυτό.


Ο Αναξαγόρας όμως είναι ολιγώτερον σαφής περί αυτών (3), διότι εις πολλά μέρη λέγει ότι ο νους είναι το αίτιον του καλού και του ορθού, αλλαχού όμως λέγει ότι ο νους είναι η ψυχή· διό ο νους υπάρχει εις όλα τα ζώα, μεγάλα και μικρά, ανώτερα και κατώτερα. Φαίνεται όμως ότι ο λεγόμενος υπ' αυτού νους κατά την νόησιν δεν υπάρχει ομοίως εις πάντα τα ζώα, ουδέ εις πάντας τους ανθρώπους.





6. Όσοι λοιπόν απέβλεψαν εις το ότι το έμψυχον κινείται αφ' εαυτού, ούτοι υπέλαβον ότι η ψυχή είναι το κινητικώτατον ον, όσοι όμως απέβλεψαν εις το ότι η ψυχή γινώσκει και αισθάνεται τα όντα, ούτοι λέγουσιν ότι η ψυχή είναι αυταί αι αρχαί των πραγμάτων, τας οποίας άλλοι μεν παραδέχονται ότι είναι περισσότεραι, άλλοι δε ότι είναι μία μόνη αρχή. Ο μεν Εμπεδοκλής δοξάζων ότι η ψυχή αποτελείται εκ πάντων των στοιχείων, και ότι και έκαστον τούτων είναι ψυχή λέγει: “Διά της γης βλέπομεν την γην, δια του ύδατος το ύδωρ, δια του αιθέρος τον θείον αιθέρα, διά του πυρός το καταστρεπτικόν πυρ, δια της στοργής την στοργήν, δια της έριδος την ολεθρίαν έριδα”.



7. Κατά τον αυτόν τρόπον και ο Πλάτων εν τω Τιμαίω την ψυχήν συνιστά εκ των στοιχείων (4), Διότι έλεγεν ότι δια του ομοίου γινώσκεται το όμοιον, και ότι τα πράγματα αποτελούνται εκ των αρχών. Τα αυτά εξετέθησαν εν τω συγγράμματι “Περί Φιλοσοφίας” επιγραφόμενον (5), όπου ορίζει, ότι το ζώον αυτό καθ' εαυτό γεννάται εκ της ιδέας του ενός και εκ του πρώτου μήκους και πλάτους και βάθους (6), τα δ' άλλα όντα κατά τον όμοιον τρόπον. Προσέτι δε λέγει κατ' άλλην έποψιν, ότι ο νους μεν είναι το εν, επιστήμη δε τα δύο, διότι αφ' ενός τινος κινουμένη φθάνει εις την ενότητα· δόξα δε είναι ο αριθμός του επιπέδου, και αίσθησις ο αριθμός του στερεού. Διότι έλεγεν, ότι οι αριθμοί είναι αυταί αι ιδέαι και αι αρχαί των πραγμάτων, και ότι αποτελούνται εκ των στοιχείων

Γινώσκονται δε τα πράγματα, άλλα μεν διά του νου, άλλα δε δια της επιστήμης, άλλα δια της δόξης και άλλα δια της αισθήσεως. Ιδέαι δε των πραγμάτων είναι οι αριθμοί ούτοι.




8. Επειδή δε η ψυχή εθεωρείτο ότι είναι τι το οποίον και κινεί και γινώσκει, τινές (7) συνεδύασαν και τα δύο ταύτα χαρακτηριστικά και ώρισαν ότι η ψυχή είναι αριθμός κινών εαυτόν.


9. Διαφωνούσιν όμως οι φιλόσοφοι ούτοι περί των αρχών ποίαι και πόσαι είναι αύται. Μάλιστα οι θεωρούντες


αυτάς σωματικάς διαφωνούσι προς τους θεωρούντας αυτάς ασωμάτους· προς τούτους δε διαφωνούσιν εκείνοι, οίτινες συνεδύασαν ταύτα και είπον ότι αι αρχαί είναι εξ αμφοτέρων (σωματικαί και ασώματοι).



10. Διαφωνούσι δε και περί του πλήθους των αρχών (στοιχείων)· οι μεν λέγουσιν ότι είναι μία αρχή, οι δε ότι είναι περισσότεραι, συμφώνως δε με ταύτα εξηγούσι την ψυχήν. Προσέτι δε παρεδέχθησαν, ουχί άνευ λογού, ότι το να παράγωσι κίνησιν είναι αυτή η φύσις των πρώτων αιτιών.



11. Όθεν τινές εδόξασαν ότι πυρ είναι η ψυχή· διότι το πυρ και μικρότατα έχει τα μέρη και είναι εκ πάντων των στοιχείων το μάλλον ασώματον, προσέτι δε είναι αυτοκίνητον και κινεί τα άλλα πρώτον αυτό.



12. Ο Δημόκριτος δε σαφέστερον εξηγήθη ειπών την αιτίαν εκάστου των δύο τούτων χαρακτηριστικών (8). Είπε δηλ. ότι ψυχή και νους είναι το αυτό, διότι η ψυχή είναι εν εκ των πρώτων και αδιαιρέτων σωμάτων, και κινεί ένεκα της σμικρότητος των μερών αυτής και ένεκα του σχήματος της· ευκινητότατον δε εκ των σχημάτων έλεγεν ότι είναι το σφαιροειδές, και ότι τοιούτον έχει το σχήμα ο νους και το πυρ.


13. Ο Αναξαγόρας μεν φαίνεται ότι άλλο θεωρεί την ψυχήν και άλλο το σώμα, ως είπομεν και πρότερον μεταχειρίζεται όμως και τα δύο ως μίαν μόνην φύσιν, πλην ότι τον νουν θέτει προ παντός άλλου ως αρχήν πάντων των πραγμάτων. Ούτω λέγει ότι εκ των όντων μόνος ο νους είναι απλούς και αμιγής και καθαρός· αποδίδει όμως εις μίαν και την αυτήν αρχήν αμφότερα, και το γινώσκειν και το κινείν, διότι λέγει ότι ο νους εκίνησε το παν.


14. Φαίνεται δε ότι και ο Θαλής, εξ όσων αναφέρουσι περί αυτού, υπέλαβεν ότι η ψυχή είναι κινητικόν τι, εάν αληθώς έλεγεν ότι η μαγνήτις λίθος έχει ψυχήν, διότι κινεί τον σίδηρον.


15. Διογένης δε ο Απολλωνιάτης έλεγε, καθώς και άλλοι τινές, ότι η ψυχή είναι αήρ, διότι επίστευσεν ότι εκ πάντων των σωμάτων ο αήρ έχει τα σμικρότατα μέρη και είναι η αρχή πάντων. Και δια τούτο η ψυχή και γινώσκει και κινεί, και καθ' όσον μεν είναι αιτία πρώτη και εκ ταύτης προέρχονται τα λοιπά, γινώσκει τα πράγματα, καθ' όσον δε έχει τα μέρη σμικρότατα, είναι κινητική.


16. Και ο Ηράκλειτος δε έλεγεν, ότι η ψυχή είναι η πρώτη αρχή, διότι παρεδέχετο ότι η ψυχή είναι η αναθυμίασις, εκ της οποίας ούτος συνιστά τα άλλα, και προσέτι ότι η ψυχή είναι το μάλλον ασώματον ον και εν αδιαλείπτω ροή, και ότι το κινούμενον γινώσκεται υπό του κινουμένου. Εφρόνει δε και εκείνος όπως και άλλοι πολλοί, ότι τα όντα είναι εν κινήσει.


17. Ομοίως δε προς τούτους φαίνεται ότι και ο Αλκμαίων εδόξαζε περί ψυχής· λέγει δηλ. ότι αύτη είναι αθάνατος, διότι ομοιάζει με τους αθανάτους· έχει δε το χαρακτηριστικόν τούτο, διότι πάντοτε κινείται· κινούνται δε και
πάντα τα θεία αιωνίως, η σελήνη, ο ήλιος, οι αστέρες και ο ουρανός όλος.



18. Άλλοι δε, παχυλωτέρας έχοντες δοξασίας, είπον ότι και ύδωρ είναι η ψυχή, καθώς ο Ίππων. Φαίνονται δε ότι επείσθησαν περί τούτου εκ του ζωικού σπέρματος, διότι εις πάντα τα όντα το σπέρμα είναι υγρόν· διό και μέμφεται τους λέγοντας ότι αίμα είναι η ψυχή, διότι η γονή δεν είναι αίμα, αυτή δε (το σπέρμα) είναι η πρώτη (η στοιχειώδης) ψυχή.



19. Άλλοι όμως, καθώς ο Κριτίας, λέγουσιν ότι η ψυχή είναι το αίμα, διότι παραδέχονται ότι το οικειότατον χαρακτηριστικόν της ψυχής είναι η αίσθησις, ήτις υπάρχει εις την ψυχήν εξ αιτίας της φύσεως του αίματος. Ούτω πάντα τα στοιχεία έλαβον κριτάς (ψήφους) πλην της γης, την οποίαν ουδείς ανεκήρυξεν ως αρχήν της ψυχής, εκτός εάν τις είπεν ότι η ψυχή συνίσταται εκ πάντων των στοιχείων (9) ή ότι είναι πάντα τα στοιχεία.


20. Ορίζουσιν ούτοι πάντες την ψυχήν ούτως ειπείν δια τριών γνωρισμάτων, ήτοι της κινήσεως, της αισθήσεως και της αϋλότητος (10), έκαστον δε εκ τούτων αναφέρεται πάλιν εις τας στοιχειώδεις αρχάς. Δια τούτο και οι ορίζοντες την ψυχήν δια του γνωστικού υπολαμβάνουσιν, ότι αύτη είναι ή στοιχείον ή αποτελείται εκ των στοιχείων, και πάντες λέγουσιν όμοια προς αλλήλους πλην ενός (11), διότι ισχυρίζονται ότι το όμοιον γνωρίζεται δια του ομοίου· και επειδή η ψυχή γινώσκει πάντα, δια τούτο συνιστώσιν αυτήν εκ πασών των αρχών (των στοιχείων).



21. Όσοι λοιπόν (12) λέγουσιν ότι μία μόνη υπάρχει αιτία και εν στοιχείον, ούτοι ισχυρίζονται, ότι και η ψυχή είναι εν στοιχείον, λ. χ. πυρ ή αήρ. Οι δε παραδεχόμενοι περισσοτέρας αρχάς, ούτοι λέγουσιν, ότι η ψυχή είναι πολλαπλή.


22. Μόνος δε ο Αναξαγόρας λέγει, ότι ο νους είναι απαθής και ουδέν κοινόν έχει με τα άλλα πάντα. Αλλά, εάν τοιούτος είναι ο νους, πώς δύναται να γνωρίζη και δια ποίαν αιτίαν, ούτε ο Αναξαγόρας είπεν ούτε εξ όσων έγραψεν είναι φανερόν. Όσοι δε παραδέχονται(13) αντιθέσεις μεταξύ των αρχών, ούτοι και την ψυχήν συνιστώσιν εκ των αντιθέτων· οι δε παραδεχόμενοι (14) το εν εκ των εναντίων, λ.χ. ή θερμόν ή ψυχρόν ή τοιούτον τι άλλο, ούτοι ισχυρίζονται ότι και η ψυχή είναι ομοίως εν εκ τούτων. Δια τούτο τινές παρακολουθούσι και την παραγωγήν των λέξεων και οι μεν λέγοντες ότι η ψυχή είναι το θερμόν, ισχυρίζονται ότι δια τούτο (δια το ζέειν) ωνομάσθη ζωή, οι δε λέγοντες ότι είναι το ψυχρόν, ισχυρίζονται ότι δια την αναπνοήν και την εκ ταύτης ψύξιν εκλήθη ψυχή.


Ταύτα είναι λοιπόν τα περί της ψυχής παραδοθέντα υπό των προγενεστέρων, και ούτοι οι λόγοι δι' ους τοιαύτα είπον.



Σημειώσεις

1) Αύτη είναι η αρχή των σοφιστών και ιδία του Πρωταγόρα.

2) Ο Όμηρος δήλα δη υπελάμβανεν ως ταυτόν τον νουν και την ψυχήν.

3) Διότι άλλοτε διακρίνει και άλλοτε συγχέει νουν και ψυχήν.

4) Ουχί εκ των τεσσάρων στοιχείων, αλλ' “εκ της αμερίστου φύσεως και αΰλου και ασωμάτου και εκ της σωματικής και μεριστής μέση μεταξύ αυτών συνεκράθη η ψυχή” λέγει ο Πλάτων εν τω Τιμαίω.

5) Άγνωστον είναι τοιούτον σύγγραμμα· ίσως εννοεί την προφορικήν διδασκαλίαν του Πλάτωνος.

6) Το μήκος έχει μίαν διεύθυνσιν, το πλάτος δύο, και το βάθος τρεις διευθύνσεις.

7) Ο Ξενοκράτης, ο οποίος διεδέχθη τον Σπεύσιππον ως σχολάρχης της Ακαδημίας.

8) Ότι κινεί εαυτήν και κινεί τα άλλα.

9) Επομένως και εκ της γης.

10) Προηγουμένως είπε μόνα τα δύο πρώτα, τώρα προσθέτει και το ασώματον.

11) Πιθανώς πλην του Αναξαγόρα.

12) Ως οι Ίωνες φιλόσοφοι.

13) Οι Πυθαγορικοί, οίτινες έλεγον, ότι η ψυχή είναι αρμονία εναντίων.

14) Ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, ο Ίππων, και ίσως ο πυθαγορίζων Αλκμαίων.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τετ 03/10/2012 23:55

BIBLION ΠΡΩΤΟΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Αναίρεσις των λεγόντων ότι η κίνησις είναι η ουσία της ψυχής. — Διαίρεσις της κινήσεως εις αυτοκινησίαν και ετεροκινησίαν. — Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου και των θεωριών του Τιμαίου. — Πάσαι αι θεωρίαι περί ψυχής έχουσι το ελάττωμα ότι δεν εξετάζουσιν και το σώμα.

1. Πρέπει νυν να εξετάσωμεν πρώτον τα περί της κινήσεως λεχθέντα. Διότι ίσως όχι μόνον είναι ψεύδος
το ότι η ουσία της ψυχής είναι τοιαύτη, όπως ισχυρίζονται (1) οι λέγοντες, ότι η ψυχή είναι το κινούν εαυτό ή το δυνάμενον να κινή εαυτό, αλλ' είναι των αδυνάτων να έχη κίνησιν (2).



2. Ότι λοιπόν δεν είναι αναγκαίον το κινούν να κινήται και αυτό, απεδείχθη πρότερον (3). Επειδή δε κατά δύο τρόπους δύναται παν πράγμα να κινήται, δηλαδή ή υπ' άλλου (καθ' έτερον), ή υφ' εαυτού (καθ' εαυτό), καθ' έτερον λέγοντες εννοούμεν ότι πράγμα τι κινείται, διότι ευρίσκεται εντός άλλου κινουμένου, ως π. χ. οι επιβάται του πλοίου, οίτινες βεβαίως δεν κινούνται ομοίως, όπως κινείται το πλοίον διότι τούτο μεν κινείται καθ' εαυτό, οι δε πλέοντες κινούνται μόνον διότι είναι εντός του κινουμένου. Τούτο δ' είναι φανερόν και εις τα μέλη του σώματος· η βάδισις δηλ. είναι οικεία κίνησις των ποδών, αύτη δε είναι συνάμα και κίνησις του ανθρώπου, αλλ' όμως τώρα δεν είναι οικεία κίνησις των επιβατών. Επειδή λοιπόν κατά δύο τρόπους λέγεται η κίνησις, τώρα ας εξετάσωμεν αν η ψυχή κινείται καθ' εαυτήν ή μόνον μετέχει της κινήσεως.


3. Επειδή δε τέσσαρες είναι αι κινήσεις, τοπική κίνησις, μεταβολή, ελάττωσις και αύξησις (4), η ψυχή δυνατόν να κινήται ή κατά μίαν τούτων των κινήσεων ή κατά περισσοτέρας ή κατά πάσας. Και αν κινήται ουχί κατά συμβεβηκός (καθ' έτερον), η κίνησις θα υπάρχη εκ φύσεως εις αυτήν· και αν η κίνησις είναι φυσική εις αυτήν, έχει και οικείον τόπον, διότι πάσαι αι ειρημέναι κινήσεις γίνονται εν τόπω. Εάν δε η ουσία της ψυχής είναι το να κινή εαυτήν, η κίνησις θα υπάρχη εις αυτήν ουχί κατά συμβεβηκός, καθώς υπάρχει λ. χ. εις την λευκότητα ή εις μήκος τριών πήχεων· διότι και ταύτα κινούνται, αλλά κατά συμβεβηκός, ήτοι το σώμα, εν τω οποίω υπάρχουσιν, αυτό κινείται. Δια τούτο και δεν υπάρχει τόπος τούτων (των συμβεβηκότων), της ψυχής όμως θα υπάρχη τόπος, εάν εκ φύσεως κινήται (5.

4. Προσέτι δε εάν φύσει κινήται, δύναται και δια της βίας να κινήται· και αν δια της βίας τότε και εκ φύσεως (6). Ταυτά λέγομεν και περί ηρεμίας. Διότι εις ταύτην την κατάστασιν, εις την οποίαν κινείται τι εκ φύσεως, εις ταύτην φθάνον ομοίως ηρεμεί εκ φύσεως· ομοίως δε και εις ην θέσιν κινείται δια βίας, εκεί και ηρεμεί δια της βίας. Ποίαι δε είναι αι βεβιασμέναι της ψυχής κινήσεις και ηρεμίαι, δεν είναι εύκολον να είπωμεν ουδέ κατ' εικασίαν, εάν θέλωμεν (7).

5. Προσέτι δε, εάν η ψυχή κινήται άνω, είναι πυρ, εάν δε κάτω, είναι γη, διότι των σωμάτων τούτων αύται είναι αι κινήσεις.

6. Ο αυτός δε συλλογισμός ισχύει και περί των διαμέσων κινήσεων (εμπρός, οπίσω κ.λ.). Προσέτι, επειδή η ψυχή φαίνεται ότι κινεί το σώμα, εύλογον είναι να δίδη αυτώ τας κινήσεις, τας οποίας και αυτή κάμνει· και αν τούτο είναι αληθές, θα είναι αληθές, και αν είπωμεν
αντιστρόφως, ότι τας κινήσεις τας οποίας ποιεί το σώμα, ταύτας κινείται και αυτή. Αλλά το σώμα κινείται κατά τόπον, άρα και η ψυχή μεταβάλλει τόπον ως το σώμα, μετατιθέμενη ή όλη ή κατά μέρη. Και αν τούτο είναι δυνατόν, τότε δύναται και εξελθούσα να εισέλθη πάλιν εις το σώμα. Εκ τούτου δε έπεται το αδύνατον ότι τα αποθανόντα ζώα δύνανται να ανίστανται.
7. Την δε κατά συμβεβηκός κίνησιν (8) η ψυχή θα ηδύνατο και να δεχθή υπ' άλλου· διότι το ζώον δύναται να σπρωχθή διά της βίας. Αλλά δεν είναι ανάγκη εκείνο, όπερ έχει την αυτοκινησίαν εν τη ουσία του, να κινήται υπ' άλλου, ει μη μόνον κατά συμβεβηκός, όπως ουδέ το καθ' αυτό και δι' εαυτό αγαθόν είναι αγαθόν δι' άλλο και χάριν άλλου. Η δε ψυχή δύναταί τις να είπη ότι, αν κινήται υπό τινος, προ πάντων υπό των αισθητών κινείται.

8. Αλλ' όμως, και αν η ψυχή κινή αυτή εαυτήν,
και αυτή πρέπει να κινήται· και αν πάσα κίνησις είναι ως μία μετάστασις του κινουμένου, καθ' όσον κινείται, και η ψυχή πρέπει να μεθίσταται εκ της ουσίας της, εκτός εάν κατά συμβεβηκός κινή εαυτήν, αλλά η αυτοκινησία ανήκει εις αυτήν την ουσίαν της ψυχής.

9. Τινές δε λέγουσι και ότι η ψυχή κινεί ούτω το σήμα, εν τω οποίω είναι, όπως και αυτή κινείται (9). Ούτως ο Δημόκριτος λέγει όμοια σχεδόν με τον Φίλιππον τον κωμωδοδιδάσκαλον, όστις έλεγεν ότι ο Δαίδαλος κατεσκεύασε ξυλίνην Αφροδίτην κινουμένην, εγχύσας χυτόν άργυρον (υδράργυρον). Και ο Δημόκριτος λέγει ομοίως ότι αι αδιαίρετοι σφαίραι (τα άτομα) κινούμεναι, διότι εκ φύσεως ουδέποτε μένουσιν ακίνητοι, συνεφέλκουσι και κινούσι πάντα τα σώματα. Αλλ' ημείς θα ερωτήσωμεν αυτόν, αν και ηρεμίαν παράγουσιν αύται. Αλλά πώς θα την παραγάγωσιν; είναι δύσκολον ή μάλλον αδύνατον να είπη (10). Ουδόλως λοιπόν φαίνεται ότι η ψυχή κινεί τοιουτοτρόπως (σωματικώς) το ζώον, αλλά διά θελήσεώς τινος και νοήσεως κινεί αυτό.

10. Κατά τον αυτόν δε τρόπον όπως ο Δημόκριτος και ο Τίμαιος φυσικώς εξηγεί, πως η ψυχή κινεί το σώμα· λέγει δηλ. ότι κινουμένη αυτή κινεί και το σώμα, μεθ' ου είναι συνδεδεμένη. Διότι λέγων ότι είναι συντεθειμένη εκ των στοιχείων και διηρημένη κατά τους αρμονικούς αριθμούς, ίνα έχη έμφυτον το αίσθημα της αρμονίας και ίνα όλη εκτελή κινήσεις αρμονικάς, την ευθείαν γραμμήν ο Τίμαιος έκαμψεν εις κύκλον, και διαιρέσας τον ένα κύκλον εις δύο κύκλους κατά δύο σημεία ηνωμένους, πάλιν τον ένα διήρεσεν εις επτά
κύκλους, διότι ενόμιζεν ότι αι κινήσεις (αι τροχιαί) του ουρανού είναι αυταί της ψυχής αι κινήσεις.

11. Αλλά πρώτον δεν λέγει ορθώς, ότι η ψυχή είναι μέγεθος (11). Διότι δοξάζει ότι η ψυχή του κόσμου είναι σχεδόν τοιαύτη, οποίος είναι ο καλούμενος νους (12), ουχί δε βεβαίως οποία είναι η αισθητική ψυχή ουδέ οποία είναι η επιθυμητική ψυχή, διότι η κίνησις τούτων δεν είναι κυκλική φορά.

12. Ο νους όμως είναι είς και συνεχής, όπως και η νόησις· η δε νόησις είναι τα νοήματα· ταύτα δε συνεχόμενα αποτελούσιν ενότητα, όπως ο αριθμός (13) αλλ' ουχί όπως το μέγεθος (14). Δια τούτο ουδέ ο νους είναι συνεχής κατά τοιούτον τρόπον αλλ' είναι ή αμερής ή ουχί συνεχής ως μέγεθός τι. Διότι, αν είναι μέγεθος, πώς νοεί; Νοεί όλος ή διά τινος των μερών του; Και το μέρος τούτο έχει μέγεθος ή είναι έν σημείον, αν δύναταί τις και το σημείον να ονομάση μέρος;

13. Εάν δε είναι σημείον, επειδή τα σημεία είναι άπειρα, φανερόν είναι ότι ο νους ουδέποτε θα διατρέξη αυτά. Εάν δε είναι μέγεθος, τότε ο νους νοεί το αυτό πράγμα πολλάκις ή απειράκις (15). Αλλ' ίνα ο νους νοή δύναται και άπαξ να νοήση τι· εάν όμως αρκή η ψυχή να θίξη τα πράγματα δι' οιουδήποτε των μερών της, τίς η χρεία να κινήται κυκλικώς ή και να έχη μέγεθος; Εάν δε, ίνα νοή ο νους, αναγκαίον είναι να θίγη τα πράγματα κατά τέλειον κύκλον, προς τι η θίξις δια των μερών; Προσέτι πώς η ψυχή το έχον μέρη θα νοή διά του αμερούς, ή το αμερές πώς θα νοή δια του έχοντος μέρη; Κατ' ανάγκην όμως ο νους είναι ο κύκλος ούτος· διότι κίνησις του νου είναι η νόησις, όπως κίνησις του κύκλου είναι η περιφερική κίνησις.

14. Εάν λοιπόν η νόησις είναι περιφερική κίνησις (16), τότε και ο νους θα είναι αυτός ο κύκλος, του οποίου η νόησις θα είναι η περιφερική κίνησις. Και ο νους θα νοή τι αιωνίως και κατ' ανάγκην, αφού η περιφερική κίνησις είναι αιώνιος. Αλλ' είναι αδύνατον τούτο. Τω όντι τα μεν πρακτικά νοήματα έχουσι πέρατα, διότι πάντα έχουσι σκοπόν άλλον (εξωτερικόν)· τα δε θεωρητικά επίσης περιορίζονται υπό των λόγων. Πας δε λόγος είναι ή ορισμός ή απόδειξις. Και η μεν απόδειξις ορμάται από τινος αρχής και έχει τρόπον τινά ως τέλος τον συλλογισμόν ή το συμπέρασμα. Εάν δε αι αποδείξεις δεν συμπεραίνωσιν, όμως δεν επανέρχονται τουλάχιστον πάλιν εις την αρχήν των, αλλά προσλαμβάνουσαι πάντοτε ένα μέσον και ένα άκρον προχωρούσι κατ' ευθείαν γραμμήν, ενώ η περιφερική κίνησις πάλιν επανακάμπτει εις την αρχήν. Οι δε ορισμοί είναι πάντες πεπερασμένοι.

15. Προσέτι, αν η αυτή περιφερική κίνησις επαναληφθή πολλάκις, πρέπει και ο νους να νόηση πολλάκις το αυτό πράγμα.

16. Προσέτι η νόησις ομοιάζει μάλλον με ηρεμίαν τινά και στάσιν παρά με κίνησιν, ομοίως δε και ο συλλογισμός.

17. Αλλ' ακόμη, ουδέ ευδαιμονίαν φέρει το μη
ον εύκολον, αλλά βίαιον. Και αν η κίνησις δεν είναι η ουσία της ψυχής, αύτη θα κινήται παρά την φύσιν της.(17) Δυσάρεστον δε είναι και το να είναι συνδεδεμένη με το σώμα (18) και να μη δύναται να αποχωρισθή απ' αυτού, και προσέτι αποφευκτόν, εάν είναι προτιμότερον εις τον νουν να μη είναι ηνωμένος με το σώμα, καθώς συνήθως λέγεται και πολλοί παραδέχονται.
18. Άγνωστος δε μένει και η αιτία της κυκλικής κινήσεως του ουρανού. Διότι ούτε η ουσία της ψυχής είναι αιτία της κυκλικής φοράς αυτής (19), αλλά κατά συμβεβηκός αύτη κινείται τοιουτοτρόπως. Ούτε το σώμα είναι αίτιον, αλλ' η ψυχή μάλλον είναι αίτιον της κινήσεως του σώματος. Αλλά προσέτι δεν λέγουσιν ουδέ ότι η κίνησις αύτη είναι καλυτέρα κατάστασις· και όμως έπρεπε να ρηθή ότι δια τούτο ο Θεός εποίησε την ψυχήν να κινήται κυκλικώς (20), διότι είναι καλύτερον εις αυτήν να κινήται παρά να μένη ακίνητος και να κινήται ούτως είναι καλύτερον παρά άλλως.

22. Αλλ' επειδή η σκέψις αύτη ανήκει μάλλον εις άλλας μελέτας, ας αφήσωμεν τώρα αυτήν. Συμβαίνει όμως και εις ταύτην και εις τας πλείστας των περί της ψυχής θεωριών το άτοπον τούτο· συνδέουσι δηλαδή την ψυχήν με το σώμα και την θέτουσιν εν αυτώ, χωρίς να προσδιορίσωσι δια ποίαν αιτίαν γίνεται τούτο και ποία είναι η σχέσις του σώματος με την ψυχήν. Και όμως φανερόν ότι τούτο είναι αναγκαίον διότι ένεκα της κοινωνίας αυτών το μεν ενεργεί, το δε πάσχει, και το μεν κινείται, το δε κινεί· ουδεμία δε των προσαλλήλων τούτων σχέσεων υπάρχει μεταξύ των τυχόντων πραγμάτων.

23. Άλλοι δε επιχειρούσι μόνον να είπωσιν οποίον τι είνε η ψυχή, αλλά περί του σώματος, όπερ θα δεχθή αυτήν, ουδέν πλέον προσδιορίζουσιν, ως εάν ήτο δυνατόν, καθώς λέγουσιν οι Πυθαγορικοί μύθοι, (21) η τυχούσα ψυχή να εισέλθη εις το τυχόν σώμα, διότι είναι φανερόν, ότι έκαστον έχει ίδιον είδος και, μορφήν. Παρόμοια δε λέγουσι ταύτα, ως εάν τις ήθελε λέγει ότι η τεκτονική εισδύει εις τους αυλούς, ενώ αναγκαίον είναι η μεν τέχνη να μεταχειρίζηται τα οικεία αυτής όργανα, η δε ψυχή το σώμα της.



Σημειώσεις

1) Ως ο Πλάτων.

2) Ο Αριστ. θεωρεί την ψυχήν ως κινούν ακίνητον, ως δίδουσαν την κίνησιν χωρίς αυτή να κινήται.

3) Εις τα Φυσικά του Αριστ.

4) Αλλαχού προσθέτει την γένεσιν και την φθοράν.

5) Πρώτον λοιπόν επιχείρημα κατά της Πλατ. διδασκαλίας, ότι η κίνησις είναι η ουσία της ψυχής, είναι ότι η ψυχή θα ήτο εν χώρω, υλική. 2) Η ψυχή τότε ηδύνατο να κινήται υπό εξωτερικής δυνάμεως.

6) Δηλ. η παρά φύσιν κίνησις προϋπόθετει κίνησιν κατά φύσιν.

7) Η ψυχή πρέπει να τηρήται εις ηρεμίαν υπό εξωτερικής δυνάμεως, αλλ' αι βίαιαι αύται καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας είναι ακατανόητοι. Έπονται τρία έτι επιχειρήματα §5—8.

8) Νυν αναιρεί την κατά συμβεβηκός κίνησιν, αφού επολέμησε την ιδιάζουσαν εις την ψυχήν κίνησιν.

9) Ούτω θα μετέδιδεν εις το σώμα την κίνησιν, ην έλαβεν έξωθεν.

10) Διότι τα κινούντα την ψυχήν άτομα είναι αεικίνητα· πώς λοιπόν δύναται να ηρεμήση τα σώμα;

11) Ο Πλάτων, ειπών ότι η ψυχή μερίζεται και υποδιαιρείται, είπεν ότι αύτη είναι μέγεθος. Βλέπε την Πλατωνικήν ψυχογονίαν εν Τιμ. 34 Α, 36 C.

12) Ο νους δεν δύναται να θεωρηθή ως μέγεθος, ούτε ομοιάζει με την αίσθησιν ή την επιθυμίαν, αίτινες κινούνται κατ' ευθείαν γραμμήν πρός τι ή έκ τινος αντικειμένου. Ο νους όμως αντικείμενον έχων εαυτόν, τα νοητά, επιστρέφει εις εαυτόν και κάμνει κυκλικήν κίνησιν.

13) Αι μονάδες αι αποτελούσαι ένα αριθμόν είναι συνεχείς, διότι αποτελούσι συνηνωμέναι εν όλον, όπερ είναι αυτός ο αριθμός.

14) Τα μέρη είναι συνεχή και συνέχονται προς άλληλα.

15) Διότι υπάρχει είς τι μέγεθος άπειρος αριθμός σημείων, εν οίς το μέγεθος τούτο δύναται να θίγηται και η νόησις θα πολλαπλασιάζηται τοσάκις όσα είναι τα σημεία, ενώ η ενέργεια της νοήσεως είναι ενιαία.

16) Επειδή κατά τον Τίμαιον η κίνησις του κύκλου του παντός είναι αΐδιος, ανάγκη και η ενέργεια του νου, όστις συνταυτίζεται με τον κύκλον τούτον, να είναι αΐδιος, ήτοι άπειρος και απεριόριστος. Αλλά πάσα ενέργεια του νου είναι περιωρισμένη, άρα ψευδής η θεωρία του Τιμαίου— Ο Πλάτων όμως ομιλεί περί της ψυχής του κόσμου.

17) Επομένως θα ήτο δυστυχής, διότι θα υφίστατο βίαν.

18) Η ψυχή του κόσμου είναι ηνωμένη με το σώμα του κόσμου.

19) Αλλ' ο Πλάτων θεωρεί την ψυχήν ως την αιτίαν της κινήσεως αναφορικώς προς το σώμα του κόσμου.

20) Ο Πλάτων όμως εξηγείται περί τούτου.

21) Περί μετεμψυχώσεως.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Παρ 05/10/2012 17:33

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Αναίρεσις των λεγόντων ότι η ψυχή είναι 1ον αρμονία, 2ον Αριθμός κινών εαυτόν.

1. Και άλλη τις γνώμη περί ψυχής είναι παραδεδομένη, και πιστευτή από πολλών ολιγώτερον ουδεμιάς εκ των ειρημένων, απολογηθείσα δε και εξετασθείσα και εις τους κοινώς γενομένους λόγους· λέγουσι δηλ. ότι η ψυχή είναι αρμονία τις, διότι και η αρμονία είναι μίξις και σύνθεσις εναντίων, και το σώμα σύγκειται εξ εναντίων (1).
2. Αλλά καίτοι η αρμονία είναι αναλογία τις ή συνδυασμός των μιχθέντων πραγμάτων, η ψυχή όμως δεν είναι δυνατόν να είναι ουδέν εκ των δύο τούτων. Προσέτι
το παράγειν κίνησιν δεν είναι ίδιον της αρμονίας, ενώ εις την ψυχήν προ πάντων αποδίδουσιν αυτό πάντες σχεδόν. Η λέξις πάλιν αρμονία αρμόζει εις την υγίειαν και εν γένει εις τας σωματικάς αρετάς μάλλον παρά εις την ψυχήν. Φανερώτερον δε γίνεται τούτο, εάν δοκιμάσωμεν να αποδώσωμεν τα πάθη και τας ενεργείας της ψυχής δι' αρμονίας τινός· διότι είναι πολύ δύσκολον να τα συναρμόσωμεν.

5. Προσέτι μεταχειριζόμεθα την λέξιν αρμονίαν αποβλέποντες εις δύο σημασίας· κυριώτατα μεν εκφράζομεν την σύνθεσιν μεγεθών θεωρουμένων εις πράγματα, άτινα έχουσι κίνησιν και θέσιν, όταν ταύτα (2) συναρμόζωνται ούτως, ώστε δεν δύνανται να παραδεχθώσι μεταξύ των ουδέν ομογενές. Έπειτα δε δηλούμεν και την αναλογίαν των μεμιγμένων πραγμάτων. (3) Αλλ' ούτε κατά την μίαν ούτε κατά την άλλην σημασίαν δυνάμεθα ευλόγως να καλώμεν την ψυχήν αρμονίαν. Η μεν σύνθεσις των μερών του σώματος ευκόλως δύναται να εξετασθή. Διότι αι συνθέσεις των μερών τούτων είναι και πολλαί και κατά διαφόρους τρόπους. Τίνων όμως μερών και κατά ποίον τρόπον είναι σύνθετος ο νους; ή και το αισθητικόν ή το ορεκτικόν; Ομοίως άτοπον είναι να υπολαμβάνωμεν ότι η ψυχή είναι λόγος της μίξεως. Διότι η μίξις των στοιχείων εις την μόρφωσιν της σαρκός δεν έχει τον αυτόν λόγον (αναλογίαν), τον οποίον έχει η μίξις των στοιχείων του οστού. Θα συμβή λοιπόν (το άτοπον) να έχη έκαστος ημών πολλάς ψυχάς καθ' όλον το σώμα, εάν όντως πάντα τα μέρη του σώματος αποτελούνται εκ στοιχείων μεμιγμένων, ο δε λόγος της μίξεως είναι η αρμονία και η ψυχή.

6. Ηδύνατό τις και τούτο να ερωτήση τον Εμπεδοκλέα (4), ο οποίος λέγει ότι έκαστον των μικτών αυτών στοιχείων υπάρχει υπό τινος αναλογίας διωρισμένον: τί εκ των δύο, η ψυχή είναι ο λόγος ούτος, ή μάλλον άλλο τι ούσα η ψυχή προσφύεται εις τα μέλη του σώματος; Προσέτι η φιλία (ο έρως) είναι αιτία της τυχούσης μίξεως ή της κατά λόγον μίξεως; Και αυτή η φιλία είναι ο λόγος ή άλλο τι διάφορον παρά τον λόγον;

7. Ταύτα λοιπόν τοιαύτας γεννώσιν απορίας. Εάν η ψυχή είναί τι διάφορον της μίξεως, διατί άρά γε αύτη φθείρεται άμα ως φθείρεται η σαρξ και τα άλλα μέρη του ζώου; Προς τούτοις εάν έκαστον των μερών του σώματος δεν έχη ψυχήν, και εάν η ψυχή δεν είναι ο λόγος της μίξεως, τί είναι εκείνο όπερ φθείρεται όταν η ψυχή απολείπη το σώμα; Ότι λοιπόν ούτε αρμονία δύναται να είναι η ψυχή ούτε να κινήται κυκλικώς, είναι φανερόν εξ όσων είπομεν.

8. Αλλά ως ανωτέρω είπομεν, κατά συμβεβηκός (5) δύναται να κινήται η ψυχή και να κινή αυτή εαυτήν, καθώς π.χ. δύναται να κινήται μετά του σώματος εν τω οποίω ευρίσκεται, τούτο δε να κινήται υπό της ψυχής· άλλως δε δεν δύναται να κινήται κατά τόπον η ψυχή.

9. Αλλά μετά μείζονος λόγου δύναται τις να
αμφιβάλη περί αυτής αν κινείται, αποβλέψας εις τα εξής: Λέγομεν δηλαδή ότι η ψυχή χαίρει, λυπείται, θαρρεί, φοβείται, προσέτι οργίζεται, αισθάνεται και διανοείται, ταύτα δε πάντα φαίνονται ότι είναι κινήσεις· και εκ τούτου ήθελε νομίσει τις ότι η ψυχή κινείται.

10. Αλλά τούτο (6) δεν είναι αναγκαίον συμπέρασμα. Διότι και αν βεβαίως το λυπείσθαι ή χαίρειν ή διανοείσθαι είναι κυριώτατα κινήσεις, και αν έκαστον των παθών τούτων είναι μία κίνησις, πλην είναι κίνησις ουχί της ψυχής, αλλά παράγεται υπό της ψυχής, π. χ. το οργίζεσθαι ή το φοβείσθαι είναι το να κινήται η καρδία κατά ωρισμένον τρόπον, και το διανοείσθαι είναι αύτη ίσως ή άλλη τις ανάλογος κίνησις. Τα πάθη δε ταύτα συμβαίνουσιν άλλα μεν δια τοπικής μεταθέσεως στοιχείων τινών του σώματος κινουμένων, άλλα δε δι' αλλοιώσεως, αλλά ποία είναι και πώς γίνονται τα πάθη ταύτα πραγματευόμεθα αλλαχού.

11. Αλλά να λέγωμεν ότι η ψυχή οργίζεται είναι το αυτό ως να λέγωμεν, ότι η ψυχή υφαίνει ή οικοδομεί· διό ορθότερον ίσως είναι να μη λέγωμεν ότι ή ψυχή ελεεί, ή μανθάνει ή διανοείται, αλλ' ότι ο άνθρωπος ποιεί ταύτα διά της ψυχής· και ταύτα χωρίς να νομίζωμεν ότι η κίνησις είναι εν τη ψυχή, αλλά ότι έρχεται άλλοτε μεν μέχρις αυτής, άλλοτε δε απ' αυτής. Ούτως η μεν αίσθησις κινείται από τούτων των εκτός πραγμάτων, ενώ εν τη αναμνήσει η κίνησις γίνεται απ' αυτής της ψυχής προς τους ερεθισμούς ή τας εντυπώσεις τας διαμενούσας εν τοις αισθητηρίοις (7).

12. Ο δε νους φαίνεται ότι είναι ουσία τις ήτις γενάται εις την ψυχήν και δεν φθείρεται· διότι άλλως θα εφθείρετο προ πάντων υπό της κατά το γήρας εξασθενήσεως. Αλλ' ενταύθα συμβαίνει ίσως ό,τι επί των αισθητηρίων οργάνων· διότι αν ο γέρων ηδύνατο να έχη ακόμη το όμμα εν ωρισμένη τινί καταστάσει θα έβλεπεν όπως και ο νέος. Ώστε το γήρας δεν έρχεται εκ πάθους τινός της ψυχής, αλλ' εκ πάθους του σώματος, εν τω οποίω αύτη υπάρχει, όπως συμβαίνει εις τας μέθας και τας νόσους.

13. Και η νόησις δε και η θεωρία μαραίνονται, διότι άλλο τι εντός ημών φθείρεται (λ.χ. η ζωτική δύναμις), αλλ' η αρχή καθ' εαυτήν είναι απαθής. Η δε διανόησις και η φιλία ή το μίσος (8) δεν είναι πάθη εκείνης, αλλά τούτου του έχοντος αυτήν (του σώματος), καθ' όσον έχει αυτήν. Διό και όταν τούτο φθείρεται, ούτε μνήμη ούτε αγάπη υπάρχει, διότι ταύτα δεν είναι πάθη του νου αλλά του κοινού τούτου πράγματος (9), όπερ κατεστράφη. Ο νους όμως είναί τι θείον και απαθές (10).


14. Ότι λοιπόν η ψυχή δεν είναι δυνατόν να κινήται, είναι φανερόν εκ των ειρημένων· εάν δε μηδόλως κινήται, φανερόν ότι ουδέ αυτοκίνητος είναι.


15. Αλλά πολύ περισσότερον παρά τα ειρημένα είναι παράλογον το να δοξάζωσιν (11) ότι η ψυχή είναι αριθμός κινών εαυτόν. Διότι υπάρχουσιν εις την θεωρίαν
ταύτην αδύνατα πράγματα, πρώτον μεν τα προερχόμενα εκ της κινήσεως, ειδικώς δε εκ τούτου, ότι την ψυχήν λέγουσιν ότι είναι αριθμός. Διότι πώς πρέπει να νοώμεν μονάδα κινουμένην; και υπό τίνος και πώς κινείται, ενώ δεν έχει ούτε μέρη ούτε διαφοράς; Διότι, εάν κινή και κινήται, πρέπει να έχη διαφοράς. Προσέτι δε, επειδή λέγουσιν ότι η γραμμή κινουμένη παράγει επιφάνειαν, το δε σημείον κινούμενον παράγει γραμμήν, άρα και αι κινήσεις των μονάδων θα είναι γραμμαί (12), διότι το σημείον είναι μονάς κατέχουσα θέσιν. Ο αριθμός λοιπόν της ψυχής είναι που και κατέχει θέσιν.

16. Προσέτι εάν από αριθμόν αφαίρεση τις αριθμόν ή μονάδα, μένει υπόλοιπον άλλος (διάφορος) αριθμός. Αλλά τα φυτά και πολλά των ζώων (13) όταν διαιρεθώσι, ζώσιν ακόμη και φαίνονται ότι έχουσι την αυτήν ψυχήν κατά το είδος.

17. Θα ενόμιζέ τις ότι ουδόλως διαφέρει το να λέγη μονάδας ή μικρά σωμάτια (14). Διότι και αι μικραί σφαίραι του Δημοκρίτου, εάν θεωρηθώσιν ως σημεία, μόνον δε μένη το ποσόν, θα υπάρχη εν τω ποσώ τούτω (15) εν μέρος κινούν και εν μέρος κινούμενον, καθώς εις παν συνεχές ποσόν. Διότι το ρηθέν συμπέρασμα δεν στηρίζεται εις την κατά το μέγεθος ή την σμικρότητα διαφοράν, αλλά μόνον εις το ποσόν· δια τούτο κατ' ανάγκην θα υπάρχη τι όπερ θέτει εις κίνησιν τας μονάδας. Και εάν εν τω ζώω η ψυχή είναι το κινούν, αύτη θα είναι το κινούν και εν τω αριθμώ. Ώστε η ψυχή δεν είναι το κινούν και το κινούμενον, αλλά μόνον το κινούν.

18. Και όμως πώς είναι δυνατόν να είνε αύτη μονάς; διότι πρέπει να έχη διαφοράν τινα προς τας άλλας μονάδας. Αλλά ποίαν διαφοράν δύναται να έχη σημείον λαμβανόμενον ως μονάς πλην της θέσεως; (16) Εάν λοιπόν αι υλικαί μονάδες και τα σημεία τα οποία υπάρχουσιν εν τω σώματι είναι διάφορα, αι μονάδες θα είναι εν τω αυτώ τόπω όπου και τα σημεία. Διότι η μονάς θα καταλάβη τον τόπον του σημείου. Και τότε τί εμποδίζει να υπάρχη απειρία μονάδων εν τω αυτώ τόπω, εάν θα υπάρχωσι δύο; όπερ είναι άτοπον, διότι τα πράγματα των οποίων ο τόπος είναι αδιαίρετος είναι και αυτά αδιαίρετα.

19. Εάν δε τα σημεία τα υπάρχοντα εν τω σώματι είναι ο αριθμός της ψυχής, ή αν ο αριθμός των εν τω σώματι σημείων είναι η ψυχή, διατί δεν έχουσι ψυχήν όλα τα σώματα (17); Διότι εις άπαντα τα σώματα φαίνεται ότι υπάρχουσι σημεία, και ταύτα άπειρα.

20. Προσέτι δε πώς είναι δυνατόν να χωρίζωνται αι ψυχαί και να απολύωνται από των σωμάτων (18), αφού αι γραμμαί δεν διαιρούνται εις σημεία; (19)



Σημειώσεις

1) Λ.χ. θερμών και ψυχρών, υγρών και ξηρών, σκληρών και μαλακών κ.λ.

2) λ.χ. ξύλα, λίθοι και άλλα χρησιμεύοντα εις την κατασκευήν οικίας.

3) λ.χ. την μουσικήν αρμονίαν έχομεν μόνον, όταν δεν ευρίσκηται μεταξύ των φθόγγων αναλογία δυναμένη να καταστήση ωραιοτέραν την συμφωνίαν αυτών.

4) Ο Εμπεδοκλής είπεν ότι πάντα τα σώματα αποτελούνται εκ των αυτών στοιχείων, και μόνον εκ της διαφόρου αναλογίας των στοιχείων προέρχεται η διαφορά των σωμάτων.

5) Η ψυχή κινεί το σώμα. Τούτου κινουμένου συμβαίνει να κινήται και η ψυχή κατά τόπον.

6) Ότι δηλ. η ψυχή κινείται καθ' όν τρόπον επίστευον οι αρχαιότεροι.

7) Το αισθητόν κινεί το σώμα, τα αισθητήρια, και εκ τούτου γεννάται η αίσθησις. Εν τη αναμνήσει αντιθέτως η ψυχή πρώτη ανακαλεί τας εικόνας ας φυλάττει, και ούτω πολλάκις κινεί το σώμα.

8) Ταύτα δεν είναι πάθη του ποιητικού νου αλλά του εμψύχου σώματος.

9) Δηλαδή της ενώσεως της ψυχής και του σώματος.

10) Θα αποδείξη περαιτέρω ότι ο νους είναι θείος και αθάνατος και όλως απαθής.

11) Ούτως ο Ξενοκράτης εθεώρησε τα στοιχεία της ψυχής ως μεμιγμένα κατά λόγον, ώστε να παράγωσιν αρμονίαν. Αλλ' η αρμονία προέρχεται εξ αριθμητικού λόγου. Άρα η φύσις της ψυχής είναι αριθμός, εις ον ο Ξενοκράτης προσέθηκε και την έννοιαν της αυτοκινησίας.

12) Η ψυχή είναι μονάς, αριθμός. Η μονάς και το σημείον συμπίπτουσι πολλαχώς. Και επειδή η κίνησις σημείου γεννά γραμμάς, λοιπόν και αι κινήσεις της μονάδος, ως ψυχής, θα γεννώσι γραμμάς. Αύται δε αι γραμμαί θα είναι αυταί αι κινήσεις της ψυχής, οργή, λύπη κ.λ.

13) Τα πολύποδα εν γένει και τα ζωόφυτα.

14) Άτομα άτινα μη έχοντα μέγεθος είναι ως μονάδες και σημεία άπειρα τον αριθμόν.

15) Όπερ μένει εις τα άτομα.

16) Εν σημείον δεν δύναται να διαφέρη άλλου σημείου ειμή δια της θέσεώς του. Άτοπον δε είναι να λέγηται ότι αριθμητική μονάς διαφέρει ούτω άλλης αριθμητικής μονάδος, διότι ο αριθμός δεν έχει θέσιν. Αλλ' ο αριθμός όστις αποτελεί την ψυχήν κατά τον Ξενοκράτην δεν είναι πλέον ειμή εν σημείον κατά την αναίρεσιν του Αριστοτέλους.

17) Ενταύθα αναιρεί την γνώμην ότι τα σημεία του σώματος είναι τα αυτά με τα της ψυχής. Ανωτέρω εξήτασε την γνώμην, ότι τα υλικά σημεία του σώματος είναι διάφορα από τα σημεία τα αποτελούντα την ψυχήν.

18) Εν τη σχολή του Ξενοκράτους επιστεύετο ότι η ψυχή δύναται να χωρίζηται από του σώματος. Αλλά αφού κατ' αυτούς η ψυχή είναι αριθμός αναγόμενος εις σημεία, πως δύναται να χωρίζηται του σώματος, αφού το σημείον είναι αχώριστον της γραμμής;

19) Τα σημεία δεν είναι μέρη των γραμμών, αλλά μόνον ωρισμέναι θέσεις ή όρια. Η γραμμή άμα διαιρεθή εις σημεία δεν υπάρχει πλέον.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ "ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ"

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 08/10/2012 15:12

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Συνέχεια της αναιρέσεως των λεγόντων ότι η ψυχή είναι αριθμός κινών εαυτόν.—Αναίρεσις της θεωρίας ότι η ψυχή αποτελείται εκ των στοιχείων, πυρός, αέρος κ.λ., και ότι γνωρίζει, τα πράγματα μόνον διότι είναι ομοία με αυτά.—Η ψυχή δεν δύναται να είναι διεσπαρμένη εις το σύμπαν. — Η ψυχή ενεργεί πάντοτε όλη; ή εκάστη ενέργεια αυτής γίνεται διά τινος εκ των μερών αυτής;


1. Ιδιαίτερον άτοπον συμβαίνει εδώ, καθώς είπομεν, αφ' ενός μεν διότι, λέγουσιν ούτοι το αυτό με τους δοξάζοντας
ότι η ψυχή είναι σώμα έχον λεπτότατα μέρη, εξ άλλου δε διότι παραδέχονται ότι το σώμα κινείται υπό της ψυχής καθ' όν τρόπον λέγει ο Δημόκριτος. Διότι, αν η ψυχή είναι εις παν αισθανόμενον σώμα, εξ ανάγκης υπάρχουσιν εν αυτώ δύο σώματα, αφού η ψυχή είναι σώμα τι. Κατά δε τους λέγοντας ότι η ψυχή είναι αριθμός, εξ ανάγκης συμβαίνει το άτοπον εις το εν σημείον να υπάρχωσι πολλά σημεία ή παν σώμα να έχη ψυχήν, εκτός εάν η ψυχή γίνεται αριθμός διαφορετικός και άλλος παρά τα υπάρχοντα εν τω σώματι σημεία.

2. Συμβαίνει άρα να κινήται το ζώον υπό του αριθμού καθώς και ο Δημόκριτος, ως είπομεν, εξηγεί την κίνησιν αυτού. Διότι τι διαφέρει να λέγη τις ότι σφαίραι μικραί ή μονάδες μεγάλαι, ή απλώς μονάδες κινούνται ; Διότι κατ' αμφοτέρας τας περιπτώσεις το ζώον κατ' ανάγκην κινείται μόνον, διότι αι μονάδες κινούνται.

3. Είς τους συνδυάζοντας λοιπόν και συνταυτίζοντας κίνησιν και αριθμόν και ταύτα συμβαίνουσι τα άτοπα και πολλά άλλα τοιαύτα. Διότι όχι μόνον είναι αδύνατος τοιούτος ορισμός της ψυχής, άλλα και αδύνατον συμβεβηκός αυτής. Είναι δε τούτο φανερόν εις εκείνον, όστις ήθελεν επιχειρήσει να εξηγήση κατά την δοξασίαν ταύτην τα πάθη και τας ενεργείας της ψυχής, συλλογισμούς, αισθήσεις, ηδονάς, λύπας και όσα άλλα τοιαύτα· διότι, καθώς είπομεν πρότερον, δεν είναι εύκολον ουδέ εικασίαν τινά να σχηματίσωμεν περί των λειτουργιών τούτων.


4. Ενώ λοιπόν παρεδόθησαν εις ημάς τρεις τρόποι καθ' ους ορίζουσι την ψυχήν, άλλοι δηλ. είπον ότι είναι το κινητικώτατον ον, διότι είναι αυτοκίνητον, άλλοι δε ότι είναι σώμα έχον μικρότατα μέρη ή το μάλλον ασώματον των άλλων, διεξήλθομεν πάσας σχεδόν τας απορίας και τας αντιρρήσεις, τας οποίας οι δύο τρόποι ούτοι παρουσιάζουσιν.


5. Υπολείπεται δε να ίδωμεν πώς δοξάζουσιν ότι ή ψυχή σύγκειται εκ των στοιχείων. Διότι λέγουσι μεν ούτω, ίνα εξηγήσωσι πώς ή ψυχή αισθάνεται τα όντα και γινώσκει έκαστον αυτών, αλλά αναγκαίως συμβαίνουσι πολλά τα αδύνατα εν τη δοξασία ταύτη. Διότι υποθέτουσιν ότι το όμοιον γινώσκει, το όμοιον, ωσανεί υπελάμβανον ότι ή ψυχή είναι αυτά τα πράγματα. Άλλα ταύτα δεν είναι τα μόνα, απέ ρ ή ψυχή γινώσκει, αλλά και πολλά άλλα, μάλλον δε είναι ίσως άπειρα, εκ τούτων των στοιχείων αποτελούμενα (1). "Έστω λοιπόν ότι ή ψυχή γινώσκει και αισθάνεται τα -στοιχεία (2) εξ ων αποτελείται έκαστον των πραγμάτων, αλλά πως θα αισθανθή ή θα γνωρίση το σύνολον πράγματός τινος; π.χ. τί εστι θεός ή άνθρωπος ή σαρξ ή οστούν;
ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ μὴ ἀγαθόν· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ τῶν ἄλλων. ομοίως δε και άλλο οτιδήποτε εκ των συνθέτων. Διότι ουχί βεβαίως καθ' οιονδήποτε τύχωσι τρόπον τα στοιχεία αποτελούσιν έκαστον πράγμα, αλλά κατά τινα λόγον και σύνθεσιν, καθώς και ο Εμπεδοκλής λέγει περί του οστού: “Η δε ερασμία γη εις τας ευστέρνους χοάνας αυτής εκ των οκτώ μερών έλαβε δύο μέρη εκ του λαμπρού υγρού, τέσσαρα δε εκ του Ηφαίστου, τα δε οστά εγένοντο λευκά”. (3) Δεν αρκεί λοιπόν να υπάρχωσι τα στοιχεία εν τη ψυχή, εάν δεν υπάρχωσιν εν αυτή και οι λόγοι και η σύνθεσις. Διότι έκαστον στοιχείον θα γνωρίζη μόνον το όμοιόν του, και ουδέν θα γνωρίζη το οστούν ή τον άνθρωπον, εκτός εάν και ταύτα θα υπάρχωσιν εν τη ψυχή· αλλά ότι τούτο είναι αδύνατον, δεν είναι χρεία να είπωμεν. Διότι τίς δύναται να αμφιβάλη αν εν τη ψυχή υπάρχη λίθος ή άνθρωπος;

7. Προσέτι, επειδή το ον λέγεται κατά πολλάς σημασίας, (διότι σημαίνει τούτο το άτομον, έπειτα το ποσόν ή ποιόν ή και άλλην τινά εκ των κατηγοριών, ας διεκρίναμεν), άρά γε η ψυχή εξ απασών συνίσταται ή ου; Αλλά δεν πιστεύεται ότι υπάρχουσι στοιχεία κοινά πασών των κατηγοριών. (5) Άρα λοιπόν η ψυχή θα συνίσταται εκ μόνων των στοιχείων, όσα είναι της ουσίας ; Πώς λοιπόν τότε γνωρίζει και έκαστον των άλλων στοιχείων; Ή θα ισχυρισθώσιν ότι δι' έκαστον γένος υπάρχουσι στοιχεία και αρχαί ιδιαίτεραι, εξ ων συνέστη η ψυχή; Θα είναι λοιπόν τότε αύτη ποσόν και ποιόν και ουσία (6). Αλλ' είναι αδύνατον εκ των στοιχείων του ποσού να αποτελήται ουσία και ουχί ποσόν. Οι λέγοντες λοιπόν ότι η ψυχή γίνεται εκ πάντων των στοιχείων περιπίπτουσιν εις ταύτα και άλλα τοιαύτα άτοπα.


8. Αλλ' άτοπον είναι και το να λέγωσιν ότι είναι απαθές το όμοιον υπό του ομοίου, αλλ' ότι το όμοιον αισθάνεται το όμοιον και ότι γινώσκομεν το όμοιον δια του ομοίου, ενώ συγχρόνως παραδέχονται ότι η αίσθησις είναι πάθος και κίνησις, ομοίως δε και η νόησις και η γνώσις.

9. Ότι δε πολλάς απορίας και δυσκολίας γεννά το να ισχυρίζωνται, ως ο Εμπεδοκλής, ότι έκαστον πράγμα γνωρίζομεν δια των σωματικών στοιχείων, και ότι τα όμοια γινώσκονται διά των ομοίων, μαρτυρούσι τα νυν λεχθέντα (7). Όσα τωόντι εκ γης μέρη υπάρχουσιν εν τοις σώμασι των ζώων,

10. Προσέτι εις εκάστην εκ των αρχών θα υπάρχη περισσοτέρα άγνοια παρά γνώσις· διότι εκάστη θα γινώσκη εν μόνον (9), θα αγνοή δε πολλά, δηλ. πάντα τα άλλα· συμβαίνει δε ούτω ο θεός να είναι αφρονέστατον ον κατά τον Εμπεδοκλέα· διότι μόνος ούτος αγνοεί εν των στοιχείων, το νείκος, ενώ πάντα τα θνητά το γνωρίζουσιν, αφού έκαστον τούτων αποτελείται εκ πάντων των στοιχείων.


11. Εν γένει δε, διά τίνα αιτίαν πάντα τα όντα δεν έχουσι ψυχήν, αφού πάντα είναι εν στοιχείον ή αποτελούνται εξ ενός ή εκ περισσοτέρων ή εκ πάντων των στοιχείων; Έκαστον πρέπει να γνωρίζη ή έν ή τινά ή πάντα τα πράγματα.


12. Αλλά δύναταί τις να ερωτήση: και τί άρά γε είναι το συνενούν αυτά εν τοις πράγμασι (10); διότι τα στοιχεία ομοιάζουσι προς υλικά όντα (11), κυριώτατον δε είναι εκείνο όπερ συνέχει τα άλλα, οιονδήποτε και αν είναι τούτο, αδύνατον όμως να υπάρχη τι ανώτερον της ψυχής και άρχον αυτής, και έτι μάλλον αδύνατον να υπερέχη και αρχή του νου. Εύλογον δε να δεχθώμεν ότι ο νους είναι προγενέστερος και κυρίαρχος κατά φύσιν, ενώ εκείνοι λέγουσιν ότι τα στοιχεία είναι πρώτα των όντων.


13. Πάντες δε όσοι δια την γνώσιν και την αίσθησιν των όντων, ας έχει η ψυχή, λέγουσιν ότι αύτη σύγκειται εκ των στοιχείων, και όσοι λέγουσιν ότι είναι το κινητικώτατον των όντων, δεν ομιλούσι περί πάσης της ψυχής. Διότι ουχί πάντα όσα αισθάνονται είναι αίτια κινήσεως· τουναντίον φαίνεται τινά των ζώων ότι είναι στάσιμα εν τόπω (12). Και όμως πιστεύεται ότι κατά μόνην την τοπικήν κίνησιν η ψυχή κινεί το ζώον. Όμοια προς ταύτα αντιτάσσονται και εις όσους τον νουν και την αίσθησιν υπολαμβάνουσιν, ότι σύγκεινται εκ στοιχείων. Διότι και τα φυτά ζώσι χωρίς να μετέχωσι τοπικής κινήσεως και αισθήσεως και εκ των ζώων πολλά δεν έχουσι διάνοιαν.


14. Εάν δε τις και ταύτα παραχωρήση και υποθέση ότι ο νους είναι μέρος της ψυχής, ομοίως όπως είναι και η αίσθησις, ουδέ ούτω θα έλεγε καθόλου περί πάσης ψυχής, ουδέ περί ενός ολοκλήρου είδους αυτής,

15. Το αυτό πάσχει και η εξήγησις της ψυχής, ην δίδουσι τα καλούμενα ορφικά έπη· λέγουσι δηλ. “ότι η ψυχή εκ του σύμπαντος εισέρχεται εις τα ζώα, όταν αναπνέωσι, φερομένη υπό των ανέμων”. Αλλά τούτο βέβαια δεν συμβαίνει εις τα φυτά (13)


16. Και εάν έτι πρέπη να συστήσωμεν την ψυχήν εκ των στοιχείων, δεν είναι ανάγκη να την συστήσωμεν εκ πάντων των στοιχείων διότι αρκεί το έτερον μέρος της αντιθέσεως, ίνα κρίνη εαυτό και το αντίθετον λ. χ. διά του ευθέος γινώσκομεν και αυτό το ευθύ και το καμπύλον, διότι κριτήριον και των δύο είναι ο κανών, ενώ το καμπύλον ούτε του καμπύλου ούτε του ευθέος είναι κριτήριον.

17. Τινές δε λέγουσιν ότι η ψυχή είναι διακεχυμένη εις το σύμπαν, και εκ τούτου ίσως ο Θαλής εδόξασεν, ότι πάντα είναι πλήρη θεών.


18. Αλλά και αύτη η δόξα εγείρει πολλάς απορίας. Τω όντι διά ποίαν αιτίαν η ψυχή η υπάρχουσα εν τω αέρι ή εν τω πυρί δεν παράγει ζώον, ενώ εν τοις μικτοίς (14) παράγει, μολονότι φαίνεται εις αυτούς ανωτέρα η εν τοις δύο εκείνοις στοιχείοις υπάρχουσα;

19. Δύναται τις να επερωτήση και δια ποίαν αιτίαν η εν τω αέρι ψυχή είναι ανωτέρα και μάλλον αθάνατος της υπαρχούσης εν τοις ζώοις.
συμβαίνει δ' ἀμφοτέρως ἄτοπον καὶ παράλογον· καὶ γὰρ τὸ λέγειν ζῷον τὸ πῦρ ἢ τὸν ἀέρα τῶν παραλογωτέρων ἐστί, καὶ τὸ μὴ λέγειν ζῷα ψυχῆς ἐνούσης ἄτοπον.

20. Κατ' αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις συμβαίνει εν άτοπον και εν παράλογον. Διότι το να λέγωμεν ότι το πυρ ή ο αήρ είναι ζώον, είναι από τα παραλογώτατα πράγματα, αλλά και να μη λέγωμεν αυτά ζώα, ενώ είναι έμψυχα, επίσης είναι άτοπον.

21. Φαίνεται ότι ούτοι υπέθεσαν, ότι υπάρχει ψυχή εν τοις απλοίς τούτοις σώμασι, διά τον λόγον ότι το όλον είναι (15) του αυτού είδους με τα μέρη του, ώστε ηναγκάσθησαν να είπωσιν ότι και η ψυχή είναι ομοειδής με τα μέρη της, εάν αληθώς τα ζώα γίνωνται έμψυχα λαμβάνοντά τι του περιέχοντος (αέρος) εντός αυτών. Αλλ' όμως εάν ο αήρ ο διακεχυμένος είναι ομοειδής, η δε ψυχή σύγκειται εκ μερών ανομοίων, προδήλως εν μέρος αυτής θα υπάρχη εν τω αέρι, άλλα δε δεν θα υπάρχωσιν εν αυτώ αναγκαίως· λοιπόν η ψυχή ή είναι ομοιομερής (16) ή δεν υπάρχει εις παν οιονδήποτε μέρος (στοιχείον) του παντός.

22. Είναι λοιπόν φανερόν εκ των ειρημένων, ότι ούτε την γνώσιν έχει η ψυχή διά τον λόγον ότι συνίσταται εκ των στοιχείων, ούτε λέγεται ορθώς και αληθώς ότι κινείται.


23. Επειδή δε η γνώσις ανήκει εις την ψυχήν και η αίσθησις και η δόξα, προσέτι δε η επιθυμία και η βούλησις και γενικώς αι ορέξεις, γίνεται δε και η τοπική κίνησις εις τα ζώα υπό της ψυχής, προσέτι δε αύξησις αυτών και ακμή και φθίσις, άρά γε εις όλην την ψυχήν υπάρχει εκάστη των λειτουργιών
τούτων, διά πάσης δηλ. της ψυχής νοούμεν και αισθανόμεθα και κινούμεθα και έκαστον των άλλων ποιούμεν και πάσχομεν, ή άλλα τούτων δι' άλλων μερών της ψυχής; Και η αρχή της ζωής είναι εις έν των μερών τούτων ή εις περισσότερα ή εις όλα; Ή υπάρχει πλην της ψυχής άλλο τι αίτιον της ζωής;


24. Λέγουσι βεβαίως τινές ότι η ψυχή είναι διαιρετή, και άλλο μεν μέρος νοεί (18), άλλο δε επιθυμεί (19). Αλλά τί λοιπόν τότε συνέχει τα μέρη της ψυχής, εάν είναι φύσει διηρημένη; Βεβαίως ουχί το σώμα· διότι τουναντίον η ψυχή πιστεύεται μάλλον ότι συνέχει το σώμα, και άμα εξέλθη η ψυχή εκπνέει το σώμα και σήπεται. Εάν λοιπόν άλλο τι κάμνη αυτήν μίαν, το άλλο τούτο βεβαίως θα ήτο αυτή η ψυχή. Αλλά θα χρειασθή πάλιν να ερωτήσωμεν: είναι και τούτο έν ή έχει πολλά μέρη; Και αν είναι έν, διατί δεν είναι αμέσως και η ψυχή έν; εάν δε είναι διηρημένον, πάλιν ο λόγος θα ζητήση τί συνέχει τα μέρη αυτού, και ούτω θα προχωρή επ' άπειρον η πρόοδος.

25. Δύναταί τις δε να απορήση και περί των μερών της ψυχής, ποίαν δύναμιν έχει έκαστον αυτών εις το σώμα; Διότι, αν ολόκληρος η ψυχή όλον το σώμα συνέχη, έπεται ότι και έκαστον των μερών αυτής συνέχει μέρος τι του σώματος. Αλλά τούτο φαίνεται αδύνατον. Διότι ποίον μέρος ή πώς θα συνέχη αυτό ο νους, είναι δύσκολον και να φαντασθή τις.

26. Φαίνεται δ' ότι όχι μόνον τα φυτά, όταν διαιρεθώσιν, εξακολουθούσι να ζώσιν, αλλά και εκ των ζώων έντομά τινα ζώσιν, ώστε τα τμήματα έχουσι μίαν ψυχήν την αυτήν κατά το είδος, καίτοι ουχί και κατά τον αριθμόν (20), διότι έκαστον των χωρισθέντων μερών αισθάνεται και κινείται κατά τόπον επί τινα χρόνον· και εάν δεν εξακολουθώσιν ούτω να ζώσι, δεν πρέπει να απορώμεν· διότι δεν έχουσιν όργανα, ίνα διατηρήσωσι την φύσιν αυτών. Ουχ ήττον όμως εις καθέν των σωματικών μερών υπάρχουσιν όλα τα μέρη της ψυχής τα οποία, είναι ομοειδή προς άλληλα και προς την όλην ψυχήν, προς άλληλα μεν ως όντα αχώριστα, προς δε την όλην ψυχήν ως ούσαν διαιρετήν (21).


27. Και η αρχή δε, ήτις είναι εν τοις φυτοίς, φαίνεται ότι είναι ψυχή τις· διότι τα φυτά και τα ζώα μόνην ταύτην την ψυχήν (22) έχουσι κοινήν. Και η τοιαύτη μεν ψυχή δύναται να υπάρχη χωριστή από της αισθητικής αρχής, άνευ όμως αυτής ουδέν όν έχει αίσθησιν.



Σημειώσεις

1) Είτε τα ολικά σύνθετα όντα, είτε αι αναφοραί των πραγμάτων.

2) Τα τέσσαρα, γην, πυρ, Αέρα, ύδωρ. Ό Αριστοτέλης παρεδέχετο και πέμπτον στοιχείον, τον αιθέρα.

3) Ο Εμπεδοκλής λέγει ότι τα οστά έχουσι δύο μέρη γης, δύο ύδατος και τέσσαρα πυρός. (Όρα και Μ. Ευαγγελίδου, Σύνοψις της Ιστορίας της Φιλοσοφίας Α. 1904).

4) Το αγαθόν δεν είναι στοιχείον, αλλ' είναι αναφορά ή σχέσις. Είναι το μέσον μεταξύ δύο κακιών, της υπερβολής και της ελλείψεως.

5) Κατά τον Αριστοτέλην αι κατηγορίαι ουδέν κοινόν έχουσι, και δεν δύνανται να αναχθώσιν εις εν γένος.

6) Αλλά τότε τί γίνεται η ενότης αυτής, ης άνευ ούτε να νοηθή δύναται;

7) Ο Εμπεδοκλής ορμάται εκ της αρχής ότι το όμοιον γινώσκεται υπό του ομοίου. Επομένως ίνα γινώσκηται η αισθητή πραγματικότης, ήτις σύγκειται εκ των 4 στοιχείων, πυρός, αέρος, ύδατος και γης, πρέπει η γινώσκουσα ψυχή ν' αποτελήται εκ των ομοίων στοιχείων. Ο Αριστοτέλης φέρει τας ακολούθους αντιρρήσεις: (1) η ψυχή γινώσκει ου μόνον τα στοιχεία, αλλά και πλείστα άλλα πράγματα, περί των οποίων η αρχή “ομοίω το όμοιον” ουδέν εξηγεί, (2) ουδεμίαν έχει αξίαν το ότι η ψυχή συνίσταται εκ των στοιχείων, εάν μη συνίσταται και εκ των αναφορών και συνδυασμών των στοιχείων τούτων. Διότι πώς δύναται να γινώσκηται ο άνθρωπος λ.χ. ή ο λίθος, αφού ουδείς υποθέτει ότι ταύτα είναι εν τη ψυχή; (3) Εις ποίαν κατηγορίαν δύναται να υπαχθή η ψυχή; Αι γενικώταται κατηγορίαι είναι 10, δηλ. ουσία, ποσόν, ποιόν, σχέσις, τόπος, χρόνος, κείσθαι, έχειν, ποιείν, πάσχειν. Αλλ' η ψυχή δεν δύναται να είναι πάσαι αι κατηγορίαι, διότι αύται δεν έχουσι κοινά στοιχεία· ούτε δύναται να είναι μία εξ αυτών, διότι τότε θα γινώσκη μόνον τα αντικείμενα, άτινα ανήκουσιν εις την κατηγορίαν ταύτην, θα αγνοή δε τα άλλα. (4.) Ο Εμπεδοκλής εμπλέκεται εις το δίλημμα να καταστήση τον Θεόν αμαθέστατον ον, διότι αποκλείει από της φύσεως τούτου μίαν των στοιχειωδών κοσμικών αρχών, την έριν (την διάκρισιν, την διαλεκτικήν). (5) Προσέτι διατί παν στοιχείον ή πας συνδυασμός στοιχείων δεν έχει ψυχήν; (6) Η εν λόγω θεωρία ουδεμίαν παρέχει συνεκτικήν και ενωτικήν αρχήν.

8) Ίσως είπε νεύρα αντί να είπη μύες.

9) Θα γινώσκη το όμοιον αυτής εξ ου και συνίσταται.

10) Ποίον το στοιχείον όπερ δίδει εις τα άλλα στοιχεία την δύναμιν να μένωσιν ηνωμένα και ούτω ποιεί όντα ατομικά και χωριστά;

11) Ενώ η ψυχή ή η μορφή τα ενώνει εις εν όλον.

12) Ως τα ζωόφυτα. Κατά τον Αριστ. το διακριτικόν γνώρισμα του ζώου είναι η αισθητικότης, η αισθητική ψυχή. Η κίνησις δεν δύναται να ανήκη εις την ουσιώδη φύσιν της ψυχής, διότι αισθανόμενά τινα όντα είναι στάσιμα και ακίνητα. Η αντίρρησις λοιπόν στρέφεται κατά Δημοκρίτου και Ξενοκράτους.

13) Και τα φυτά έχουσι ψυχήν, αλλά την θρεπτικήν μόνην.

14) Ήτοι εν τοις σώμασι τα οποία σύγκεινται εκ διαφόρων στοιχείων αναμεμιγμένων μεταξύ των.

15) Αν τα στοιχεία αποτελούσι την ψυχήν, πρέπει και ο αήρ και το πυρ να έχωσι την ψυχήν. Και αφού τα μέρη των έχουσι ψυχήν πρέπει και το όλον αυτών να έχη ψυχήν.

16) Όπερ αδύνατον, αν η ψυχή σύγκειται εκ των στοιχείων, τα οποία δεν είναι όμοια.

17) Κατά τον Αριστοτέλην η ζωή και η ψυχή είναι τα αυτά· δια τούτο αποδίδει ψυχήν και εις τα φυτά.

18) Το λογικόν.

19) Το επιθυμητικόν.

20) Αριθμητικώς υπάρχουσι πολλαί ατομικαί ψυχαί, ειδικώς δε (κατ' είδος) η ψυχή είναι η αυτή είς τε τα μέρη και εις το όλον σώμα.

21) Ως εάν η ψυχή ανευρίσκετο ολόκληρος εν εκάστω των μερών, εις τα οποία διηρέθη το ζώον.

22) Την θρεπτικήν.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21


Ἐπιστροφὴ στην Φιλοσοφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 0 ἐπισκέπτες

cron