ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 24/11/2012 03:34

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄
1. (0) Συνεζητήσαμεν αρκετά τα υπό των πρότερον φιλοσοφησάντων παραδοθέντα περί ψυχής. Ας επανέλθωμεν δε οπίσω, ίνα επαναλάβωμεν τα πράγματα τρόπον τινά εξ αρχής και ας προσπαθήσωμεν να προσδιορίσωμεν τι είναι η ψυχή και τις δύναται να είναι ο γενικότατος (1) ορισμός αυτής.

2. Λέγομεν λοιπόν ότι μία τάξις όντων είναι η ουσία· εν αυτή δε διακρίνομεν πρώτον την ύλην, ήτις καθ' εαυτήν δεν είναι τούτο το ωρισμένον πράγμα, έπειτα δε μορφήν και είδος, κατά το οποίον το πράγμα λέγεται ότι είναι τούτο το πράγμα, και τρίτον το εκ των δύο τούτων σύνθετον. Είναι δε η μεν ύλη δύναμις (2), το δε είδος εντελέχεια, και αύτη είναι διττή, ούτως ως η επιστήμη και η θεωρία (ήτοι ως έξις και κατοχή γνώσεως ή δεξιότητος και ως εν ενεργεία γνώσις).

3. Ουσίαι δε προ πάντων φαίνονται ότι είναι τα σώματα, και εκ τούτων τα φυσικά (γη, ύδωρ κλπ.). Διότι ταύτα είναι αι αρχαί των άλλων σωμάτων (των τεχνητών). Εκ των φυσικών δε σωμάτων άλλα μεν έχουσι ζωήν, άλλα δε δεν έχουσι. Ζωήν λέγομεν την αρχήν της δι' εαυτού θρέψεως και αυξήσεως και φθοράς του σώματος. Ώστε παν σώμα φυσικόν έχον ζωήν είναι ουσία, αλλ' ουσία σύνθετος, σύνθετος δε εξ ύλης και είδους, ως είπομεν.



4. Επειδή δε τούτο είναι σώμα τοιούτον, έχον δήλα δη ζωήν, το σώμα δεν δύναται να είναι ψυχή. Διότι το σώμα δεν είναι εξ εκείνων τα οποία κατηγορούνται εις υποκείμενόν τι, αλλά αυτό μάλλον είναι υποκείμενον και ύλη. Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ουσία, ήτοι είναι είδος σώματος φυσικού, όπερ έχει δυνάμει (3) ζωήν. Αλλ' η ουσία είναι εντελέχεια. Η ψυχή λοιπόν είναι εντελέχεια σώματος τοιούτου, οίον είπομεν. [σ. 50]

5. Αλλ' η εντελέχεια λέγεται κατά δύο τρόπους αναλόγους ο μεν προς την επιστήμην, ο δε προς την θεωρίαν. Φανερόν είναι λοιπόν ότι η ψυχή είναι ως η επιστήμη. Διότι εν τη υπάρξει της ψυχής εμπεριέχεται και ύπνος και εγρήγορσις, αναλογεί δε η μεν εγρήγορσις προς την θεωρίαν, ο δε ύπνος προς την έξιν ή κατοχήν της γνώσεως άνευ ενεργείας. Πρότερα όμως κατά την γένεσιν εφ' ενός και του αυτού πράγματος είναι η επιστήμη (4). Δια ταύτα η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια (5) φυσικού σώματος, όπερ δυνάμει έχει ζωήν.



Όργανα δε είναι και τα μέρη των φυτών, αλλά είναι όργανα εντελώς απλά· λ.χ. το φύλλον, είναι σκέπασμα του περικαρπίου, το δε περικάρπιον είναι σκέπασμα του καρπού. Αι ρίζαι δε αναλογούσι προς το στόμα, διότι και τα δύο ταύτα παραλαμβάνουσι την τροφήν. Εάν λοιπόν πρέπει να δώσωμεν ορισμόν κοινόν εις παν είδος ψυχής, λέγομεν, ότι είναι η πρώτη εντελέχεια σώματος φυσικού οργανικού.



7. Δια τούτο δεν πρέπει να ζητώμεν αν η ψυχή και το σώμα είναι εν, όπως ούτε αν ο κηρός (η ύλη) και το σχήμα (το είδος) αυτού είναι εν, όπως εν γένει δεν πρέπει να ζητώμεν αν είναι εν η ύλη έκαστου πράγματος και το πράγμα του οποίου είναι η ύλη. Διότι το εν και το είναι λέγονται μεν κατά πολλάς σημασίας, αλλ' η κυρία σημασία αυτών είναι η εντελέχεια (6).



8. Είπομεν λοιπόν καθόλου τι είναι ψυχή· είναι δήλα δη ουσία ενεργοποιούσα μίαν έννοιαν (λόγον)· είναι η ουσιώδης έννοια τοιούτου τινός σώματος. Ούτως έστω ότι εν των οργάνων τέχνης [σ. 51] τινός είναι φυσικόν σώμα· λ.χ. ο πέλεκυς. Η έννοια του πελέκεως θα είναι η ουσία αυτού (το να κόπτη), αύτη δε θα είναι και η ψυχή αυτού· και, αν αύτη αφαιρεθή, δεν θα υπάρχη πλέον πέλεκυς, ειμή καθ' απλήν ομωνυμίαν. Πραγματικώς όμως τόρα είναι πέλεκυς (ουχί ζώον) και τοιούτου σώματος η ουσία και ο λόγος δεν είναι η ψυχή, αλλ' η ψυχή είναι ο λόγος τοιούτου φυσικού (όχι τεχνητού ως ο πέλεκυς), όπερ έχει εν εαυτώ την αρχήν της κινήσεως και της στάσεως.




9. Ανάγκη δε το λεγόμενον να παρατηρήσωμεν και επί των μελών του σώματος. Εάν δήλα δη ο οφθαλμός ήτο ζώον, ψυχή αυτού θα ήτο η όψις· η όψις δήλα δη είναι η ουσία του οφθαλμού κατά λόγον (νοητή). Ο δε οφθαλμός είναι η ύλη της όψεως(7), αν δε εκλείψη η όψις, δεν υπάρχει πλέον οφθαλμός ειμή καθ' ομωνυμίαν, όπως είναι ο λίθινος και ο εικονισμένος οφθαλμός. Πρέπει δε να εφαρμόσωμεν το λεγόμενον περί του σώματος εις το όλον ζων σώμα. Διότι ως η μερική αίσθησις αναφέρεται εις το μερικόν όργανον (8) ούτω η όλη αίσθησις αναλογεί προς το όλον σώμα το αισθητικόν, καθόσον είναι αισθητικόν.




10. Είναι δε το δυνάμει ον, όπερ είναι ικανόν να ζη, ουχί το αποβαλόν την ψυχήν (και νεκρωθέν), αλλά το έχον την ζωήν εν εαυτώ. Το σπέρμα και ο καρπός είναι δυνάμει τοιαύτα σώματα ζώντα(9). Όπως λοιπόν η τμήσις (το να κόπτη) είναι εντελέχεια του πελέκεως και η δράσις(10) είναι η εντελέχεια του οφθαλμού, ούτω και η εγρήγορσις είναι η εντελέχεια του σώματος, η δε ψυχή είναι προς [σ. 52] το σώμα, ως η όψις και η δύναμις προς το όργανον. Το δε σώμα είναι το δυνάμει ον. Αλλά καθώς ο οφθαλμός είναι η κόρη άμα και η όψις, ούτω και εδώ το ζώον είναι η ψυχή άμα και τα σώμα.

11. Ότι λοιπόν η ψυχή δεν δύναται να υπάρχη χωριστά
από του σώματος ούτε μέρη τινά αυτής, εάν εκ φύσεως αύτη διαι-
ρήται εις μέρη, είναι ήδη προφανές· διότι ενίοτε η ψυχή είναι
εντελέχεια των μερών τούτων. Αλλ' όμως τίποτε δεν εμποδίζει
μέρη τινά της ψυχής να είναι χωριστά, διότι δεν είναι εντελέχεια
κανενός σώματος, λ. χ. ο νους (11).




12. Αλλά προσέτι δεν είναι φανερόν αν η ψυχή είναι τοιαύτη εντελέχεια του σώματος, όπως ο κυβερνήτης του πλοίου (όστις είναι μεν εντελέχεια, αλλά χωριστή). Εν γένει λοιπόν δι' όσων είπομεν προσδιωρίσαμεν την ψυχήν δώσαντες υποτύπωσιν αυτής. (12)



Σημειώσεις

0) Το Β' Βιβλίον πραγματεύεται περί των δυνάμεων της ψυχής: και μάλιστα περί των αισθήσεων, πρώτον δε ορίζει τι εστί ψυχή. Κατά τον Αριστοτέλην τα φυσικά όντα διαιρούνται εις έμψυχα και άψυχα. Το ιδιάζον χαρακτηριστικόν των οργανικών όντων είναι η ψυχή, ήτις είναι η αρχή της ζωής και της κινήσεως. Η ζωή είναι η γενική μορφή της οργανικής ενεργείας. Η θρεπτική δε ζωή, η αισθητική και η διανοητική είναι μερικαί μορφαί αυτής. Το ον, όπερ έχει την ικανότητα να διανοήται, να αισθάνηται, να κινήται τοπικώς και να τρέφηται, λέγομεν ότι ζη. Η μεν εσωτερική κίνησις, ήτοι η θρέψις, αύξησις και φθίσις, είναι κοινή εις πάντα τα ζώντα, μόνη δε υπάρχει εις τα φυτά. Υψηλοτέρα ανάπτυξις της ζωικής αρχής είναι η αίσθηοις, είτα η τοπική κίνησις και τέλος η νόησις, ήτις είναι ο ανώτατος βαθμός της εξελίξεως της ψυχής. Η ψυχή άρα είναι ενότης περιλαμβάνουσα τας αρχάς της ζωής, της αισθήσεως και της νοήσεως. Εκάστη βαθμίς είναι ύλη, μέσον και όρος της ανωτέρας, ήτις είναι τέλος και σκοπός της κατωτέρας. Εκάστη είναι διάφορος τρόπος ενεργείας και εκδηλώσεως της μιας ψυχής προσδιοριζόμενος υπό της διαφοράς του υλικού ή του αντικειμένου αυτής.

Παν ό,τι ζη είναι σύνθετον εκ ψυχής και σώματος· και η μεν ψυχή 1) είναι η αιτία της κινήσεως και μεταβολής αυτού, είναι άρα ποιητική αιτία· 2) προσδιορίζει την μορφήν, την ατομικότητα, την έννοιαν του οργανισμού, είναι άρα ειδική αιτία· 3) είναι ο τελικός σκοπός του σώματος, είναι άρα τελική αιτία. Το σώμα δ' είναι η υλική αιτία, ο όρος ου άνευ δεν δύναται να υπάρχη το όλον, είναι η δύναμις του πράγματος. Ψυχή λοιπόν και σώμα διακρίνονται απ' αλλήλων, αλλ' ουδέτερον δύναται να υπάρχη άνευ του ετέρου. [σ. 48] Το σώμα είναι όργανον, η ψυχή είναι η ζωική αρχή. Η ζωή περιέχει στοιχείον ενεργητικόν και έτερον παθητικόν, αρχήν κινούσαν και πράγμα κινούμενον, είδος και ύλην. Το είδος είναι η κινούσα, η ποιητική αιτία, ήτις πραγματοποιεί τας δυνάμεις του μερικού σώματος και υψώνει αυτό εις την τελείαν, την αληθή πραγματικότητα αυτού. Άνευ της ψυχής το σώμα είναι άμορφος ύλη. Επειδή δε η πλήρης ανάπτυξις, η τελεία ενεργοποίησις της δυνάμεως πράγματός τινος λέγεται εντελέχεια, άρα η ψυχή είναι η εντελέχεια σώματος φυσικού (ουχί τεχνητού) όπερ έχει όργανα και δύναται να ζη. Η κίνησις, η πορεία της μεταβάσεως από του δυνατού εις το πραγματικόν, από της δυνάμεως εις την εντελέχειαν λέγεται ενέργεια, τον όρον δε τούτον ο Αριστοτέλης πολλάκις μεταχειρίζεται αντί της εντελεχείας (τελείας ενεργείας, εντελούς έξεως).

Εν τοις τελείοις οργανισμοίς το φυσιολογικόν και ψυχικόν κέντρον είναι η καρδία, ουχί ο εγκέφαλος, όστις απλώς κανονίζει την θερμοκρασίαν αυτής. Η θερμότης, το στοιχείον εν ω η ψυχή αμέσως ενσαρκούται, συντηρείται υπό της τροφής. Η αναπνοή δε των πνευμόνων και ο ψυχρός εγκέφαλος εμποδίζουσιν υπέρμετρον παραγωγήν ζωικής θερμότητος. Η θερμότης είναι απαραίτητον μέσον της θρέψεως. Αλλ' η απόλυτος αιτία της θρέψεως είναι η ψυχή, ήτις τρέφει και συντηρεί το σώμα δια των τροφών ας αφομοιούται. Πρώτη λοιπόν εντελέχεια είναι η θρεπτική ψυχή, ης έργον είναι η χρήσις της τροφής προς συντήρησιν του ατόμου και η γέννησις ομοίων όντων προς διατήρησιν του γένους. Η ψυχή μεταχειρίζεται προς ταύτα την θερμότητα και τα τρόφιμα, όπως ο πλοίαρχος την χείρα και το πηδάλιον. Τα μεν φυτά μόνην έχουσι την ψυχήν ταύτην. Τα ζώα όμως πλην της θρεπτικής έχουσι και την αισθητικήν ψυχήν.

Τα αισθητήρια είναι όργανα αντιλήψεως του εξωτερικού κόσμου. Η αίσθησις είναι κίνησις ή αλλοίωσις του αισθητηρίου. Το αισθητικόν (υποκείμενον) και το αισθητόν (αντικείμενον) είναι έν εν τη ενεργώ αισθήσει. Το αισθητήριον είναι δυνάμει ό,τι είναι το αισθητόν ενεργεία· αισθανόμενον δε αφομοιούται το είδος του πράγματος άνευ της ύλης, δέχεται ποιοτικά στοιχεία ανήκοντα εις ατομικόν τι πράγμα, αλλ' ουχί το άτομον. Το υποκείμενον πριν ή αισθανθή είναι διάφορον του αισθητού, αλλά μετά την αίσθησιν είναι ως το αισθητόν. Η διαφορά αυτών έγκειται εις τον τρόπον καθ' όν έκαστον υπάρχει.—Το αίσθημα είναι φαινόμενον ψυχικόν, αλλά το όργανον της αισθήσεως είναι φυσικόν. Όμμα και όψις συνδέονται ως ύλη και είδος.—Μετά του οργάνου και του αισθητού αντικειμένου τρίτος αναγκαίος παράγων εκάστης αισθήσεως είναι το μεταξύ, το διάμεσον στοιχείον. Της όψεως λ.χ. το μεταξύ είναι το διαφανές, ήτοι ο αήρ, το ύδωρ και άλλα διαφανή σώματα.

Τα ατομικά και μεμονωμένα αισθήματα και τας αναφοράς αυτών η ψυχή ανάγει εις την ενότητα κοινής αντιλήψεως. Αντιλαμβανόμεθα ότι ορώμεν, ακούομεν κ.λ., συγκρίνομεν έπειτα και συνδυάζομεν ή χωρίζομεν τα αισθήματα ταύτα. Ούτω πλην των 5 μερικών αισθήσεων υπάρχει κοινή αίσθησις, περί ης κατωτέρω πραγματεύεται ο Αριστοτέλης. [σ. 49]

1) Όστις θα περιλαμβάνη πάντα τα έχοντα ζωήν, ήτοι φυτά και ζώα.

2) Η ύλη είναι ακόμη ουδέν, και δύναται να είναι πάντα, πριν ή η μορφή διορίση αυτήν ειδικώς.

3) Όπερ δύναται να δεχθή την ζωήν ή έχει την ικανότητα να ζη.

4) Προηγείται η έξις ή κατοχή γνώσεως ή άλλης ικανότητος, και έπεται η χρήσις ή ενεργοποίησις αυτών.

5) Ως έξις και κατοχή, οία η θρεπτική ψυχή, ήτις είναι έξις και ενέργεια και προϋπόθεσις των άλλων.

6) Πραγματικόν ον, τόδε τι, είναι εκείνο, εν ω συνηνώθησαν πάντα τα συστατικά στοιχειά του. Το σώμα άνευ της ψυχής είναι πτώμα και ανάπαλιν η ψυχή άνευ του σώματος είναι απλή αφαίρεσις εν τη διανοία ημών.

7) Όπως το σώμα είναι η ύλη της ψυχής.

8) Εκ της εν τω οφθαλμώ αισθητικότητος μεταβαίνει εις την του όλου σώματος. Η ψυχή η ποιούσα αισθητικόν το σώμα ομοιάζει προς την όψιν του οφθαλμού και την τμήσιν του πελέκεως.

9) Διακρίνει την εν τω εμψύχω σώματι πραγματικήν δύναμιν του ζην και την εν τω σπέρματι, όπερ δύναται να γίνη σώμα, δένδρον κλπ.

10) Όψις είναι η απλή δύναμις, δράσις η ενέργεια της όψεως.

11) Μόνη η ψυχή είναι η τελείωσις του σώματος. Μέρη ή λειτουργίαι αυτής δύνανται να χωρίζωνται του σώματος, ως ο ποιητικός νους.

12).—Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή του σώματος και επομένως ψυχή και σώμα είναι αχώριστα, είναι εν. Αλλ' η ενότης αυτών δεν πρέπει να νοήται ως ένωσις δύο υλικών και ανεξαρτήτων πραγμάτων. Τοιαύτας παχυλάς παραστάσεις είδομεν με πόσην δύναμιν επολέμησεν ο Αριστοτέλης εν τω Α' Βιβλίω σελ. 25 κ. έ. Ενταύθα έχομεν λογικήν και ζώσαν ενότητα. Τω όντι η ζωή, η ενότης της ψυχής και του σώματος σύγκειται εκ τριών στοιχείων· είναι 1) ζωή εσωτερική και αδιόριστος, αφηρημένη καθολική αρχή, 2) πραγματοποιείται και μερικεύεται εν τω σώματι και 3) επανάγει τα δύο ταύτα στοιχεία εις την ενότητα αυτών εν τη ατομικότητι του ζώντος όντος. Εκάστη στιγμή της ζωής αποτελείται εκ των τριών τούτων σημείων: εκ της ορμής του υποκειμένου, ήτις αναγκάζει το ζώον να θέτη τους διορισμούς του, τα μέλη του σώματος, να πραγματοποιήται εν αυτοίς και τέλος διά τούτων να επιστρέφη εις εαυτό ως κέντρον αισθανόμενον κλπ. Αύτη είναι η αληθής ενότης της ψυχής και του σώματος. Διά τούτο λέγει ο Αριστοτέλης, ότι το είδος, το καθόλου, η ψυχή είναι αυτό το είναι και η ουσία. Εάν λ. χ. ο πέλεκυς ήτο φυσικόν σώμα έχον εν εαυτώ αρχήν κινήσεως, εάν δήλα δη ήτο έμψυχον σώμα, τότε η έννοια του πελέκεως, το τέμνειν, θα απετέλει την ψυχήν αυτού, και αν τούτο το είδος αυτού αφηρείτο δεν θα υπήρχε πλέον πέλεκυς. Αλλ' ο πέλεκυς είναι σώμα τεχνητόν, έχει εκτός εαυτού την αρχήν της κινήσεως και της στάσεως εαυτού, και δεν ποιεί αυτός εαυτόν πέλεκυν. Η έvνοια, το είδος του πελέκεως δεν είναι το είναι και η ουσία αυτού, δεν ενεργοποιεί αυτή εαυτήν εν τω πελέκει, δεν είναι εντελέχεια. Η ψυχή τουναντίον [σ. 53] αυτή πλάττει τα μέλη και το όλον σώμα, αυτή συνέχει και ποιεί και συντηρεί αυτά και διά τούτων εαυτήν· είναι ο δημιουργός άμα και η πρόνοια του μικρού κόσμου της, είναι ο ναυπηγός άμα και κυβερνήτης του πλοίου, όπερ απαύστως τείνον εις διάλυσιν αδιαλείπτως υποτάσσεται, συντηρείται και αναπλάττεται υπό της κυριάρχου ψυχής. Εάν δε παύση η σχέσις αύτη ψυχής και σώματος, το σώμα δεν είναι πλέον σώμα, αλλά πτώμα, ύλη νεκρά. Ό,τι λέγομεν περί του όλου, αληθεύει και περί των μερών και αντιστρόφως. Αν ο οφθαλμός λ. χ. ήτο ζώον, η όψις θα ήτο η ψυχή αυτού, διότι αυτή είναι η ουσία, η έννοια αυτού· αυτός δε ο υλικός οφθαλμός, τα νεύρα, τα υγρά, οι χιτώνες κλπ. είναι υλικά, άτινα άμα λείψη ή δράσις είναι κενά ονόματα. Όπως δε ο ζων οφθαλμός είναι η κόρη (δύναμις) και η δράσις (ενέργεια), ούτω το όλον ζώον είναι η ψυχή και το σώμα αχωρίστως ηνωμένα. Ούτω νοούμεν νυν πώς η ψυχή είναι α') η αρχή η κινούσα και ποιούσα το σώμα, β') το είδος ή η έννοια ήτις ενεργεί και πραγματοποιεί εαυτήν εν τω σώματι, γ') ο κοινός τελικός σκοπός πάντων των μελών, ων έκαστον είναι μέσον άμα και σκοπός των άλλων, διότι έκαστον είναι μία εμφάνισις του κοινού κέντρου, μία πραγμάτωσις της εσωτερικής αρχής, ήτις πανταχού παρούσα σκοπόν έχει μόνον εαυτήν.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 25/11/2012 06:16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β
1. Επειδή εκ των ασαφών μεν εκ φύσεως, αλλά φανερωτέρων εις ημάς αισθητώς παράγεται το σαφές και γνωριμώτερον κατά τον λόγον (νοητώς), ας δοκιμάσωμεν ούτω πάλιν να εξετάσωμεν περί της ψυχής. Διότι ο ορισμός δεν πρέπει να δηλοί μόνον το ότι υπάρχει πράγμα τι, καθώς κάμνουσι συνήθως οι πλείστοι των ορισμών, αλλά να περιέχη εν εαυτώ και να εμφανίζη και την αιτίαν του πράγματος (1). Συχνά όμως οι ορισμοί διατυπούνται ως [σ. 54] συμπεράσματα αποδείξεων. Π.χ. τί εστι τετραγωνισμός (2); Το να ευρεθή ορθογώνιον ισόπλευρον (τετράγωνον), όπερ να είναι ίσον με ανισόπλευρον σχήμα. Ο τοιούτος ορισμός του τετραγωνισμού λέγει μόνον το συμπέρασμα. Αλλ' ο λέγων, ότι ο τετραγωνισμός είναι η εύρεσις της μέσης αναλόγου γραμμής, λέγει το αίτιον του πράγματος (3).


2. Λέγομεν λοιπόν, συγκεφαλαιούντες την μελέτην ταύτην, ότι το έμψυχον διαφέρει του αψύχου, διότι ζη. Επειδή δε το ζην λέγεται κατά πολλούς τρόπους, εάν και είς μόνος των τρόπων τούτων του ζην υπάρχη είς τι, λέγομεν ότι τούτο ζη, είναι δε οι τρόποι ούτοι (δυνάμεις): νους, αίσθησις, κίνησις και στάσις τοπική, θρέψις και ελάττωσις και αύξησις.

3. Διά τούτο και τα φυτά πάντα φαίνεται ότι ζώσι· διότι είναι φανερόν ότι έχουσιν εν εαυτοίς δύναμιν και αρχήν τοιαύτην, διά της οποίας λαμβάνουσιν αύξησιν και ελάττωσιν κατ' εναντίας διευθύνσεις. Διότι δεν αυξάνονται μόνον προς τα άνω, ουχί δε προς τα κάτω, αλλ' ομοίως και προς τας δύο και πάσας τας διευθύνσεις (διά των κλάδων και των ριζών) και όπου τρέφονται, και ζώσι μέχρι τέλους, εφ' όσον δύνανται να λαμβάνωσι τροφήν.

4. Δύναται δε τούτο (το θρεπτικόν) να υπάρχη χωριστόν από τας άλλας δυνάμεις, αύται όμως δεν δύνανται να υπάρχωσι χωρισταί από αυτού εν τοις θνητοίς. (4) Τούτο δε είναι φανερόν εις τα φυτά· διότι ταύτα ουδεμίαν άλλην εκ των δυνάμεων της ψυχή
έχουσι. Λοιπόν διά την αρχήν ταύτην, την θρεπτικήν, η ζωή υπάρχει εις τα ζώντα (φυτά και ζώα), το ζώον όμως έχει πρώτιστον διακριτικόν γνώρισμα την αισθητικήν δύναμιν (5), διότι και αυτά τα οποία δεν κινούνται και δεν αλλάσσουσι τόπον, αλλ' [σ. 55] όμως έχουσιν αίσθησιν, τα λέγομεν ζώα και όχι ότι απλώς ζωήν έχουσι. Πρώτη δε αίσθησις εις όλα τα ζώα υπάρχει η αφή· καθώς δε η θρεπτική δύναμις δύναται να υπάρχη χωριστή (εις τα φυτά λ. χ.) από της αφής και πάσης άλλης αισθήσεως, ούτως η αφή δύναται να υπάρχη χωριστή από των άλλων αισθήσεων (εις τα ατελή ζώα). Θρεπτικήν δε δύναμιν λέγομεν το μέρος (λειτουργίαν) της ψυχής, του οποίου και τα φυτά μετέχουσι. Την δύναμιν δε της αφής φαίνεται ότι έχουσι πάντα τα ζώα. Ύστερον θα είπωμεν διά ποίαν αιτίαν συμβαίνει και το εν και το άλλο εκ των φαινομένων τούτων.

5. Επί του παρόντος αρκεί τόσον μόνον να είπωμεν, ότι η ψυχή είναι η αρχή των ειρημένων δυνάμεων, και ότι δι' αυτών ορίζεται, ήτοι διά του θρεπτικού, του αισθητικού, του διανοητικού και της κινήσεως. Εκάστη δ' αυτών είναι άρα γε η ψυχή καθ' εαυτήν, ή είναι μέρος της ψυχής; και αν είναι μέρος είναι άρα γε μέρος τοιούτον, ώστε να χωρίζηται από της ψυχής μόνον διά της νοήσεως (νοερώς) ή και κατά τόπον (υλικώς); Είς τινας των ερωτήσεων τούτων είναι εύκολον να αποκριθώμεν, άλλαι όμως παρουσιάζουσι δυσκολίας.

6. Ούτω, καθώς εις τα φυτά, τινά εκ τούτων, αφού διαιρεθώσι και χωρισθώσιν απ' αλλήλων, εξακολουθούσι να ζώσι (τα μέρη), ως εάν η εν αυτοίς υπάρχουσα ψυχή είναι κατ' εντελέχειαν (κατ' είδος) μία εις έκαστον φυτόν, κατά δύναμιν δε περισσότεραι, τοιουτοτρόπως βλέπομεν ότι συμβαίνει το αυτό εις άλλην τάξιν εμψύχων όντων, εις τα έντομα τα όποια έχουσι διαιρεθή. Διότι και αίσθησιν έχει και το εν και το άλλο μέρος και τοπικήν κίνησιν, αν δε έχη αίσθησιν, έχει και φαντασίαν και όρεξιν διότι όπου αίσθησις, εκεί και λύπη και ηδονή, και όπου ταύτα, εξ ανάγκης εκεί υπάρχει και επιθυμία.

7. Άλλα περί του νου και της θεωρητικής δυνάμεως τίποτε ακόμη δεν είναι φανερόν (6), φαίνεται όμως ότι είναι άλλο γένος [σ. 56] ψυχής και ότι αυτό μόνον δύναται να είναι χωριστόν από των άλλων, όπως το αιώνιον είναι χωριστόν από το φθαρτόν.

8. Εκ τούτων δε είναι φανερόν ότι τα λοιπά μέρη της ψυχής δεν είναι χωριστά, καθώς τινες λέγουσιν. Ότι όμως διά του λόγου (νοερώς) διακρίνονται, τούτο είναι φανερόν διότι διαφέρει να είναί τις αισθητικός από του να είναι δοξαστικός, διαφέρει η αίσθησις από της δόξης (γνώμης). Ομοίως δε ταύτα διαφέρουσιν εκάστης των άλλων δυνάμεων των προειρημένων.

9. Προσέτι είς τινα μεν εκ των ζώων υπάρχουσιν άπασαι αι δυνάμεις αύται, εις άλλα τινές εξ αυτών, και εις άλλα μία μόνη·
(τούτο δε αποτελεί και την μεταξύ αυτών διαφοράν)· διά ποίαν δε αιτίαν ύστερον θα εξετάσωμεν. Αλλά σχεδόν όμοιόν τι συμβαίνει και εις τας αισθήσεις· άλλα δηλ, εκ των ζώων έχουσιν όλας τας αισθήσεις, άλλα ολίγας, και άλλα μίαν μόνην, την αναγκαιοτάτην, την αφήν.

10. Εκείνο δε δι' ού ζώμεν και αισθανόμεθα λέγεται κατά δύο τρόπους, όπως και εκείνο διά του οποίου γινώσκομεν, και το οποίον καλούμεν άλλοτε μεν επιστήμην, άλλοτε δε ψυχήν.(7) Διότι λέγομεν, ότι γνωρίζομεν διά του ενός ή του άλλου τούτων. Διττώς δε λέγεται και εκείνο δι' ου υγιαίνομεν και όπερ αφ' ενός μεν είναι η υγίεια, αφ' ετέρου μέρος ή όλον το σώμα. Εκ τούτων δε η επιστήμη και η υγίεια είναι μορφή και είδος και λόγος και ούτως ειπείν ενέργεια του δυναμένου να δεχθή αυτάς, η μεν επιστήμη είναι ενεργοποίησις του δυναμένου να επίσταται (της ψυχής), η δε υγίεια του δυναμένου να έχη την υγίειαν (του σώματος). Διότι φαίνεται ότι η ενέργεια των δυναμένων να ποιώσιν ύπαρξιν λαμβάνει εις το ον το οποίον πάσχει και έχει τοιαύτην διάθεσιν (8). Ούτω και η ψυχή είναι εκείνο το πρώτον, δι' ου ζώμεν και αισθανό[σ. 57] μεθά και διανοούμεθα, ώστε αύτη είναι λόγος και είδος, ουχί όμως ύλη και το υποκείμενον.


11. Διότι, καθώς είπομεν, η ουσία (υπόστασις) λέγεται τριχώς, καθ' όσον αποτελείται εκ τριών, ων το μεν είναι το είδος, το δε η ύλη και τρίτον το εξ αμφοτέρων σύνθετον, εκ τούτων δε η μεν ύλη είναι μόνον δύναμις, το δε είδος εντελής πραγματικότης, το δε εξ αμφοτέρων είναι τούτο το ωρισμένον πράγμα· επειδή δε το εξ αμφοτέρων σύνθετον είναι το έμψυχον, δεν είναι το σώμα εντελέχεια της ψυχής, αλλά τουναντίον η ψυχή είναι εντελέχεια του σώματος.

12. Και διά τούτο ορθώς δοξάζουσιν οι νομίζοντες ότι ούτε άνευ σώματος υπάρχει η ψυχή, ούτε είναι σώμα τι· διότι σώμα βεβαίως δεν είναι, αλλ' είναι κάτι του σώματος (μορφή), και διά τούτο υπάρχει εις σώμα τοιούτον (οργανικόν φυσικόν)· και όχι καθώς οι προγενέστεροι φιλόσοφοι προσήρμοζον την ψυχήν εις το (τυχόν) σώμα, χωρίς να προσδιορίζωσιν εις τί και ποίον σώμα, καίτοι ουδέ το τυχόν φαινόμενον (αποτέλεσμα) δέχεται το τυχόν πράγμα. (9)

13. Αλλά τώρα (καθώς ημείς λέγομεν) τα πάντα συμβαίνουσι λογικώτατα (10), διότι η εντελέχεια (η εντελής πραγμάτωσις) εκάστου πράγματος γίνεται φυσικώς εις εκείνο, το οποίον υπάρχει εν δυνάμει, και εις την ύλην, η οποία είναι οικεία και κατάλληλος να την δεχθή. Ότι λοιπόν η ψυχή είναι εντελέχεια και (11) λόγος εκείνου όπερ έχει την δύναμιν να είναι τοιούτον ή τοιούτον, είναι φανερόν εκ των ειρημένων.



Σημειώσεις

1) Τότε μόνον γινώσκεται αληθώς πράγμα τι, ότε γινώσκεται και η αιτία αυτού, το διότι του ότι.

2) Δεδομένου ορθογωνίου;

3) Ούτος είναι ο αληθής ορισμός και τοιούτον θέλει να δώση ο Αριστοτ. ορισμόν της ψυχής.

4) Η θρέψις είναι πρώτη, διότι δεν εξαρτάται από ουδεμίαν των άλλων λειτουργιών, ενώ αι άλλαι εξαρτώνται εξ αυτής.

5) Το αισθητικόν είναι το ιδιάζον χαρακτηριστικόν, δι' ου διακρίνεται το ζώον από των φυτών και των άλλων όντων.

6) Περαιτέρω εν τω Γ' βιβλίω θα είπη ότι χωρίζεται.

7) Η μεν επιστήμη είναι εκείνο το οποίον δεχόμεθα, η δε ψυχή εκείνο διά του οποίου δεχόμεθα την επιστήμην. Ούτω και περί υγιείας και σώματος.

8) Το αισθητόν ενεργεί επί του αισθητικού, το επιστητόν επί του επιστημονικού κ. λ.

9) Εννοεί το δόγμα της μετεμψυχώσεως. Το ότι μία ψυχή εισδύει εις διάφορα σώματα είναι τόσον αδύνατον, όσον το ότι μία τέχνη δύναται να μεταχειρίζηται τα εργαλεία άλλων τεχνών αδιαφόρως.

10) Το χωρίον μεταφράζουσιν άλλοι ούτω· “Εις το αυτό φθάνομεν και δι' αναλύσεως αυτής της εννοίας”.

11) Πάσα ψυχή δεν είναι είδος παντός σώματος, αλλά του σώματος του έχοντος όργανα και διαθέσεις επιτηδείας και καταλλήλους προς αυτήν και τας δυνάμεις αυτής της ψυχής.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Τρί 27/11/2012 05:07

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

1. Εκ των δυνάμεων της ψυχής τας οποίας είπομεν, είς τινα όντα υπάρχουν όλαι, ως προείπομεν, εις άλλα δε ολίγαι και εις άλλα μία μόνον. Δυνάμεις δε είπομεν την θρεπτικήν, την αισθητικήν, ορεκτικήν, κινητικήν κατά τόπον, διανοητικήν.

2. Υπάρχει δε εις μεν τα φυτά μόνον η θρεπτική,
εις δε τα ζώα και αυτή και η αισθητική. Εάν δε υπάρχη η αισθητική, θα υπάρχη και η ορεκτική· διότι η όρεξις είναι επιθυμία, πάθος και βούλησις. Πάντα δε τα ζώα έχουσι μίαν τουλάχιστον εκ των αισθήσεων, την αφήν. (1) Αλλά το έχον αίσθησιν έχει και ηδονήν και λύπην, και τα πράγματα αισθάνεται ότι είναι ηδέα και λυπηρά, τα δε έχοντα ταύτα έχουσι και επιθυμίαν, διότι η επιθυμία είναι όρεξις του ηδέος.

3. Προσέτι δε τα όντα ταύτα έχουσιν αίσθησιν της τροφής, και της τροφής αίσθησις είναι η αφή. (2) Διότι πάντα τα ζώντα τρέφονται με ξηρά και υγρά και με θερμά και ψυχρά, τούτων δε η αίσθησις είναι η αφή. Των άλλων δε αισθητών άπτονται καθ' [σ. 59] όσον είναι συμβεβηκότα (ιδιότητες) των τροφών (3), διότι ούτε ο ήχος ούτε το χρώμα ούτε η οσμή συνεισφέρουσί τι προς τροφήν. Ο χυμός όμως είναι εκ των απτών πραγμάτων (γευστών). Και η πείνα δε και η δίψα είναι επιθυμίαι, αλλ' η μεν πείνα είναι επιθυμία ξηρού και θερμού, η δε δίψα επιθυμία ψυχρού και υγρού· ο δε χυμός δεν είναι τροφή αλλ' είναι ως άρτυμα αυτής. Περί τούτων μεν θα εξηγηθώμεν ύστερον, τώρα δε τόσον μόνον λέγομεν, ότι τα ζώα όσα έχουσιν αφήν έχουσι και όρεξιν, αν δε έχουσι και φαντασίαν δεν είναι φανερόν, αλλά θα εξετάσωμεν ύστερον.

4. Ζώα δέ τινα εκτός των δυνάμεων τούτων έχουσι και το κατά τόπον κινητικόν, άλλα δε και το διανοητικόν και τον νουν, λ.χ. ο άνθρωπος και ει τι άλλο ον υπάρχει όμοιον ή και ανώτερον.

5. Είναι λοιπόν φανερόν ότι ο ορισμός της ψυχής είναι εις κατά τον αυτόν τρόπον, καθ' όν είς είναι και ο ορισμός του σχήματος (εν τη γεωμετρία), διότι ούτε εκεί υπάρχει σχήμα άλλο παρά το τρίγωνον και τα επόμενα εις αυτό (4), ούτε εδώ είναι άλλα είδη ψυχής παρά τα ειρημένα (5). Δύναται όμως να μορφωθή και διά τα σχήματα μία κοινή έννοια, ήτις θα αρμόζη εις πάντα, και δεν θα είναι ιδιάζουσα εις κανέν. Ομοίως δε και ως προς τας ειρημένας ψυχάς. Διά τούτο θα ήτο γελοίον αφίνοντες τον τοιούτον ορισμόν να ζητώμεν διά τα είδη ταύτα των ψυχών, όπως και διά τα γεωμετρικά σχήματα, κοινόν ορισμόν, όστις δεν θα ήτο ο ιδιάζων ορισμός ουδενός των όντων τούτων, ούτε μερικού τινος και ατομικού είδους αυτών (6). [σ. 60]

6. Συμβαίνει όμως και εις τα είδη της ψυχής ό,τι και εις τα σχήματα· δήλα δη εις το ακόλουθον υπάρχει δυνάμει το προηγούμενον (7), λ. χ. το τετράγωνον εμπεριέχει το τρίγωνον και η αισθητική δύναμις την θρεπτικήν· επομένως εις έκαστον ον πρέπει να ζητώμεν τίς είναι η ψυχή αυτού, ήτοι τίς είναι η ψυχή του φυτού, τίς η του θηρίου, τίς η του ανθρώπου.

7. Δέον δε να εξετάσωμεν διά τίνα αιτίαν
συνέχονται ταύτα τοιουτοτρόπως. Βεβαίως άνευ του θρεπτικού δεν υπάρχει το αισθητικόν, από του αισθητικού όμως δύναται να υπάρχη χωριστά το θρεπτικόν εν τοις φυτοίς. Και πάλιν άνευ της αφής ουδεμία εκ των άλλων αισθήσεων υπάρχει, η αφή όμως υπάρχει άνευ των άλλων αισθήσεων, διότι πολλά των ζώων ούτε όψιν, ούτε ακοήν έχουσιν, ούτε αίσθησιν οσμής. Και εκ των εχόντων αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν. Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν. Και όσα μεν των φθαρτών όντων έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά μεν αυτών ουδέ φαντασίαν (8) έχουσιν, άλλα δε με μόνην την φαντασίαν ζώσι. Περί δε του θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη λόγος. Είναι όμως λοιπόν ότι ο ορισμός μιας εκάστης των μορφών της ψυχής είναι και ο μάλλον αρμόζων ορισμός της ψυχής εν γένει. (9)

Σημειώσεις

1) Τα ζωόφυτα μόνον την αφήν έχουσι.

2) Της τροφής αίσθησις είναι η γεύσις, αλλ' η γεύσις είναι είδος αφής, ως θα είπη κατωτέρω ο Αριστοτ. και άνευ αφής δεν δύναται να υπάρχη ζώον. Η αφή είναι η θεμελιωδεστάτη των αισθήσεων.

3) Εμμέσως διακρίνει το ζώον την τροφήν δι' άλλων αισθητών ιδιοτήτων.

4) Το τρίγωνον αποτελεί πάντα τα άλλα ευθύγραμμα πολύγωνα, άτινα είναι διαιρετά, εις τρίγωνα.

5) Ταύτα είναι αι θρεπτικαί, αι αισθητικαί κλπ. ψυχαί. Ψυχή όμως καθόλου, γενική δεν υπάρχει.

6) Αναιρεί εμμέσως την Πλατωνικήν θεωρίαν περί ιδεών και διδάσκει, ότι δεν πρέπει να ζητώμεν γενικόν ορισμόν της ψυχής ως να υπήρχε μία φύσις απάσης της ψυχής, αλλά να ορίζωμεν μίαν εκάστην των μορφών αυτής. Τοιούτοι γενικοί ορισμοί είναι, κενοί σημασίας, διότι δεν εφαρμόζουσιν εις μερικόν τι είδος όντων.

7) Εννοεί το λογικώς πρότερον.

8) Η φαντασία είναι 1) αισθητική, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν αισθητάς εικόνας ή του ζωογονείν νεκρά αισθήματα. 2) βουλευτική ή λογιστική, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδεύουσας εικόνας εκ στοιχείου πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.

9) Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις τρεις ψυχαί δεν είναι ορθή, ουχ ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής, ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμίας αυτών, ούτε να εφαρμόζη εις κανέν μερικόν και ατομικόν [σ. 61] είδος ψυχής. Ούτως εχώρισεν αυστηρώς την φιλοσοφικήν και συγκεκριμένην νόησιν από τα κενά πλάσματα και τους τύπους της αφαιρετικής διανοίας. Εις τα σχήματα λ. χ. μόνον το τρίγωνον, το τετράγωνοι κλπ. είναι όντως πραγματικόν τι, αλλ' η αφαιρετική διάνοια ζητούσα καθολικάς εννοίας, πλάττει αυτάς αφαιρούσα τα κοινόν, συλλαμβάνει εν γενικόν σχήμα, όπερ είναι κενόν περιεχομένου. Εκ τούτου ο πόλεμος των εμπειρικών κατά των κενολογιών του αφαιρετικού νου. Αλλά το αληθές σχήμα, λέγει ο Αριστοτέλης, το γενικόν σχήμα είναι το τρίγωνον, όπερ ευρίσκεται παρά τα άλλα και εντός των άλλων, τα οποία πάντα αναλύονται εις τρίγωνα. Τα αυτά λέγομεν και περί της ψυχής, την οποίαν δεν πρέπει να ζητώμεν ως τι κενόν και αφηρημένον ενώ έχει πλουσιώτατον περιεχόμενον.

Η θρεπτική ψυχή εμπεριέχεται, είναι μέρος της αισθητικής και αμφότεραι εμπεριέχονται εις την διανοητικήν. Αλλ' η κατωτέρα υπάρχει εν τη ανωτέρα ως αντικείμενον και στοιχείον εν ω και δι' ου η ανωτέρα πραγματοποιείται· είναι λοιπόν προς την ανωτέραν μία δύναμις, γενικός τις κατώτερος διορισμός, είναι ως κατηγορούμενον εν τω υποκειμένω, εν τη αρχή, ήτις αποτελεί την ατομικότητα της ανωτέρας, την εντελέχειαν αυτής. Ούτω λέγομεν, ότι το σώμα είναι το αντικείμενον, η δε ψυχή τα υποκείμενον. Και γενικώς, η δυστυχία της φύσεως, λέγει ο Έγελος [Ιστορία της Φιλοσοφίας σελ. 374], είναι ότι είναι αντικείμενον, ότι δηλα δή η έννοια, ο λόγος, το καθόλου είναι μεν εν αυτή, αλλά μένει πάντοτε καθ' εαυτό και δεν γίνεται προς εαυτό, υποκείμενον, ή άλλως η έννοια είναι εκεί μόνον δυνάμει. Εν ολίγοις λοιπόν ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι κενόν καθολικόν δεν έχει ύπαρξιν ή δεν είναι αυτό είδη. Το καθόλου, η έννοια, είναι τω όντι πραγματικόν ως μερικόν και ατομικόν, ως είναι τα τρίγωνον σχήμα και η φυτική ή θρεπτική ψυχή. Το τοιούτο καθολικόν είναι τόσον πραγματικόν, ώστε αυτό τούτο, άνευ περαιτέρω μεταβολής, είναι το πρώτον είδος του, περαιτέρω δε αναπτυσσόμενον δεν ανήκει εις αυτό, αλλ' εις υψηλοτέρας βαθμίδας (βλέπε ταύτα σαφέστερον εν J. Gaird. Φιλοσοφία της Θρησκείας Μεταφρ. Π. Γρατσιάτου σελ. 91. Φιλοσ. και Κοινων. Βιβλιοθ. Γ. Φέξη). Εν τω επομένω κεφαλαίω ο Αριστοτέλης αναπτύσσει πώς η φυτική ζωή είναι η καθόλου έννοια ή το είδος της ψυχής, η πρώτη εντελέχεια, ή στοιχειώδης ψυχή.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 02/12/2012 02:09

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
1. [σ. 62] Αναγκαίον είναι ο θέλων να μελετήση περί των δυνάμεων τούτων να εξετάση τί είναι εκάστη αυτών, έπειτα δε ομοίως να επιζητήση τα συνεχόμενα μετ' αυτών (τας ιδιότητας εκάστης) και τα λοιπά. Και αν πρέπη να ορίση τί είναι εκάστη αυτών, ήτοι τί είναι το νοητικόν, ή τί το αισθητικόν ή τί το θρεπτικόν, πρέπει πρότερον να ορίση τί είναι το νοείν και τί το αισθάνεσθαι, διότι λογικώς αι ενέργειαι και αι πράξεις των δυνάμεων είναι πρότεραι και σαφέστεραι των δυνάμεων. (1) Και εάν τούτο αληθεύη, και αν ακόμη πρότερον των ενεργειών πρέπει να μελετήσωμεν τα αντικείμενα αυτών, ανάγκη διά την αυτήν αιτίαν να προσδιορίσωμεν πρώτον τα αντικείμενα ταύτα, ήτοι την τροφήν, το αισθητόν και το νοητόν.

2. Ώστε πρέπει πρώτον να ομιλήσωμεν περί θρέψεως και γεννήσεως, διότι η θρεπτική δύναμις και εις πάντα τα ζώντα υπάρχει και είναι η πρώτη και κοινοτάτη της ψυχής δύναμις, δι' ης η ζωή υπάρχει εις πάντα τα ζώντα. Έργον αυτής είναι να μεταχειρίζηται την τροφήν (να τρέφη) και να γεννά· διότι το φυσικώτερον [σ. 63] έργον των εχόντων ζωήν, τα οποία δεν είναι ατελή, μήτε γεννώνται αυτομάτως, είναι να κάμνωσιν άλλο ον όμοιον με αυτά, ήτοι το ζώον να γεννά ζώον, το φυτόν δε φυτόν, διά να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου καθ' όσον δύνανται.

Διότι πάντα επιθυμούσι τούτο, και ένεκα τούτου πράττουσιν, όσα πράττουσι κατά φύσιν. Το δε ου ένεκα, η τελική αιτία είναι διττή, αφ' ενός μεν αυτά το αίτιον ή ο σκοπός και αφ' ετέρου εκείνο εν ώ πραγματοποιείται ο σκοπός (2). Επειδή λοιπόν τα άτομα δεν δύνανται να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου διά της ιδίας αυτών συνεχούς υπάρξεως, διότι ουδέν εκ των φθαρτών δύναται να διαμένη το αυτό (αναλλοίωτον), έν αριθμητικώς, διά τούτο έκαστον μετέχει του θείου ούτως, όπως δύναται, άλλο περισσότερον και άλλο ολιγώτερον και δεν διαμένει μεν αυτό το ίδιον, αλλά το όμοιον με αυτό, ουχί έν αριθμητικώς, αλλ' έν κατ' είδος (3).


3. Είναι δε η ψυχή αιτία και αρχή του ζώντος σώματος. Αιτία όμως και αρχή λέγονται κατά πολλάς σημασίας. Η δε ψυχή συμφώνως προς ταύτας είναι αιτία κατά τρεις προσδιωρισμένους τρόπους (4). Διότι και ως αιτία κινητική, και ως αιτία τελική, και ως ουσία των εμψύχων σωμάτων είναι αιτία η ψυχή.

4. Ότι μεν η ψυχή είναι αιτία ως ουσία, είναι φανερόν διότι το αίτιον της υπάρξεως πάντων είναι η ουσία, η ζωή δε είναι η ύπαρξις των ζώντων, αιτία δε και αρχή της ζωής είναι η ψυχή. Προσέτι η εντελέχεια είναι ο λόγος (η σημασία) του εν δυνάμει όντος.


5. Φανερόν δ' είναι ότι η ψυχή είναι και τελικόν αίτιον, διότι καθώς ο νους ενεργεί πρός τινα σκοπόν, κατά τον αυτόν τρόπον ενεργεί και η φύσις, και τούτο είναι το τέλος, το οποίον αύτη επιδιώκει [σ. 64]. Τοιούτος δε σκοπός ή τέλος εν τοις ζώοις είναι η ψυχή και τούτο δια την φύσιν αυτής, διότι πάντα τα φυσικά σώματα είναι όργανα της ψυχής· και όπως όργανα αυτής είναι τα των ζώων, ούτως είναι και τα των φυτών, διότι υπάρχουσι πάντα ένεκα της ψυχής· είναι δε διττόν το ου ένεκα (η τελική αιτία), ήτοι αυτός ο σκοπός και εκείνο εν τω οποίω και διά το οποίον ενεργείται ο σκοπός.

6. Αλλά προσέτι και η δύναμις όθεν έρχεται η κατά τόπον κίνησις είναι η ψυχή· δεν υπάρχει όμως εις πάντα τα ζώντα η δύναμις αύτη της κινήσεως (λ. χ. εις τα φυτά, τα όστρεα κλπ.). Και η αλλοίωσις δε και η αύξησις προέρχονται εκ της ψυχής· διότι η μεν αίσθησις φαίνεται ότι είναι μεταβολή τις, ουδέν δε αισθάνεται, όπερ δεν έχει ψυχήν. Ομοίως δε είναι αιτία αυξήσεως και φθίσεως· διότι ουδέν φθίνει ουδέ αυξάνεται φυσικώς, εάν δεν τρέφηται, αλλά ουδέν τρέφεται, εάν δεν μετέχη ζωής.

7. Ο Εμπεδοκλής όμως δεν εξήγησεν ορθώς την αιτίαν της αυξήσεως,

ισχυριζόμενος ότι η αύξησις συμβαίνει εις τα φυτά, διότι κάτω μεν βάλλουσι τας ρίζας, επειδή προς τοιαύτην διεύθυνσιν φέρεται φυσικώς η γη, προς τα άνω δε αυξάνονται (διά των κλάδων), διότι ούτω διευθύνεται και το πυρ. Αλλά ούτε το άνω ούτε το κάτω λαμβάνει ορθώς. Διότι το άνω και το κάτω δεν είναι τα αυτά προς πάντα τα όντα ούτε εις όλα τα μέρη του παντός. Αλλ' ό,τι είναι η κεφαλή εις τα ζώα, τούτο είναι αι ρίζαι εις τα φυτά, εάν πρέπη να διακρίνωμεν και να ταυτίζωμεν τα όργανα διά των ενεργειών των (5). Προς τούτοις τί είναι εκείνο όπερ συνέχει το πυρ και την γην, τα οποία φέρονται κατ' εναντίας διευθύνσεις; Διότι βεβαίως θα αποχωρισθώσιν, εάν ουδέν υπάρχη, ίνα εμποδίση (τον χωρισμόν); αλλά, εάν υπάρχη το τοιούτον [σ. 65], η ψυχή είναι τούτο και το αίτιον της αυξήσεως και της θρέψεως (ουχί τα στοιχεία).



8. Πιστεύουσί τινες ότι η φύσις του πυρός είναι η απόλυτος αιτία της τροφής και της αυξήσεως· διότι μόνον το πυρ εξ όλων των σωμάτων ή των στοιχείων φαίνεται ότι τρέφεται και αυξάνεται· διό ηδύνατό τις να νομίση, ότι και εις τα φυτά και εις τα ζώα τούτο είναι όπερ παράγει αύξησιν και θρέψιν. Αλλά το πυρ είναι μεν συναίτιον (6), ουχί όμως το μόνον αίτιον τούτων, αλλά μάλλον η ψυχή είναι το καθ' αυτό αίτιον. Διότι η μεν αύξησις του πυρός προχωρεί επ' άπειρον, εφ' όσον υπάρχει καύσιμος ύλη, ενώ εις πάντα τα υπό της φύσεως γινόμενα όντα υπάρχει πέρας κατ' αναλογίαν του μεγέθους και της αυξήσεως αυτών· ταύτα δε, όριον και αναλογία, είναι ίδια προσόντα της ψυχής και ουχί του πυρός, και μάλλον του λόγου ή της ύλης.

9. Επειδή δε η αυτή δύναμις της ψυχής είναι θρεπτική άμα και γεννητική, αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί θρέψεως· διότι διά της ενεργείας ταύτης διακρίνεται αύτη από των άλλων δυνάμεων της ψυχής. Νομίζεται, ότι η τροφή είναι εναντίον ενεργούν επί εναντίου, δεν είναι όμως οιονδήποτε εναντίον ενεργούν επί του τυχόντος εναντίου, αλλ' είναι εκ των εναντίων όσα όχι μόνον γεννώνται εξ αλλήλων, αλλά και αυξάνονται το έv διά του άλλου. Διότι γίνονται πολλά εξ αλλήλων, αλλά δεν, είναι πάντα ποσά (δεχόμενα αύξησιν), λ. χ. το υγιές γίνεται εξ ασθενούς (και ανάπαλιν) (7). Όμως δεν φαίνονται ότι είναι κατά τον αυτόν τρόπον τροφή προς άλληλα, αλλά το μεν ύδωρ (8) είναι τροφή εις το πυρ, το πυρ όμως δεν τρέφει το ύδωρ. Εις τα απλά λοιπόν σώματα φαίνεται ότι ταύτα είναι ιδία τα δύο αντίθετα, το μεν η τροφή, το άλλο δε το τρεφόμενον. [σ. 66]




10. Είναι δε άλλο το θρεπτικόν και άλλο το αυξητικόν διότι καθ' όσον είναι ποσόν τι το έμψυχον αυξάνεται, καθ' όσον δε είναι σώμα ωρισμένον και ουσία τρέφεται, και ούτω η τροφή διαφυλάττει την ουσίαν, διατηρείται δ' αύτη και υπάρχει εφ' όσον χρόνον τρέφεται. (11) Το θρεπτικόν δε γίνεται και αιτία γεννήσεως, δεν γεννάται όμως το τρεφόμενον, αλλά ον όμοιον με το τρεφόμενον, διότι τούτο υπάρχει ήδη, και ουδέν ον γεννά αυτό εαυτό, αλλά διατηρεί εαυτό. Ώστε η τοιαύτη αρχή (το θρεπτικόν) της ψυχής είναι δύναμις ικανή να συντηρή το ον το κατέχον αυτήν, καθ' όσον κατέχει αυτήν, διότι η τροφή παρασκευάζει αυτό προς ενέργειαν, και διά τούτο άμα στερηθή τροφής δεν δύναται πλέον να υπάρχη.



11. Επειδή δε τρία πράγματα υπάρχουσιν εδώ, το τρεφόμενον, το δι' ου τρέφεται, και το τρέφον αυτό (12), εκ τούτων το μεν τρέφον είναι αυτή η πρώτη (στοιχειώδης) ψυχή (η θρεπτική), το δε τρεφόμενον είναι το σώμα, το οποίον έχει αυτήν, εκείνο δε, δι' ου τρέφεται, είναι η τροφή. Επειδή δε δίκαιον είναι να ονομάζωνται τα πράγματα πάντα εκ του τέλους και του σκοπού αυτών, τέλος δε ενταύθα είναι να γεννήση όμοιόν του το έμψυχον, διό πρώτη ψυχή δύναται να λέγηται η γεννητική του ομοίου (13).


12.Το δε μέσον, δι' ου τρέφεται το τρεφόμενον, είναι διττόν, όπως διά δύο τινών κυβερνάται και το πλοίον, τα οποία είναι η χειρ και το πηδάλιον, εκείνη μεν κινούν και κινούμενον, το δε άλλο μόνον κινούμενον (14). Είναι δε αναγκαίον να δύναται να χωνεύηται [σ. 68] πάσα τροφή. Ενεργεί δε την χώνευσιν η θερμότης, και διά τούτο παν έμψυχον έχει θερμότητα. Εν κεφαλαίω λοιπόν εξηγήσαμεν τί εστιν η τροφή. Πρέπει δε να είπωμεν διασαφήσεις περί αυτής ύστερον εις τας σχετικάς πραγματείας.


Σημειώσεις

1) Πρώτας ευρίσκομεν τας ενεργείας, και εκ τούτων νοούμεν έπειτα τας δυνάμεις. Φύσει όμως προηγείται η δύναμις. Σαφέστερα όμως και των ενεργειών είναι τα αντικείμενα, λ. χ. η τροφή.

2) Εάν λ. χ. η ευδαιμονία είναι σκοπός, ο σκοπός ούτος πραγματοποιείται εν εκάστω ημών και ούτω έκαστος ημών είναι ο τελικός σκοπός.

3) Διά της γεννήσεως αναγεννάται και διαμένει το έμψυχον ον, ούτω δε διαιωνίζεται ουχί άτομόν τι δεδομένον, αλλά το είδος.

4) Η ψυχή λοιπόν δεν είναι υλική αιτία. Ύλη αυτής είναι το σώμα.

5) Καθώς εις τα ζώα είναι άνω η κεφαλή εν η το στόμα και τα όργανα προς τροφήν, ούτω εις τα φυτά είναι άνω αι ρίζαι, δι' ών έλκουσι την τροφήν (Θεμίστιος).

6) Συνεργεί με άλλα αίτια.

7) Και η έννοια της υγιείας δεν νοείται ειμή διά της εναντίας ιδέας της νόσου και αντιστρόφως.

8) Τα υγρά, οίον το έλαιον, κλπ. τρέφουσι το πυρ.

9) Εννοεί το λογικώς πρότερον.

10) Η φαντασία είναι 1) αισθητική, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν αισθη— τας εικόνας ή του ζωογονείν νεκρά αισθήματα. 2) βουλευτική ή λογιστική, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδευούσας εικόνας εκ στοιχείων πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.

11) Το ζώον τροφής χρήζει πάντοτε, ουχί όμως και αυξήσεως· ως ίππος ή άνθρωπος χρήζει τροφής, ως πώλος δε ή παις χρήζει και αυξήσεως, έως ου έλθη εις ακμήν, τότε δε την αύξησιν διαδέχεται η γέννησις ομοίων όντων.

12) Τρεις είναι και αι ενέργειαι του θρεπτικού, θρέψις, αύξησις, γέννησις.

13) Ομοίου με το έχον αυτήν σώμα.

14) Η ψυχή τρέφει το σώμα διά της συμφυούς θρεπτικής και πεπτικής δυνάμεως και διά του θερμού, όπως ο κυβερνήτης κυβερνά το πλοίον διά της συμφυούς χειρός αυτού και διά του χωριστού πηδαλίου. Η θερμότης, ως η χειρ, κινουμένη υπό της δυνάμεως κινεί την τροφήν, αναλογούσαν προς το πηδάλιον.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Σάβ 08/12/2012 06:14

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε
1. Αφού ταύτα διωρίσαμεν, ας ομιλήσωμεν γενικώς περί πάσης αισθήσεως. Ως είπομεν, η αίσθησις συνίσταται εις το κινείσθαι και πάσχειν· διότι νομίζεται ότι είναι μεταβολή τις (1). Τινές λέγουσιν ότι και το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου.

Πως δε τούτο είναι δυνατόν ή αδύνατον είπομεν εις την γενικήν πραγματείαν ημών περί του Ποιείν και του Πάσχειν.


2. Αλλά ζητείται διατί δεν υπάρχει αίσθησις και αυτών των αισθήσεων (2) και διατί τα αισθητήρια δεν παράγουσιν αίσθησιν άνευ των εξωτερικών πραγμάτων, μολονότι το πυρ, η γη και τα άλλα στοιχεία υπάρχουσιν εν τω αισθητικώ και έχομεν αίσθησιν τούτων είτε καθ' εαυτά είτε των συμβεβηκότων (ιδιοτήτων) αυτών. Αλλ' είναι πρόδηλον ότι η αισθητική δύναμις δεν είναι πάντοτε εν ενεργεία, αλλά δυνάμει μόνον (3). Διά τούτο αύτη είναι καθώς και η καύσιμος [σ. 69] ύλη, η οποία δεν καίεται μόνη άνευ του πράγματος, το οποίον την κάμνει να καίη (4). Διότι άλλως θα έκαιεν εαυτήν και δεν θα είχε χρείαν του πραγματικού (προϋπάρχοντος) πυρός. Επειδή δε το αισθάνεσθαι λέγομεν κατά δύο σημασίας, διότι και το δυνάμει ακούον και βλέπον λέγομεν ότι ακούει και βλέπει και αν τύχη να κοιμάται, και το ήδη ενεργούν, ήτοι ακούον και βλέπον, λέγομεν ότι ακούει και βλέπει, ούτω δύναται και η αίσθησις να λέγηται κατά δύο σημασίας, κατά μίαν ως εν δυνάμει αίσθησις, κατ' άλλην δε ως εν ενεργεία (ομοίως και το αισθάνεσθαι λέγεται δυνάμει αισθάνεσθαι και εν ενεργεία αισθάνεσθαι).

3. Ας εννοήσωμεν λοιπόν πρώτον, ότι δηλούσι το αυτό πράγμα οι όροι πάσχειν και κινείσθαι και ενεργείν (5). Διότι και η κίνησις είναι ενέργειά τις, ατελής όμως, καθώς είπομεν αλλαχού (6). Πάντα όμως πάσχουσι και κινούνται υπ' άλλου όντος, όπερ δύναται να ποιή και είναι ενεργεία ον. Διά τούτο κατά τινα μεν τρόπον το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου, κατ' άλλον δε υπό του ανομοίου, καθώς είπομεν ανωτέρω· διότι πάσχει μεν το ανόμοιον, αφού όμως έχει πάθη, τότε πλέον είναι όμοιον. (7).

4. Πρέπει δε και περί δυνάμεως και εντελεχείας να κάμωμεν διακρίσεις· διότι έως τώρα ομιλούμεν περί αυτών κατά τρόπον γενικόν. Κατά μίαν σημασίαν λέγομεν, ότι πράγμα τι είναι επιστήμον, ως ηθέλομεν είπει ότι ο άνθρωπος είναι επιστήμων, διότι ο άνθρωπος είναι εκ των όντων, τα οποία δύνανται να δέχωνται [σ. 70] την επιστήμην και να έχωσιν αυτήν· αφ' ετέρου δε λέγομεν επίσης επιστήμονα τον κατέχοντα την επιστήμην, λ.χ. την γραμματικήν. Όμως καθείς των δύο τούτων δεν είναι δυνατός κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' ο μεν δύναται να γινώσκη, διότι τοιούτον είναι το γένος και η φύσις αυτού, ο δε διότι άμα θελήση δύναται να ενεργήση την επιστήμην του, όταν δεν τον εμποδίζη τίποτε εξωτερικόν. Τρίτος δε είναι ο νυν ενεργοποιών την επιστήμην του· και ούτος είναι ο κατ' εντελέχειαν και κυρίως επισταμένος το ωρισμένον τούτο πράγμα, το Α π. χ. Οι δε πρότεροι (8) είναι και οι δύο κατά δύναμιν επιστήμονες·
αλλ' ο μεν πρώτος είναι επιστήμων, αφ' ου αλλοιωθή υπό της μελέτης και πολλάκις εκ μιας καταστάσεως μεταβληθή εις άλλην εναντίαν (εξ αγνοίας δηλ. εις γνώσιν)· ο δε άλλος είναι επιστήμων κατ' άλλον τρόπον, ως κατέχων την αριθμητικήν

ή την γραμματικήν, μη ενεργοποιών δε αυτήν· μεταβαίνουσι δε εις την ενέργειαν ούτοι κατά διάφορον τρόπον.

5. Δεν είναι δε απλούν ουδέ το πάσχειν, αλλ' άλλοτε μεν το πάθος είναι φθορά τις υπό του εναντίου (9), άλλοτε δε είναι μάλλον συντήρησις του δυνάμει όντος υπό του εντελεχεία και ομοίου όντος κατά την αυτήν σχέσιν, την οποίαν έχει η δύναμις προς την εντελέχειαν. Ούτω το κατέχον την επιστήμην (ως δύναμιν) γίνεται ενεργεία επιστήμη (όταν μεταχειρίζηται αυτήν), τούτο δε ή δεν είναι μεταβολή, διότι είναι πρόοδος του υπάρχοντος εις αυτήν την φύσιν του και εις την τελειότητα αυτού (10), ή είναι άλλο [σ. 71] είδος μεταβολής. Διά τούτο δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο έχων την νόησιν μεταβάλλεται, όταν νοή, καθώς δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο οικοδόμος μεταβάλλεται, όταν οικοδομή. Εκείνο λοιπόν το οποίον μεταφέρει το εν δυνάμει ον εις εντελέχειαν ως προς τον νουν και την νόησιν, δίκαιον είναι να ονομάζηται ουχί διδασκαλία, αλλά να έχη άλλο όνομα. Το δε ον, το οποίον εκ της δυνάμεως μεταβαίνει εις την επιστήμην μανθάνον και λαμβάνον αυτήν υπό του εντελεχεία όντος επιστήμονος και δυναμένου να διδάξη αυτήν, ή δεν πρέπει να λέγηται ότι πάσχει, καθώς είπομεν, ή πρέπει να δεχθώμεν δύο τρόπους αλλοιώσεως, ήτοι την εις την στερητικήν διάθεσιν μεταβολήν και την άγουσαν εις την έξιν (κατοχήν) και την φυσικήν κατάστασιν (11).

6. Η πρώτη των δύο τούτων μεταβολών γίνεται εις το αισθητικόν ον υπ' αυτού του γεννώντος αυτό (12), όταν όμως γεννηθή, κατέχει ήδη εν εαυτώ την αίσθησιν ως είδος γνώσεως. Και η κατ' ενέργειαν δε αίσθησις λέγεται όπως και η κατ' ενέργειαν επιστήμη. Αλλ' υπάρχει η διαφορά, ότι τα αντικείμενα τα ποιητικά της ενεργεία υπάρξεως του αισθητικού είναι εξωτερικά, δηλ. το ορατόν και το ακουστόν αντικείμενον, όπως και αι λοιπαί αισθηταί ιδιότητες. Αίτιον τούτου είναι ότι η κατ' ενέργειαν αίσθησις αντικείμενον έχει τα καθ' έκαστα, η δε επιστήμη αντικείμενον έχει τα καθολικά (13). Τα καθόλου δε ταύτα είναι τρόπον τινά εν αυτή τη ψυχή. [σ. 72]


Και διά τούτο δυνάμεθα να νοώμεν, όταν θέλωμεν. Αλλά να αισθανώμεθα δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι είναι αναγκαίον να υπάρχη παρόν αισθητόν τι. Ομοίως δε συμβαίνει και εν ταις επιστήμαις των αισθητών όντων, δια την αυτήν αιτίαν, διότι τα αισθητά ανήκουσιν εις τον κόσμον των καθ' έκαστα και των εξωτερικών πραγμάτων.

7. Αλλά ταύτα μεν θα λάβωμεν καιρόν πάλιν να διασαφήσωμεν περισσότερον. Τώρα δε ας ορίσωμεν τόσον μόνον ότι, όπως η λεγομένη δύναμις ή το δυνάμει δεν είναι απλούν, αλλά άλλοτε μεν δηλοί δύναμιν καθ' ην σημασίαν λέγομεν, ότι ο παις δύναται να είναι στρατηγός, άλλοτε δε καθ' ην έννοιαν λέγομεν, ότι ο έχων την ηλικίαν να στρατηγή δύναται να στρατηγήση,

ούτω και η αισθητική δύναμις τας αυτάς έχει σημασίας. Αλλ' επειδή οι διάφοροι ούτοι διορισμοί της δυνάμεως δεν έχουσιν ιδιαίτερον όνομα, ημείς όμως έχομεν ήδη εξηγηθή περί αυτών ότι είναι διάφοροι, και πως είναι διάφοροι, ανάγκη να κάμνωμεν χρήσιν των κοινών λέξεων (δυνάμεως) πάσχειν, μεταβάλλεσθαι ως να εδήλουν την κυρίαν σημασίαν. Το αισθητικόν λοιπόν (η αίσθησις) είναι δυνάμει(14) τοιούτον, οποίον είναι κατ' εντελέχειαν (πραγματικώς) το αισθητόν, ως είπομεν. Πάσχει λοιπόν καθ' όσον δεν είναι όμοιον με το αισθητόν, αφ' ου όμως έχει πάθη, τότε πλέον έχει ομοιωθή, και είναι τοιούτον, οποίον είναι το αισθητόν (15). (16)



Σημειώσεις

1) Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.

2) Η των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.

3) Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν ερεθίζηται έξωθεν.

4) Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός πραγματικού και ενεργεία όντος ίνα κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.

5) Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς εν δυνάμει· άμα όμως πάθη και κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι ενεργεία.

6) Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ. χ. η κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή) ο σκοπός, τότε η ενέργεια είναι τελεία.

7) Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό, ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι ανόμοια· αφού όμως αντιληφθή, αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.

8) Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος, λ. χ. ο παις, β') ο μαθών την επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν, δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο ενεργεία μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.

9) Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις άγνοιαν. Ο δε εξ αγνοίας μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την τελείωσιν της φύσεως αυτού.

10) Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων. Ή άλλως· διότι το προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την φύσιν αυτού και τείνει εις την εντελέχειαν αυτού.

11) Διάθεσις δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, έξις δε έμμονον, κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις ή ατελής βαθμίς πράγματός τινος προς την εντελέχειάν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν συγκρίσει προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). Ο δε μαθών έχει μεν ήδη την έξιν, κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.

12) Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.

13) Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι, όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.

14) Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.

15) Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής και του αισθητού. Η αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη και να αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί την προτέραν κατάστασις αυτής.

16) Αι αρχαί αι εν τω 5ω κεφαλαίω εκτιθέμεναι περί της αισθητικότητος άμα και αυτενεργείας του αισθητικού είναι εναντίαι εις την ψευδή υποκειμενικήν ιδεοκρατίαν, ήτις δοξάζει, ότι πάντα είναι πλάσματα του υποκειμένου. Η αίσθησις έχει στοιχείον παθητικόν. Αισθανόμενοι ευρίσκομεν εαυτούς διοριζομένους (πάσχοντας) έσωθεν ή έξωθεν, υποκειμενικώς ή αντικειμενικώς. [σ. 73] Τούτο το να ευρίσκω εν εμοί διορισμούς αμέσους, ουχί υπ' εμού τεθειμένους, τούτο είναι το παθητικόν, το μη ελεύθερον στοιχείον μου. Η αίσθησις είναι η σφαίρα του περιορισμού, του ενδεχομένου, της πεπερασμένης υποκειμενικότητος. Βεβαίως και τα αισθητά αντικείμενα, το φως και τον ήχον δυνάμεθα να νοώμεν διά της συγκεκριμένης ελευθέρας νοήσεως και να αποδεικνύωμεν ότι είναι διορισμοί του αυθοριζομένου πνεύματος. Αλλ' από τούτου διαφέρει πολύ η κατάστασις εκείνη, καθ' ην εγώ υπάρχω ως ατομικόν υποκείμενον και η ιδέα υπάρχει εις εμέ ως εις τούτο το μεμονωμένον άτομον. Αύτη είναι κατάστασις περιορισμού και παθητικότητος και κατά τούτο είναι ψευδής η θεωρία, ότι ουδέν έρχεται εις ημάς έξωθεν. Το ατομικόν στοιχείον εν τη αισθήσει αποτελεί την ατομικότητα της συνειδήσεως, ήτις υπάρχει εις τούτο εδώ το πράγμα εν αναφορά προς άλλο ως αισθητόν προς αισθητόν. Αλλά το αισθητικόν της ψυχής αντιδρά κατά του αισθητού πράγματος, αφομοιοί τούτο προς εαυτό, αναιρεί την παθητικότητα του και ούτως άρχεται η αυτενέργεια του καθολικού και η συνείδησις εκείνη, της οποίας εσχάτη ανάπτυξις είναι η επιστημονική και φιλοσοφική νόησις, η υψίστη μορφή της ελευθερίας.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 10/12/2012 03:27

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
1. Εξετάζοντες τας κατ' ιδίαν αντιλήψεις αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί των αισθητών λέγεται δε το αισθητόν κατά τρεις σημασίας, κατά δύο μεν εξ αυτών λέγομεν ότι αισθανόμεθα τα αισθητά καθ' εαυτά, κατά μίαν δε ότι κατά συμβεβηκός. Εκ των καθ' εαυτά αισθητών, των δύο πρώτων, άλλα μεν είναι ίδια εκάστης αισθήσεως, άλλα δε είναι κοινά εις πάσας τας αισθήσεις.


2. Ίδιον είναι εκείνο το αισθητόν, το οποίον δεν είναι δυνατόν να αισθανθώμεν δι' άλλης αισθήσεως και ως προς το οποίον δεν δύναται να απατηθή η σχετική αίσθησις, π. χ. η όψις ίδιον έχει το χρώμα, η ακοή τον ήχον και η γεύσις τον χυμόν, η δε [σ. 74] αφή έχει περισσοτέρας διαφοράς (1). Αλλ' εκάστη αίσθησις κρίνει βεβαίως περί του ιδίου αντικειμένου, και δεν απατάται η όψις διακρίνουσα ότι είναι χρώμα, ουδέ η ακοή ότι είναι ήχος, αλλά μόνον απατάται ως προς το τί είναι και που είναι το χρωματιστόν αντικείμενον ή τί είναι και που το ηχητικόν. Τα τοιαύτα λοιπόν λέγονται ίδια εκάστης αισθήσεως.


3. Κοινά δε εις πάσας είναι η κίνησις, η ηρεμία, ο αριθμός, το σχήμα και το μέγεθος. Διότι τα τοιαύτα δεν είναι ίδια ουδεμίας αισθήσεως αποκλειστικώς, αλλ' είναι κοινά εις πάσας. Ούτω κίνησις τις είναι αισθητή και διά της όψεως και διά της ακοής.

4. Κατά συμβεβηκός δε λέγεται το αισθητόν, όταν λ. χ. το λευκόν αντικείμενον, το οποίον βλέπομεν, είναι ο υιός του Διάρους· τω όντι κατά συμβεβηκός αισθανόμεθα τούτον, διότι το λευκόν, το οποίον αισθανόμεθα, συνέπεσε να είναι υιός του Διάρους (2). Διά τούτο και η αίσθησις ουδέν πάσχει υπό του αισθητού καθ' όσον είναι τοιούτον (3). Εκ των καθ' αυτά αισθητών όμως τα ίδια είναι κυριολεκτικώς αισθηταί ποιότητες και εις ταύτα αναφέρεται ουσιωδώς και κατά φύσιν εκάστη αίσθησις.



Σημειώσεις

1) Η Αφή, ήτις διακρίνει τας ιδιότητας του σώματος ως σώματος, έχει πολλά αντικείμενα : σκληρά και μαλακά, λεία και τραχέα, θερμά και ψυχρά, υγρά και ξηρά. Είδος αφής είναι η γεύσις.

2) Ή άλλως διότι εις τον υιόν Διάρους συνέβη να είναι λευκός το χρώμα.

3) Δηλ. υιός Διάρους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

1. Το αντικείμενον, του οποίου αίσθησις είναι η όψις, είναι το ορατόν (1). Ορατόν δε είναι το χρώμα και εκείνο όπερ δυνάμεθα να εξηγήσωμεν διά του νου, αλλά δεν έχει ίδιον όνομα (2). Φανερόν δε θα γίνη κάλλιστα ό,τι λέγομεν, όταν προχωρήσωμεν. Το ορατόν λοιπόν είναι το χρώμα· τούτο δε υπάρχει (επί της επιφανείας), επί του καθ' αυτό ορατού (3), όπερ είναι καθ' αυτό ορατόν ουχί κατά λόγον (4), αλλά διότι έχει εν εαυτώ το αίτιον του να είναι ορατόν (5). Παν χρώμα

δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν διαφανές (6) και αύτη είναι η φύσις του χρώματος. Διά τούτο δεν υπάρχει ορατόν άνευ φωτός, αλλά παν χρώμα εκάστου πράγματος οράται μόνον εις το φως. Όθεν πρέπει πρώτον να είπωμεν περί φωτός τί είναι. [σ. 76]


2. To φως βεβαίως είναι διαφανές τι. Λέγω δε διαφανές εκείνο, το οποίον είναι μεν ορατόν, ουχί όμως καθ' εαυτό ορατόν, και απολύτως, αλλά διά μέσου ξένου τινός, του χρώματος. Τοιούτον δε διαφανές είναι ο αήρ, το ύδωρ και άλλα των στερεών (ύαλος κλπ.), δεν είναι όμως το ύδωρ διαφανές ως ύδωρ, ουδέ ο αήρ ως αήρ, αλλά διότι υπάρχει εις τα δυο ταύτα η αυτή ιδιότης, ήτις είναι η αυτή με την εν τω αιωνίω και θείω σώματι (7) υπάρχουσαν. Το φως δε είναι η ενεργοποίησις του διαφανούς, ως διαφανούς (8). Εκείνο δε (το διάμεσον), εν τω οποίω το διαφανές υπάρχει εν δυνάμει, τούτο είναι και το σκότος. Το φως είναι τρόπον τινά το χρώμα του διαφανούς, όταν το διαφανές γίνεται εντελεχεία διαφανές είτε υπό του πυρός είτε υπό άλλης αιτίας τοιαύτης, οίον είναι το άνω σώμα (ο ήλιος)· διότι και τούτο το σώμα έχει τι το αυτό με το πυρ. Τί είναι λοιπόν το διαφανές και τί είναι το φως, είπομεν, το φως δηλ. δεν είναι πυρ ούτε σώμα παντάπασιν ούτε απόρροια σώματος (διότι ούτω θα ήτο σώμα τι), αλλ' η παρουσία (επενέργεια) του πυρός ή άλλου τοιούτου σώματος εν τω διαφανεί, διότι δεν είναι δυνατόν δύο σώματα (9) συγχρόνως να υπάρχωσιν εν τω αυτώ.


3. Το φως φαίνεται ότι είναι το εναντίον προς το σκότος. Το δε σκότος είναι στέρησις της τοιαύτης καταστάσεως του διαφανούς, ώστε φανερόν είναι ότι και το φως είναι η παρουσία της καταστάσεως ταύτης. Ο Εμπεδοκλής δε ουχί ορθώς λέγει, ουδέ άν τις άλλος είπε τούτο, ότι το φως εκινείτο και εκάστοτε εξετείνετο μεταξύ της γης και του περιέχοντος μεταξύ (της ατμοσφαίρας), διέφευγε δε την αντίληψιν ημών (10). Αλλά τούτο αντίκειται και εις την λογικήν αλήθειαν και εις τα φαινόμενα. Διότι εν μικρώ διαστήματι δύναται να διαφύγη ημάς κίνησις φωτός μικρού [σ. 77]. αλλ' απ' ανατολής μέχρι δυσμών να διαφύγη την αντίληψιν ημών κίνησις (τοιούτου σώματος) είναι παρά πολύ μεγάλη η απαίτησις.

4. Είναι δε επιδεκτικόν να παράγη χρώμα το άχρουν και ήχον τα άψοφον. Άχρουν δε είναι το διαφανές και το αόρατον ή το μόλις ορατόν, οποίον φαίνεται ότι είναι λ.χ. το σκοτεινόν (11). Και τοιούτον είναι το διαφανές, όχι όμως όταν είναι εντελεχεία διαφανές, διότι το αυτό διάμεσον άλλοτε είναι σκότος, άλλοτε δε είναι φως.
Ουχί δε πάντα τα ορατά είναι ορατά εις το φως, αλλά το οικείον χρώμα έκαστου αυτών εν τω φωτί μόνον είναι ορατόν. Διό τινά εις μεν το φως δεν είναι ορατά, εις δε το σκότος κινούσι την αίσθησιν ως λ. χ. τα σώματα, τα οποία φαίνονται πυρώδη και λάμποντα την νύκτα, δεν ονομάζονται δε με εν κοινόν όνομα. Και τοιαύτα είναι οι μύκητες, κέρατα ζώων, κεφαλαί ιχθύων και λέπια και οφθαλμοί αυτών. Αλλ' ουδενός αυτών βλέπομεν το οικείον αυτού χρώμα (12). Διά ποίαν δε αιτίαν τα σώματα ταύτα είναι ορατά, τούτο είναι άλλο ζήτημα.

5. Επί του παρόντος τούτο είναι φανερόν, ότι εκείνο το οποίον οράται εις το φως είναι το χρώμα, διά τούτο δε το χρώμα δεν είναι ορατόν άνευ φωτός· διότι αύτη είναι η ουσία του χρώματος, να δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν διαφανές, η δε εντελέχεια του διάφανους είναι το φως. Η απόδειξις τούτου είναι προφανής· εάν δηλ. θέση τις το σώμα το έχον χρώμα επ' αυτού του οφθαλμού, δεν το βλέπει. Αλλά, τουναντίον, το μεν χρώμα κινεί το διαφανές, λ. χ. τον αέρα, υπό τούτου δε, όστις είναι συνεχής, κινείται το αισθητήριον.

6. Ούτως ο Δημόκριτος ουχί ορθώς λέγει, πιστεύων, ότι εάν γίνη κενόν το μεταξύ (το διάμεσον), θα εγίνετο η όρασις ακριβής [σ. 78] ώστε να βλέπη και μύρμηκα, αν υπήρχεν εν τω ουρανώ. Αλλά τούτο είναι αδύνατον, διότι η όρασις δεν παράγεται, ειμή όταν πάσχη τι η αίσθησις· να πάσχη δε αμέσως υπ' αυτού του ορατού χρώματος είναι αδύνατον. Υπολείπεται λοιπόν η υπόθεσις, ότι πάσχει υπό του μεταξύ (13) (διαφανούς αέρος), ώστε είναι ανάγκη, να υπάρχη τι μεταξύ. Εάν δε γίνη κενόν, ου μόνον δεν θα βλέπηταί τι ακριβώς, αλλ' ουδόλως θα βλέπηται.

7. Διά ποίαν λοιπόν αιτίαν το χρώμα αναγκαίως οράται εις το φως είπομεν. Το πυρ δε οράται εις αμφότερα, και εις το σκότος και εις το φως. Και τούτο εξ ανάγκης γίνεται· διότι το διαφανές γίνεται διαφανές υπό του πυρός.

8. Το αυτό λέγομεν και περί του ήχου και της οσμής, διότι ουδέν εξ αυτών κινεί την αίσθησιν, όταν τίθηται εις επαφήν με το αισθητήριον, αλλ' υπό της οσμής και του ήχου κινείται το μεταξύ, υπό δε τούτου κινείται έκαστον των αισθητηρίων. Όταν δε επιθέση τις το σώμα το ηχούν ή όζον επ' αυτού του αισθητηρίου, ουδεμίαν θα διεγείρη αίσθησιν. Το αυτό συμβαίνει και εις την αφήν και την γεύσιν, αλλά δεν είναι επίσης φανερόν, και η αιτία τούτου ύστερον θα γίνη φανερά.

9. Το μεταξύ (το διάμεσον) του ήχου είναι ο αήρ, το δε της οσμής δεν έχει ίδιον όνομα. Αλλ' είναι πάθος τι κοινόν και του αέρος και του ύδατος, και ην σχέσιν έχει το διαφανές προς το χρώμα την αυτήν έχει το εν αμφοτέροις τοις στοιχείοις υπάρχον πάθος προς το σώμα το έχον την οσμήν (14). Τω όντι φαίνεται ότι και τα ένυδρα ζώα
έχουσι την αίσθησιν της οσμής. Αλλ' ο [σ. 79] άνθρωπος και όσα των χερσαίων αναπνέουσι δεν δύνανται να αισθάνωνται την οσμήν, εάν δεν αναπνέωσι. Την αιτίαν δε τούτων ύστερον θα εξηγήσωμεν.



Σημειώσεις

1) Όρασις είναι η εν ενεργεία όψις.

2) Εννοεί τα εν τω σκότει φωσφορίζοντα σώματα, άτινα δεν έχουσιν ίδιον όνομα.

3) To χρώμα είναι ορατόν, ουχί καθ' εαυτό, διότι δεν είναι ουσία, υπόστασις, αλλά είναι πάντοτε εν σώματι ως ιδιότης αυτού.

4) Διότι ούτε ο ορισμός αυτής περιέχει τα ορατόν, ούτε ο του ορατού περιέχει αυτήν.

5) Το αίτιον τούτο είναι το χρώμα.

6) Διαφανή είναι ο αήρ, το ύδωρ κλπ., αλλά καθ' εαυτά είναι δυνάμει διαφανή και διά τούτο είναι σκοτεινά· δρώντας όμως του φωτός γίνονται διαφανή. Το φως κάμνει το διαφανές ενεργεία, διαφανές, όταν το διαπερά και το κινή. Το διαφανές είναι άχρουν, δέχεται δε χρώμα εξ άλλων εγχρώμων σωμάτων.

7) Όπερ είναι ο ουρανός ή ο αιθήρ.

8) Ουχί δε ως εκτεταμένου ή χρωματιστού κλπ.

9) Το διαφανές και το φως, εάν ήσαν σώματα, θα ήσαν εν τω αυτώ τόπω και θα απετέλουν έν σώμα.

10) Διά την ταχύτητα της κινήσεως του.

11) Η όψις διακρίνει και το σκότος. Και εν γένει πάσα αίσθησις την στέρησιν του ιδίου αυτής αισθητού αντικειμένου αισθάνεται.

12) Διότι πάντα έχουσι την αυτήν όψιν, καθ' όσον πάντα είναι λαμπρά και, φωσφορικά.

13) Άλλως πολλώ μάλλον θα έπασχεν η αίσθησις, εάν το χρώμα επετίθετο επί του αισθητηρίου.

14) Φαίνεται ότι υποθέτει ειδικόν τι διάμεσον της οσμής (δίοσμον) και τούτο λέγει πάθος του αέρος και του ύδατος, όπερ διαβιβάζει την οσμήν, όπως έτερον κοινόν πάθος, το διαφανές, διαβιβάζει το φως. Της όψεως το διάμεσον, το διαφανές, είναι ιδιότης του αέρος και του ύδατος. Το της ακοής, το διηχές, είναι ωσαύτως ιδιότης του αέρος και του ύδατος. Της αφής διάμεσον είναι η σαρξ και της οσφρήσεως είναι ο αήρ, και μόνον εις τους ιχθύς είναι το ύδωρ.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Πέμ 13/12/2012 01:48

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄
1. Τώρα θα πραγματευθώμεν πρώτον πάντων περί της ακοής και περί του ήχου. Ο ήχος είναι διττός, ήτοι ο μεν είναι ενεργεία ήχος, ο δε δυνάμει· άλλα μεν σώματα λέγομεν ότι δεν έχουσιν ήχον, οποία είναι ο σπόγγος λ. χ. και τα έρια, άλλα δε ότι έχουσι, π. χ. ο χαλκός και όσα σώματα είναι στερεά και λεία, διότι δύνανται να ηχώσι, τουτ' έστι δύνανται να παράγωσιν ενεργεία ήχον μεταξύ αυτών και της ακοής διά μέσου τινός.
2. Παράγεται δε ο κατ' ενέργειαν (ο πραγματικός) ήχος πάντοτε υπό τινος σχετικώς πρός τι και εντός τινος (μέσου) (1). Το κτύπημα είναι εκείνο το οποίον παράγει τον ήχον. Διά τούτο είναι αδύνατον να γείνη ήχος, εάν εν σώμα υπάρχη μόνον, διότι άλλο είναι το κρούον και άλλο το κρουόμενον. Επομένως το ηχούν σώμα ηχεί πρός τι (ήτοι όχι μόνον, αλλά σχετιζόμενον με άλλο). Αλλά κτύπημα δεν γίνεται άνευ κινήσεως τοπικής, Καθώς δ' είπομεν, ο ήχος δεν είναι αποτέλεσμα του τυχόντος κτυπήματος επί των τυχόντων σωμάτων, διότι ουδένα ήχον [σ. 80] παράγουσι τα έρια, αν κτυπηθώσιν, αλλ' ο χαλκός και όσα πράγματα είναι λεία και κοίλα. Ο μεν χαλκός ηχεί, διότι είναι λείος, τα δε κοίλα σώματα διά της ανακλάσεως μετά το πρώτον πλήγμα παράγουσι πολλά πλήγματα, καθ' όσον αδυνατεί να εξέλθη το κινηθέν (μέσον, λ. χ. ο αήρ).

3. Προσέτι ο ήχος ακούεται ου μόνον εν τω αέρι, αλλά και εν τω ύδατι, ασθενέστερος όμως. Αλλ' ούτε ο αήρ ούτε το ύδωρ είναι ο κύριος (μόνος) παράγων του ήχου, αλλά πρέπει να γείνη σύγκρουσις στερεών προς άλληλα και προς τον αέρα, γίνεται δε η προς τον αέρα κρούσις, όταν υπομένη ο κτυπηθείς αήρ και δεν διαλυθή(2). Διά τούτο ηχεί ο αήρ μόνον, όταν ταχέως και σφοδρώς κτυπηθή, διότι πρέπει η κίνησις του πλήττοντος τον αέρα να προλάβη την διάχυσιν τούτου ούτως, ως εάν τις έμελλε να πλήξη σωρόν ή νέφος άμμου ταχέως κινούμενον.
4. Ηχώ δε γίνεται όταν υπό του αέρος, όστις ένεκα του αγγείου, όπερ περιώρισε και ημπόδισε αυτόν να διαχυθή, έγεινεν εις,(3) πάλιν αποκρουσθή ο αήρ ως σφαίρα (4). Φαίνεται δε ότι πάντοτε γίνεται ηχώ, αλλ' ουχί επαισθητή, δηλαδή συμβαίνει εις τον ήχον ό,τι και εις το φως. Διότι και το φως πάντοτε αντανακλάται (5), (διότι άλλως δεν θα εγίνετο πανταχού φως, αλλά θα υπήρχε σκότος έξω του υπό του ηλίου αμέσως φωτιζομένου σώματος), αλλά δεν αντανακλάται πανταχόθεν ούτως, όπως από του ύδατος ή του χαλκού ή άλλου τινός εκ των λείων σωμάτων αντανακλάται, ώστε να παράγη και σκιάν, δι' ης διακρίνομεν αυτό το φως.

5. Το δε κενόν ορθώς θεωρείται ότι είναι κύριος όρος της [σ. 81] ακοής· διότι φαίνεται ότι το κενόν είναι ο αήρ· ούτος δε είναι όστις μας κάμνει να ακούωμεν, όταν λάβη μίαν και συνεχή κίνησιν (μέχρι του ωτός)· αλλ' επειδή είναι ευδιάλυτος,
δεν ηχεί, αν μη είναι λείον το σώμα, όπερ έλαβε το πλήγμα. Τότε δε συγχρόνως με το κτύπημα γίνεται είς(6) ο αήρ ένεκα της επαφής του με την λείαν επιφάνειαν· διότι μία είναι η επιφάνεια του λείου σώματος (7).

6. Ηχητικόν λοιπόν είναι το σώμα, το οποίον δύναται να παράγη μίαν συνεχή κίνησιν αέρος μέχρι της ακοής. Η ακοή είναι συμφυής με τον αέρα (8). Επειδή δε ο ήχος είναι εν τω αέρι, ο εντός του ωτός αήρ κινείται, όταν κινήται ο έξω αήρ. Διά τούτο το ζώον δεν ακούει πανταχού του σώματος, ουδέ ο αήρ εισχωρεί πανταχού· διότι δεν έχει πανταχού αέρα το ψυχικόν όργανον το μέλλον να κινηθή. Αυτός μεν ο αήρ είναι καθ' εαυτόν άψοφος, διότι είναι εύθρυπτος (ευδιάλυτος), όταν όμως εμποδισθή από του να διασκεδασθή, τότε η κίνησις του αέρος παράγει τον ήχον. Ο δε εντός των ώτων αήρ εγκαθιδρύθη ούτως, ώστε να μένη ακίνητος (αλλαχόθεν), όπως ακριβώς αισθάνηται πάσας τας διαφόρους κινήσεις. Διά ταύτα και εντός του ύδατος ακούομεν, διότι το ύδωρ δεν εισέρχεται εις αυτόν τον αέρα, όστις είναι συμφυής με την ακοήν (9), αλλ' ούτε εις το ους εισέρχεται ένεκα των ελίκων αυτού. Όταν όμως συμβή να εισέλθη ύδωρ, το ους δεν ακούει. Δεν ακούομεν ακόμη και όταν πάθη η μεμβράνα του τύμπανου, όπως δεν βλέπομεν [σ. 82], όταν πάθη ο επί της κόρης του οφθαλμού υμήν. Αλλά και απόδειξις ότι ακούομεν ή δεν ακούομεν είναι ότι το ους ηχεί πάντοτε, καθώς κέρας (10). Διότι ο αήρ, όστις είναι εντός των ώτων, πάντοτε κινείται ιδίαν έχων κίνησιν, καίτοι ο ήχος είναι ξένος (11) προς αυτόν και ουχί ίδιος αυτού. Και διά τούτο λέγουσιν, ότι ακούομεν διά του κενού και διά του ηχούντος σώματος, διότι ακούομεν διά τινος, όπερ περιέχει περιωρισμένον αέρα.

7. Αλλ' άρά γε το πληττόμενον ηχεί ή το πλήττον; Και τα δύο ηχούσιν, αλλ' έκαστον κατά τρόπον διάφορον. Διότι ο ήχος είναι η κίνησις του δυναμένου να κινήται κατά τον αυτόν τρόπον, καθώς τα αναπηδώντα πράγματα κινούνται από των λείων σωμάτων, όταν τις κρούση αυτά. Αλλά, ως είπομεν, δεν ηχεί παν σώμα όταν τύπτηται ή τύπτη άλλο, ως π. χ. όταν οξεία άκρα κτυπήση οξείαν άκραν (βελόνης λ. χ.) Αλλά πρέπει το τυπτόμενον να είναι ομαλόν και να κινήται ούτως, ώστε ο αήρ αθρόος (ως μία μάζα) (12) να αναπηδά και να σείηται.

8. Αι δε διαφοραί των ηχούντων σωμάτων φανερούνται εις τον ενεργεία (πραγματικόν) ήχον αυτών. Καθώς άνευ φωτός δεν είναι ορατά τα χρώματα, ούτως άνευ ψόφου δεν διακρίνονται το οξύ και το βαρύ. Οξύ και βαρύ λέγονται κατά μεταφοράν από των αντικειμένων της αφής. Διότι το οξύ κινεί την αίσθησιν πολλάκις εις ολίγον διάστημα χρόνου, το δε βαρύ εις μακρόν χρονικόν διάστημα κινεί την αίσθησιν ολίγον. Βέβαια, δεν είναι ταχύ το οξύ, ούτε το βαρύ είναι βραδύ, αλλ' η κίνησις την οποίαν κάμνει εις την αίσθησιν το οξύ γίνεται με ταχύτητα, η δε κίνησις του άλλου γίνεται με βραδύτητα.

Και φαίνεται, ότι υπάρχει αναλογία τούτων με το οξύ και αμβλύ, άπερ γίνονται αισθητά διά της αφής. Το μεν οξύ τρόπον τινά κεντεί το όργανον, το δε αμβλύ [σ. 83] ωθεί αυτό, διότι το μεν κινεί εντός ολίγου χρόνου, το δε εντός πολλού χρόνου, ώστε συμβαίνει, ότι το μεν οξύ είναι ταχύ, το αμβλύ δε βραδύ.Αρκούσιν οι προσδιορισμοί ούτοι περί του ήχου.

9. Η δε φωνή είναι ήχος εμψύχου όντος· διότι ουδέν των αψύχων έχει φωνήν, αλλά μόνον καθ' ομοίωσιν λέγεται ότι φωνούσι· λ. χ. ο αυλός, η λύρα και όσα άλλα εκ των αψύχων λέγεται ότι έχουσι τάξιν, μέλος και έκφρασιν (13), φαίνεται δ' ότι έχουσιν εκείνα φωνήν, διότι και η φωνή έχει τας ιδιότητας ταύτας. Πολλά δε των ζώων δεν έχουσι φωνήν, λ. χ. τα άναιμα ζώα (14) και εκ των αναίμων οι ιχθύες. Και ευλόγως δεν έχουσιν, αφού ο ήχος είναι κίνησις αέρος. Οι δε ιχθύες, οίτινες λέγεται ότι έχουσι φωνήν, ως οι εν τω Αχελώω, παράγουσιν ήχον διά των βραγχίων ή άλλου τοιούτου οργάνου.

10. Η φωνή λοιπόν είναι ήχος ζώου και δεν παράγεται διά του τυχόντος μέρους. Και επειδή πας ήχος παράγεται, εάν σώμα τι πλήττη και άλλο πλήττηται εντός τινος μέσου, όπερ είναι ο αήρ, ευλόγως δυνάμεθα να είπωμεν ότι εκείνα μόνα έχουσι φωνήν, όσα αναπνέουσι τον αέρα. Τω όντι, η φύσις χρησιμοποιεί τον αναπνεόμενον αέρα εις δύο σκοπούς· όπως την γλώσσαν μεταχειρίζεται και προς την γεύσιν και προς την διάλεκτον, εξ ων η μεν γεύσις είναι αναγκαία (διά δε τούτο υπάρχει εις τα πλείστα ζώα), η δε διάλεκτος σκοπόν έχει την ευζωίαν, ούτω και την πνοήν χρησιμοποιεί εις την εσωτερικήν θερμότητα, ήτις είναι αναγκαία (15), (το δε αίτιον θα είπωμεν αλλαχού) και προς την φωνήν, ίνα υπηρέτη εις την ευζωίαν.

11. Το όργανον της αναπνοής είναι ο φάρυγξ, και τούτο δε το όργανον υπάρχει χάριν άλλου, όπερ είναι ο πνεύμων. Διά του [σ. 84] πνεύμονας δε τα χερσαία ζώα έχουσι περισσοτέραν των άλλων ζώων θερμότητα. Έχει δε χρείαν της αναπνοής πρώτον πάντων ο πέριξ της καρδίας τόπος (16). Και διά τούτο πρέπει αναγκαίως να εισέρχηται εντός ο αήρ, όταν αναπνέωμεν. Ούτω το πλήγμα, όπερ ο αναπνεόμενος αήρ, διευθυνόμενος οπό της ψυχής εν τοις οργάνοις τούτοις, δίδει εις την καλουμένην αρτηρίαν, αποτελεί την φωνήν. Αλλά δεν είναι φωνή πας ήχος ζώου, ως είπομεν (διότι και διά της γλώσσης δυνάμεθα να κάμωμεν ήχον ή και ως οι βήχοντες). Αλλά πρέπει το πλήττον σώμα να είναι έμψυχον και να έχη παράστασιν (έννοιάν τινα), διότι η φωνή είναι ήχος σημαίνων τι, δεν είναι ψόφος του αναπνεομένου αέρος, καθώς είναι ο βήξ.

Τουναντίον διά του αναπνεομένου τούτου αέρος το έμψυχον πλήττει τον εν τη αρτηρία αέρα εναντίον αυτής της αρτηρίας.

12. Απόδειξις τούτου είναι ότι δεν δύναται τις να βάλλη φωνήν ούτε αναπνέων ούτε εκπνέων, αλλ' απλώς κατέχων την πνοήν· διότι ούτω διαταράττει την κίνησιν την φωνητικήν ο κατέχων την πνοήν. Φανερόν δε είναι και διατί οι ιχθύες είναι άφωνοι, διότι δηλαδή δεν έχουσι φάρυγγα. Και δεν έχουσι το όργανον τούτο, διότι δεν δύνανται να εισπνεύσωσι και να αναπνεύσωσι τον αέρα. Διατί δε ταύτα, αλλαχού θα εξετάσωμεν.



Σημειώσεις

1) Του αέρος.

2) Ίνα ούτω αντιτάξη αντίστασιν σώματος στερεού κατά του πλήττοντος σώματος και ούτω παραχθή ήχος.

3) Όστις αποτελεί σώμα εν και συνεχές εξ αιτίας των ορίων του αγγείου.

4) Ήτις αναπηδά ή αναρρίπτεται· η ως σφαίρα, εξ ης ουδαμόθεν δύναται να εκφύγη ο αήρ.

5) Το φως εξ ανακλάσεως εις ανάκλασιν πληροί πάντα τον φωτιζόμενον χώρον.

6) Το μέρος του αέρος, όπερ άπτεται της ηχηράς επιφανείας, δέχεται εξ αυτής παραχρήμα κίνησιν, ήτις τον καθιστά ενότητα διακρινομένην από της μάζης του κύκλου αέρος. Ο αήρ εκείνος παλλόμενος γίνεται εις και αντηχεί διά της επιδράσεως της επιφανείας του ηχούντος σώματος.

7) Τουναντίον, η τραχύτης διαιρεί και ποιεί πολλάς επιφανείας.

8) Κατά τον Αριστοτ. υπάρχει εν τω ωτί μέρος έχον κίνησιν ιδίαν και συνεχή, ως ο αήρ έχει την ιδικήν του, όταν κινήται υπό του ήχου.

9) Ο αήρ ο υπάρχων εις τα βάθη του ωτός έχει άμεσον σχέσιν προς τον ήχον, όστις φέρεται υπό του εξωτερικού αέρος.

10) Ή : καθώς όταν πλησιάσωμεν εις αυτό κέρας.

11) Έξωθεν ερχόμενος.

12) Η μάζα του αέρος, ήτις είναι εις επαφήν με την επιφάνειαν του ηχούν- τος σώματος.

13) Μεταφορικώς· διότι η χειρ ή η πνοή του ανθρώπου είναι η δίδουσα εις τα άψυχα μέλος και γλώσσαν.

14) Έντομα, οστρακόδερμα, μαλακόστρακα, ήτοι τα έχοντα λευκόν αίμα.

15) Εις την πέψιν.

16) Τα όργανα της ψύξεως είναι ο εγκέφαλος και οι πνεύμονες εις τα χερσαία, τα βράγχια δε εις τους ιχθύς. Η ψύξις είναι απαραίτητος προς μετριασμόν της εκ των τροφών και του αίματος αναπτυσσομένης θερμότητος. Το θερμότατον των οργάνων είναι η καρδία.
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Κυρ 16/12/2012 05:36

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄
1. Περί δε της οσφρήσεως και του οσφραντού είναι ολιγώτερον εύκολον να ορίσωμεν αυτά παρά τας ειρημένας αισθήσεις, διότι δεν είναι φανερόν οποία είναι η φύσις της οσμής, όπως είναι φανερόν τί είναι ο ήχος ή το χρώμα. Αίτιον δε τούτου είναι ότι η αίσθησις αύτη εις ημάς δεν είναι ακριβής, αλλά χειρότερα παρά εις πολλά ζώα. Ο άνθρωπος αισθάνεται ασθενώς τας οσμάς, και δεν οσφραίνεται κανέν οσφραντόν χωρίς να αισθανθή λύπην ή ηδονήν, διά τον λόγον ότι δεν είναι ακριβές το αισθητήριον.


2. Πιθανόν είναι και ότι τα έχοντα σκληρούς οφθαλμούς ζώα (1) ασθενώς αισθάνονται τα χρώματα και δεν είναι κατάδηλοι εις αυτά αι διαφοραί των χρωμάτων, ειμή διά της αφοβίας ή του φόβου, ον ταύτα γεννώσιν. Ομοίως δε και τας οσμάς αισθάνεται το ανθρώπινον γένος. Διότι φαίνεται, ότι η οσμή είναι ανάλογος προς την γεύσιν, και ότι τα είδη των χυμών είναι όμοια προς τα είδη των οσμών. Αλλ' έχομεν τελειοτέραν την γεύσιν, διότι η γεύσις είναι είδος αφής, την δε αφήν έχει ο άνθρωπος τελειοτάτην. Και κατά μεν τας άλλας αισθήσεις είναι κατώτερος πολλών ζωών, κατά την τελειότητα όμως της αφής είναι πολύ υπέρτερος των άλλων ζώων. Διά τούτο είναι και το νοημονέστατον των ζώων· απόδειξις δε τούτου είναι ότι και μεταξύ των ανθρώπων [σ. 86] διά το αισθητήριον τούτο υπάρχουσιν ευφυείς και αφυείς, δι' ουδέν όμως εκ των άλλων· οι μεν έχοντες σκληράν την σάρκα (το όργανον της αφής) είναι αφυείς, οι δε μαλακόσαρκοι είναι ευφυείς διανοητικώς.

3. Όπως δε οι χυμοί είναι άλλοι γλυκείς και άλλοι πικροί, ούτως είναι και αι οσμαί. Αλλά άλλοτε μεν τα ζώα έχουσι την οσμήν και τον χυμόν ανάλογα, εννοώ π. χ. ότι έχουσι γλυκείαν και την οσμήν, γλυκύν και τον χυμόν, άλλοτε δε τουναντίον. Ομοίως δε αι οσμαί, όπως οι χυμοί, είναι και δριμείαι και αυστηραί και οξείαι και λιπαραί. Αλλά, καθώς είπομεν, επειδή δεν είναι αι οσμαί τόσον φανεραί, όπως είναι οι χυμοί, από των χυμών έλαβον

τα ονόματα των αι οσμαί διά την ομοιότητα των πραγμάτων. Ούτω γλυκεία οσμή εκλήθη η του κρόκου και του μέλιτος, δριμείαι δε η του θύμου και των τοιούτων (2). Όμοια δυνάμεθα να είπωμεν και περί των άλλων.


4. Όπως η ακοή και εκάστη των άλλων αισθήσεων έχουσιν ίδιον αντικείμενον, και η μεν ακοή είναι η αίσθησις του ακουστού και του ανηκούστου, η δε όψις του ορατού και του αοράτου, ούτω η όσφρησις είναι και η αίσθησις του οσφραντού και του ανοσφράντου (αόσμου). Ανόσφραντον δε σώμα λέγεται το μη δυνάμενον να έχη οσμήν (ως λ. χ. ο ήχος) και το έχον ολίγην ή αόριστον. Καθ' όμοιον τρόπον λέγεται και ότι σώμα τι είναι άγευστον (δεν έχει γεύσιν).

5. Γίνεται δε και η όσφρησις διά του μεταξύ αυτής και του οσφραντού μεσολαβούντος, οποίον είναι ο αήρ ή το ύδωρ. Διότι και τα ένυδρα φαίνεται ότι αισθάνονται την οσμήν, ομοίως δε και τα έναιμα και τα άναιμα, καθώς και τα εν τω αέρι (τα πτηνά)· διότι και τινα εκ τούτων (αι μέλισσαι λ. χ.) μακρόθεν έρχονται προς την τροφήν, αισθανθέντα την οσμήν αυτής.


6. Και διά τούτο άπορον φαίνεται, αν πάντα τα ζώα ταύτα [σ. 87] ομοίως αισθάνονται την οσμήν. Ο άνθρωπος αναπνέων οσφραίνεται, ενώ μη αναπνέων αλλ' εκπνέων ή κρατών την πνοήν του δεν οσφραίνεται το αντικείμενον ούτε πλησίον, ούτε μακρόθεν, ούτε αν τεθή τούτο (επί της μεμβράνης) εντός της ρινός. Και το να είναι ουχί αισθητόν το πράγμα, το οποίον επιτίθεται επ' αυτού του αισθητηρίου, τούτο είναι κοινόν εις όλα τα ζώα. Αλλά το να μη λειτουργή η όσφρησις άνευ της αναπνοής, τούτο είναι ίδιον των ανθρώπων. Φανερόν δε γίνεται τούτο διά πειράματος. Άλλως τα άναιμα ζώα, επειδή δεν αναπνέουσιν, ίσως θα είχον άλλην τινά αίσθησιν εκτός των ειρημένων. Αλλά τούτο είναι αδύνατον, διότι αισθάνονται την οσμήν, η δε αίσθησις του οσφραντού, είτε ευώδες είναι τούτο είτε δυσώδες, είναι η όσφρησις. Προσέτι δε τα τοιαύτα ζώα φαίνονται ότι καταστρέφονται από των ισχυρών οσμών, υπό των οποίων φονεύεται και ο άνθρωπος, π.χ. υπό της ασφάλτου, του θείου και των τοιούτων σωμάτων. Αναγκαίον συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ταύτα οσφραίνονται, αλλά χωρίς να αναπνέωσι.

7. Φαίνεται δε ότι το αισθητήριον τούτο παρά τοις ανθρώποις διαφέρει του των άλλων ζώων, όπως και τα όμματα εκείνων διαφέρουσιν από τα των σκληροφθάλμων. Διότι τα του ανθρώπου έχουσι φραγμόν και τρόπον τινά σκέπασμα τα βλέφαρα, και αν δεν κινήση και δεν ανασύρη ταύτα, δεν βλέπει· τα δε σκληρόφθαλμα ουδένα τοιούτον φραγμόν έχουσιν, αλλά βλέπουσιν αμέσως τα συμβαίνοντα εν τω διαφανεί μέσω (εν τω αέρι ή ύδατι). Λοιπόν ούτω και το οσφραντικόν αισθητήριον των μεν

είναι άνευ καλύμματος, όπως και το όμμα αυτών. Το δε των ζώων, τα όποια αναπνέουσι τον αέρα, έχει επικάλυμμα, το οποίον, όταν γίνηται η αναπνοή, ανοίγεται ευρυνομένων των μικρών φλεβών και των πόρων.

8. Και διά τούτο τα ζώα, τα οποία αναπνέουσι, δεν αισθάνονται οσμήν εντός του υγρού· διότι, ίνα οσφρανθώσι, πρέπει να αναπνεύσουν, αλλά είναι αδύνατον να πράξωσι τούτο εντός του ύδατος. Τέλος η οσμή είναι ιδιότης του ξηρού, όπως ο χυμός είναι [σ. 88] του υγρού. Και το οσφραντικόν αισθητήριον είναι δυνάμει τοιούτον, οίον είναι το οσφραντόν αντικείμενον.



Σημειώσεις

1) Τα έντομα λ. χ., τα οστρακόδερμα και τα ζώα, των οποίων ο οφθαλμός δεν καλύπτεται υπό μεμβράνης ή βλεφάρου.

2) Διότι ανάλογος είναι και η γεύσις ή ο χυμός των πραγμάτων τούτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1. Το αντικείμενον της γεύσεως, το γευστόν, είναί τι αισθητόν διά της αφής. Και αύτη είναι η αίτια, διά την οποίαν το γευστόν είναι αισθητόν άνευ της μεσολαβήσεως σώματος, όπερ είναι ξένον, διότι και η αφή δεν γίνεται (1) ούτω. Και το σώμα εν τω οποίω υπάρχει ο χυμός, ήτοι το γευστόν, συνίσταται έκ τινος των υγρών,. όπερ είναι ως η ύλη του γευστού· τούτο δε το υγρόν είναι τι αισθητόν δια της αφής. Διά τούτο, αν ήμεθα εντός ύδατος, θα ησθανόμεθα το εις αυτό ριφθέν γλυκύ· όμως δεν θα είχομεν την αίσθησιν του γλυκέος διά τινος μεταξύ σώματος, αλλά διά της αναμίξεως του γλυκέος με το υγρόν, καθώς συμβαίνει εις το ποτόν. Το χρώμα όμως δεν είναι ομοίως ορατόν διά της αναμίξεως με άλλο ούτε διά των απορροιών αυτού. Ούτω λοιπόν ουδέν σώμα μεσολαβεί μεταξύ γευστού και γεύσεως. Άλλως, όπως χρώμα είναι το ορατόν, ούτως ο χυμός είναι το γευστόν. Ουδέν όμως πράγμα παράγει. αίσθησιν χυμού άνευ υγρότητος, αλλά πρέπει να έχη ήδη υγρότητα [σ. 89] δυνάμει ή ενεργεία, ως π. χ. το άλας, το οποίον ευκόλως διαλύεται και επί της γλώσσης τήκεται. Όπως δε η όψις διακρίνει το ορατόν και το αόρατον (διότι το σκότος είναι αόρατον, αλλ' η όψις διακρίνει και τούτο) και προσέτι το λίαν λαμπρόν (διότι και τούτο δεν δύναται να βλέπη η όρασις, αλλά κατ' άλλον τρόπον παρά το σκότος), ούτω και η ακοή αντικείμενον έχει τον ήχον και την σιγήν (εκ των οποίων ο μεν είναι ακουστός, η δε σιγή δεν είναι ακουστή) και τον μέγαν ήχον, ως η όψις έχει το λίαν λαμπρόν (διότι, καθώς ο μικρός ψόφος είναι ανήκουστος, ούτω πως είναι ανήκουστος και ο μέγας και ο βίαιος ψόφος). Αόρατον δε λέγεται το όλως αόρατον (λ.χ. η φωνή), όπως εις άλλας περιστάσεις λέγεται ότι είναι τι αδύνατον, λέγεται δε και εκείνο, το οποίον φύσει μεν δύναται να είναι ορατόν, αλλά δεν είναι ή είναι ατελώς ορατόν, καθώς λ. χ. λέγομεν το άπουν και το απύρηνον (2). Ούτω και η γεύσις αισθάνεται το άγευστον, άγευστον δε λέγομεν το έχον χυμόν ασθενή ή κακόν ή βλαπτικόν της γεύσεως. Φαίνεται δε ότι αρχή του γευστού είναι το ποτόν και το άποτον (το δυνάμενον να πίνηται και το μη δυνάμενον φαίνεται ότι είναι η αρχή ενταύθα).


Διότι και τα δύο είναι γεύσίς τις, αλλά το άποτον είναι γεύσις κακή και καταστρεπτική, το δε ποτόν είναι γεύσις σύμφωνος με την φύσιν αυτής. Είναι δε το ποτόν αισθητόν κοινώς και υπό της αφής (ως υγρόν) και υπό της γεύσεως (ως χυμός). Επειδή δε το γευστόν είναι υγρόν,

ανάγκη και το αισθητήριον αυτού να είναι μήτε ενεργεία υγρόν, μήτε αδύνατον να υγραίνηται. Διότι η γεύσις πάσχει τι υπό του γευστού, ως γευστού. Αναγκαίον άρα είναι το γευστικόν αισθητήριον να υγρανθή και να είναι τοιούτον, ώστε να δύναται να υγραίνηται διατηρούν πάντοτε εαυτό, αλλά να μη γίνηται αυτό υγρόν εσωτερικώς. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι η γλώσσα δεν αισθάνεται, ούτε [σ. 90] όταν είναι κατάξηρος, ούτε όταν είναι λίαν υγρά. Διότι τότε αισθάνεται μόνον το πρώτον υγρόν, καθώς συμβαίνει όταν γευθή τις πρότερον ισχυρόν χυμόν και ύστερον γεύηται άλλον χυμόν, και καθώς συμβαίνει εις τους ασθενείς, εις τους οποίους πάντα φαίνονται πικρά, διότι αισθάνονται διά γλώσσης, ήτις είναι πλήρης εκ τοιαύτης πίκρας υγρότητος.

2. Τα δε είδη των χυμών, καθώς και τα των χρωμάτων, εν μέρει μεν είναι τα απλά εναντία, το γλυκύ και το πικρόν, εν μέρει δε τα τούτων επακόλουθα εκείνου μεν το λιπαρόν, τούτου δε το αλμυρόν, μεταξύ δε τούτων υπάρχουσι το δριμύ και το αυστηρόν και το στρυφνόν και το οξύ. Αύται φαίνεται ότι είναι σχεδόν πάσαι αι διαφοραί των χυμών. Εν ολίγοις το μεν γευστικόν (η γευστική δύναμις) είναι δυνάμει τοιούτον οίον είναι το γευστόν), γευστόν δε εκείνο το πράγμα, το όποιον καθιστά την αίσθησιν εντελεχώς (πραγματικώς) τοιαύτην, οποίον είναι αυτό.



Σημειώσεις

1) Ως είπομεν πρότερον, η όψις, η ακοή και η όσφρησις έχουσι χρείαν της μεσολαβήσεως ξένου τινός, ίνα λειτουργήσωσι, και όπερ είναι χωριστόν απ' αυτών. Είναι δε ταύτα (το διαφανές το διηχές και το δίοσμον) πάθη του αέρος και του ύδατος. Της αφής όμως, ής είδος είναι η γεύσις, το μεταξύ ή διάμεσον τούτο πράγμα δεν είναι εκτός των οικείων αισθητηρίων, αλλ' ανήκει εις αυτά ταύτα, είναι η σάρξ ή ανάλογόν τι και προσέτι ο αήρ και το ύδωρ, υφ' ων περικυκλούται το αισθητόν. Το κυρίως αισθητήριον της αφής κείται μάλλον εσωτερικώς κατά τον Αριστοτέλη, είναι δηλ. η καρδία.

2) Άπουν λέγομεν ζώόν τι ίνα δηλώσωμεν και ότι έχει κακούς πόδας. Ομοίως π. χ. απύρηνος λέγεται και χώρα παράγουσα ολίγα σπέρματα.
[Αρχή σελίδας]
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Β΄ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Δημοσίευσηἀπό ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ » Δευ 17/12/2012 03:06

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄
1. Περί του αντικειμένου της αφής, του απτού, δυνάμεθα να διανοηθώμεν τα αυτά, όπως περί της αφής. Διότι, αν η αφή είναι ουχί μία άλλα περισσότεραι αισθήσεις, ανάγκη και τα υπ' αυτής αισθητά αντικείμενα να είναι πολλά (κατ' είδος). Ζητείται λοιπόν αν η αφή είναι περισσότεραι αισθήσεις ή μία, και ποίον είναι το αισθητήριον όργανον της οπτικής δυνάμεως· είναι τούτο η σαρξ και το ανάλογον μέρος εν τοις άλλοις ζώοις (τα οποία δεν έχουσι σάρκα), ή τούτο μεν δεν είναι η σαρξ, αλλ' αύτη είναι το [σ. 91] διάμεσον, το δε κύριον όργανον είναι άλλο τι κείμενον εσωτερικώς;


2. Πάσα αίσθησις φαίνεται ότι διακρίνει μίαν μόνην εναντίωσιν, λ. χ. η όψις το λευκόν και το μέλαν, η ακοή το οξύ και το βαρύ, και η γεύσις το πικρόν και το γλυκύ. Αλλ' εις την αφήν υπάρχουσι πολλαί εναντιώσεως, θερμόν—ψυχρόν, ξηρόν— υγρόν, σκληρόν—μαλακόν και πολλά άλλα τοιαύτα. Αλλ' εις την απορίαν ταύτην δίδει λύσιν τινά το ότι και εις τας άλλας αισθήσεις υπάρχουσι περισσότεραι εναντιώσεις, π. χ. εν τη φωνή είναι όχι μόνον οξύτης και βαρύτης, αλλά και μέγεθος και μικρότης, και λειότης και τραχύτης φωνής και άλλα τοιαύτα. Υπάρχουσι δε και εις το χρώμα τοιαύται διαφοραί. Αλλ' όμως δεν είναι φανερόν ποίον είναι το ενιαίον αντικείμενον της αφής, όπως είναι φανερόν ότι της ακοής είναι ο ήχος.

3. Είναι άρά γε το αισθητήριον της αφής εσωτερικόν ή όχι,
αλλά κατ' ευθείαν η σαρξ αισθάνεται; Περί τούτου φαίνεται ότι ουδεμίαν απόδειξιν παρέχει το ότι η αίσθησις των αντικειμένων γίνεται ευθύς, άμα ταύτα θίγωνται. Διότι ιδού· εάν τις ήθελε κατασκευάση και εκτείνη πέριξ της σαρκός πράγμα τι ως είδος μεμβράνης, θα έχη ομοίως την αίσθησιν (1) ευθύς άμα εγγίζη. Και όμως είναι φανερόν ότι το αισθητήριον όργανον δεν είναι η μεμβράνα αύτη· και αν ακόμη αύτη ήθελε γεννηθή ομού με την σάρκα (ή το δέρμα), ακόμη ταχύτερον θα διεπέρα αυτήν η αίσθησις.

4. Διά τούτο το μέρος τούτο του σώματος (η σαρξ) φαίνεται ότι σχετίζεται ούτω προς ημάς, όπως θα διέκειτο ο αήρ, εάν εκ φύσεως απετέλει κύκλον περί ημάς (2). Διότι θα ενομίζομεν τότε ότι δι' ενός μόνου οργάνου αισθανόμεθα και ήχον και χρώμα και οσμήν, και ότι η όψις, η ακοή, η όσφρησις είναι μία μόνη αίσθησις. Αλλ' όμως επειδή τα διάμεσα, δι' ων γίνονται αι κινήσεις [σ. 92] αύται, είναι διάφορα, και τα ειρημένα αισθητήρια είναι φανερόν ότι είναι διάφορα. Αλλ' ως προς την αφήν τούτο είναι ακόμη άδηλον. Διότι είναι αδύνατον να συσταθή έμψυχον σώμα από αέρα και ύδωρ, αλλά πρέπει πάντοτε να υπάρχη στερεόν τι. Υπολείπεται λοιπόν το ότι το έμψυχον είναι μικτόν εκ γης και των άλλων δύο στοιχείων, όπως φαίνεται ότι είναι η σαρξ και τα εν τοις άλλοις ζώοις ανάλογον με αυτήν μέρος. Ώστε αναγκαίως εκ φύσεως το σώμα (η σαρξ) είναι το μεσολαβούν μεταξύ της απτικής δυνάμεως και του απτού αντικειμένου, δι' αυτού δε (του σώματος) γίνονται αι απτικαί αισθήσεις, αίτινες είναι περισσότεραι της μιας.


5. Δεικνύει δε, ότι είναι περισσότεραι αύται, η αφή επί της επιφανείας της γλώσσης. Διότι διά του αυτού μορίου τούτου αισθάνεται η ψυχή πάντα τα απτά και τον χυμόν. Εάν προσέτι και τα άλλα μέρη της σαρκός είχον αίσθησιν του χυμού, η γεύσις και η αφή θα εθεωρούντο ότι είναι μία και η αυτή αίσθησις. Αλλά τώρα θεωρούνται ως δύο αισθήσεις, διότι δεν δύνανται να ληφθώσιν αντιστρόφως η μία αντί της άλλης. (3)

6. Δύναται τις να προβάλη την απορίαν: αφού παν σώμα έχει βάθος, τουτέστι την τρίτην διάστασιν (4), δύο σώματα, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί έτερον σώμα, δεν δύνανται να εφάπτωνται αλλήλων. Το υγρόν όμως δεν είναι ασώματον ούτε το ρευστόν (5), αλλά πρέπει έκαστον αυτών να είναι ύδωρ (το υγρόν) ή να περιέχη ύδωρ (το ρευστόν).

Τα αντικείμενα όμως, τα οποία εντός του ύδατος υπάρχοντα εφάπτονται αλλήλων, επειδή τα άκρα αυτών δεν είναι ξηρά, έχουσι μεταξύ των ύδωρ, εξ ου είναι πλήρεις αι επιφάνειαι αυτών. Εάν δε τούτο είναι αληθές, αδύνατον είναι πράγμά τι να [σ. 93] θίγη άλλο εντός του ύδατος. Το αυτό δε συμβαίνει και εντός του αέρος, διότι ομοίαν έχει σχέσιν ο αήρ προς τα εντός αυτού όντα, οποίαν το ύδωρ προς τα εν τω ύδατι βεβυθισμένα, αλλ' εν τω αέρι απατώμεθα περισσότερον ημείς (οι ζώντες εν ατμοσφαιρικώ μέσω), όπως και των εν τω ύδατι ζώντων διαφεύγει την αντίληψιν, ότι το ρευστόν
εφάπτεται του ρευστού αμέσως.

7. Ερωτώμεν προσέτι: καθ' όμοιον τρόπον γίνεται η αίσθησις πάντων των αισθητών, ή άλλων γίνεται άλλως, καθώς τώρα φαίνεται, η μεν γεύσις και η αφή γίνονται δι' αμέσου επαφής των πραγμάτων, αι δε άλλαι αισθήσεις γίνονται μακρόθεν; Το τελευταίαν τούτο είναι αδύνατον, διότι και το μαλακόν και το σκληρόν αισθανόμεθα δι' άλλου μεσολαβούντος, ομοίως όπως και το ηχητικόν και το ορατόν, και το οσφραντόν· αλλά ταύτα μεν μακρόθεν, εκείνα δε εγγύθεν· διό και διαφεύγει το διάμεσον τούτο την αντίληψιν ημών, διότι αισθανόμεθα πάντα διά τινος μεσολαβούντος σώματος. Αλλ' επί των εγγύς ημών όντων διαφεύγει ημάς η ύπαρξις του μέσου. Και όμως, καθώς είπομεν και πρότερον, και αν ακόμη διά μέσου μεμβράνης ξένης ηθέλαμεν αισθάνεσθαι πάντα τα απτά, χωρίς να αντιλαμβανώμεθα ότι μας διαχωρίζει εν διάμεσον, θα ευρισκόμεθα εις την αυτήν σχέσιν καθώς τώρα, ότε είμεθα εντός του ύδατος και του αέρος. Νομίζομεν δήλα δη, ότι απτόμεθα αμέσως των πραγμάτων και ότι ουδέν υπάρχει διάμεσον.

8. Αλλά το διά της αφής αισθητόν, το απτόν, διαφέρει των ορατών και των ηχητικών, διότι τούτων μεν αισθανόμεθα διά του διαμέσου σώματος, ενεργούντος αποτέλεσμα τι εφ' ημών, τας δε απτάς ποιότητας αισθανόμεθα ουχί διά του μεταξύ σώματος (της σαρκός), αλλά μετά του μεταξύ σώματος συγχρόνως, όπως άνθρωπος διά της ασπίδος κτυπηθείς· διότι δεν επάταξεν αυτόν η ασπίς κτυπηθείσα, αλλά συνέβη και οι δύο συγχρόνως να κτυπηθώσι.

9. Γενικώς δε φαίνεται ότι, οποίαν σχέσιν έχουσιν ο αήρ και το ύδωρ προς την όψιν και την ακοήν και την όσφρησιν, τοιαύ[σ. 94] την έχει η σάρξ και η γλώσσα προς την αφήν· αύτη είναι προς το απτικόν αισθητήριον ό,τι είναι έκαστον των στοιχείων εκείνων προς τα άλλα όργανα (6). Εάν δε αυτό το αισθητήριον ήρχετο εις επαφήν με το αντικείμενον, τότε και εις την αφήν όπως και εις τας άλλας αισθήσεις δεν θα ηδύνατο να γίνη αίσθησις, ως λ. χ. όταν θέση τις επί της επιφανείας του όμματος λευκόν σώμα. Και εκ τούτου γίνεται φανερόν, ότι κείται εσωτερικώς το αισθητήριον της αφής. Διότι ούτω μόνον θα συμβαίνη ό,τι και εις τας άλλας αισθήσεις. Όταν δηλ. τα απτά επιτεθώσι και επί του αισθητηρίου της αφής, δεν αισθανόμεθα, αλλά, εάν επιτεθώσιν επί της σαρκός, αισθανόμεθα. Άρα ή σαρξ είναι το διάμεσον (μεταξύ) της αφής και του απτού αντικειμένου.

10. Αισθηταί διά της αφής είναι αι διάφοροι ιδιότητες του σώματος ως σώματος· εννοώ δε διαφόρους ιδιότητας εκείνας, αίτινες διακρίνουσι τα στοιχεία, ήτοι θερμόν και ψυχρόν, ξηρόν και υγρόν, περί ων ωμιλήσαμεν πρότερον εν τη πραγματεία περί των Στοιχείων.

11. Το όργανον, όπερ αισθάνεται αυτάς, είναι το της αφής· και το μέρος (του σώματος), εις το όποιον πρώτον υπάρχει η αίσθησις η καλουμένη αφή, είναι δυνάμει τοιούτον, οποίον είναι το απτόν ενεργεία·
διότι το αισθάνεσθαι σημαίνει πάσχειν τι, ούτως ώστε το πράγμα το ποιούν έν άλλο να είναι όμοιον με αυτό ενεργεία, δεν το ποιεί τοιούτον ειμή διότι αυτό το άλλο είναι δυνάμει τοιούτον (7). Και διά τούτο δεν αισθανόμεθα θερμότητα και ψυχρότητα ή σκληρότητα και μαλακότητα εις εκείνο το αντικείμενον, όπερ είναι εξ ίσου με ημάς θερμόν και ψυχρόν, ή σκληρόν και μαλακόν (8), αισθανόμεθα όμως τας υπερβολάς (του θερμού κλπ.), [σ. 95] ως εάν η αίσθησις είναι είδος μέσου μεταξύ εναντίων ιδιοτήτων αισθητών. Και διά τούτο αύτη κρίνει τα αισθητά. Διότι ο μέσος όρος δύναται να κρίνη, καθόσον σχετικώς προς έκαστον εκ των άκρων γίνεται τα άλλο άκρον. Και όπως εκείνο, όπερ μέλλει να αισθανθή το λευκόν και το μέλαν, δεν πρέπει να είναι κανέν από αυτά ενεργεία, δυνάμει δε και τα δύο (το αυτό δε ισχύει και επί των άλλων αισθήσεων), ούτω και επί της αφής δεν πρέπει το αισθητήριον να είναι ούτε θερμόν ούτε ψυχρόν καθ' εαυτό.

12. Προσέτι δε, όπως η όψις είναι η αίσθησις αμφοτέρων, του ορατού και του αοράτου, ομοίως δε και αι λοιπαί αισθήσεις των οικείων εναντίων, ούτω και η αφή είναι η αίσθησις του απτού και του ανάπτου. Άναπτον δε (μη απτόν) είναι και το έχον ελαχίστην τινά ιδιότητα απτήν, ως έχει λ. χ. ο αήρ, και το έχον καθ' υπερβολήν τοιαύτας ιδιότητας, καθώς είναι τα καταστρέφοντα την αφήν (λ. χ. λίαν ψυχρόν). Επραγματεύθημεν λοιπόν κεφαλαιωδώς περί εκάστης των αισθήσεων.



Σημειώσεις

1) Του θερμού ή ψυχρού κλπ.

2) Ούτως η σαρξ αποτελεί περί το αισθητήριον της αφής κυκλικόν σκέπασμα.

3) Η γεύσις αισθάνεται τα απτά όπως και τους χυμούς. Αλλ' η αφή δεν αισθάνεται αντιστρόφως τους χυμούς όπως τα απτά.

4) Αι διαστάσεις είναι μήκος, πλάτος, βάθος.

5) Το ρευστόν είναι ο αήρ, όστις κατά τον Αριστ. συνίσταται εξ ύδατος.

6) Το όργανον (πρώτον) της γεύσεως και της αφής είναι η καρδία, το διάμεσον δε είναι η γλωσσά και η σαρξ.

7) Ούτω και το αισθητόν μεταδίδον την ποιότητα του εις την αίσθησιν, την κάμνει ομοίαν προς εαυτό, διότι αύτη έχει ήδη την φύσιν του πράγματος.

8) Διότι τότε είμεθα ενεργεία ό,τι είναι το αντικείμενον

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'

. Γενικώς περί πασών των αισθήσεων πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι η αίσθησις είναι εκείνο, το οποίον δέχεται τα αισθητά είδη άνευ της ύλης. Όπως ο κηρός δέχεται το σημείον δακτυλίου άνευ του σιδήρου και του χρυσού, δηλ. άνευ της ύλης του, λαμβάνει δε τον χρυσούν ή χαλκούν τύπον, αλλ' όχι ως χρυσόν ή [σ. 96] χαλκόν (1), όμοια πάσχει και η αίσθησις (2) από έκαστον πράγμα, όπερ έχει χρώμα ή χυμόν ή ήχον, όχι όμως ως έκαστον των αντικειμένων τούτων ονομάζεται, αλλά καθ' όσον έχει τοιαύτην ή τοιαύτην ιδιότητα και εμφανίζει μίαν έννοιαν.
2. Το αισθητήριον είναι κατά πρώτον εκείνο, εις το οποίον υπάρχει η τοιαύτη δύναμις, και είναι το αυτό με το αισθητόν, διαφέρει δε αυτού κατά τον τρόπον του είναι. Διότι άλλως και το αισθανόμενον θα ήτο μέγεθος (όπως είναι το αισθητόν). Πλην ο τρόπος του είναι του αισθανομένου και η αίσθησις δεν είναι μέγεθος, αλλ' αναφορά τις και δύναμις προς το αισθητόν.

3. Φανερόν δ' εκ τούτου είναι και διατί αι υπερβολαί των αισθητών φθείρουσι τα αισθητήρια. Διότι, αν η κίνησις είναι ισχυροτέρα του αισθητηρίου, η αναφορά (ο λόγος, ήτοι η αίσθησις) καταστρέφεται, όπως καταστρέφεται η συμφωνία και η αρμονία, όταν κρούωνται πολύ δυνατά αι χορδαί.


4. Φανερόν ακόμη και διατί τα φυτά δεν αισθάνονται, καίτοι έχουσι μέρος ψυχής και πάσχουσί τι υπ' αυτών των απτών

(ψυχρού-θερμού), διότι και ψύχονται και θερμαίνονται. Αίτιον τούτου είναι ότι δεν έχουσι μέσον τι εν εαυτοίς ούτε αρχήν ικανήν να δέχηται τα είδη των αισθητών, αλλά τουναντίον πάσχουσιν ολικώς. (3)

5. Δύναταί τις να ερώτηση, αν δύναται να πάθη υπό οσμής εκείνο, όπερ δεν δύναται να οσφρανθή (4), ή υπό χρώματος το μη δυνάμενον να ίδη· ομοίως δε και περί των άλλων αισθήσεων. Εάν το πράγμα, όπερ οσφραινόμεθα, είναι η οσμή, αύτη, αν πάντως [σ. 97] παράγη τι, την όσφρησιν μόνον παράγει (5). Ώστε ουδέν εκ των αδυνατούντων να οσφρανθώσι δύναται να πάθη τι υπό οσμής. Τα αυτά δυνάμεθα να είπωμεν και περί των άλλων. Άλλα και εκ των δυναμένων να αισθανθώσιν έκαστον δεν αισθάνεται άλλως ειμή κατά την οικείαν αισθητικήν δύναμιν. Τούτο δε αποδεικνύεται και εκ των εξής : Ούτε φως δηλ. και σκότος, ούτε ψόφος ούτε οσμή επενεργούσιν επί των αψύχων σωμάτων, αλλά τα διάμεσα πράγματα, εις τα οποία υπάρχουσιν αι ιδιότητες αύται, δύνανται να δρώσιν επί των σωμάτων· λ. χ. ο αήρ ο συνοδεύων την βροντήν (ουχί η βροντή) διασχίζει το ξύλον.


6. Αι απτικαί όμως ιδιότητες και οι χυμοί επιδρώσιν αμέσως επί των σωμάτων· διότι άλλως υπό τίνος ήθελον πάσχει και μεταβάλλεσθαι τα άψυχα; Άρα λοιπόν και αι άλλαι ιδιότητες επενεργούσιν αμέσως επί των σωμάτων; Ή μάλλον ουχί παν σώμα πάσχει αμέσως υπό της οσμής και του ήχου, αλλά τα σώματα τα οποία πάσχουσιν ούτω είναι αόριστα (6) και ουχί μόνιμα, όπως είναι ο αήρ, όστις έχει οσμήν ωσεί έχει πάθει τι; Τί είναι λοιπόν το αισθάνεσθαι οσμήν παρά το πάσχειν τι; Το μεν οσφραίνεσθαι βεβαίως σημαίνει αισθάνεσθαι, ο αήρ (7) όμως όταν πάθη τι ταχέως μόνον γίνεται αισθητός εις ημάς (μυρίζει) (8).



Σημειώσεις

1) Ο κηρός δέχεται τον τύπον του χρυσού, αλλά δεν γίνεται διά τούτο χρυσούς· ούτω και η αίσθησις.

2) Κατά την λειτουργίαν εκάστου αισθητηρίου.

3) Λ.χ. το ύδωρ, ίνα δεχθή σταγόνα μέλιτος, πρέπει να δεχθή υλικώς το μέλι.

4) Αίσθησίς τις δεν δύναται να αντιλαμβάνηται τα ειδικά αισθήματα άλλης, λ. χ. η όψις τους ήχους· ούτω δεν δύνανται να οσφραίνωνται αι άλλαι αισθήσεις και εκείνα τα όντα, άτινα δεν έχουσιν όσφρησιν.

5) Όσφρησις είναι η ενέργεια, οσμή η δύναμις.

6) Δεν έχουσι μορφάς ακριβείς απτάς ή ορατάς.

7) Ο αήρ όζει, αλλά δεν οσφραίνεται.

8) Ο Έγελος (Ιστορία της Φιλοσ.) παρατηρεί ότι παρενοήθη πολλάκις η εν αρχή του κεφαλαίου τούτου ομοίωσις του Αριστ. λέγοντος, ότι η αίσθησις δέχεται τα αισθητά είδη άνευ ύλης, ως ο κηρός δέχεται το σημείον του (σφραγιστικού) δακτυλίου άνευ του μετάλλου. Εκ της παρανοήσεως ταύτης εγεννήθησαν πολλαί άτοποι θεωρίαι. Αλλά το είδος είναι το αισθητόν αντικείμενον θεωρούμενον ως καθολικόν· εν τη θεωρία εξυψούμεθα υπεράνω του ατομικού και αισθητού εις τα καθολικόν (το άϋλον και νοητόν). Διάφορος είναι η θέσις ημών εις τας πρακτικάς σχέσεις, καθ' ας ως υλικά μεμονωμένα άτομα σχετιζόμεθα υλικώς προς υλικά πράγματα και η υλική ημών ύπαρξις τίθεται εις [σ. 98] ενέργειαν. Ούτω λέγει ο Αριστ. περί της φυτικής ψυχής, ότι με υλικόν τρόπον μόνον σχετίζεται προς την ύλην (καθώς ημείς όταν τρώγωμεν και πίνωμεν), και διά τούτο δεν δύναται να δεχθή τα είδη των αισθητών. Όταν όμως η ψυχή δέχηται είδη (τους αισθητούς διορισμούς ή ποιότητας του πράγματος, χρώματα, σχήματα κλπ.), τότε αφανίζεται η ύλη, ήτις δεν είναι θετικόν τι παρέχον αντίστασιν προς την ψυχήν.

Τω όντι η ψυχή αισθάνεται, διότι είναι φύσις καθολική, ήτις αναφέρεται μεν είς τι εσωτερικόν πράγμα και έχει εν εαυτή διορισμόν τινα, αλλά μένει πάντοτε μεθ' εαυτής και δύναται να αισθάνηται και άλλο τι και πάντα χωρίς να ταυτίζηται με ουδέν αποκλειστικώς. Το άψυχον όμως ον απορροφάται όλως εις τον διορισμόν του. Το έγχρωμον ύδωρ λ. χ. μόνον υφ' ημών διακρίνεται ως έγχρωμον και άχρωμον ύδωρ. Αν όμως το εν γένει ύδωρ και το ειδικόν, το έγχρωμον ύδωρ, ήσαν έν και το αυτό ύδωρ, η ειδοποιός αύτη διαφορά θα ήτο προς αυτό το ύδωρ και το ύδωρ θα ησθάνετο. Και αν και εγώ δεν ηδυνάμην να βλέπω ειμή μόνον το κυανούν, ο περιορισμός ούτος θα ήτο ποιότης, ήτις θα εταυτίζετο με εμέ, θα απερρόφα το είναι μου. Αλλ' επειδή είμαι ον καθολικόν, δύναμαι να βλέπω το χρώμα εν γένει, ή κάλλιον ειπείν τα χρώματα πάντα.

Υλικών σχέσεων εκφράσεις δύνανται βεβαίως να χρησιμεύσωσι προς διασάφησιν πνευματικών σχέσεων. Αλλά δεν έπεται, ότι παν ό,τι εμπεριέχεται εις τας αισθητάς σχέσεις αληθεύει και εις τας πνευματικάς. Η ψυχή δεν είναι πίναξ, εφ' ου τα αισθητά χαράττουσι τας μορφάς των ως επί του κηρού. Ο δε Αριστοτέλης διά της παρομοιώσεως του κηρού ηθέλησε να δηλώση μόνον την παθητικότητα του αισθητικού, όπερ δέχεται μόνον το είδος. Αλλ' εξ άλλου η αίσθησις δεν μένει ως προς το είδος εις την σχέσιν, την οποίαν έχει το είδος με τον κηρόν. Ο κηρός δεν δέχεται εντός εαυτού το είδος. Η εντύπωσις του δακτυλίου μένει όλως εξωτερική και επιπολαία χωρίς να γίνηται μορφή του πραγματικού όντος του κηρού. Άλλως θα έπαυεν ούτος να είναι κηρός. Η ψυχή όμως αφομοιοί το είδος εις ιδίαν αυτής ουσίαν, ούτως ώστε αύτη είναι εν εαυτή τρόπον τινά πάντα τα αισθητά. Και ως ανωτέρω είπομεν [σελ. 52], αν ο πέλεκυς είχε το είδος αυτού διωρισμένον ως ουσίαν του, το είδος τούτο θα ήτο η ψυχή αυτού. Η ψυχή όμως δεν είναι παθητική ως ο κηρός, ούτε δέχεται τους προσδιορισμούς της έξωθεν. Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή, ήτις είναι το καθολικόν. Η ψυχή, ως λέγει κατωτέρω ο Αριστοτέλης αναπτύσσων [σ. 99] έτι μάλλον ταύτα, απωθεί αφ' εαυτής (αντιφράττει) την ύλην και διατηρεί εαυτήν κατά της ύλης ούτως ώστε δεχομένη το είδος ενεργεί συνάμα, διότι αναιρεί την παθητικότητα και ούτω μένει ελευθέρα. Η ψυχή μεταβάλλει την μορφήν (τας ποιότητας) των εξωτερικών σωμάτων εις ίδια αυτής στοιχεία και συνταυτίζεται μετ' αυτών (ελευθερούται), διότι αυτή είναι το καθολικόν, είναι είδος ειδών. (Όρα και I. Caird. Φιλοσ. της θρησκείας. Μετάφρασις Π. Γρατσιάτου, σελ. 73—74: “Φιλοσοφ. και Κοινωνιολ. Βιβλιοθήκη Φέξη”).

ΤΕΛΟΣ Β' ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ
ΚΑΤΣΟΥΛΑ ΑΜΑΛΙΑ
Ενεργό μέλος
Ενεργό μέλος
 
Δημοσ.: 706
Ἐγγραφή: Παρ 11/09/2009 06:21


Ἐπιστροφὴ στην Φιλοσοφία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση: Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 0 ἐπισκέπτες